Συντάκτης: il Notaro

Το δικό μου Πιστεύω

*

λευκὸς ἀφρὸς ἀπ᾽ ἀθανάτου χροὸς ὤρνυτο

Ποτέ δεν πίστεψα σ’ έναν Θεό πατέρα
που όλους μάς έπλασε δήθεν απ’ το μηδέν
και μας μεγάλωσε με «μη» στυφά και «δεν»
για να μας δείχνουν λέει τον δρόμο νύχτα-μέρα.

Ούτε στη Φύση είδα ποτέ μου τη μητέρα
που τάχα κόπτεται για μας ανέκαθεν·
«θεία μας» την έλεγε ο Καρούζος, «σκαιά» ο Βερλαίν,
κι ας παίρνει πόζα στο Ιερό σαν Πλατυτέρα.

Σε μια πιστεύω Δύναμη, μια Εξουσία:
στου ευνουχισμένου τ’ Ουρανού τη θεία σπορά
που ενώνει μέσα της σφιχτά ηδονή και βία.
Ξέρει Εκείνη τι ποθούμε· μας υψώνει,
κι ακριβοδίκαιη και φιλάνθρωπη μετά
δίχως καθόλου να διστάσει μας σαρώνει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*

*

 

Τάσος Πορφύρης, 1931-2025

*

«Ο τόπος στην ποίηση του Πορφύρη βιώνεται ως τραύμα αλλά και ως ίαση. Πικρή και γλυκιά η επιστροφή της μνήμης στον τόπο, το χρόνο, τους ανθρώπους, αναμετρά τις απώλειες, αλλά την ίδια στιγμή τις επουλώνει ανασυστήνοντας τη μαγική γεωγραφία του παρελθόντος. Στην ποίηση του Πορφύρη συναντάς, με την απλή, την άνετη κουβέντα της περιγραφής, έναν κόσμο που δεν είναι παλιός, αλλά μόνιμος: τη μνημειακή ομορφιά της φύσης, τον καημό των εσαεί ξενιτεμένων και αυτών που τους περιμένουν, τα χαμένα χνάρια των νεκρών του πολέμου, των θυμάτων της προόδου που προχωρά σε νέες ερειπώσεις και προσπερνά την διαρκέστερη κάτω από τον ουρανό ανάγκη του ανθρώπου για ομορφιά και αλήθευση μέσα στη σχέση με τον άλλον.»

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ, «Ένας θαλερός ποιητής», ΝΠ, 30.10.2024

Στη μνήμη του εκλιπόντος, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία ποιήματα από τα Παιδιά της Νεμέρτσκας, εκτενές κείμενο αυτοβιογραφικό του ποιητή (Νέο Πλανόδιον, τχ, 7, χειμώνας 2023).

(περισσότερα…)

Η τελευταία προσευχή

*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Ο Χρήστος, ένας παλιός φίλος, έλεγε πως μόνον η αγάπη μπορεί να ακυρώσει τον κίνδυνο της οριστικής εκμηδένισης και του οριστικού αποχωρισμού που επιφέρει ο θάνατος.

Αγιογράφος στο επάγγελμα διατηρούσε ένα μικρό εργαστήριο χωμένο σ’ ένα δρομάκι της λιμενικής ζώνης. Γνωριστήκαμε τυχαία σε μια έκθεση ζωγραφικής– ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το «τυχαία». Είχα μπει στον χώρο της έκθεσης ένα βράδυ κυνηγημένος από τη μοναξιά και τα προβλήματά μου. Με είχε δει που στεκόμουν μπροστά σε έναν πίνακα του Χριστού – μια καλλιτεχνική απεικόνιση, όχι αυστηρά αγιογραφική. «Τι πιστεύεις;» με ρώτησε χαλαρά λες και γνωριζόμασταν χρόνια. «Τον Υιό τον εκτιμώ, με τον Πατέρα έχω πρόβλημα» απάντησα. Χαμογέλασε συγκρατημένα. Συστηθήκαμε και με προσκάλεσε στο εργαστήριό του.

Βρισκόμασταν δυο τρεις φορές την εβδομάδα. Πίναμε καφέ και μιλούσαμε με τις ώρες. Εκείνα τα χρόνια ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίον μπορούσα να κάνω μια κουβέντα πέρα από τα καθιερωμένα, να μιλήσω για λογοτεχνία και για τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Όποια και αν ήταν η αφετηρία των συζητήσεων μας, καταλήγαμε να μιλάμε για το μυστήριο της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον κόσμο, για την προέλευση και τον σκοπό της, για το ίδιο το κοσμικό αίνιγμα, καθώς και για τις μεταφυσικές και ηθικές διαστάσεις του θανάτου. Πάντα σχεδόν ο Χρήστος οδηγούσε την κουβέντα στο θέμα του τέλους. Λίγο πριν γνωριστούμε είχε χάσει τη γυναίκα του. Παθιασμένος με την τέχνη του και ακούραστος αναγνώστης, προσπαθούσε με τη δημιουργία και τον στοχασμό να διαχειριστεί τον πρόωρο θάνατο της.

