Συντάκτης: il Notaro

Ξαφνικά σε ένα σχολείο στο Όσλο

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Υπάρχουν ταινίες όπου η ομοφυλοφιλία είναι μια αγωνιστική ατζέντα διεκδίκησης και συνηγορίας, και άλλες (οι σπανιότερες) όπου είναι ένα στοιχείο ομαλά ενταγμένο στο κοινωνικό υπόβαθρο, όπου δεν διεκδικείται κάτι, δεν εκφράζεται κάποια δυσφορία από τη θέση της μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον, αλλά προκύπτει φυσικά και χωρίς αντιδράσεις. Ίσως και λόγω της σκανδιναβικής περιρρέουσας ατμόσφαιρας στην οποία εντάσσεται η ταινία Όνειρα του Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ η κοινωνική της αντίληψη φαίνεται να είναι τόσο προωθημένη ώστε δεν απαιτεί μαχητικά καμιάν προκαταρκτική αναγνώριση μειοψηφίας: εκφράζεται σαν να είναι ένα ήδη κεκτημένο και δεδομένο της κοινωνίας. Ούτε εκ μέρους της εφήβου πρωταγωνίστριας, σε ατομικό ψυχολογικό επίπεδο, εκφράζεται κάποιος σχετικός φόβος και ενδοιασμός.

Τρεις γενιές συγκλίνουν μέσα στην υπόθεση: εκείνη της γιαγιάς, που απηχεί την κοινωνική κινητικότητα και συνείδηση της δεκαετίας του ’60, έστω και από μια θέση παραίτησης και ματαίωσης. Εκείνη της μητέρας, που δείχνει να είναι περισσότερο αγχώδης, περισσότερο αμυντική απέναντι τους νεωτερισμούς των ηθών, αλλά και περισσότερο ταυτισμένη με ένα σκεπτικό πολιτικής ορθότητας και δικαιωματισμού, που ενδιαφέρεται περισσότερο για την τήρηση των αποστάσεων ασφαλείας απέναντι σε ένα ανήλικο άτομο, έστω κι αν αυτό το σκεπτικό δεν εκφράζεται ρητώς: πάντως υποβόσκει ως μία απειλή μήνυσης εις βάρος κάποιου κρατικού λειτουργού, μιας δασκάλας δηλαδή, παρότι αυτή δεν συνιστά μια κλασική περίπτωση δασκάλας, είτε βάσει τυπικών προσόντων είτε εξαιτίας της ιδιομορφίας του μαθήματος που διδάσκει, της τέχνης του πλεξίματος. Η ηρωίδα της υπόθεσης είναι τυπικά ανήλικη και είναι αυτή που κινητοποιεί την υπόθεση όταν ερωτεύεται την καθηγήτριά της: και είναι απορίας άξιον το πότε η «ανήλικη» σεξουαλικότητα και ο χειρισμός της αποτελεί σκάνδαλο και πότε όχι για τις κοινωνίες μας.

Η απειλή της μήνυσης για κακοποίηση ανηλίκου έρχεται στο τραπέζι αλλά τείνει να αντισταθμιστεί και να ακυρωθεί από την απειλή της καθηγήτριας ότι και η ίδια έχει δεχτεί μια ψυχολογική πίεση εξαιτίας της εμμονής της μαθήτριάς της κατά τη διάρκεια των μαθημάτων πλεξίματος. Οπότε τα πράγματα «πλέκονται» και περιπλέκονται· κανείς δεν είναι ασφαλής πίσω από το μετερίζι των δικαιωμάτων του και το δίκαιο μπορεί, όχι τόσο δύσκολα, να αλλάξει παράταξη. Στη μεταμοντέρνα κοινωνία του ατομισμού και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο. (περισσότερα…)

Το τελευταίο ποίημα

*

Στον θάνατο του Παλαιστίνιου ποιητή Ρεφάτ Αλαρίρ.
Σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των ισραηλινών
βομβαρδισμών στη Γάζα, σε ηλικία 44 ετών.

