Πασχαλιάτικο χανάμι στο Τόκυο

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πασχαλιάτικο χανάμι στο Τόκυο

Στη ζωή μου κάποτε μού χαρίστηκε ένα ανοιξιάτικο χανάμι, στην Ιαπωνία· το μόνο. Μετά από χρόνια κάμποσα, βρέθηκα μια Πασχαλιά στο Τόκυο να κυνηγώ τα ίχνη από ένα άλλο χανάμι που αργόσβηνε, καθώς φθίναν τ’ άνθη της σακουρά, στης άνοιξης το γρήγορο το διάβα.

Έπαψ’ ο ρυθμός
από ναό σε ναό πέφτουν
τα κερασάνθια

Έτσι καθώς το θέλει τ’ όμορφο ετούτο χάϊκου, έσβηνε απαλά και σιγαλά, από περιοχή σε περιοχή, η μια μετά την άλλη η ανθοφορία των κερασιών στην Ιαπωνία ολάκερη, υπό τους ήχους των ρυθμικών χτύπων για τις τελετουργίες από ναό σε ναό.

Βράδιαζε πια σαν περάσαμε την πόρτα του ξενοδοχείου στο Τόκυο. Μεγαλοπαράσκεβο στην Ελλάδα, μα στην Ιαπωνία σκέφτηκα πως δεν σιγοπνέει κι ούτε ανασαίνει τ’ αεράκι του ανοιξιάτικου επιταφίου. Παρά την ίσως συγγενή κάπως αίσθηση που εξωτερικά αντιλαμβάνεται κανείς ανάμεσα στο χανάμι και τον επιτάφιο, νιώθω πως υπάρχει διαφορά βαθειά. Η ενατένιση των ανθών της σακουρά, το γιαπωνέζικο χανάμι, είναι η ενατένιση του εφήμερου, της κορύφωσης της ομορφιάς σε μια στιγμή μες στην αιώνια εναλλαγή και την φθορά των πάντων· του ενός ανασασμού που κρατάει της ζωής τ’ άνθισμα. Λέω ενατένιση, δεν ξέρω αν καν μπορώ να μιλήσω για θαυμασμό. Ο επιτάφιος, έξω από θρήνος, είναι ταυτόχρονα κι ελπίδα της Ανάστασης (τουλάχιστον για όσους χριστιανούς), ή της αναγέννησης κι αναζωογόννησης των πάντων με τον ερχομό της άνοιξης (για όσους θέλουν μέσα του να βλέπουν μόνον τις παγανιστικές επιβιώσεις που σοφιλιάστηκαν στον ενιαύσιο τελεστικό κύκλο της γιορτής· όσο για τις σικελιανικές και σεφερικές αναφορές στον Άδωνη μού μοιάζουν μάλλον με φιλολογικές ενημερώσεις –update– του ελληνικού ποιητικού τοπίου, ερανισμένες από τον Χρυσό κλώνο του Φρέϊζερ και τη Waste land του Έλιοτ. Στηρίζονται μεν στην κυκλική ροή του εορταστικού χρόνου και στην ελληνική συνέχεια, λησμονούν όμως τη Σταύρωση· ίσως όμως αυτή η, ενιαυσίως αναζωογονητική τής φύσης, ανοιξιάτικη αναγέννηση να φέρνει εγγύτερα στη μεσογειακή άνοιξη το γιαπωνέζικο χανάμι· ίσως…)

Με κάτι τέτοιες σκέψεις να τριβελίζουν το μυαλό μου, βγήκα βιαστικά –και λίγο  μελαγχολικά είν’ η αλήθεια, μα όχι στο μπαλκόνι, όπως ο ποιητής– να τριγυρίσω και να ιδώ

«ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών».

Τράβηξα λοιπόν προς το Σιντζούκου, όπως κι άλλοτε. Η βουή του κόσμου κι η χαρά του, το πηγαινέλα το ασταμάτητο, η διασκέδαση, τα γέλια κι οι ζωηρές συζητήσεις του, αποδιώχνουν ενίοτε την μελαγχολία, έστω για λίγο. Περπατώντας στα σοκάκια του Σιντζούκου, σύντομα τα βήματά μου, μαθημένα από την προηγούμενη φορά, με οδήγησαν δίπλα σ’ ένα μικρό ‘κοιμητήριο’, με ορθωμένες τις μακρόστενες νεκρικές επιγραφές.