«Αυτοί που αγαπήθηκαν αληθινά θα ξαναβρεθούν» έλεγε. Στο ισχνό, ασκητικό του πρόσωπο έβλεπα το πάθος ενός ανθρώπου που ήταν σίγουρος για την ιδέα του αλλά και την ελπίδα που γεννά η απώλεια και το πένθος.

Ο Χρήστος έψαχνε και διάβαζε με πάθος. Σε μια γωνιά του εργαστηρίου υπήρχε ένα τραπεζάκι φορτωμένο με βιβλία, αποκόμματα εφημερίδων και εκτυπώσεις κειμένων που έβρισκε στο διαδίκτυο. Ανάμεσά τους υπήρχαν πρόσφατες μελέτες για τη σχέση του ανθρώπινου εγκεφάλου με τη συνείδηση την ώρα του θανάτου. Ο Χρήστος μιλούσε με ενθουσιασμό για τα αποτελέσματα των ερευνών από σοβαρούς και αξιόπιστους επιστήμονες – ήταν και αυτός ένας τρόπος να πιαστεί από κάπου.

«Πολλές έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς που ήταν κλινικά νεκροί μετά από ανακοπή καρδιάς και με κάποιον τρόπο επανήλθαν, περιέγραφαν με λεπτομέρειες όσα γίνονταν γύρω τους, τις συνομιλίες των γιατρών και γενικά ότι είχαν επίγνωση του περιβάλλοντος όση ώρα ήταν νεκροί. Πρόκειται για συγκλονιστικό εύρημα, για μια επιστημονική απόδειξη ότι η συνείδηση είναι ξεχωριστή από τον εγκέφαλο και ότι συνεχίζει να λειτουργεί και μετά τον θάνατο». (περισσότερα…)

Μαντινάδα: Το “ρυθμικά σκεπτόμενο αίσθημα” της κοινότητας

*

Ο νους μου τα βουνά κρατεί  # 1
Γράφει ο Γιάννης Ματθαιουδάκης

Η λαϊκότητα της κρητικής υπαίθρου συνομιλεί με τον λόγιο, υψηλό στοχασμό για τα μεγάλα ζητήματα της καρδιάς και του κόσμου. Φιλόσοφοι και μαντιναδολόγοι κάθονται μαζί, στο ίδιο λιτό κρητικό τραπέζι. Η στήλη αφορά την περίπτωση της Κρήτης, αλλά στην οικουμενική της διάσταση. «Κάθε πολιτισμός ωστόσο είναι δυνάμει όλοι οι πολιτισμοί», δηλαδή βαθύριζες εκδηλώσεις λαϊκής ποίησης όπως π.χ. το ηπειρώτικο μοιρολόι, η ιταλική βιλανέλα, το μαλαϊκό παντούμ, το περσικό ρουμπάι. Στη μεταβατική εποχή μας, οι κοινές αναφορές, ο συλλογικός βίος, η αίσθηση του μέτρου και του ιερού, αμφισβητούνται από τις «διαλυτικές πνοές» ενός μαζικού, άρρυθμου, δήθεν εξορθολογιστικού τρόπου ζωής. Η μαντινάδα δεν μένει ανεπηρέαστη.

///

Ο νους μου τα βουνά κρατεί και μες τα δάση μπαίνει
κι όντε πετά στον ουρανό στα βάθη κατεβαίνει
Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ, Ερωτόκριτος
Στέκομαι μπροστά στο ψηλότερο βουνό μου και μπροστά στο μακρύτερο ταξίδι μου: γι΄αυτό πρέπει να κατέβω πιο βαθιά απ’ όσο κατέβηκα ποτέ… Αυτός είναι ο κίνδυνος μου: το ότι το βλέμμα μου ρίχνεται προς τα ύψη και το χέρι μου κρατιέται και στηρίζεται στα βάθη.
Φ. ΝΙΤΣΕ, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα

Ο έρωντάς σου τη ζωή την έκαμε καντάδα
και τραγουδεί τα κάλλη σου σε κάθε μαντινάδα!