If I must die,
you must live
to tell my story
…………………
…………………
If I must die
let it bring hope
let it be a tale.

Βαρύ αυτό το πρέπει, Ρεφάτ.

Όμως θα πω την ιστορία σου
(συγχώρα με)
με λόγια του χαμού ανέλπιδα.

Δεν είμαι αγνός όπως το βλέμμα σου
μήτε λευκός όπως ο χαρταετός
του ύστατου ονείρου σου.

Βλέπω το Κακό εκεί ψηλά
όχι τον άγγελο πού επιστρέφει
τη χαμένη αγάπη. Κι η οργή αρνιέται
τον λευκό χαρταετό σου ν’ αμολήσει.
Γιατί στη Γάζα ο ουρανός σκοτώνει
τα παιδιά
– αθώα παιδιά όπως εσύ.

(περισσότερα…)

Σκέψεις για την γραφή «νόμον μὴ ἐπιτήδειον θεῖναι»

*

(Επειδή φαίνεται να ανοίγει και πάλι η συζήτηση για το άρθρο 86 του Συντάγματος)

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, οι γραφές «παρανόμων»[1] και «νόμον μὴ ἐπιτήδειον θεῖναι» –ένδικα μέσα δημοσίου δικαίου, όπως θα λέγαμε σήμερα– είχαν μεγάλη σπουδαιότητα, κα­θώς αποτελούσαν προληπτικές και συγχρόνως κα­τασταλτικές εγγυήσεις τηρήσεως του πολιτεύματος και εκδικάζονταν από το δικα­στήριο της Ηλιαίας. Αυτή που μας ενδιαφέρει σήμερα είναι η δεύτερη.

Η γραφή «νόμον μή ἐπιτήδειον θεῖναι»[2] ήταν ένδικο μέσο του δημοσίου δικαίου ασκούμενο εναντίον της θεσπίσεως ασύμφορου νόμου, δηλαδή νόμου που θα μπο­ρούσε να βλάψει (ή είχε βλάψει) τα συμφέροντα της πόλεως. Η δια­φορά της γραφής αυτής από την «γραφὴν παρανόμων» συνίστατο στο ότι αφορούσε μόνον νόμους, όχι ψηφίσματα.

Η προσωπική ευθύνη του εισηγητή και των αξιωματούχων που διηύθυναν τις εργασίες της Εκκλησίας ούτε ατονούσαν ούτε μετριαζόταν επειδή ο λαός είχε επιψηφίσει την πρόταση. Δεν διαρκούσε όμως και στο διηνεκές. Ένα χρόνο μετά την υποβολή της πρότασης (ή την ψήφισή της) έπαυε να υπάρχει.

Οι ποινές επί καταδίκης έφταναν έως τον θάνατο. Πάντως η γραφή «νόμον μὴ ἐπιτήδειον θεῖναι» έπρεπε, για να έχει ποινικές συνέπειες, να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την ψήφιση του νόμου. Η απειλή της μερικής ατιμίας πρέπει να λειτούργησε και να έκανε ορισμένους πιο προσεκτικούς στις εισηγήσεις τους.[3] (περισσότερα…)

Εφήμερη σχέση

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Η ιστορία της σχέσης μου με τη Χρυσάνθη θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα αλλά μπορεί το ίδιο άνετα να χωρέσει και σε λίγες σελίδες. Εξάλλου, ακόμα και αν ήθελα να την κάνω μυθιστόρημα, το αποτέλεσμα θα ήταν τουλάχιστον βαρετό: δεν διαθέτω τις αρετές για να γράψω εκατοντάδες σελίδες χωρίς να χάσω την ουσία της υπόθεσης και χωρίς να παρασυρθώ σε ακατάσχετη λογοδιάρροια.