Στ’ Άδη τη στέγη
επάνω περπατάμε
κοιτώντας τ’ άνθια.
(Κομπαγιάσι Ίσσα).

Σαμσάρα, μετενσάρκωση, νιρβάνα ο βουδδισμός, πνεύματα κι ανιμισμός το σίντο. Ο χριστιανισμός κι η  ανάσταση πού να ’βρουν τόπο να σταθούν μες στην ιαπωνική ψυχή; Κάποτε μου ακουγόταν ως και παράδοξο αστείο, αλλά έχοντας πια διαβάσει την περιβόητη Σιωπή του Σιουσάκου Έντο και δει και την ομότιτλη ταινία του Σκορτσέζε γνώριζα για την είσοδο του καθολικού χριστιανισμού στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου μα και για την μαρτυρικό κι αιματοκυλισμένο ξερίζωμά του. Άφωνο μ’ είχε αφήσει η ιαπωνική εφευρετικότητα για την αποστασία των χριστιανών με την πρακτική του φουμι-έ, να πατήσει δηλαδή ο κατηγορούμενος χριστιανός πάνω σε ένα εικόνισμα του Ιησού ή της Θεοτόκου και ν’ αποκηρύξει έτσι την πίστη του.

Μήπως ο δικαστής κι «ιεροεξεταστής» Ινοουέ μαζί με τον αποστάτη ιεραπόστολο Φερέϊρα της Σιωπής είχαν δίκιο; Η χώρα ετούτη ήταν τελικά ένας βάλτος, και το δεντράκι του χριστιανισμού καταδικασμένο να σαπίζει από τις ρίζες του, τα φύλλα του να κιτρινίζουν και να μαραίνονται;

Με το πρωινό ξύπνημα της πολυάνθρωπης πολιτείας χωθήκαμε στην γαλήνη του πάρκου Ουένο, να αποθαυμάσουμε τα τελευταία σημάδια του φθίνοντος χανάμι. Αν και πέρασε η εβδομάδα της πλήρους ανθοφορίας τους, τα σημάδια της –εκλίπουσας και γοργά μεταβαλλόμενης– ομορφιάς παραμένουν ακόμη στα κλαριά. Οι ντόπιοι δείχνουν να τα προσπερνούν ασυγκίνητοι, έχοντας ήδη δει τη ζωή τους στην κορύφωσή της, πριν από λίγες μόλις μέρες. Για έναν Έλληνα όμως όλο το ξέφρενο λευκό κι αχνορόδινο πέπλο που απλώνει παντού δεν παύει να θυμίζει τους ορμητικούς χειμάρρους της άνοιξης (ας είν’ καλά οι αμυγδαλιές, οι πρώιμοι άγγελοί της). Άφησα το μοναδικό Εθνικό Μουσείο για αύριο τ’ απομεσήμερο.

Από εκεί ξεκινήσαμε για την Ασάκουσα, τον ναό του Σένσο-τζι, το σπίτι του Βούδδα της συμπόνιας, του μποντισάτβα Αβαλοκιτεσβάρα της ινδοβουδδικής παράδοσης, της Κάννον της κινέζικης οικείωσης και «μετάφρασής» της. Εκεί σύμφωνα πάντα με τους ζωοποιούς (μα κι ιδρυτικούς εν προκειμένω) θρύλους, δυο αδελφοί ψαράδες πιάσαν στα δίχτυα τους ένα μικρό άγαλμα ενός μποσάτσου (ο μποντισάτβα στα ιαπωνικά) Βούδδα το 628 κι εκεί θεμελιώθηκε σύντομα ο πρώτος και παλιότερος βουδδιστικός ναός στο Τόκυο.

