Κώστας Χατζηαντωνίου, Ο Μακρυγιάννης στη Μέση Ανατολή

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 3 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Η ματιά του Σεφέρη βλέπει την Ιστορία ως ένα Όλον και αντιμετωπίζει τελικά ως ανυπόστατο το δίλημμα παράδοση ή μοντερνισμός. Ανυπόστατο επειδή η στάση του Σεφέρη απέναντι στην παράδοση όχι μόνο δεν αντίκειται στη μοντερνιστική του πρακτική, αλλά αποτελεί ισχυρή έκφρασή της, έκφραση σύγχρονου ελληνοκεντρισμού που έγινε μύθος. Μύθος τόσο ζωντανός και αξιοσέβαστος στη συλλογική συνείδηση, που να δαιμονίζει ουκ ολίγους στις ημέρες μας και να τους παρακινεί, άλλοτε διά της δεξιάς και άλλοτε διά της αριστεράς χειρός, σε απόπειρες υπονόμευσης, όχι του μύθου ή της ηθικής ακεραιότητας του επταπληγιασμένου Μακρυγιάννη ή του Σεφέρη αλλά αυτού που ενοχλεί βαθύτατα: της συλλογικής συνείδησης του ελληνικού λαού». (Κ.Χ.)

*

 

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ο Μακρυγιάννης στη Μέση Ανατολή

Προϋποθέσεις και πλευρές μιας περίφημης διάλεξης του Γ. Σεφέρη

Η ιχνηλάτηση των στοιχείων που ορίζουν την ταυτότητα η οποία έλαβε τελικά το ανοιχτό και για τούτο πολυσήμαντο όνομα ελληνικότητα και η σχέση αυτής της έννοιας με τη δημιουργική ατομικότητα, είναι κοινός τόπος πια πως αποτελούσε μία από τις κύριες διανοητικές μέριμνες της γενιάς του Τριάντα και ιδιαιτέρως του κορυφαίου ποιητή της γενιάς, του Γιώργου Σεφέρη. Η Επανάσταση που επανέφερε το Έθνος στον πολιτικό χάρτη του κόσμου και οι μορφές που αναδείχθηκαν μέσα σ’ αυτήν, τόσο με τα όπλα όσο και με τον λόγο, ήταν συνεπώς φυσικό να βρεθούν στο επίκεντρο της σχετικής ψηλάφησης. Τι ήταν όμως αυτό που κατέστησε ειδικά τον στρατηγό Μακρυγιάννη κλειδί αλλά και μέθοδο ερμηνείας του νεοελληνικού κόσμου, στα χέρια εκείνης της γενιάς;

Χρειάζεται εξαρχής να γίνει σαφές, για να κατανοηθεί ο συστηματικός χαρακτήρας αυτής της ερμηνείας, πως δεν πρόκειται για παρεμπίπτουσα αναφορά αλλά ειδικά για τον Σεφέρη ήταν μια διαρκής συμπόρευση που εξικνείται ως νεανική ανακάλυψη το 1926 και κορυφώνεται σε δύο πολύ σημαντικές στιγμές όχι μόνο της δικής του ζωής αλλά και του έθνους. Η πρώτη είναι το 1943στην Αίγυπτο όπου υπηρετεί, υπό τη διπλωματική του ιδιότητα, στη διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης. Η ομιλία του στο “Ριάλτο” της Αλεξάνδρειας, την 16η Μαΐου 1943 και λίγες ημέρες μετά στο Κάιρο, έχει μια σημασία που υπερβαίνει τα φιλολογικά συμφραζόμενα. Η δεύτερη είναι είκοσι χρόνια αργότερα, το 1963, με την αναφορά στον στρατηγό, κατά την πιο κεντρική στιγμή της ζωής και του έργου του, στη Στοκχόλμη κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ. Η συνέχεια των αναφορών αποδεικνύει λοιπόν ότι η διάλεξη του 1943 δεν είναι απλώς προϊόν των συνθηκών υπό τις οποίες διατελεί τότε η Ελλάδα και ο ποιητής αλλά μέρος μιας προγραμματικής ιδέας.