Η «μαντινάδα» είναι λατινική λέξη και σημαίνει τραγούδι του πρωινού. Εμφανίζεται ως όρος ήδη από την αρχή της Ενετοκρατίας για να περιγράψει το ομοιοκατάληκτο δίστιχο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, αναπτύχθηκε και χρησιμοποιήθηκε στις ποιητικές συνθέσεις λόγιων ποιητών κατά τη μεσαιωνική περίοδο της ενετοκρατίας (Σαχλίκης, Δελλαπόρτας) και τελειοποιήθηκε στην αναγεννησιακή περίοδο του νησιού από τους Χορτάτση, Μπεργαδή, Τρωίλο, Φώσκολο και Κορνάρο.[1] Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ποιητές αυτοί αν και λόγιοι, με επιρροές από ιταλικά πρότυπα και μοτίβα της εποχής, συνέθεσαν τα έργα τους στο κρητικό ιδίωμα, αξιοποιώντας λαϊκά θέματα της Κρήτης. Μια θαυμαστή συνέργεια προφορικότητας και εγγραμματοσύνης. Αυτό καταδεικνύει ότι ο «ορίζοντας των προσδοκιών» τους, κατά την κριτική θεωρία[2], ήταν να διαβαστούν και να εκτιμηθούν αυτά τα έργα από το κοινό του νησιού.

Άλλαξαν γλώσσα κι έθιμα της Κρήτης οι Λατίνοι,
οι Αρκολέοι οι τωρινοί λέγονταν πρώτα Ursini,
Saturi οι Χορτάτσηδες, Columni οι Κολόνες,
Κλάδοι οι Ramuli γίνανε εδώ και κάτι αιώνες,
παλιότερα οι Μελισσηνοί λέγονταν Vespasiani,
οι Agliati είν’ πια Σκορδίληδες, Βλαστοί οι Papiniani.[3]

Τα διαμορφωτικά ίχνη της μαντινάδας ανάγονται ακόμη πιο πίσω στα βάθη του χρόνου, ως συνέχεια του αρχαίου κώμου και της ευρύτερης ελληνόφωνης ποιητικής παράδοσης. Ο Πρεβελάκης περιγράφει τη μαντινάδα με τον όρο «αρχαϊκή ρίμα». (περισσότερα…)

Μίκης Θεοδωράκης – Μάνος Χατζιδάκις: Βίοι και παράλληλοι και αντίθετοι


*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #3

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις αποτέλεσαν για δεκαετίες δύο από τους συστηματικότερους διαμορφωτές και στυλοβάτες του «κανόνα» της νεότερης ελληνικής μουσικής, έχοντας αποκτήσει τόσο φανατικούς οπαδούς όσο και μαχητικούς πολεμίους. Στη συνύπαρξη, την (περιστασιακή) συμπόρευση, τις έλξεις, τις αποκλίσεις και τη διαφορά ταυτότητας και ιδιοσυγκρασίας τους χτίστηκε εν πολλοίς η νεότερη ελληνική μουσική και το λεγόμενο «έντεχνο» τραγούδι. Στο συγκεκριμένο άρθρο, έχοντας πάντα την εστίασή μας στην περίπτωση Θεοδωράκη, θα επιχειρήσουμε να επισημάνουμε τις κομβικότερες έλξεις και αποκλίσεις τους, επιχειρώντας να αιτιολογήσουμε ότι οι πορείες που οι δύο πλέον μείζονες Έλληνες συνθέτες ακολούθησαν υπήρξαν ταυτοχρόνως και ανά περιόδους της ζωής και του έργου τους ΚΑΙ παράλληλες  ΚΑΙ αντίθετες.

Βίοι παράλληλοι γιατί: Διήλθαν μαζί στα νεανικά τους χρόνια σε ορισμένες από τις κρισιμότερες περιστάσεις της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Γεννημένοι την ίδια χρονιά και οι δυο τους, σε επαρχιακές πόλεις της μεσοπολεμικής Ελλάδας (ο Μίκης, μάλιστα, έκανε στα παιδικά του χρόνια και το γύρο της, εξαιτίας των επαγγελματικών μεταθέσεων του πατέρα του), βρέθηκαν μετέπειτα στην Αθήνα και οργανώθηκαν εντός της ναζιστικής κατοχής στην αντιστασιακή (και αριστερή) ΕΠΟΝ, με το Θεοδωράκη, μάλιστα, να συμμετέχει και ενεργά στη σκληρότατη σύγκρουση των Δεκεμβριανών. Τα κοινά τους ενδιαφέροντα και οι παραπλήσιες μουσικές και πολιτικές (τότε) αναζητήσεις τους τούς έφεραν από νωρίς κοντά, ενώ ο νεαρός Χατζιδάκις προσέφερε και έμπρακτη βοήθεια στο Μίκη Θεοδωράκη κατά την περίοδο που αναζητούσε καταφύγιο εντός της Αθήνας ως αντικαθεστωτικός.