Πριν μπούμε στο ναϊκό σύμπλεγμα, αντικρίζω δεξιά κι αριστερά να περικλειούν την νότια πύλη οι δυο τεράστιοι φύλακες του ναού, οι Νίο (οι ιαπωνικές μεταμορφώσεις της νταρμαπάλα της βουδδικής παράδοσης). Εντυπωσιακό το μέγεθός τους κι η αγριωπή, τρομερή τους όψη. Ο δεξής έχει ανοιχτό το στόμα του προφέροντας το πρώτο γράμμα «α» του σανσκριτικού αλφάβητου κι ο αριστερός σφιχτά κλείνει τα χείλια του στο έσχατο γράμμα «ουν», που και τα δυο μαζί συλλαβίζουν τη λέξη «άουμ», την γέννηση και τον θάνατο του παντός, την αρχή και το τέλος όλων των πραγμάτων. Ανάμεσα στις δυο αυτές εσχατιές περνάει κάθε ζωή, σαν μέσα από όχθες διαβαίνει το γοργό ρυάκι κάθε βίου, προσπαθώντας μήπως τις ψελλίσει σε μία και μόνη λέξη, να τις ενοποιήσει σε μια και μόνη υπέρβαση κάθε μερικής ‘πραγματικότητας’.

(Η αλήθεια είναι πως δεν μπόρεσα να αποφύγω έναν αθέλητο κι αμυδρό συνειρμό με τους αρχαγγέλους φύλακες Μιχαήλ και Γαβριήλ που ουράνιοι κι αυτοί φρουροί στέκουν στις πυλές του ιερού δεξιά κι αριστερά.)

Προχωρήσαμε προς το μουσείο Έντο, που εκθέτει μακέτες και ομοιώματα κτηρίων από την εποχή της μετάβασης του Έντο προς το σύγχρονο Τόκυο, κατά την περίοδο Μέϊτζι. Στο κέντρο των εκθεμάτων, μεταξύ δύο ορόφων, διασχίζεις ένα εντυπωσιακό φυσικού μεγέθους ομοίωμα της γέφυρας Νιχόνμπασι. Το μάτι μου συγκράτησε μια φευγαλέα, παράδοξη, όπως την ένιωσα τότε, εικόνα, που την αποτύπωσε στιγμιαία κι ασυναίσθητα κι ο φακός της φωτογραφικής μηχανής, την μακέτα ενός στιβαρού ρώσικου, χριστιανικού ναού. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, το προσπέρασα περιδιαβαίνοντας τις διάφορες όψεις που άλλαζε η πόλη σαν μεταμορφωνόταν σε πρωτεύουσα πόλη ιαπωνική, αναμειγνύοντας σε ένα καινούργιο, ιδιαίτερο, κράμα την ιαπωνική ψυχή της με τους ξένους, δυτικούς, νεωτερισμούς.

Αργά το απόγευμα, μετά την επίσκεψη στο ιερό Μέϊτζι,  η βόλτα συνεχίζεται στο διπλανό Ομοτεσάντο. Ήδη πριν καθήσουμε για φαγητό σε ένα εστιατόριο, γύριζε στον νου η εικόνα του ρώσικου ναού. Κι αν τελικά γιορτάζεται η ορθόδοξη Ανάσταση και στην Ιαπωνία; Κι αν κόντρα σε ό,τι βάνει στο στόμα του Ινοουέ και του αποστάτη Φερέϊρα ο Έντο, εντέλει βλάστησε το δέντρο του χριστιανισμού στον βάλτο της Ιαπωνίας; Τότε λοιπόν, γιατί απ’ το αιματοποτισμένο δεντρί του χριστιανισμού στην χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου να μην άνθισε και το κλωνί της ορθοδοξίας; Μήπως και υπάρχει ορθόδοξη εκκλησιά; Ρώτησα από δω ρώτησα από κει, έψαξα στο διαδίκτυο. Και ναι, η μακέτα της εκκλησίας που είχα δει παρουσίαζε τον ναό της Αναστάσεως, τον καθεδρικό ναό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ιαπωνίας!