Γυρίζουμε το βλέμμα λίγα χρόνια πίσω, στο 1939. Ο διεθνής ορίζοντας σκοτεινιάζει, είμαστε στις παραμονές της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία κι ο Σεφέρης σε μια ιδιοφυή σύνδεση αισθητικής και γεγονότων του καιρού του, στις 20 Αυγούστου 1939 γράφει (Βλ. Μέρες Γ΄, σ. 127- 128) το ποίημα «Μνήμη του Μακρυγιάννη», συνδέοντας με εκπληκτική προαίσθηση την ελληνική μνήμη με όσα πρόκειται να συμβούν στην Πολωνία. Διαβάζω ένα απόσπασμα:

Κι οι μέρες τούτες είναι σα να ζεις
μες στην κοιλιά ενός ζώου που το δέρνει η θέρμη,
οι άνθρωποι στους δρόμους φεύγουν και γίνουνται
καθώς μια λάσπη λιπαρή ποτισμένη ιδρώτα.
«Γνωρίζετε αδελφοί! ότι ο Αδάμ και η Εύα
είναι η αρχή εξ ης το ανθρώπινον γένος κατάγεται…»
κήρυχνε ο Πολωνός Μίλβιτς,
κι ο Μακρυγιάννης σάπιος απ’ τις πληγές
δυο στο κεφάλι κι άλλες στο λαιμό και στο ποδάρι·
το χέρι χωρίς κόκαλα και σίδερα στη γαστέρα
για να κρατιούνται τ’ άντερα–
γεμάτος όνειρα σαν το μεγάλο δέντρο
γράφοντας γράμματα στο Θεό.
Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;
με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,
ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;
Ήταν ένας άντρας από δω
γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκίνο
κι αυτό ήταν όλο: μοναξιά κι έχτρα,
κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος.

Το ποίημα που δεν τελειώνει εδώ (ο Σεφέρης απευθύνεται στη συνέχεια στον φυλακωμένο αγωνιστή με τα λόγια εκείνου προς τον Θεό που «δεν μας ακούει και δεν μας βλέπει», με κρυπτικές αναφορές σε ανακριτές, στον μοίραρχο Πτολεμαίο και σ’ έναν κοντό αρχάριο, αναφορές που παραπέμπουν στο μεταξικό καθεστώς) δεν είναι μια τυχαία έμπνευση. Ο Σεφέρης επιμένει στην ανάγνωση του Μακρυγιάννη. Στις 15.2.1940 γράφει (Μέρες Γ΄, 170- 171):

Ο Μακρυγιάννης. Σκέπτομαι να τον πάρω, ας πούμε απλοϊκά, χωρίς να μπερδευτώ σε ζητήματα έξω από το θέμα μου και που άλλοι μπορούν (το έκαμε κιόλας ο Βλαχογιάννης) καλύτερα να μελετήσουν. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να παρουσιάσω το έργο ενός ανθρώπου· το σημάδι που μας άφησε εκεί που τόσοι άλλοι έγραψαν με την κιμωλία· τη λαλιά του. Έτσι θα μου είναι ολωσδιόλου αδιάφορο αν η ιστορική του μαρτυρία είναι σωστή, αν ο ίδιος είναι ή όχι μεροληπτικός. Η ειλικρίνεια του έργου, αυτής της γραφής, είναι το σπουδαίο. Η ολοκλήρωσή της.

Ο Σεφέρης θα γυρίζει διαρκώς σε αυτό το έργο, σε αυτό το μοναδικό φαινόμενο γιατί, όπως είπε, κανείς δεν το κοίταξε ως έργο ψυχής, κάτι που αποτελεί «εξαίρετο παράδειγμα της εκπαιδεύσεως που καταστρέφει την πραγματική μόρφωση». Δεν παύει να συλλογίζεται την κακουχία, τα βάσανα, την ασύμμετρη μορφή του, όπως γράφει, όταν πάνε στις 18 Μαρτίου 1940 με τη Μαρώ στο Εθνολογικό Μουσείο, «για να ιδούμε απομεινάρια του Μακρυγιάννη» (ό.π., σ. 183).

Φυσικά, οι εξελίξεις του πολέμου θα βαθύνουν αυτή τη σχέση καθώς ο Σεφέρης μέσα στην καρδιά της Κατοχής βρίσκει νέες ευκαιρίες για αναλογίες και συσχετισμούς. Όπως προκύπτει από το ημερολόγιό του, για τον Μακρυγιάννη γράφει ήδη από τον Μάρτη του 1941 (Μέρες Δ΄, 41). Δεν είναι τυχαίο ότι στο 1941 χρονολογείται και το κείμενο του Γ. Θεοτοκά για τον Μακρυγιάννη. Τα λόγια του Θεοτοκά πιστοποιούν τον προσανατολισμό όλης της γενιάς.