Με εξαίρεση κάποιες λεπτομέρειες που ίσως είναι μοναδικές, γενικά η σχέση μου με τη Χρυσάνθη ήταν μια τυπική, συνηθισμένη ιστορία, όμοια με εκατομμύρια άλλες: μια περίπτωση γάμου δυο ανθρώπων που, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό τους και τους όρκους ισόβιας αγάπης, δεν μπορούσαν τελικά να συνυπάρξουν και να ανθίσουν ο ένας δίπλα στον άλλον καθώς έψαχναν τελείως διαφορετικά πράγματα.

Η Χρυσάνθη ήταν μια ελκυστική γυναίκα, ποθητή, με εύρωστο σώμα, ιδανικές καμπύλες, κοντά καστανά μαλλιά, προσωπάκι μάλλον μικρό σε σχέση με το σώμα της, χαριτωμένο σαν ξωτικό, βγαλμένο από τα παραμύθια που διάβαζε. Ακτινοβολούσε θηλυκότητα, ζωντάνια, καλή διάθεση και αγάπη για τη ζωή. Aυτά αγάπησα πάνω της  από την πρώτη μας συνάντηση. Γνωριστήκαμε στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Ήμουν τριάντα έξι, εκείνη τριάντα δύο. Το διάβασμα και η αγάπη για τα βιβλία ήταν ένας πρόσθετος λόγος που με είχε κάνει να ελπίζω σε μια σχέση βαθιά και με διάρκεια. Της άρεσαν τα παραμύθια και τα ιστορικά μυθιστορήματα. Μια φορά το μήνα πήγαινε σε βιβλιοπωλεία για να αγοράσει ή να παραγγείλει βιβλία. Παρότι θεωρούσε «σκληρές» ή «ενοχλητικές» τις δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις, ξεφύλλιζε συχνά τα βιβλία που διάβαζα και δεν ήταν λίγες οι φορές που έμπαινε στον πειρασμό και διάβαζε αποσπάσματα.

Η μόνη καλή περίοδος ήταν οι μήνες πριν τον γάμο. Μάλλον η λέξη «καλή» δεν είναι αρκετή για να περιγράψει εκείνο το διάστημα. Η σχέση μας ήταν ιδανική σωματικά και πνευματικά. Κάναμε έρωτα σαν τρελοί, χωρίς αναστολές, χωρίς προκαταλήψεις, δοκιμάζοντας πηγές ηδονής που ακόμα και τώρα μου προκαλούν εξίσου νοσταλγία και ντροπή. (περισσότερα…)

Εικόνες από μια έκθεση

*

Εθνική Πινακοθήκη

Επετειακή ομαδική έκθεση βυζαντινής αγιογραφίας με τίτλο

Η σαγήνη της ιερής εικόνας

Εγκαίνια: Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

 ~.~

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

(Απόσπασμα από το ενημερωτικό φυλλάδιο της έκθεσης)

Ου προσκυνῶ τὴν ὕλην, προσκυνῶ δὲ
τὸν τῆς ὕλης δημιουργὸν
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ:
Λόγος Πρῶτος Ἀπολογητικός

Πώς θα ήταν σήμερα οι ναοί μας αν είχαν εικόνες;

Τι θα συνέβαινε αν οι εικονολάτρες είχαν επικρατήσει των εικονομάχων και πετύχαιναν την αναστύλωση των ιερών εικόνων;

Αχειροποίητη μορφή.
Εικόνα θεία κι εύμορφη…

Αντί για τις τωρινές τοιχογραφίες των ναών μας, αντί για ζώα, δέντρα και πουλιά, τώρα τι θα απεικονίζαμε; Το αδύνατον; Τον Ιησού Χριστό με μύτη και μάτια; (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Αρχαϊκός Απόλλων και άλλα ποιήματα

*

«Η προσευχή είναι η λάμψη που εκπέμπει το είναι μας σαν αναφλέγεται αιφνίδια, είναι ένας δρόμος ατέρμονος κι άσκοπος, η βάναυση συνοδός των ελπίδων μας που διασχίζουν αέναα το σύμπαν χωρίς προορισμό.»