Βίοι αντίθετοι γιατί: Η πορεία τους στο κοινωνικό πεδίο πολύ σύντομα τους απομακρύνει σημαντικά, με τον καθένα τους να ακολουθεί πλέον διαφορετικούς δρόμους. Ο Μάνος Χατζιδάκις παίρνει γρήγορα αποστάσεις από την Αριστερά και την ενεργό πάλη, βρίσκοντας σταδιακά το ρόλο και τη θέση του στη μεταπολεμική αστική συνθήκη κι εστιάζοντας στο μουσικό και καλλιτεχνικό του έργο. Συν τω χρόνω, μάλιστα, θα καταστεί ένας από τους ελάχιστους μείζονες καλλιτέχνες με ανοιχτά «αστική» ιδεολογία, κρατώντας, ωστόσο, ακόμα και μέσα σ’ αυτή την κατάσταση την εσωτερική του αυτοτέλεια. Από την άλλη, ο Μίκης Θεοδωράκης θα υποστεί ολόκληρο το μαρτύριο της αταλάντευτης αριστερής προσήλωσης, με εκτοπισμούς, φυλακίσεις, εξορίες και βασανιστήρια για σχεδόν μια δεκαετία (σε κάπως πιο ήπιο βαθμό θα υποστεί τα ίδια εκ νέου και κατά τη δικτατορία της 21ης Απριλίου), καθιστάμενος προοδευτικά ένα σύμβολο του διαρκούς και αέναου αγώνα. Συν τω χρόνω, η ενεργός ανάμειξή του με την πολιτική θα τον φέρει σε πρόσκαιρες ή μονιμότερες κοινωνικές συμμαχίες με ετερόκλητους ιδεολογικούς χώρους, σμίγοντας, μάλιστα, απροσδόκητα και σε ύστερη ηλικία ξανά για λίγο και με τον πάλαι ποτέ ιδεολογικό «σύντροφό» του, Μάνο Χατζιδάκι. (περισσότερα…)

Σκέψεις για το μέλλον του βιβλίου

*

Εδώ και μια δεκαετία επισκέπτομαι κάθε άνοιξη την Έκθεση Βιβλίου της Λειψίας που είναι η μεγαλύτερη στη Γερμανία μετά από εκείνη της Φραγκφούρτης. Κάθε χρόνο παρατηρώ κάποιες αλλαγές στις αναγνωστικές συνήθειες των ανθρώπων και κάνω σκέψεις για το μέλλον του κόσμου.

Μέσω της οθόνης ο σημερινός άνθρωπος έχει εθιστεί στην κατανάλωση εικόνων τόσο πολύ ώστε να μην είναι σε θέση να διαβάσει σκέτο κείμενο, κείμενο δηλαδή που δεν συνοδεύεται από μια φωτογραφία ή κάποιου είδους εικονογράφηση. Έχει αυξηθεί η κυκλοφορία κόμιξ και graphic novels όπου ένα βιβλίο, κλασσικό ή άλλο, δίνεται σε περίληψη και συνοδεύεται από σκίτσα για να γίνει πιο εύπεπτο. Για τους ίδιους λόγους, μάλλον, υπάρχει στροφή προς τα βιβλία φαντασίας, τα απλοϊκά, ελαφρώς παιδικά μυθιστορήματα με μάγους, ξωτικά, μονόκερους και άλλα φανταστικά πλάσματα που αρέσουν πλέον και στους ενήλικες. Η αρχή έγινε με τον Χάρρυ Πόττερ, ως γνωστόν, που δημιούργησε σχολή. Παραμένουν ακόμα κάπως πιο σοβαροί αναγνώστες και συγγραφείς οι Γάλλοι, οι οποίοι ίσως επειδή κρατάνε με νύχια και με δόντια τη γλώσσα τους χωρίς να υποκύπτουν τόσο εύκολα στην… αμερικανίλα, κρατάνε κατά συνέπεια ακόμα και την δυνατότητα της πιο σύνθετης σκέψης και άρα μπορούν να διαβάζουν πιο απαιτητικά αναγνώσματα. Από την άλλη έχουν παράδοση στα BD, τα κόμιξ, αλλά και αυτά βρίσκω ότι είναι πιο υψηλού επιπέδου απ’ ό,τι σε άλλες χώρες.

Στην Γερμανία που είχε κάποτε πραγματικά σοβαρούς αναγνώστες, οι οποίοι προτιμούσαν τα «δύσκολα» σε λογοτεχνία και φιλοσοφία, τώρα υπερισχύουν τα λεγόμενα Krimis, τα αστυνομικά δηλαδή, στα οποία πρωτοστατεί ο περίφημος Fitzek. Μα πόσα αστυνομικά να διαβάσει κανείς; Το ίδιο και στην γερμανική τηλεόραση, οι αστυνομικές σειρές είναι ως η άμμος της θαλάσσης. Καταλαβαίνω τη γοητεία τους αλλά μέχρι ενός σημείου. Τι να αποκομίσεις πλέον απ’αυτά; Καλά για το καλοκαίρι ίσως ή για λίγη χαλάρωση από την ένταση της δουλειάς τα αστυνομικά, αλλά ώς εκεί. (περισσότερα…)

Με τον τρόπο του J.R.R. Tolkien: Σχόλιο για την τεχνητή νοημοσύνη

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Μέσα από δύο κεφάλαια της γνωστής τριλογίας του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών («Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού», «Οι Δύο Πύργοι», «Η Επιστροφή του Βασιλιά») που αναφέρονται στις μαγικές «βλέπουσες» πέτρες (κρυστάλλινες σφαίρες που δεν καταστρέφονται), μπορούμε να συναγάγουμε ορισμένα βασικά συμπεράσματα για τον ρόλο της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης.