Δεν ξέρω να βγήκε πολλές φορές ως σήμερα από τη συνείδηση του έθνους μας, τέτοια που τη βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα νεοελληνικά κείμενα, τα κείμενα των ποιητών, των πεζογράφων, των επιστημόνων ή των πολιτικών αντρών, ένας λόγος πιο βαθύς, πιο οδυνηρός, πιο υποβλητικός αλλά και πιο εκφραστικός της εθνικής μας ψυχής από το λόγο αυτό του πολεμιστή του Εικοσιένα. (Γ. Θ., Πνευματική πορεία).

Ευλόγως λοιπόν, «ο Πρόγονος, προς τον οποίο», όπως λέει ο Θεοτοκάς (ό.π.), «είναι φυσικό να στρεφόμαστε όταν νιώθουμε την ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα και να τονώσουμε τον εαυτό μας, να επικοινωνήσουμε ξανά με τις βαθιές πηγές της εθνικής μας ζωής», στο περιβάλλον της Αιγύπτου έρχεται ξανά και ξανά στο νου του Σεφέρη που θα ολοκληρώσει ως διάλεξη στην Αλεξάνδρεια το κείμενο που καιρό ετοίμαζε για τον στρατηγό.

*

*

Η διάλεξη στηρίζεται σε εκτενή αποσπάσματα από τα Απομνημονεύματα και αποτελείται από τρία κεφάλαια. Ο Σεφέρης αναφέρεται αρχικά στην ανακάλυψη του Μακρυγιάννη από τη γενιά του και κάνει σαφές ότι δε θα σταθεί τόσο στη δράση του αγωνιστή όσο στο «πολύ σημαντικό βιβλίο που άφησε – την ιστορία της ζωής του», βιβλίο το οποίο λίγοι πρόσεξαν «ίσως επειδή ήταν ένας αγράμματος». Τον Μακρυγιάννη των Απομνημονευμάτων, σημειώνει, τον αγάπησαν πραγματικά μερικοί νέοι που άρχισαν να δημοσιεύουν ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή. «Δε νομίζω πως θα γελαστώ πολύ αν προσθέσω πως η φωνή του μπαίνει δειλά και ψιθυριστά στην ελληνική ζωή ανάμεσα στα 1925 και στα 1935».

Η παρατήρηση είναι σωστή. Δεν αποδίδει ωστόσο τα αναγκαία εύσημα σ’ εκείνον που πρόσεξε πρώτος τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, λίγο καιρό μετά την ανακάλυψή τους από τον Βλαχογιάννη. Κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον Παλαμά, τον άνθρωπο «που σε όλες τις εκδηλώσεις του προπορευότανε μερικές δεκαετίες από την ελληνική πνευματική ζωή του καιρού του», καθώς έγραψε ο Θεοτοκάς. Ήταν στις 25 του Μάρτη του 1911 που ο Παλαμάς μιλώντας προς τη «Φοιτητική Συντροφιά» θα πει πως πρόκειται για έργο

ασύγκριτο στο είδος του, σα θάμα του ψυχόρμητου […] αριστούργημα του αγράμματου μα γερού και αυτόνομου μυαλού, γραμμένο αγάλια-αγάλια, ντροπαλά κι ανυποψίαστα από άνθρωπο του τουφεκιού, όχι της πέννας […] πλούσιο από κάθε λογής εκφραστικούς τρόπους, το ίδιο το έργο πηγή γραμματικών κανόνων για να απελπίσουνε και να πεισμώσουν το σκελεθρωμένο λογιωτατισμό.

Δυστυχώς, όπως αναγνωρίζει κι ο Σεφέρης, η παρατήρηση αυτή του Παλαμά χάθηκε. Έπρεπε να ωριμάσει στην Ελλάδα η συνείδηση της πεζογραφίας για να κατανοηθεί η σημασία αυτού του έργου στο οποίο όσο βυθίζεται κανείς, τόσο ανυψώνεται. Η Ελλάδα για καιρό αγνόησε το μοναδικό πεζογραφικό ύφος όσο και τη θαυμαστή ηθική προσωπικότητα του δημιουργού. Όμως ο Μακρυγιάννης, «που βρήκε μία φορά το δρόμο της καρδιάς των νέων», όπως θα πει ο Σεφέρης με πίστη στην υπόθεση που αναλαμβάνει, «όταν καθαρίσει πάλι ο ουρανός θα πάρει τη θέση που του αξίζει». Ο Σεφέρης έχει επίγνωση ότι μιλά για κάτι πρωτόγνωρο. Αισθάνεται «ο πρώτος μάρτυρας που ακούτε για μίαν άγνωστη υπόθεση» και ζητεί να τον ακούσουν με «καλή προαίρεση» για κάτι που θεωρεί εκπλήρωση παλιού χρέους, από τότε που έπεσαν στα χέρια του το 1926 τα Απομνημονεύματα όταν, όπως γράφει στις Μέρες Ε΄, σ. 171, και Η΄, σ. 316, τον «ανακάλυπτα με ενθουσιασμό» και «από τότε δεν τον άφησα»,