Επιστολή στη Adelmina Romanelli, 5 Ιανουαρίου 1910

(Σαν σήμερα, 4.12.1875, γεννήθηκε στην Πράγα της Βοημίας ο Ρενέ Καρλ Γιόχαν Βίλχελμ Γιόζεφ Μαρία Ρίλκε.)

~.~

ΑΡΧΑΪΚΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ

Σαν τις φορές που απ’ τα κλαδιά η αυγή προβάλλει
τ’ άφυλλα ακόμη, μα είν’ η άνοιξη ήδη εδώ:
έτσι κι εκείνου το μαρμάρινο κεφάλι
όλης της ποίησης το φως το αστραφτερό

πώς να εμποδίσει πριν σχεδόν μας θανατώσει;
Γιατί σκιά δεν έχει στη ματιά καμιά,
δάφνες ακόμη δεν τον έχουν στεφανώσει,
κι από τα φρύδια του πολύ κατοπινά

ένας μακρόμισχος ροδώνας θ’ ανατείλει
απ’ όπου πέταλα και φύλλα θα μαδούν
ένα ένα πάνω στα τρεμάμενά του χείλη

που ώς τώρα ανέγγιχτα και λαμπερά σιωπούν
κι άλλο δεν πίνουν παρά το χαμόγελό του,
λες και τραγούδια εμφυσούν στον θείο λαιμό του.

(περισσότερα…)

In profundum ή Για μία απολογητική του λάθους

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

~.~

Ο ερμηνευτικός κύκλος σε παραλλαγές

Μέσα στην ιστορία των ιδεών δεν είναι σπάνιες εκείνες οι περιπτώσεις όπου ένα φιλοσοφικό πρόβλημα τίθεται, εκφράζεται, γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και τελικά επιλύεται (αν ποτέ «επιλύονται» θεμελιώδη φιλοσοφικά ζητήματα) εντός ενός συγκεκριμένου διανοητικού πλαισίου, με δεδομένο λεξιλόγιο και αναφορές, αγνοώντας ή παραβλέποντας ότι το ίδιο πρόβλημα, σε δομικά ομόλογη μορφή, έχει τύχει επεξεργασίας σε ένα παρακείμενο φιλοσοφικό πεδίο. Οι όροι ενδέχεται να παραλλάσσουν, αλλά μία εγκάρσια επισκόπηση πολλαπλών πεδίων προβληματισμού (ήδη πολυτέλεια σε εποχές διανοητικής υπερεξειδίκευσης) επιτρέπει να γίνει αντιληπτή η επανάληψη συγκεκριμένων δομικών μοτίβων κάτω από την επιφάνεια τον ορολογικών τριχοτομήσεων. Δίχως ένα τέτοιο εγκάρσιο βλέμμα, το ίδιο πρόβλημα μπορεί να ταλανίζει όσους εγκύπτουν πάνω του, κουβαλώντας συγκεκριμένα διανοητικά εργαλεία, ενώ έχει ήδη λυθεί λίγο παραδίπλα. Ή να εξαφανίζεται από τα ενδιαφέροντα του συρμού μίας εποχής για να αναφανεί πάλι, υπό μεταμφιεσμένη μορφή, σε μία μεταγενέστερη, η οποία μπορεί να ξεκινάει από το σημείο μηδέν, έχοντας λησμονήσει όλες τις προβληματικές που είχαν αναπτυχθεί γύρω του. Η στρουκτουραλιστική γλωσσολογία εμφανίστηκε κάποτε ως το απόγειο της διανοητικής εκλέπτυνσης σε όσους αγνοούσαν τα βασικά για τον μεσαιωνικό νομιναλισμό. Σε ένα διαφορετικό πεδίο, αυτό της γνωσιολογίας, τι κοινό μπορεί να έχει η προβληματική περί ερμηνευτικών οριζόντων του Γκάνταμερ με τη σημασιολογική θεωρία περί αλήθειας του Άλφρεντ Τάρσκι και με την παραδόξως διαφωτιστική γνωσιοθεωρία του Παναγιώτη Κονδύλη;