Στο τραπέζι σαν ανταλλάσαμε πασχαλινές ευχές, έριξα την ιδέα στους συνταξιδιώτες. Μαζί με κανα δυο άλλους από την παρέα, αποφασίζουμε να πάμε, με την ακλόνητη ελληνική βεβαιότητα ότι η Ανάσταση θα γίνεται κι εδώ τα μεσάνυχτα απαρεγκλίτως. Ο σταθμός μάλιστα του μετρό ήταν και σχετικά κοντά. Κατεβήκαμε και περάσαμε το ποτάμι της Κάντα κι ανηφορίσαμε προς την μαλακή πλαγιά του κάποτε λόφου μέσα στην ησυχία της βραδιάς. Ο ναός που κάποτε ατένιζε απ’ τα ψηλώματα το αυτοκρατορικό παλάτι, σήμερα βρίσκεται περικυκλωμένος από πανύψηλα κτήρια.

*

*

Περνώντας τον περίβολο, βλέπουμε τους ανθρώπους να βγαίνουν από τον ναό με κεριά στα χέρια για την καθιερωμένη αναστάσιμη πομπή και λιτάνευση που συνηθίζουν οι Ρώσοι. Παπάδες με άμφια ορθόδοξα, εικόνες και λαμπάδες, και ψαλμωδίες αναστάσιμες εις άψογον ιαπωνικήν… Μέγα θαύμα! Παραδίπλα μάλιστα, συναντήσαμε και κανα δυο ζευγάρια Ελλήνων ταξιδιωτών, που κι αυτοί σαν κι εμάς ακούσαν πως υπάρχει ορθόδοξη εκκλησιά και πέρασαν για την Ανάσταση. Η ιαπωνική φροντίδα κι επιμέλεια σχεδόν ψυχαναγκαστικώ τω τρόπω είχε επιβάλλει την αυστηρή οριοθέτηση του χώρου της περιφοράς κι ο επιφορτισμένος προς τούτο Γιαπωνέζος ‘νεωκόρος’ κρατώντας το ειδικό ραβδί με φωτισμό νέον επέμενε για την συμμόρφωση των ακολουθούντων πιστών προς τις οδηγίες του. Προτίμησα να μην ακολουθήσω τους εξερχόμενους πιστούς αλλ’ αντ’ αυτού να εισέλθω στην άδεια εκκλησία να ανάψω ένα κερί. Το εσωτερικό της βυζαντινορώσσικο, τόσο αρχιτεκτονικά όσο και εικονογραφικά, το γιατί το έμαθα εκ των υστέρων. Ο κόσμος πολύς και πολύεθνος, Γιαπωνέζοι, Ρώσοι, Σλάβοι, Ευρωπαίοι (κρίνοντας από τις γλώσσες που συγκεχυμένα έφταναν στ’ αυτιά μου). Σε λίγο η πομπή με προεξάρχοντες έναν επίσκοπο και τους ιερείς γύρισε πάλι πίσω και στάθηκε πάνω στο πλατύ κεφαλόσκαλο της εισόδου για να διαβάσουν το αναστάσιμο ευαγγέλιο και να ψάλλουν την Ανάσταση· παπάδες, διάκοι, παπαδάκια, εξαπτέρυγα, θυμιατά και λαμπάδες. Αμέσως μετά την ψαλμωδία στα ιαπωνικά ακούω, με τεράστια έκπληξη, το Χριστός Ανέστη στα ρώσσικα και κατόπιν στα ελληνικά. Στην συνέχεια, ο επίσκοπος με την λαμπάδα αναμμένη εύχεται στεντορείως Χριστός Ανέστη στα ιαπωνικά κι ανταπαντά ο κόσμος στην ίδια γλώσσα, κατόπιν πάλι Χριστός βοσκριέσε! Βοΐστινου βοσκριέσε! ανταπαντούν οι ρωσόφωνοι, και πάλι Χριστός Ανέστη! κι ακούω πίσω μου εκτός από μας να αντιγυρίζουν Αληθώς Ανέστη! ελληνικότατα μια ομάδα Γιαπωνέζων. Πλησιάζω να δω καλύτερα και –δεν πρόλαβα καν να ρωτήσω– η κυρία Ε. αυτοσυστήνεται και πιάνει αμέσως την κουβέντα. Αιγυπτιώτισσα, με χιώτικη αν θυμάμαι προέλευση, είχε παντρευτεί έναν Ιάπωνα· «ο Κώτσος», μας λέει περήφανα, «τους βάφτισα κανονικά, τους έκανα ορθόδοξους», κι από δίπλα κάνα δυο νέα ζευγάρια με δυο-τρία παιδόπουλα, ευγενικά και με τις γνωστές ιαπωνικές υποκλίσεις ψέλλιζαν διακριτικά σαν χαιρετισμό Χριστός Ανέστη! στα ελληνικά. «Να ’στε καλά βρε παιδιά, που ήρθατε φέτος! Πόση χαρά μου δώσατε! Επιμένω κάθε χρόνο να λένε και στα ελληνικά το Χριστός Ανέστη! αλλά από κάτω είμαστε μονάχα εμείς. Το καταχάρηκα φέτος που ακούστηκε δυνατά από τόσα στόματα το  Αληθώς Ανέστη!» και συνέχισε την συζήτηση για τα πώς και τα γιατί με τους υπόλοιπους. Φιγούρα μητριαρχική, της ελληνικής διασποράς πουλί ξενιτεμένο κι ακατάβλητο, γυναίκα με ατσάλινη αυτοπεποίθηση, εσωτερική δύναμη και πείσμα κραταιό· δεν ξέρω πως θα ’ταν ως ελληνίδα πεθερά για τους Ιάπωνες γαμπρούς ή τις νυφάδες της (αν και δεν αποκλείω κάποιες πιθανές ωσμώσεις μεταξύ ιαπωνικών και ελληνικών παραδόσεων). Ο ‘Κώτσος’ πάντως, ευγενικός, με τα συγκρατημένα γελαστά του μάτια μάς ‘ακολουθούσε’ διαρκώς στο πλάϊ της. Σε λίγο πήραμε τον δρόμο του γυρισμού και στο ξενοδοχείο βάλθηκα να φτιάξω ένα μικρό βίντεο από την αναστάσιμη έκπληξη.