Πρώτον. Στο κεφάλαιο ΧΙ του τρίτου βιβλίου του δεύτερου μέρους των «Δύο Πύργων», αναφέρεται ότι επτά πέτρες κατασκευάστηκαν από το αρχαίο ξωτικό Fëanor σε μια πολύ μακρινή εποχή. Οι πέτρες χρησιμοποιήθηκαν από τους ανθρώπους «για να βλέπουν μακριά και να μεταδίδουν τις σκέψεις». Μαζί σχημάτισαν ένα είδος δικτύου που φύλαγε και κρατούσε ενωμένα τα ανθρώπινα βασίλεια. Ο Γκάνταλφ εξηγεί στα χόμπιτ ότι η δύναμη να διερευνάς, να κινείσαι στο χώρο και στο χρόνο και έτσι να συντομεύεις τις αποστάσεις είναι μεγάλος κίνδυνος για όσους τη χρησιμοποιούν. Όμως κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί πραγματικά σ’ αυτόν τον πειρασμό.

Οι πέτρες που βλέπουν το μέλλον φαίνεται ότι δεν είναι άσχετες με την καταστροφή των βασιλείων των ανθρώπων που τις χρησιμοποίησαν με στόχο να πετύχουν την ευημερία τους. Το ίδιο «διερευνητικό με εξονυχιστικό τρόπο μάτι του Σάρουμαν»[1], που κατέχει κρυφά μια πέτρα Παλαντίρ[2], όταν όλοι σε μια νέα εποχή έχουν ξεχάσει την ύπαρξή του, «παγιδεύεται και υπνωτίζεται». Ο ισχυρός μάγος γίνεται σκλάβος αυτού που βλέπει, τη στιγμή που προσπαθεί να συντομεύσει τις αποστάσεις και να γίνει κύριος του χώρου και του χρόνου. Στην πραγματικότητα, αυτός που κοιτά μέσα στο Παλαντίρ δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί. Στην αρχή βλέπει «μόνο μικρές εικόνες μακρινών πραγμάτων και απομακρυσμένων ημερών». Μετά πηγαίνει σε αναζήτηση του άγνωστου. Και σε αυτή την αναζήτηση της γνώσης, ο ερευνητής συναντά κάτι πολύ βαθύ για να το κρατήσει το βλέμμα του. (περισσότερα…)

1988: Εριβάν, Αρμενία

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης Δευτέρας προσγειωθήκαμε στο Εριβάν. Αυτοκίνητο με οδηγό μάς περίμενε και οδηγηθήκαμε στο ξενοδοχείο μας. Είχα διαβάσει αρκετά για την ιστορία αυτού του πραγματικά κατατρεγμένου έθνους τους τελευταίους δυο-τρεις αιώνες. «Ψαρεύω» στο διαδίκτυο:

«Στις αρχές του 4ου αιώνα η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία που υιοθέτησε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ χριστιανικές κοινότητες είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από το 40 μ.Χ. Υπήρχαν επίσης και παγανιστικές κοινότητες, όμως προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό από τους πολυάριθμους ιεραπόστολους που έδρασαν στην Αρμενία. Ο Τιριδάτης Γ΄ έγινε ο πρώτος μονάρχης που εκχριστιάνισε επίσημα τους υπηκόους του, δέκα χρόνια πριν την παύση των διώξεων από τον Γαλέριο και τριάντα χρόνια πριν βαπτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος.»

Ακολούθησαν κατακτήσεις από Πέρσες, Βυζαντινούς, Σελτζούκους Τούρκους, Μογγόλους, και πάλι Πέρσες, Ρώσους για να καταλήξουν στο τέλος υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σκληρά χρόνια, διακρίσεις, καταπιέσεις που οδήγησαν στο Αρμενικό Ζήτημα και στις σφαγές 150.000 Αρμενίων από τον Σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ Β΄ τη διετία 1894-1896. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι συγκρουσιακές αντιδικίες Ρώσων και Οθωμανών και ομάδες Αρμένιων εθελοντών που είχαν ενσωματωθεί με τους Ρώσους έδωσαν την αφορμή και την ευκαιρία στους Τούρκους να επιχειρήσουν νέες βάρβαρες επιδρομές οι οποίες κατέληξαν στη φρικτή γενοκτονία εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων και σε έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό κατατρεγμένων προσφύγων.  Στις 12 Μαρτίου 1922, η Αρμενία ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση και μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν συγκρότησαν την Ομοσπονδία Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης σήμανε οριστικά τη δημιουργία του νεότερου ανεξάρτητου κράτους της Αρμενίας. Η Χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Αυγούστου του 1991.

