Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (5/5)

*

(Συνέχεια από το τέταρτο μέρος)
[ Δεῖτε ἐπὶσης τὸ πρῶτο, δεύτερο καὶ τρίτο μέρος ]

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Ο Κώστας Κουτσουρέλης στο ποίημα «Οι δυο φίλες» ακολουθεί το σατιρικό ύφος, φτιάχνοντας μια ιστορία όπου τα ψάρια έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και πηγαίνουν για μπάνιο. Τα παραπανίσια κιλά της φαλαινίτσας χρησιμοποιούνται για να διακωμωδηθούν τα ευτράπελα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.

Ήταν δυο φίλες, μια απ’ την Καρδίτσα
κι η άλλη πάλι απ’ το Ανκοράζ,
η φαλαινίτσα κι η σαρδελίτσα,
κι είπαν μια μέρα να παν στην πλαζ.

Είπαν μια μέρα να παν για μπάνιο
έλαμπε ο ήλιος, μούρλια ο καιρός,
είχαν τ’ αγέρι για καπετάνιο
τα κυματάκια στην άμμο εμπρός.

Πήραν μαζί τους λάδια, παγούρια,
γυαλιά, πετσέτες λογιώ λογιώ

μα η φαλαινίτσα πάνω στη φούρια
πηγαίνει η ξύπνια χωρίς μαγιό.

«Α, μη σε νοιάζει», της λέει η σαρδέλα,
«κι έχω τα πάντα εγώ σκεφτεί.
Μαγιό ’χω κι άλλο, θα σού ’ρθει τρέλα!»
Και της το δίνει να βολευτεί.

– Μπα, δεν σου μπαίνει; – Ναι, με στενεύει…
 – Πάχυνες μήπως; – Χμμμ, τι να πω…
– Ρουφήξου λίγο καλέ ν’ ανέβει!
– Μα μου σκαλώνει, δες, στον ποπό!

Κι όλο ρουφιέται, κι όλο ζαρώνει
η φαλαινίτσα καλά καλά,

μα κι αν τραβιέται, μα κι αν ιδρώνει,
το μαγιουδάκι δεν πάει ψηλά.

Γύρω παιδάκια, κάποιος σερφάρει,
τα κυματάκια «πλιτς» κάνουν, «πλατς»,
μα η φάλαινά μας έχει φρακάρει
μέχρι που ακούει ξάφνου ένα… χράαατς!

«Αχ, πάει το μπάνιο! Και τώρα; Πλήξη…»,
λέει με βλέμμα λυπητερό.
Η σαρδελίτσα πάει να βουτήξει
κι εκείνη ψάχνει για παρεό.

Σε ένα απόσπασμα από την επιστροφή της Ευρυδίκης,[1] ο Νίκος Εγγονόπουλος ανασυνθέτει ένα τοπίο που το υγρό στοιχείο κυριαρχεί. Το τοπίο έχει οριστεί όχι από τις ακτίνες του ήλιου, αλλά από τα δάκρυα των ψαριών. Ακόμα κι έτσι όμως, η ζωή «υψώνεται κάθετη και ήρεμη».


μες στο χαμένο
το μικρό
λιμάνι
π’ άγγιξαν
σαν τις στερνές
σταγόνες
του
ήλιου
των ψαριών
τα δάκρυα
υψώνεται η ζωή
κάθετη κι ήρεμη
σε μαρμαρένιες
γούρνες
και λωτούς
πικρούς
με τους νοσταλγικούς
ρυθμούς
των βαρυαύλων
και της
νύχτας

Στο ποίημά της: «Τις πρώτες ώρες που περνάνε στο ποίημα οι τυφλοί»,[2] η Ελένη Βακαλό δημιουργεί ένα ονειρικό τοπίο, όπου τα «ωραία πουλιά» παρασύρουν τα νεκρά ψάρια.