δεν πέρασε μήνας χωρίς να ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δεν πέρασε εβδομάδα χωρίς να συλλογιστώ αυτή την τόσο ζωντανή έκφραση. Με συντρόφεψαν σε ταξίδια και σε περιπλανήσεις, με φώτισαν ή με παρηγόρησαν σε χαρούμενες και σε πικρές στιγμές. Στον τόπο μας, όπου είμαστε τόσο σκληρά κάποτε αυτοδίδακτοι, ο Μακρυγιάννης στάθηκε ο πιο ταπεινός αλλά και ο πιο σταθερός διδάσκαλός μου.

Μεγάλη κουβέντα μα όχι αβασάνιστη αφού επαναλαμβάνεται διαρκώς, ως την Στοκχόλμη, όπως είπαμε νωρίτερα. Το 1943 όμως έχει και μιαν ιδιαίτερη σημασία:

Σε μία στιγμή που κοιτάζουμε και συλλογιζόμαστε και προσπαθούμε να διακρίνουμε το πεπρωμένο του ελληνισμού μέσα από την καταιγίδα και πέρα από την πλατιά στροφή που κάνει στα χρόνια μας η ιστορία του κόσμου – ποιός ξέρει, μπορεί να υπάρχει ένα κρυφό νόημα σ’ αυτή τη σύμπτωση. Στους καιρούς μας όπου ο αγώνας, το αίμα, ο πόνος και η δίψα της δικαιοσύνης απογυμνώνει τις ψυχές από τα πρόσκαιρα ναρκωτικά και τις φρεναπάτες· όπου ο άνθρωπος γυρεύει από τον άνθρωπο το καθαρό, το στέρεο και τη συμπάθεια, είναι σωστό να μιλούμε για τέτοιους ανθρώπους όπως ο Μακρυγιάννης.

Διαβάζοντας ο Σεφέρης τα λόγια του στρατηγού εν σχέσει με τις αιτίες που τον έκαναν «να μάθει γράμματα στα γεράματα» και να κάνει έστω «αυτό το γράψιμο το απελέκητο», υπογραμμίζει αμέσως το κινούν αίτιο: ότι «δεν υποφέρω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο» και «ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι» αλλά και για «να μπαίνουν [οι επιγενόμενοι] σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας» (Β´, σ. 463).

Το ζήτημα της δικαιοσύνης είναι κεντρικό για την πρόσληψη του Σεφέρη, η έννοια δικαιοσύνη είναι σταθερά της ποίησής του άλλωστε. Μιλώντας για τη γραφή του Μακρυγιάννη (που περιεχόμενό της είναι «ο ατέλειωτος και ο πραγματικός αγώνας ενός ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαριά μέσα στα σπλάχνα του, αναζητά την ελευθερία, το δίκιο, την ανθρωπιά»), ο Σεφέρης στέκεται στην ιδέα αυτή. «Αν υπάρχει μία ιδέα βασικά ελληνική, δεν είναι άλλη» γράφει.

Γεννιέται στα χαράματα της ελληνικής σκέψης· έπειτα τη διατυπώνει μία για πάντα ο Αισχύλος. Όποιος ξεπερνά το μέτρο είναι υβριστής, και ύβρις είναι το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να μας συμβεί […] Ολάκερη η αρχαία μας τραγωδία είναι γεμάτη από τα σύμβολα αυτής της ιδέας. Και το σύμβολο που με συγκινεί περισσότερο απ’ όλα το βρίσκω στους Πέρσες. Ο Ξέρξης, λέει ο παλιός μύθος, νικήθηκε γιατί ήταν υβριστής, γιατί έκαμε αυτή την υπέρογκη πράξη: μαστίγωσε τη θάλασσα. Γι’ αυτό βρήκε στη θάλασσα τον όλεθρό του. Σ᾿ αυτό το στοιχείο που μολονότι είναι πάντα ταραγμένο και δεν ησυχάζει ποτέ, αναζητά πάντα την ισορροπία, το ζύγιασμα.