Όλη η προβληματική της ερμηνευτικής περιστρέφεται γύρω από ένα απλό ερώτημα. Πώς είναι δυνατό να ανασυγκροτήσει κανείς επιτυχώς το νόημα κειμένων (καταρχάς των βιβλικών) που ανήκουν σε άλλες εποχές ή εν γένει πολιτισμικών μορφωμάτων που προέρχονται από ριζικά ετερογενείς προς το βλέμμα του παρατηρητή κοινωνίες; Το διακύβευμα εδώ έγκειται στη δυνατότητα εύρεσης ενός αρχιμήδειου σημείου θέασης ώστε να επιτευχθεί μία «αντικειμενική» κατανόηση του άλλου. Εννοείται φυσικά ότι η εύρεση ενός τέτοιου σημείου αποδεικνύεται τελικά χίμαιρα, τουλάχιστον αν κάνεις δεν είναι διατεθειμένος απλώς να απορρίψει τη μία από τις δύο πλευρές που εξετάζονται αντιστικτικά ως παράλογη: είτε, δηλαδή, να οχυρωθεί πίσω από τις οικείες του κατηγορίες σκέψης, αντιμετωπίζοντας το άλλο ως α-νόητο, (περισσότερα…)

Rolf Jacobsen, Φύλακας ἄγγελος

*

Εἶμαι τό πουλί πού φτεροκοπᾶ στό παράθυρό σου τό πρωί,
καί ὁ πιό κοντινός σου φίλος, πού ποτέ δέ μπορεῖς νά γνωρίσεις,
λουλουδίζει ψηλά ἐκεῖνο τό φῶς γιά τούς τυφλούς.

Εἶμαι ὁ παγετώνας πού λαμποκοπᾶ πάνω ἀπ’ τά δάση, τόσο ἁπαλά,
καί βαριές φωνές ἀπό τόν πύργο τοῦ καθεδρικοῦ.
Ἡ σκέψη πού αἰφνίδια σoῦ ἐμφανίζεται στό μέσο τῆς μέρας
καί σέ κάνει νά νιώθεις τόσο ὑπέροχα εὐτυχισμένος.

Εἶμαι αὐτός πού ἀγαπᾶς γιά πολλά χρόνια.
Βαδίζω δίπλα σου ὅλη μέρα καί σέ κοιτάζω ἐπίμονα
καί βάζω τό στόμα μου πάνω στήν καρδιά σου
παρόλο πού δέν τό ἀντιλαμβάνεσαι.

Εἶμαι τό τρίτο σου χέρι, ἡ δεύτερη σου σκιά, ἡ λευκή,
πού δέ μπορεῖς νά δεχτεῖς,
κι αὐτή εἶναι ἀδύνατο νά σέ ξεχάσει ποτέ.

(περισσότερα…)