…. Γιατί πριν να βουλιάξει αυτή η τελευταία μας νύχτα
Η άπειρη
Τη λαβή των μεγάλων συγκρίσεων
Όταν πάνω μου φώναζαν τα ωραία πουλιά
Τα ερείπια σκεπάζοντας
Και τα ψάρια νεκρά παρασύροντας
Με το σώμα τους τα πουλιά
Σαν ακέραιο σχήμα οδηγούμενο
Τρωκτικά και ψάρια μαζί
Έγχρωμα ακόμα στων πλευρών τους τα πλάγια
Οδηγούσαν…

Μνημονεύοντας τον Χούλιο Κορτάσαρ, ο Βασίλης Λαλιώτης φτιάχνει μια ωδή που περιγράφει την πολυπλοκότητα τού να τρως ψάρια. Η πολυπλοκότητα αυτή συντίθεται από αναφορές στη γυναίκα από τη Σενεγάλη, η οποία δε θα γευτεί τα ψάρια που ψαρεύει, καθώς αυτά προορίζονται για τους προνομιούχους καταναλωτές, οι οποίοι δε θα χρειαστεί να τα καθαρίσουν. Περιγράφοντας την ωμή πραγματικότητα της καθημερινότητας, τα ψάρια και το καθάρισμά τους δεν επισημαίνουν απλώς τις άνισες σχέσεις εξουσίας της Δύσης και των άλλων χωρών, αλλά επιπλέον είναι αφορμή για να καταγγείλει ο ποιητής την αδιαφορία των καταναλωτών και την άγνοιά τους για όλες αυτές τις ανισότητες και τα συστήματα εκμετάλλευσης. Η υπενθύμιση για το τι πραγματικά συμβαίνει έρχεται με την ανατροπή κατά τη διάρκεια του τηγανίσματος των ψαριών. Το ψάρι μυρίζει ανθρώπινο κρέας που πεινάει.

Κάποια γυναίκα καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη
Την είδα χθες τη νύχτα στο ντοκιμαντέρ
Βγάζει τα λέπια και τα σπλάχνα και ξεπαγώνουν
Κάνοντας κύκλους στο φούρνο μικροκυμάτων
Κάποια γυναίκα καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη
Έχει χρόνο απέραντο ένα μαχαίρι κι ένα παιδί που κλαίει
Καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη κι εγώ βιάζομαι
Καθαρίζει ψάρια που ποτέ δεν θα φάει κι ανάμεσά μας
Μεσολαβεί ένας πιλότος και τρεις μεταπράτες
Απ’ όσα πλήρωσα δεν θα φτάσει σχεδόν τίποτα
Να σταματήσει αυτό το παιδί «το αληθινό πρόσωπο των αγγέλων»
Να κλαίει από πείνα.
Κάποια γυναίκα καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη
Τα βάζω στο τηγάνι και μυρίζουν κρέας
Κρέας τηγανιτό κι ανθρώπινο που πεινάει.
Ανάμεσα σε μένα και στα ψάρια που θα φάω
Υπάρχει μια περίπλοκη πραγματικότητα
Κάποιες εξειδικεύσεις κάποιες λησμονιές
Για να με κάνουν να φάω κρέας ανθρώπινο που κλαίει.
Κάποια γυναίκα καθαρίζει ψάρια στη Σενεγάλη
Κι εγώ ετοιμάζομαι να ξεχάσω πως τρώω κρέας ανθρώπινο.
Είναι πολύ περίπλοκο στις μέρες μας να τρως ψάρια
Θα πρέπει πρώτα να κάνεις μια μικρή προσπάθεια να μη σκέφτεσαι.

Συνεχίζοντας τις αναφορές στο μαγείρεμα των ψαριών, η Ευτυχία Παναγιώτου στον «Σαλταδόρο»[3] κατασκευάζει τις διαφορές του ψαριού όταν είναι στο δίχτυ, στο τηγάνι ή στο ταψί και επισημαίνει ότι οι μεταφορές αυτές παραμένουν ατυχείς, καθώς η πίκρα των συμβάντων εξακολουθητικά έχει αρνητική επίγευση. Όλες αυτές οι μεταφορές καταλήγουν στην έκφραση «μου έψησε το ψάρι στο χείλι». Το να υποφέρεις είναι τελικά μια επίπονη διαδικασία με πολλά διαφορετικά στάδια.