Η ορθόδοξη εκκλησία της Ιαπωνίας θεμελιώθηκε χάρη στην ιεραποστολική δραστηριότητα και τον ζήλο μα και την εξαιρετική προσωπικότητα τού –αγίου, από το 1970– Νικολάου Κασάτκιν, ιερέα της ρωσσικής εκκλησίας (ως κι ο αυτοκράτορας της Ιαπωνίας έστειλε στεφάνι στην κηδεία του διάβασα). Και κατάφερε να χτιστεί στέρεα, γιατί από την αρχή πάτησε πάνω σε γερές και υγιείς ιεραποστολικές αρχές: ιερείς ντόπιοι, λειτουργική χρήση της ντόπιας γλώσσας, γνώση, σεβασμός και οικείωση/πρόσληψη πολιτισμικού περιβάλλοντος. Κι έτσι κατάφερε, παρά τις δυσκολίες που συνάντησε στην διαδρομή της και την –δικαιολογημένη– καχυποψία λόγω της πνευματικής της καταγωγής κι εξάρτησης από την Μόσχα, να υπάρχει ως αυτοκέφαλη εκκλησία σήμερα. Ακόμα όμως και για να πραγματοποιηθεί όλη αυτή η ιεραποστολική προσπάθεια χρειάζονταν να γίνουν κοσμογονικές αλλαγές. Τα «μαύρα πλοία» του ναυάρχου Πέρρυ το 1853, που επέβαλλαν βιαίως το άνοιγμα της χώρας στη δύση, για την ακρίβεια την οικονομική, εμπορική κλπ. διείσδυση της Δύσης στην χώρα, το άνοιγμα προξενείων κατόπιν, όπως του ρώσικου στο Χακοντάτε και τέλος η κατάργηση των νόμων που καταδίωκαν τον χριστιανισμό και η νομιμοποίησή του, το 1873, ανάμεσα σε άλλα. Ο ναός όντως είναι καθιερωμένος στην Ανάσταση του Χριστού, παντού όμως τον αναφέρουν ως Νικολάι-ντο. Νικολάι-ντο, ο ‘δρόμος’ του Νικολάου, το επίθημα ‘ντο’ που ακολουθεί και χαρακτηρίζει τόσες και τόσες εκφάνσεις της ιαπωνικής πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, δεν άφησε απέξω εντέλει ούτε την πρόσληψη του ορθόδοξου χριστιανισμού. Χαρακτηριστικό της δύναμής της ή ενδεικτικό της αποδοχής της;