Ο ενθουσιασμός του Σεφέρη είναι μεγάλος όταν ανακαλύπτει την ιδέα αυτή στο χειρόγραφο του αγράμματου Μακρυγιάννη, μέσα στα λόγια του μπέη που ο στρατηγός διασώζει: «Πασάδες και μπέηδες, θα χαθούμε! Θα χαθούμε! […] Αδικήσαμε το ραγιά και από πλούτη και από τιμή και τον αφανίσαμε. Και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε το ντουφέκι». (Μέρες Β´, σ. 24).

Την αιτία της ελληνικής επανάστασης και του ολέθρου των τυράννων τη διατυπώνει ο Μακρυγιάννης με μια λέξη στο στόμα ενός αντιπάλου, όπως ο Αισχύλος βάζει τους εχθρούς να μιλούν για την καταστροφή της Σαλαμίνας. «Θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε». Τους αρχαίους, αν θέλουμε πραγματικά να τους καταλάβουμε, θα πρέπει πάντα να ερευνούμε την ψυχή του λαού μας.

Ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης αυτής δεν ήταν πρόσκαιρος. Θα τον δούμε και πάλι, όταν φτάνει η μεγάλη ώρα του ποιητή, η βράβευση στην Στοκχόλμη, όπου συνδέοντας στην αρχή της ομιλίας του την αρχαιότητα με την εποχή μας, ο Σεφέρης θα πει:

Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν». Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε». Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του.

Ο «αγράμματος» δάσκαλος του βραβευομένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας Γιώργου Σεφέρη δεν είναι άλλος βέβαια από τον Μακρυγιάννη. Είναι αυτός στον οποίο ακούγεται «ξεκάθαρα η ατόφια ελληνική φωνή» (Μέρες Στ΄, σ. 60). Για τούτο και η απάντηση του Σεφέρη θα είναι άμεση όταν θα κατηγορούν την έμφαση στον Μακρυγιάννη ή στον Θεόφιλο ως πεποιημένη στροφή στον πρωτογονισμό, λέγοντας πως

δε βρίσκω κανέναν από τους ακαδημαϊκούς μας ζωγράφους, που να με πάρει ο διάβολος, που να ’χει το χρώμα και τον αέρα του Θεόφιλου, και όταν πάρω μια σελίδα των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη και μια σελίδα από τα Απομνημονεύματα του Ραγκαβή […] η λέξη, η φράση, ο τόνος, ο ρυθμός, το λογοτεχνικό κείμενο τελοσπάντων του λόγιου, μοιάζει με μωρολόγημα μπροστά στο γράψιμο του αγράμματου». (Μέρες Ε΄, 107-108).

Κι αυτό ακριβώς, όπως συμπεραίνει, «είναι το ελληνικό φαινόμενο, το ελληνικό πρόβλημα».

*

*

Ας γυρίσουμε όμως στη διάλεξη της Αλεξάνδρειας και στον τρόπο που περιγράφοντας την περιπέτεια του χειρογράφου, ο Σεφέρης μιλά για τη ζωή και τη δράση του στρατηγού, δένοντας το «απελέκητο γράψιμο» με την έξοχη δική του δοκιμιακή γραφή. Σημειώνει τη φωνητική αποτύπωση της ρουμελιώτικης προφοράς με τα ιδιότροπα συμπλέγματα γραμμάτων, που χωρίς διακοπή, παράγραφο ή στίξη μοιάζουν με ατέλειωτο αραβούργημα ή παλιούς τοίχους που κοιτάζοντάς τους

θαρρείς πως συλλαβίζεις την κάθε κίνηση του χτίστη, που συναρμολόγησε την αμέσως επόμενη πέτρα με την προηγούμενη, την αμέσως επόμενη προσπάθεια με την προηγούμενη, αποτυπώνοντας πάνω στην τελειωμένη οικοδομή τις περιπέτειες μίας αδιάσπαστης ανθρώπινης ενέργειας – αυτό το πράγμα που μας συγκινεί και λέγεται ύφος ή ρυθμός.