Το Εριβάν ή Γερεβάν ή Ερεβάν είναι η πρωτεύουσα της Αρμενίας. Οι παγκόσμιοι επισκέπτες της την αποκαλούν «Ροζ Πόλη». Διάφορες αποχρώσεις του ροζ κυριαρχούν σε πολλά κτίρια της πόλης προσδίδοντάς της μια πρωτότυπη και οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα εικόνα. Οι Αρμένηδες είναι χαρούμενοι, ανοιχτόκαρδοι και ιδιαίτερα φιλικοί άνθρωποι. Επηρεασμένος από την ιστορία της Αρμενίας, την πρώτη τουλάχιστον μέρα της επίσκεψής μου, έβλεπα τους πάντες σκυθρωπούς, σιωπηλούς και μια απροσδιόριστη θλίψη να χρωματίζει τα πρόσωπα κοινωνικών ομάδων, ανδρών και γυναικών που συναντούσα και παρατηρούσα στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα γραφεία που επισκεπτόμουνα, παντού. Μόνο τα παιδιά φαινόταν να διαφοροποιούνται απ’ αυτό το γκρίζο χρώμα που κυριαρχούσε στην αρμένικη ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας. Φωνές, τρεξίματα, πατίνια, ποδήλατα, μαμάδες να τσιρίζουν και να τα κυνηγούν, εικόνες οικείες, δικής μας επαρχιακής πόλης. (περισσότερα…)

Δύο στίχοι από τον Ακάθιστο Ύμνο

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Ταξίαρχος των Επουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων, κατερχόμενος επί γης διά να ευαγγελίσει τη Θεοτόκο, έτεινε με το χέρι του προς το παρθενικό της Άγιο πρόσωπο ένα κρίνο με ζακχαρώδη λευκότητα. Η σκέψη μου απλώς μόνο τείνει στην εκδοχή ότι κρίνο κάλλιστα μπορεί να ’ταν το ίδιο το χέρι της Ασώματης Δύναμης.
ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής

Στον Συναξαριστή διαβάζουμε ότι η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό συνιστά το προοίμιο του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Η Άννα και ο Ιωακείμ σε προχωρημένη ηλικία, ζήτησαν από το Θεό ένα παιδί, με την προϋπόθεση να Του το αφιερώσουν. Γι’ αυτό, όταν έγινε τριών χρονών, την πήραν οι γονείς της και την πρόσφεραν στο ναό κατά την ημέρα που την γιορτάζουμε ως ημέρα των Εισοδίων, όπως είχαν υποσχεθεί.

Την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία και αυτός την έβαλε στο πιο εσωτερικό μέρος του ναού, εκεί όπου εισερχόταν αυτός μόνος μια φορά τον χρόνο. Η Μαρία έμεινε εκεί μέσα δώδεκα χρόνια, τρεφόμενη από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ με ουράνια τροφή, λέει ο Συναξαριστής. Κι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο καιρός δηλαδή του θείου Ευαγγελισμού, εξήλθε από τα άγια των Αγίων και παραδόθηκε στον μνήστορα Ιωσήφ για να ακολουθήσει η φυγή στην Αίγυπτο, η γέννηση του Σωτήρα και η επάνοδος στο Ισραήλ.

Ο Ν. Γ. Πεντζίκης (Σύναξη, τ. 38 του 1991), μιλώντας για την Παναγία λέει ότι ο

«Κύριος ήρθε και ενωθείς με τη μητέρα Του (γιατί ως έμβρυο ήρθε και ως έμβρυο έφυγε στην Ανάληψη) δια της Παναγίας επιτρέπει και σε μας να ενωθούμε μαζί Του».

Και παρακάτω λέει πράγματα που οι περισσότεροι χριστιανοί είτε έχουμε λησμονήσει, είτε αγνοούμε, είτε δεν καταλαβαίνουμε. Λέει ότι

«ο ρόλος της [Παναγίας] είναι όλη η γη. Η Παρθενία είναι νέκρωση και ο νεκρός είναι ολάκερη η γη. Από εκεί ξεκινάμε. Δια της Παναγίας καταλαβαίνουμε ότι η ζωή είναι αιώνια, γιατί η Παναγία είναι νεκρή. Δηλαδή είναι η ηγέτις μορφή, αφού αξιώνεται να γεννήσει το Χριστό, δηλαδή (τί να γεννήσει;) τη νέα ζωή».