Πολιτική / Κατανάλωση

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

“A Better Life, A Better World”, “Building a World That Works”, “Building a better working world”, “A Better World has to be Built”, “Building a smarter planet”, “Caring for the world, one person at a time”, “Creating a better everyday life for the many people”, “Bring the world closer together”, “Belong anywhere”. Ὅλα τὰ παραπάνω εἶναι λίγα μόλις ἑταιρικὰ σλόγκαν ἢ φράσεις ποὺ βρίσκονται στὴ δήλωση σκοποῦ μεγάλων ἐμπορικῶν ὀργανισμῶν ποὺ δραστηριοποιοῦνται σὲ κάθε σχεδὸν πεδίο τοῦ ἐπιστητοῦ. Κοινός τους παρονομαστὴς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν προφανῆ: ἡ ὑπόσχεση ἑνὸς νέου, πιὸ καινοτόμου, πιὸ λειτουργικοῦ, πιὸ συμπεριληπτικοῦ, πιὸ καλοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει κόσμου, ἀνεξαρτήτως παρεχόμενου προϊόντος ἢ προσφερόμενης ὑπηρεσίας. Πλάι ὅμως στὴ σημαντικὴ αὐτὴ δήλωση κρύβεται μιὰ ἀκόμα σημαντικότερη παραδοχή. Ὁ ὑπαρκτὸς κόσμος εἶναι ἀνεπαρκής, προβληματικός, ἀνολοκλήρωτος· τὰ δὲ —πλασματικὰ μονάχα— κυρίαρχα ὑποκείμενά του, δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἐξίσου εὐάλωτα, ἐπισφαλῆ καὶ μόνα. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, οἱ ὑπηρεσίες καὶ τὰ προϊόντα αὐτὰ νὰ χτίσουν ἕναν καλύτερο κόσμο· καλύτερο, ναί, ὅμως ὄχι «πιὸ καλὸ» ἀπ’ τὸν ὑπάρχοντα. Αὐτὸς ἐκ προοιμίου ἔχει ἀποφασιστεῖ ὅτι εἶναι ἀτελὴς καὶ γεμάτος τυφλὰ σημεῖα, παγίδες, βλάβες καὶ τέλος πάντων «ὄχι καλός». Θὰ ἦταν ἐνδεχομένως ὑπερβολὴ νὰ εἰκάσουμε ὅτι γιὰ τὸν διαφημιστικὸ λόγο ὁ κόσμος εἶναι ἁπλὰ «κακός» ‒ μὲ κάθε πιθανὴ ἐξακτίνωση τῆς λέξης;

Θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ καὶ ἄδικο νὰ μποῦμε σὲ μιὰ συζήτηση ὀντολογικῆς τάξεως γιὰ τὸν κόσμο μὲ μιὰ τόσο ἀσήμαντη φαινομενικὰ ἀφορμή. Ἄλλωστε, σὲ κάθε ἐνδεχόμενη ἐπιχειρηματολογία θὰ φτάναμε στὸ ἀδιέξοδο, ἂν σκεφτοῦμε ὅτι διάφορες πολιτισμικὲς παραδόσεις ἔχουν ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἠθικὴ ταυτότητα τοῦ κόσμου. Ἀλλοῦ ὁ κόσμος κι’ ὁ ἄνθρωπος ἐντός του εἶναι ριζικὰ ἐκ γενετῆς κακοὶ καὶ πειθαρχοῦν σὲ ἕνα κοινωνικὸ συμβόλαιο ποὺ τοὺς τρέπει σὲ μὴ-κακούς, τῇ ἐξαιρέσει τῶν ἁγίων ποὺ καταφέρνουν καὶ γίνονται καλοί, ἂν δὲν εἶναι ἤδη ἐξαρχῆς. Ἀλλοῦ τὸ καλὸ κυριαρχεῖ καὶ θεωρεῖται ἀναγκαῖα προϋπόθεση· ἐξωγενεῖς συνθῆκες ὁδηγοῦν στὸ κακὸ καὶ τὸ ἐπίβουλο, συνήθως πιστώνοντάς το σὲ ἀλλογενεῖς δυνάμεις ποὺ συγκεντρώνουν τὶς δυνάμεις τους γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Ἀλλοῦ, τέλος, ὅλα εἶναι ἐπιλογὲς καὶ ἐξωτερικὲς πιέσεις. (περισσότερα…)

Oscar Wilde (16 Οκτωβρίου 1854 – 30 Νοεμβρίου 1900)

*

Άγιοι Δέκα

Πέθαναν οι θεοί: στη γαλανή Αθηνά
πια δεν προσφέρουμε στεφάνια από λιοκλάδια
ούτε στην Κόρη μερτικό από τη σοδειά.
Γυρνούν ανέμελα οι βοσκοί μες στα λαγκάδια
και τραγουδούν στα ξέφωτα και τις μονιές –
ο Μέγας Παν, ο Μέγας Παν είναι νεκρός!
Έπαψε ο Ύλας να γυρεύει τις πηγές·
πια της Μαρίας βασιλεύει ο ακριβογιός.