Παρατηρώντας πώς η συναίσθηση της αμάθειας συμβαδίζει με την έμφυτη ασφάλεια της έκφρασης και πώς διατυπώνεται με χρώμα και με αποχρώσεις, με τόνο και με ρυθμό, ο Σεφέρης σημειώνει πως ο Μακρυγιάννης σέβεται τη μόρφωση («ως λιοντάρι πολεμούσε και ως φιλόσοφος οδηγούσε» – η φράση για τον πρώτο του αρχηγό, τον Γώγο) αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να εκφράσει την αντίδρασή του για ένα λογιότατο και για την προγονοκαπηλία, π.χ. στην περίπτωση του Αχιλλέα Θεοδωρίδη που διορίστηκε από τους πολιτικούς φρούραρχος της Κορίνθου αλλά ετράπη σε φυγή όταν πλησίαζε ο Δράμαλη: «Δεν πολεμά το όνομα αλλά η αρετή» γράφει ο στρατηγός και ο Σεφέρης εξηγεί:

Πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μία καλή παιδεία, εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του, και μία κακή παιδεία, εκείνη που διαστρέφει κι αποστεγνώνει και είναι μία βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος.

Και διευκρινίζει:

Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μία γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς· θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα. Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν και αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ήταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μία από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του· είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μίας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία· κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα – είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι ἡ υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα 1821.

Είναι εν τέλει μια διδαχή. Και ποια μεγαλύτερη διδαχή υπάρχει από το περιστατικό με τα δυο αγάλματα που κάποιοι στο Άργος ετοιμάζονταν να τα πουλήσουν «κάτι Ευρωπαίων» κι ο Μακρυγιάννης τους πρόλαβε λέγοντας πως «αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε» (Β´, σ. 303). «Καταλαβαίνετε» – σημειώνει ο Σεφέρης.

Δε μιλά ο Λόρδος Βύρων, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος· μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. «Γι’ αυτά πολεμήσαμε». Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου. Γιατί μόνο σε τέτοια αισθήματα πραγματικά και όχι σε αφηρημένες έννοιες περί του κάλλους των αρχαίων ημών προγόνων ή σε καρδιές αποστεγνωμένες που έχουν πάθει ακαταληψία από το φόβο του χύδην όχλου.

*

*

Δεν θέλει σπουδαία κριτική σκέψη για να καταλάβει κανείς πως τέτοιες φράσεις (όπως κι άλλες που ακολούθησαν για την Επανάσταση που «δεν τελείωσε ακόμη») γεννάγανε τότε αλλά κυρίως τις επόμενες δεκαετίες αντίδραση. Και μάλιστα αντίδραση που επειδή ντρέπεται καθώς είναι βαθιά ολιγαρχική, φορεί τη μάσκα της προόδου και της απομυθοποίησης την ώρα που εισάγει τα πιο κακότεχνα μεταμοντέρνα παραμύθια, που αναπαράγουν στον 21ο αιώνα το κατά τη φράση του Σεφέρη «μακρύ δράμα ανάμεσα σε αφηρημένες ιδέες και μια ζωή που ξέσπασε για να ελευθερώσει ένα βασανισμένο έθνος». Η αναφορά στον βασιλέα και τη βαυαροκρατία που δεν συγχώρεσε στον Μακρυγιάννη το 1843, και το 1851 διώκεται και πάλι με ανυπόστατες κατηγορίες, είχε ασφαλώς μια ειδική σημασία αφού γινόταν σε εποχή που το πολιτειακό ζήτημα είχε τεθεί και πάλι λόγω της εν γένει συμπεριφοράς της επόμενης δυναστείας. Ο φυλακισμένος στο Μεντρεσέ Μακρυγιάννης, σάπιος από τις εφτά πληγές του αγώνα, πληγές που «συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι» όπως γράφει ο Γούδας, με τον πυρετό να τον κατατρώει και αλλεπάλληλες κρίσεις, ο βασανιζόμενος και καταδικασμένος σε θάνατο που βρίσκει μόνο στο Θεό καταφυγή, «ένα λεβέντικο κουρέλι», με το σπίτι και το περιβόλι του ρημάδια, λέει τα στερνά του λόγια που όταν τα ακούς, πότε θαρρείς, όπως γράφει ο Σεφέρης, «πως μία ολόκληρη φυλή πάει να ξεψυχήσει» και πότε πως απαντά εκ των προτέρων στους ασβούς των αφελληνισμένων σπουδαστηρίων του καιρού μας:

Μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες απάνω μου: «Φάγε απ’ αυτές, στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσεις πού ’θελες να κάμεις σύνταμα!» Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τ’ αγκυλώματα. (Απομνημονεύματα, Α´, σ. πς´).