Όσο να πει πως
το ψάρι στο δίχτυ δεν είναι ψάρι σε τηγάνι,
τσουρουφλίζεται στις λέξεις του,
στις άτυχες μεταφορές ― τι μαρτύριο.
Να φτύνει το κακό, κι αυτό ακούραστο.
Από τα χείλη του να πιάνεται
και πάλι πίσω, μες στο σάλιο,
το δηλητήριο ν’ αναδεύεται.

Ένα ψάρι σε τηγάνι δεν είναι ψάρι σε ταψί.
Ένα ψάρι στο χείλι δεν είναι ψάρι στο δίχτυ.

Ο Δημήτρης Παπαδίτσας,[4] περιγράφει ένα φανταστικό τοπίο, το οποίο το ένα στοιχείο οδηγεί στο άλλο, φτιάχνοντας ένα θαλασσινό τοπίο το ξημέρωμα με χτένια και αστερίες. Το ψάρι που φεγγοβολά φωτίζει τη δίψα, η οποία είναι μαύρη και βαθιά ή έχει μάτια που λειτουργούν σαν μηχανές που μπορούν να σπαθίζουν τα ουράνια. Η δίψα γίνεται, έτσι, δίψα στήθους και καταλήγει να είναι χάραμα και ολόκληρη θάλασσα

Απ’ το αχνάρι του άστρου κι απ’ το βήμα πλάι στου φονιά
το πρόσωπο
Απ’ το ηλεκτρόνιο που παίζει στα βουνά ολομόναχο
Απ’ το ηλεκτρόνιο που είναι αστραπή ή ακαριαίο άνοιγμα
θάλασσας και ψαριού που φέγγει
Απ’ το ψάρι που φέγγει στα μαύρα βάθη της δίψας
Απ’ το ψάρι που έχει μάτια μηχανές να σπαθίζουν αιθέρες
Απ’ τη δίψα στήθους που είναι χάραμα και θάλασσα και τώρα
είναι χτένια και αστερίες

Στην απολαυστική «Φαύστα» του Μποστ,[5] το Ριτσάκι επιστρέφει στους γονείς της από την κοιλιά του κήτους (αν και θα φαγωθεί λίγο αργότερα από τις γάτες, εξαιτίας της ψαρίσιας μυρουδιάς της). Η Ρίτσα περιγράφει πως έτρωγε τις αθερίνες ωμές και πως στα μαλλιά της βρίσκονται αλάτια, φύκια και αυγά ψαριών. Παρόλα αυτά η Ρίτσα αναβάλλει τον καλλωπισμό της για να βοηθήσει στο μαγείρεμα του ψαριού που την έφαγε. Με χιούμορ και σαρκασμό, ο Μποστ χρησιμοποιεί το ψάρι για να σαρκάσει τον ελληνικό μικροαστισμό και την ελληνική οικογένεια.

MAPIΑΝΘΗ: Κι’ όσο η Ρίτσα να πλυθεί, το σώμα της να πλύνει
ανάπτομεν εμείς φωτιά το ψάρι δια να γίνει.
ΡΙΤΣΑΚΙ (Παρλάτα) : Δώδεκα χρόνους στο νερό κι’ έννέα άλλους (μήνους
έτρωγα κρύον το φαγί, κι’ ώμούς τους άθερίνους.
Θά λούσω τα μαλλάκια μου και θα τα κατσαρώσω
σαν δοκιμάσω κακαβιά και πέσω και ξαπλώσω.
Τότε σαπούνι φέρτε μου και φέρτε και τα χτένια
τα κοραλλένια, τα χρυσά και τα μαλαματένια.
Να βγάλω άπ’ τα μαλλάκια μου τ’ αλάτια και τα φύκια,
μικρά αυγά ψαροπουλιών, σκουριές από τα μπρίκια.
(Τραγούδι) : άστράκια πού χει η θάλασσα κι’ άσπρα μαργαριτάρια
δάκρια για ναυτόπουλα που τάφαγαν τα ψάρια…
ΡΙΤΣΑΚΙ: Δώστε μου τώρα μάχαιρα κι’ έγώ να βοηθήσω,
και του ψαριού πού μ’ έφαγε τα λέπια του να ξύσω.
Μπορώ να κάνω μια δουλειά, το λούσιμο ας μένει.
Κι’ αv είμαι επισκέπτρια, μη με περνάτε ξένη.
ΓΙΑΝΝΗΣ : Άντε λοιπόν να φεύγουμε να γένεται το ψάρι.