Και προσθέτει:

«Πάντως η Παναγία και μάλιστα αυτό το γεγονός ότι είναι Βρεφοκρατούσα, πρέπει να είναι ‘ο άρτος ημών ο επιούσιος’. Γιατί όλος ο κόσμος χωρά μέσα στην Εκκλησία, αλλά κανένας δεν χωρά αν δεν υπάρχει η Παναγία».

Αυτά θα μπορούσαν να είναι προκαταρκτικά στα σχετικά με το δίστιχο από τον Ακάθιστο Ύμνο για το οποίο θα μιλήσουμε. Αλλά ας πούμε δυο λόγια για τον Ύμνο πρώτα. Αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους δηλαδή στροφές σε αλφαβητική ακροστιχίδα από το Α ως το Ω. Συνολικά πρόκειται για 144 χαίρε, κάπως σαν ποιητική προέκταση που περιλαμβάνει ωστόσο θεολογικά και δογματικά στοιχεία, του Χαίρε κεχαριτωμένη που απηύθυνε ο Γαβριήλ στην Παρθένο. (περισσότερα…)

Το πρώτιστο στη μάχη

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Βαυκαλίζεται η ΕΕ ότι αν ξοδέψει μερικές εκατοντάδες δισ. ευρώ σε εξοπλισμούς θα αντιμετωπίσει το αμυντικό της έλλειμμα, τώρα που οι Αμερικανοί του Τραμπ της στρέφουν την πλάτη. Αυτό που κανείς από τους ιθύνοντές της δεν θέλει να δει είναι ότι ο στρατός και τα όπλα του είναι πράγματα δευτερεύοντα. Το πρώτιστο στη μάχη είναι αυτό που παλιά ονομάζαμε πολεμικό φρόνημα, η στρατιωτική κουλτούρα δηλαδή με την πιο ευρεία της έννοια, που ξεκινάει από τη γαλούχηση των μικρών παιδιών, ιδίως των αγοριών, και φτάνει στην προβολή ιδεωδών όπως ο πατριωτισμός και η αυτοθυσία.

Για λόγους που δεν είναι της στιγμής, ο δυτικός λιμπεραλισμός από τη δεκαετία του 1960 και μετά προέγραψε σταδιακά αυτά τα ιδεώδη, δωρίζοντάς τα στην νεοδεξιά, και συντελώντας έτσι τα μάλα στη γιγάντωσή της. Αρκεί να δει κανείς τα σχολικά εγχειρίδια, και εδώ σε μας, για να το διαπιστώσει. Και αρκεί να τα αντιπαραβάλλει με τα ανάλογά τους σε κράτη όπως το Ισραήλ, η Ρωσσία, η Ουκρανία, η Τουρκία, η Κίνα. Ακόμη και η ίδια η έννοια «πολεμικό φρόνημα» σήμερα εκλαμβάνεται ως «φασιστική» – σε πλήρη αγνόηση της ιστορίας, αφού τον αληθινό φασισμό το πολεμικό φρόνημα των λαών της Ανατολής και της Δύσης ήταν που τον συνέτριψε…

Δεν είναι τυχαίο ότι παρά την οικονομική και τεχνολογική τους υπεροχή οι ΗΠΑ δεν έχουν νικήσει σε κανέναν από τους μείζονες πολέμους στους οποίους συμμετείχαν τις τελευταίες δεκαετίες. Ούτε βέβαια ότι η Ευρώπη, από την κρίση του Σουέζ και εντεύθεν, με την εξαίρεση ίσως του πολέμου στα Φώκλαντ, εκπαραθυρώνεται από παντού – τελευταία οι Γάλλοι από την υποσαχάρια Αφρική.

Ποιοι θα κληθούν να χειριστούν όλα αυτά τα πανάκριβα εξοπλιστικά «πακέτα», αυτό είναι το ερώτημα. Για την ώρα, οι Ευρωπαίοι ούτε τους τωρινούς αναιμικούς στρατούς τους δεν καταφέρνουν να στελεχώσουν…

///

Ο θεός αγάπη εστί, διδάσκει ο Ιωάννης. Και η αγάπη; Αδυναμία! τον συμπληρώνει, εκ πείρας, ο Μπρεχτ. Σημαίνει άραγε αυτό ότι ο Θεός της Αγάπης δεν μπορεί να είναι παρά εκ φύσεως αδύναμος; Πράγματι, «παντοαδύναμο» τον αποκαλεί σ’ έναν στίχο του ο Ηλίας Λάγιος.

(Ότι τον κόσμο ολόκληρο τον έφτιαξε η ανημπόρια ενός ερωτευμένου, τι όμορφη σκέψη ωστόσο…)

///

Ποιο υπήρξε ιστορικά το σημαντικότερο θέμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Αν το ερώτημα ακούγεται ερεθιστικό, ωχριά εμπρός στην απάντηση: η εκδίκηση.