Δεν θα έπρεπε ωστόσο να νομίσει κανείς πως εξαντλείται εδώ η σημασία του Μακρυγιάννη. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος της διάλεξης ο Σεφέρης συνοψίζει την κεντρική σημασία του για τα ελληνικά Γράμματα: «Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχομε τον Παπαδιαμάντη». Εξηγώντας τη θεμελιώδη διαφορά πεζού και ποιητικού λόγου, ο Σεφέρης επισημαίνει πως «η πρόζα είναι, και πρέπει να είναι, ένα βάδισμα που μας οδηγεί κάπου. Με την πρόζα που σας διαβάζω τώρα προσπαθώ να σας οδηγήσω, περπατώντας στο πλάι σας, για να ιδήτε τί πράγμα είναι αυτός ο Μακρυγιάννης, όπως αν σας δεχόμουνα σε μια άγνωστή σας πολιτεία. (Δοκιμές Α΄, σ. 254).

Ο Σεφέρης, σε αντίθεση με τον Θεοτοκά που μιλούσε για «ύφος καθαρό σαν το νερό», επισημαίνει στο ύφος του στρατηγού τη μεγάλη δυσκολία έκφρασης σε γραπτό λόγο, γεγονός που τον υποχρέωνε να καταβάλλει εναγώνια προσπάθεια για να αποτυπώσει «πάνω στο χαρτί τα πράγματα που βλέπει η συνείδησή του». Η χειροτεχνική εφευρετικότητα στη γραφή η μαστοριά με την οποία συναρμολογεί το κείμενό του σαν «χειροποίητη οικοδομή», δεν χαρακτήριζε όμως μόνο το ύφος αλλά και την «υλική όψη» του χειρογράφου, με αποτέλεσμα τη δυσκολία της ανάγνωσης. Αυτό, λέει ο Σεφέρης, δεν είναι ελάττωμα αλλά αρετή, αφού επιτρέπει στον αναγνώστη να συλλαβίσει «την επίμονη βούληση του συγγραφέα να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του».

Η δυσκολία αυτή που ορίζει τη γραφή ως αγώνα με τις λέξεις, η ποιητική της συναρμολόγησης, που «χτίζει» το κείμενο σαν γλυπτική κατασκευή, η μετατροπή της ανάγνωσης σε διαδικασία αποκρυπτογράφησης είναι, όπως σε σχετικό κείμενο έχει αναλύσει ο Τάκης Καγιαλής, τόσο για τον Μακρυγιάννη όσο και για τους μοντερνιστές, υποχρεωτικοί όροι για να εκφραστούν αυθεντικά. Η παρατήρηση αυτή βλέπει την προσέγγιση του Μακρυγιάννη από τον Σεφέρη και τη γενιά του Τριάντα ως απότοκη ενός προγραμματικού μοντερνισμού. Έχει υποστηριχθεί όχι αβάσιμα πως η συνάφεια του μακρυγιαννικού ύφους προς τον μοντερνισμό ενισχύεται και με ευθύτερο τρόπο, από τον ίδιο τον Σεφέρη που υποστηρίζοντας ότι το ύφος του Μακρυγιάννη είναι «το ύφος των πραγμάτων, το ύφος της ανάγκης, το ύφος το αποτελεσματικό», παραπέμπει σε μια φράση του Πιραντέλλο, στην οποία το «ύφος των πραγμάτων» διακρίνεται από το «ύφος των λέξεων».

Το ύφος που εντοπίζει ο Σεφέρης στην πεζογραφία του Μακρυγιάννη είναι ακριβώς το ποιητικό ύφος που εισηγούνται θεωρητικά οι κορυφαίες μορφές του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού, ο Πάουντ και ο Τ.Σ. Έλιοτ. Πρόκειται για μια ισχυρή ταύτιση των όρων της λαϊκής τέχνης με εκείνους της μοντέρνας, στην οποία ο Σεφέρης επανέρχεται συχνά (όταν π.χ. σημειώνει πως: «το γράψιμο, οποιοδήποτε γράψιμο, γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Είναι πιο δύσκολο για μένα να γράψω σήμερα παρά για τον Μακρυγιάννη στην εποχή του»), χωρίς όμως ποτέ να γέρνει προς τον λαογραφισμό: «Ποτέ δεν ξανακούσαμε στην Ελλάδα», συνοψίζει,