Αργά το πρωΐ της Κυριακής του Πάσχα στο τραίνο για την Καμακούρα. Ήλιος ζεστός και φως παντού, θάλπη ανοιξιάτικη. Ξέγνοιαστος κόσμος στην παραλία κάνει βόλτες, τσαλαβουτώντας στην άκρη των κυμάτων ενώ στη θάλασσα άλλοι κάνουν σερφ. Ένα αγόρι και μια κοπέλα, νεαρό ζευγάρι ντυμένο με τα παραδοσιακά κιμονό, αργοπερπατούν στην αμμουδιά πιασμένοι χέρι-χέρι. Η κοπέλα παίρνει ένα κλαρί κι αρχίζει να χαράζει στην υγρή άμμο λέξεις ιαπωνικές, εφήμερα σήματα, κι ο νεαρός, χαμογελώντας συγκρατημένα, την παρακολουθεί επιδοκιμαστικά. Θυμήθηκα τον Ιησού, σκυμμένο χάμω να γράφει με το δάχτυλο στο χώμα, λίγο πριν σηκώσει τα μάτια για να αποκριθεί στην ξέχειλη κι επίμονη ανδρική απαίτηση της –νόμιμης– βίας:

ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾽ αὐτήν.

*

*

Ανηφορίζουμε για τον Αμίντα Νταϊμπούτσου, τον γιγαντιαίο Βούδδα. Σ’ όλα τα ιερά και τους ναούς τ’ άνθια ξέχειλα λευκαίνουν την όραση. Κόσμος πολύς, κινητά και κάμερες υψωμένες στην νέα οικουμενική προσευχή, την απαθανάτιση της στιγμής. Όλοι και όλα συνωθούνται εμπρός στον σκυφτό διαλογιζόμενο Βούδδα. Ο ίδιος λαμπερός κι απαθής πίσω από τα ανθισμένα κλώνια.

Τ’ άνθη κοιτούνε
σένα, καθώς τον Βούδδα
θαρρείς πως βλέπεις.

Ευτυχώς πάντα μπορώ να κουβαλώ μέσα μου αθάμπωτη την θύμηση μιας προσωπικής συνάντησης με τον Αμίντα Νταϊμπούτσου, όπως την έζησα ένα ψιχαλιστό απόβραδο. Αργά, μοναχικά, χωρίς ψυχή τριγύρω, με το φως να αργοσβήνει, στην είσοδο του κλειστού ήδη χώρου, καθώς σταλάζαν οι σταγόνες της βροχής μες στις πευκοβελόνες, χάντρες υδάτινου κομπολογιού στο νοτισμένο χώμα.

Το απόγευμα στο Εθνικό Μουσείο στο Τόκυο, έπιασα τον εαυτό μου να αναζητά ανάμεσα στα εκθέματα σημάδια της παρουσίας του χριστιανισμού στην χώρα καθώς και φουμι-έ.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

*


[Το χανάμι (κοιτάζοντας τους ανθούς, στα ιαπωνικά) είναι η ενατένιση της πρόσκαιρης κι εφήμερης ομορφιάς των ανθών της κερασιάς (σακουρά) ή σπανιότερα της δαμασκηνιάς (ούμε). Αυτή η παράδοση ξεκίνησε από τον 8ο αιώνα και σήμερα έχει λάβει τον χαρακτήρα εξόδου στα πάρκα ή στην ύπαιθρο για να θαυμάσει κανείς –με τους δικούς του, φίλους ή οικογένεια– τις κερασιές, κάνοντας παράλληλα κι ένα πικ-νικ. Η περίοδος της ανθοφορίας κρατάει για δυο βδομάδες και ξεκινάει από τον νότο της χώρας, τα νησιά της Οκινάουα, και κλείνει τον κύκλο της στα βόρεια, στο Χοκάϊντο. Υπεύθυνη για την εξάκριβωση αυτών των δυο εβδομάδων είναι η Ιαπωνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, και τις ανακοινώνει από την αρχή της χρονιάς. Όλη τούτη η τελετουργία πολλές φορές συνεχίζεται και το βράδυ.]

*

*