Τι άλλο είναι η Ιλιάδα, αν όχι μια αρμαθιά εκδικήσεων; Οι Έλληνες εκδικούνται τους Τρώες, ο Μενέλαος τον Πάρη, ο Αχιλλέας τον Αγαμέμνονα, ο Αχιλλέας τον Έκτορα, κ.ο.κ., κ.ο.κ. Τι είναι η Οδύσσεια παρά η ιστορία μιας εκδίκησης; Του Ποσειδώνα εις βάρος του πολυμήχανου βασιλιά της Ιθάκης γιατί τύφλωσε τον προσφιλή του γιο Πολύφημο. Και μιας δεύτερης: του ίδιου του Οδυσσέα αυτή τη φορά κατά των Μνηστήρων. Ποιο είναι το θέμα της Ορέστειας, της Μήδειας, της Εκάβης, του Αίαντα, της Ηλέκτρας, τόσων και τόσων τραγωδιών; Ποιο είναι το θέμα των Ιερών Γραφών του μονοθεϊσμού, από τη σφαγή του Χρυσού Μόσχου ώς τις παραινέσεις του Κορανίου για την εξολόθρευση των ειδωλολατρών, αν όχι μια διαρκής εκδίκηση; Τι άλλο είναι η εκδίωξη των Πρωτοπλάστων, τι άλλο είναι η Κόλαση η ίδια, εκείνη των Χριστιανών ή του Δάντη, παρά η εκδίκηση του Θεού για την απείθεια των ανθρώπων; Τι άλλο μας αφηγούνται ο Άμλετ και ο Ληρ, ο Θούριος του Ρήγα και ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη και ο Κόμης Μοντεχρίστος, το Έγκλημα και Τιμωρία και ο Μόμπυ Ντικ, η Φόνισσα και ο Καπετάν Μιχάλης, αν όχι μια σειρά εκδικήσεων μικρών και μεγάλων, ποθεινών και εμπράκτων, οριστικών και ματαιωμένων;

Είτε ως θεία δίκη είτε ως αυτοδικία προσωπική, η εκδίκηση είναι διαρκώς παρούσα στα λόγια των ανθρώπων. Ίσως επειδή η δικαιοσύνη είναι ισόποσα απούσα από τις πράξεις τους.

/// (περισσότερα…)

Κέρινη ομοιότητα

***

ΚΕΡΙΝΗ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ

Αν μιμούμαι κάτι, αυτό δεν είναι η ζωή, είναι τα πράγματα.
Αυτό που είμαι ο ίδιος, είναι διαφορά από τη ζωή
–πράγμα ασήμαντο γιατί ζωή είναι όλα εκτός από μένα–
κι ένα ανάθεμα στον ανθρώπινο πόνο.

Τα πράγματα προσπαθώ να τα μιμούμαι γιατί μοιάζουνε.
Μία προθήκη με (τα) κέρινα πρόσωπα (τους ο κόσμος).
Το λέω έτσι γιατί κάθε πρόταση είναι παρένθεση σε κάτι που σιωπά.

Τα αντικατοπτρίζω κι ύστερα επιτρέπω το αποτύπωμά τους πάνω μου
γιατί η βούληση είναι μια δικαιολογία για την απουσία του πρωτοτύπου
που ενθαρρύνει τη μοίρα να με υποβιβάζει σε αδιάκοπο ενεργούμενό τους.

Η ομοιότητα δεν είναι μόνο το πράγμα που είναι
αλλά και εκείνο που του απομένει.
Ένα υπόλοιπο.
Κάθε πράγμα είναι και εκείνο που του απομένει.
Που αξίζει να το μιμηθώ όταν είναι πιο δύσκολο σε χαρτί.
Και πολύ πιο δύσκολο σε χάρτινη φιγούρα
σαν αυτές που φυσάνε γύρω μου πριν λιώσουν στην ανακύκλωση.

Το υπόλοιπο της ομοιότητας είναι πρωτίστως μια αντίστιξη
ανάμεσα στην ύπαρξη και στον έρωτα.
Γιατί όλα υπάρχουν ώστε να ερωτεύονται ώστε να υπάρχουν.
Το υπόλοιπο είναι το ένα του άλλου –
μια μίμηση της μίμησης που είναι ο κόσμος.
Και ο Θεός μια μίμηση του κόσμου μέσα μου,
που απέχει από το πράγμα όσο ο χώρος που του απομένει. (περισσότερα…)

Η καρδιά της λεύκας

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.iii.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΣ

«Εσύ να έχεις πάντα τον ήλιο στην καρδιά σου», μου είπε η λεύκα, δείχνοντας το πώς. Μου το είπε, το είδα, μου έμεινε.

*

* (περισσότερα…)