μια τόσο αδρή φωνή. Κι αυτό δεν είναι λαογραφία. Η φωνή του Μακρυγιάννη είναι ένας κλώνος από το στιβαρό δέντρο που έδωσε τον Ερωτόκριτο και τη Θυσία του Αβραάμ, τα δημοτικά μας τραγούδια, κι έδωσε ακόμη –προτείνω την ταπεινή μου ιδέα για όσο αξίζει– τον πιο μεγάλο καλλιτέχνη που βγήκε από την Ελλάδα, ύστερα από τους αρχαίους, το Θεοτοκόπουλο.

*

*

Ήταν όμως απλώς μια μοντερνιστική φιλοδοξία αυτή που κινούσε τον Σεφέρη ή μια βαθιά δίψα νοήματος της ύπαρξης και τεκμηρίωσης της εθνικής συνέχειας; Η ματιά του Σεφέρη βλέπει την Ιστορία ως ένα Όλον και αντιμετωπίζει τελικά ως ανυπόστατο το «δίλημμα παράδοση ή μοντερνισμός». Ανυπόστατο επειδή η στάση του Σεφέρη απέναντι στην παράδοση όχι μόνο δεν αντίκειται στη μοντερνιστική του πρακτική, αλλά αποτελεί ισχυρή έκφρασή της, έκφραση σύγχρονου ελληνοκεντρισμού που έγινε μύθος. Μύθος τόσο ζωντανός και αξιοσέβαστος στη συλλογική συνείδηση, που να δαιμονίζει ουκ ολίγους στις ημέρες μας και να τους παρακινεί, άλλοτε διά της δεξιάς και άλλοτε διά της αριστεράς χειρός, σε απόπειρες υπονόμευσης, όχι του μύθου ή της ηθικής ακεραιότητας του επταπληγιασμένου Μακρυγιάννη ή του Σεφέρη αλλά αυτού που ενοχλεί βαθύτατα: της συλλογικής συνείδησης του ελληνικού λαού και της γενικότερης αντίληψης βίου που ξεκινά από το Νήσος τις εστί στους Πέρσες του Αισχύλου και φτάνει μέσα από τη φράση του Μακρυγιάννη για τη «γη που δεν έχει κρικέλια», ως το ποίημα Σαλαμίνα της Κύπρος του Σεφέρη και τον μαντατοφόρο που θα φέρει το φοβερό μήνυμα.

Μάταιος κόπος. Αυτός που για τον Σεφέρη και τη Γενιά του Τριάντα ήταν «ο σίγουρος μαντατοφόρος της μακριάς και αδιάσπαστης λαϊκής μας παράδοσης», θα έρχεται ξανά και ξανά όσο υπάρχει ελληνική γλώσσα, για να μας ψιθυρίζει πως μπορεί «οι ομορφιές μας και τα στολίδια μας και τα υπάρχοντα, που τα νομίζαμε πολύτιμα, πάνε και πάνε», μπορεί, όπως έλεγε ο Σεφέρης εκείνη το κυριακάτικο πρωινό στην Αλεξάνδρεια, να «πάλιωσαν και τρίφτηκαν κι έγιναν σαρίδια, και πως σε τίποτε άλλο δε φελάν παρά να μας βαραίνουν, όπως την τραγική και την απελπισμένη Φαίδρα», πως μπορεί «να περνούμε περίοδο πνευματικού συσκοτισμού», ωστόσο, πάντα θα έχουμε το έργο αυτό, με το οποίο «θα καθαρίζουμε τη συνείδησή μας από τις πρόσκαιρες φαντασιοπληξίες». Φτάνει να έχουμε την πίστη, όπως καταλήγει ο Σεφέρης,

πως ένας τόσο μεγάλος πόνος όπως ο σημερινός δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει σε μία μεγάλη ανάσταση, και να κοιτάζουμε πώς θα είμαστε έτοιμοι να φανούμε αντάξιοί της· να κάνουμε το χρέος μας.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΒΑΣΙΚΗ ΠΗΓΗ: Γιώργος Σεφέρης, «Ένας Έλληνας – ο Μακρυγιάννης», Δοκιμές Α΄,  Ίκαρος, Αθήναι 1974, τρίτη έκδοση, σελ. 228-263.

*

*