Σε μια αντίστοιχη σατιρική διάθεση ο Γιώργος Θεοτοκάς στο ποίημά του «Επιστημονισμός»,[6] ανατρέπει την πραγματικότητα. Ο συγγραφέας περιγράφει ένα ατύχημα που συμβαίνει τη στιγμή που εικοσιτρείς καθηγητές ανθρωπιστικών επιστημών μιλούν όλο αλαζονεία για την επιστήμη μέσα σε ένα λεωφορείο. Μετά το ατύχημα η επιστήμη γίνεται θάλασσα την οποία πίνουνε τα ψάρια, αν και δεν τη χρειάζονται.

Φιλόλογοι, φιλόσοφοι, αρχαιολόγοι και κοινωνιολόγοι,
νομοδιδάσκαλοι, παιδαγωγοί κι άλλοι που δεν τους θυμούμαι.
Όλοι μαζί στη λεωφόρο Συγγρού
μιλούσανε για την επιστήμη αφ’ υψηλού.
(Όμως την τελευταία στιγμή ο οδηγός δεν πρόφτασε να φρενάρει. Συλλογιζότανε κι αυτός
το κορίτσι του που τον γέλασε την περασμένη εβδομάδα μ’ ένα λοχία του προτύπου
ευζωνικού τάγματος. Έτσι όλη η επιστήμη έγινε θάλασσα και την ήπιανε διάφορα ψάρια, μα
δε φαντάζεται κανείς να τους χρησίμεψε σε τίποτα. Τί να την κάμουνε τα ψάρια την επιστήμη;)
Και τώρα τι θα γίνουμε με είκοσι τρεις καθηγητές λιγότερους
και με ψάρια γεμάτα επιστήμη αχρησιμοποίητη;
Είκοσι τρεις καθηγητές, ωιμένα!
έγιναν ψάρια στο γιαλό διακεκριμένα.

*

*

Ο Διονύσιος Σολωμός στον «Πόρφυρα»[7] περιγράφει την αντίθεση ανάμεσα στον νέο που κολυμπά και τον καρχαρία που θα τον κατασπαράξει:

Φύση, χαμόγελ’ άστραψες κι εγίνηκες δική του·
ελπίδα, τὄδεσες το νου μ’ όλα τα μάγια πὄχεις·
νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.
Γύρου κοιτά να τον ιδεί…..
κοντά ’ναι κει στον νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου.
Κι αλιά! μακριά ’ναι το σπαθί, μακριά ’ναι το τουφέκι!
Αλλ’ όπως έσχισ’ εύκολα βάθος τρανό κι εβγήκε,
κι όρμησε…..
κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
κατά τη μεγαλόψυχη γλυκιά πνοή της νιότης,
έτσι κι ο νιος…..
της φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,—
κι ευθύς ξυπνά στ’ ελεύθερο γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
την τέχνη του κολυμπιστή μ’ αυτήν του πολεμάρχου.

Ο Κωστής Παλαμάς, σε ένα εγκώμιο για τον τόπο του και τους ψαράδες στο ποίημα «Ο Μάης του ψαρά»,[8] κατασκευάζει παράλληλα και μια ωδή για το μισολογγίτικο πετάλι που ξεπερνά όλες τις ομορφιές της άνοιξης:

Όλα της άνοιξης τα κάλλη,
όλα τα στέλνω στο καλό
μπροστά σε φρέσκο, παχουλό,
μισολογγίτικο πετάλι.

Ο Απόστολος Μαμμέλης στο ποίημα «Αϊ Λάϊ, Χου Λάϊ Λάϊ Λάϊ»[9] περιγράφει την «πρωτότυπη γητειά που γινόταν τις αυγές για να τσιμπήσουν τα ψάρια».

Ξόρκι ορθρινό των ψαριών! Μου θυμίζει
παλιές χαρές, που σβύσαν ως το φως μου,
τα νειάτα, η λεβεντιά κι ο σύντροφός μου
στη βόλτα ο πιο τρανός, που μου στραγγίζει
 
τα στεγνωμένα μάτια και μ’ αγγίζει
πονούμενα σαν άλλος αδερφός μου
τη μνήμη!