Κι όμως, σ’ αυτό το θαλασσόπνοο νησί
της θύμησης μασώντας τους πικρούς καρπούς,
μες στ’ ασφοδίλια ίσως να κρύβονται οι θεοί.
Νά εκεί! Τα βέλη του Έρωτα! Αχ, να φύγω,
απ’ την οργή του να γλιτώσω! Μα όχι… Ακούς;
Θροούν γλυκά τα φύλλα: ας μείνω ακόμα λίγο.

Μετάφραση Στάθης Κυδωνιάτης

*

*

*

Υπέρ νοσούντων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται.

ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ AΠΟΣΤΟΛΟΥ, Προς Κορινθίους Β΄, ιβ΄ 9

Τι θα γίνει αν κοιμηθείς και ονειρευτείς
πως πήγες στον παράδεισο κι εκεί
έκοψες ένα παράξενο και πανέμορφο λουλούδι
και τι θα γίνει αν όταν ξυπνήσεις
κρατάς το λουλούδι αυτό στο χέρι σου;

SAMUEL TAYLOR COLERIDGE

Βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο. Την γάζωνε ο καρκίνος. Δεν έμεινε πλέον τίποτα, ούτε σάρκα, ούτε μαλλιά, ούτε κουράγιο. Απόψε ήταν η τελευταία της νύχτα. Το ήξερε. Μύριζε τον θάνατο στο δωμάτιο. Ένιωθε την γεύση του στο στόμα της. Τα φώτα στον θάλαμο χαμηλωμένα. Είχαν φύγει όλοι. «Πρέπει ν’ αναπαυθείς», της είπαν, λες και δεν θ’ αναπαύονταν σε λίγο για πάντα. Τα παιδιά της δεν τα είδε τις τελευταίες μέρες. Φοβήθηκαν να της τα πάνε μήπως τρομάξουν, αν αντικρίσουν κάτι κόκαλα σταυρωμένα αντί για την μάνα τους. Λείψανο κατάντησε. Η ανάσα της λιγοστή, όπως η φλόγα στο καντήλι που τρεμοσβήνει πριν σβήσει, ενώ το λάδι έχει πλέον σωθεί. Σώθηκε το λάδι της. Μα πόσο μπόρεσε να κάψει; Είκοσι επτά μόνον χρονών, τι πρόλαβε να ζήσει;

Παντρεύτηκε μικρή, λες και το ’ξερε. Έγινε μάνα. Ευτυχώς για κείνη. Δυστυχώς για τα παιδιά της: θα ορφανέψουνε νωρίς. Άντρα τής διάλεξε ο πατέρας της. Δεν είπε «όχι». Έναν άντρα θα ’παιρνε, ας ήταν αυτός. Προκαθορισμένη ζωή: μαγκανοπήγαδο. Εκείνος στην δουλειά, εκείνη στο σπίτι. Κάθε δεύτερο Σάββατο σε καμιά ταβέρνα. Την Κυριακή στην εκκλησία. Ο άντρας της ήταν θρήσκος. Της έβαλε μια εικονίτσα των Αγίων Αναργύρων κάτω από το μαξιλάρι φεύγοντας. Εκείνη στράβωσε τα μούτρα της, δεν πίστευε και πολύ: «Άμα πεθάνεις, βράστα! Όσο ζεις, κοίτα να χαρείς». Πολύ που χάρηκε… Μήπως τον έρωτα; Πφ! Σανίδες μέτραγε στο ταβάνι. Μήπως ταξίδια; Τώρα θα τα κάνει μαζεμένα, ένα και μακρινό. Τι χάρηκε; Πάντα την πλήγωνε αυτή η λέξη, ακόμα και στην προφορά της: «Χαρά!» Εκείνο το «Χ», στην αρχή, σαν διαγραφή της φαίνονταν. Σαν διασταυρωμένα ξίφη. Σαν ήχος λάμας που της έσκιζε το λαρύγγι.