~.~

Επίλογος

Το κείμενο αυτό γράφτηκε κατά τη διάρκεια του ξεσπάσματος της πανδημίας, η οποία ακόμα εξελίσσεται και θα διαρκέσει καιρό. Σε μια πρώτη ανάγνωση ο ιός θα μπορούσε εύκολα να «χωρέσει» σε μια ψαρίσια παρομοίωση: «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» του Μπρεχτ. Οι ιστορίες μπερδεύονται και τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Όπως λέει και ο ποιητής Νίκος Καββαδίας στο ποίημα «Cocos islands»

Γιατί μπερδεύω τούτη εδώ με μι᾿ άλλην ιστορία;
Είν᾿ ένα χέρι που πονάει, βαρὺ καὶ λαβωμένο.
Βλέπω συχνὰ στον ύπνο μου έναν άσπρο καρχαρία
με περιμένει νηστικὸς ή εγώ τον περιμένω;

H ευέλικτη, ωστόσο, φύση των ψαριών αποστασιοποιείται από τα κάθε είδους ανθρώπινα συμπλέγματα και από την οριστικότητα των ιστοριών. Απολαυστικά ο Ρίτσαρντ Φλάναγκαν περιγράφει στο «Εγχειρίδιο ιχθύων: μυθιστόρημα σε 12 ψάρια»[10]: «Συμπαθώ τους συντρόφους μου τα ψάρια. Δεν παραπονιούνται για τα ασήμαντα, δεν εκφράζουν ενοχές για τις πράξεις τους, δεν επιδιώκουν να μεταδώσουν τις ασθένειες της γονυκλισίας, ή να προοδεύσουν ή να αποκτήσουν δικά τους πράγματα. Δεν με αρρωσταίνουν με τις κουβέντες τους περί υποχρεώσεων έναντι της κοινωνίας ή της επιστήμης ή του όποιου θεού».

Οι ιστορίες, οι μεταφορές, οι διαφορετικές εκδοχές και οι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε ανθρώπους και ψάρια παραμένουν διαρκώς ανοιχτές και σε διαπραγμάτευση, όπως στο ποίημα του Απόστολου Μαμμέλη «Το άπιαστο ψάρι»[11]:

Ξέρω ένα ψάρι ανάγκαθο και μάγο
που το γλυκό όνομά του δεν το λέω·
πικρά στο τσίμπημά του μόνος κλαίω,
τι ειν’ άπιαστο, ωιμένα, κι αργοφάγο!
[…]

*

*

Την ίδια στιγμή κυνηγώντας τις επιθυμίες, τις σχέσεις με τους άλλους, τον εαυτό τους και την κοινωνική πραγματικότητα οι άνθρωποι «είναι σαν τα ψάρια, και δίχτυ τους είναι η γλώσσα, αλλά αυτό που γυρεύουν, τους γλιστρά σε όλη τους τη ζωή»[12]. Η συμπλοκή ψαριών και ανθρώπων δημιουργεί νέους τρόπους ανάγνωσης του κόσμου, του εαυτού, των σχέσεων με τους άλλους. Τελικά «… τίποτα δεν είναι αδιάφορο ή ουδέτερο. Όλα εκφράζουν κάτι και όλα έχουν σημασία και τίποτα δεν είναι ανεξάρτητο: όλα σχετίζονται μεταξύ τους κατά κάποιο τρόπο.»[13] Έτσι, ο καθένας από μας μπορεί να δημιουργήσει τις δικές του κατασκευές και ιστορίες με ψάρια, φιλτράροντας τα όσα συμβαίνουν και αντλώντας παραδείγματα και αναφορές από την πληθώρα αντίστοιχων παραδειγμάτων στην ελληνική και ξένη ποίηση. Η μεταφορά, όπως λέει ο Culler, συνιστά ένα βασικό τρόπο γνώσης των πραγμάτων: «γνωρίζουμε κάτι βλέποντας το σαν κάτι άλλο».[14] Τα ψάρια στην ποίηση γλιστράν στις αναγνωστικές μας επιλογές, αφού κάθε ποίημα είναι μια κατασκευή από λέξεις, αλλά και «ένα γεγονός (μια πράξη του ποιητή, μια εμπειρία του αναγνώστη, ένα γεγονός στην ιστορία της λογοτεχνίας).[15] Στη σύντομη αυτή ανθολόγηση των ψαριών στην ελληνική ποίηση τα ψάρια συνυφαίνουν σύνθετες εξιστορήσεις που αλλάζουν και διαμορφώνονται με την συμπλοκή των ποιητών, του κειμένου και των αναγνωστών, ενώ παράλληλα προσκαλούν στον εντοπισμό και την ανάδυση άλλων ποιητικών κειμένων και συνθέσεων.

Από τη σύντομη αυτή ανθολόγηση λείπουν πολλοί ποιητές/ποιήτριες, ενώ απουσιάζουν επίσης πολλές άλλες εκδοχές/ρεπερτόρια ψαριών, όπως για παράδειγμα τα μυθικά θαλασσινά τέρατα, συγκεκριμένα είδη ψαριών ή οι γοργόνες. Καθώς οι συνθήκες εγκλεισμού διαταράσσουν την οποιαδήποτε ρουτίνα και τις ανθρώπινες σχέσεις, επιβάλλοντας συνθήκες επιτήρησης και τιμωρίας,[16] η αδιάκοπη κίνηση των ψαριών μπορεί να ενισχύσει την απαιτούμενη ονειρική διάθεση για να επενδύσουμε στο μέλλον ή τουλάχιστον να μας υπενθυμίσει την αναγκαιότητα αναζήτησης περασμάτων.

Πάντως, όπως επισημαίνει η Νίκη Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, η περιφρούρηση των προσωπικών ψαριών που συγκροτούνται μέσα μας είναι απαραίτητη για την οριοθέτηση των διαδρομών και των πολλαπλών εκδοχών του εαυτού μας:

«Μια μικρή πέστροφα ανηφόριζε μέσα στις φλέβες μου, κι ο Κ βάλθηκε να μου την πάρει. Αντί να τονε στείλω στο διάβολο, έκατσα κι έπιασα ψιλή κουβέντα. Πού τι θέλεις, τι θα την κάνεις, που μόνο αυτήνα έχω, και τα λοιπά. Σε λίγο έπαψε να μου τη ζητάει. Η πέστροφά μου σπαρταρούσε στα χέρια του».[17]

Τα ψάρια τελικά φτιάχνουν περάσματα άλλοτε ανοιχτά, άλλοτε κλειστά. Στη θάλασσα του πραγματικού που μόνιμα μεταλλάσσεται φτιάχνονται «αχανή διαστήματα». Όπως σημειώνει ο Οδυσσέας Ελύτης, στην «Αποκάλυψη»[18] από τη Μαρία Νεφέλη, τα λόγια είναι τα ψάρια που συλλέγει ο καθένας στις διαδρομές του, αναγνωστικές και μη. Τα ψάρια-λόγια αναζητούν διεξόδους περισσότερο ή λιγότερο περιχαρακωμένες.

Κι είναι από τότες λέω – είναι η ίδια η θάλασσα
φτάνοντας μες στον ύπνο μου που ‘φαγε τη σκληρή την πέτρα
κι άνοιξε τ’ αχανή διαστήματα. Λόγια που έμαθα
σαν περάσματα ψαριών πράσινα
με γαλάζια κιμωλία χαρακωμένα

Οι αχαρτογράφητες ωκεάνιες περιπλανήσεις των ψαριών στέκονται αντίβαρο στις ανθρώπινες συμπλοκές του παρόντος, όπως το ξέσπασμα του πολέμου Ουκρανίας-Ρωσίας. Ο θάνατος λειτουργεί στο παρακάτω απόσπασμα της Ιλιάδας[19] σαν τον ψαρά που αγκίστρωσε το ψάρι. Ο Θέστορας πληγώνεται από το δόρυ του Πάτροκλου και σαν μεγάλο ψάρι που έχει πιαστεί στο αγκίστρι πετιέται στο χώμα και ξεψυχά.