Βήχας συγκλόνισε το στέρνο της. Ένας κόμπος αίματος ανέβηκε στο στόμα και τον έφτυσε στο σεντόνι. Ο λεκές απλώθηκε στο ύφασμα σαν ανθισμένο τριαντάφυλλο στο χιόνι. Ο αέρας λιγόστευε, λες και κάποιος τον έκοβε με μαχαίρι. Πήρε κοφτές ανάσες και πετάρισε τα βλέφαρα. Δεν έβλεπε καλά. Σαν να κοίταζε πίσω από θολωμένα τζάμια. Μόνον σκιές ξεχώριζε. Σκιές ακαθόριστες. Μία την πλησίασε κι έπιασε τον σφυγμό της. Θα ’ταν ο γιατρός, ήταν η ώρα του.

«Δεν μπορώ ν’ ανασάνω, γιατρέ!» ψιθύρισε με κόπο. (περισσότερα…)

Ποζάροντας για την αιωνιότητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία».

Η περιγραφή είναι, βέβαια, του Παύλου Νιρβάνα, από το ιστορικό της περίφημης φωτογράφησης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή το 1906, το δημοσιευμένο στη Νέα Εστία το 1933, 22 χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατο του εικονιζόμενου. Ο Νιρβάνας τη θεωρούσε τότε μοναδική, αγωνιούσε μήπως χαθεί για τους μεταγενέστερους η μορφή του μεγάλου διηγηματογράφου, και εκθέτει σε μάκρος πώς τον κατάφερε να του «ποζάρει». Έκτοτε έχουν έρθει στο φως μερικές ακόμη μεταγενέστερες, μια με τον Βλαχογιάννη το 1908 και δυο τρία πορτραίτα. Όμως η φωτογραφία του Νιρβάνα είναι πασίγνωστη, έχει πια ταυτιστεί με την εικόνα του Σκιαθίτη συγγραφέα, έχει σε μεγάλο βαθμό διαπλάσει τη μυθολογία που τον συνοδεύει. Ο φωτογράφος είχε δίκιο, τέτοια ευτυχία ο φακός πολύ σπανίως προσφέρει.

Η πρώτη εικόνα του Σολωμού που διαθέτουμε, δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο. Είναι ένας πίνακας (η φωτογραφική μηχανή δεν είχε ακόμη εφευρεθεί) εκ των χειρών του Νικολάου Κουτούζη, ζωγράφου, σατιρικού ποιητή και ιερωμένου Επτανήσιου (1741-1813). Είναι ένα πορτραίτο του 1799 ή του 1800 που δείχνει τον ποιητή, που είχε γεννηθεί την άνοιξη του 1798, σε βρεφική ηλικία. Σε αντίθεση με το σκυμμένο βλέμμα του 55χρονου Παπαδιαμάντη, ο ολιγόμηνος Σολωμός κοιτάζει κατάματα τον θεατή με μια παράδοξη σοβαρότητα. Το κορμάκι του φασκιωμένο αλλά ευθυτενές, τα μαλλιά του σε στυλ αυτοκρατορικό, ναπολεόντειο, το πρόσωπο εκφραστικό, μεγαλίστικο, με μια μελαγχολία αλλιώτικη από εκείνη των νηπίων, λες και ο εικονιζόμενος γνωρίζει ότι ποζάρει κι εκείνος για την αιωνιότητα. (περισσότερα…)