Οπότε ο Πάτροκλος σιμώνοντας τον Θέστορα
τον ακοντίζει στο δεξί του μάγουλο ̇ μέσα για μέσα πέρασε
στα δόντια του ο χαλκός, και με το δόρυ τον τραβά
από της άμαξας τον γύρο, σαν τον ψαρά που κάθεται
στον κάβο, με λιναρένια πετονιά στο χέρι, όπου
το αγκίστρι απ’ τα βαθιά νερά σηκώνει ένα μεγάλο ψάρι –
έτσι κι αυτός με δόρυ φωτεινό από τ’ αμάξι του
τον ψάρεψε, το στόμα χάσκοντας, και πίστομα
κάτω τον πέταξε, ώσπου ξεψύχησε στο χώμα.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Νίκος Εγγονόπουλος, «Η επιστροφή της Ευρυδίκης»: συλλ. Η επιστροφή των πουλιών:  Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 2007.
[2] Ελένη Βακαλό, «Τις πρώτες ώρες που περνάνε στο ποίημα οι τυφλοί»: Το άλλο μισό του ουρανού. Ελληνίδες ποιήτριες του εικοστού αιώνα, (επιμ.: Σ. Παστάκας, Σ. Γκιργκένης), Θεσ/νίκη, Ζήτρος, 2020, σ. 56.
[3] Ευτυχία Παναγιώτου, «Σαλταδόρος»: Χορευτές, Αθήνα, Κέδρος, 2014.
[4] Δ. Π. Παπαδίτσας, «XV. Όπως ο Ενδυμίων»: Ποίηση 2, Αθήνα, Γνώση, 1981.
[5] Μποστ, Η Φαύστα και διάφορα διηγήματα, Αθήνα, Ερμείας, 1971.
[6] Γ. Θεοτόκας, 100 χρόνια από τη γέννησή του, (επιμ.: Δ. Τζιόβας), Αθήνα, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου http://www.potheg.gr/ProjectDetails.aspx?id=2571&lan=1
[7] Δ. Σολωμός, Ο Πόρφυρας, Αθήνα, Στιγμή, 2014.
[8] Κ. Παλαμάς, «Ο Μάης του ψαρά»: Τραγούδια της λίμνης: Άπαντα, τ.Α΄, Αθήνα, Ίδρυμα Κωστή Παλαμά, 2018.
[9] Απόστολος Μαμμέλης, «Αϊ Λάϊ, Χου Λάϊ Λάϊ Λάϊ»: Θαλασσινά, Αθήνα, Ερμής, 1996.
[10] R. Flanagan, Εγχειρίδιο ιχθύων: μυθιστόρημα σε 12 ψάρια, (μτφρ.: Α. Δημητριάδου ), Αθήνα, Άγρα, 2006, σ. 485.
[11] Απόστολος Μαμμέλης, «Το άπιαστο ψάρι»: Θαλασσινά, Αθήνα, Ερμής, 1996.
[12] J. Buchmann, Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, (μτφρ.: Σ. Σταμπουλού), Αθήνα, Gutenberg, 2019. σ. 19.
[13] J. E. Cirlot, Το λεξικό των συμβόλων, (μτφρ.: Ρ. Καππάτος), Αθήνα, Κονιάρη, 1995, σ. 44. Όπως αναφέρεται στους Ε. Γκούβα, Γ. Πάσχο, και Μ. Γκούβα (2010), ό.π., σ. 32.
[14] J. Culler, Λογοτεχνική θεωρία: μια συνοπτική εισαγωγή, (μτφρ.: Κ. Διαμαντάκου), Ηράκλειο, ΠΕΚ, 2011, σ. 97
[15] Ό.π., σ. 101.
[16] Μ. Φουκώ, Επιτήρηση και τιμωρία, (μτφρ.: Τάσος Μπέτζελος), Αθήνα, Πλέθρον, 2011.
[17] Ν. Ρ. Παπαγεωργίου, Του λιναριού τα πάθη. Ο μέγας μυρμηγκοφάγος, Αθήνα, Άγρα, 1993, σ. 81.
[18] Οδ. Ελύτης, Αποκάλυψη: Μαρία Νεφέλη, Αθήνα, Ίκαρος, 1978.
[19] 24+2 Ιλιαδικές παρομοιώσεις, (κείμενο-μτφρ-πρόλ.: Δ.Ν. Μαρωνίτης), Αθήνα, Άγρα, 2012, σ. 23.

*

*