Γιῶργος Κεντρωτής, Ὁ Σεφέρης μεταφράζει Αἰσχύλο

*

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 2 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ὁ μεταφραστικὸς ἀγώνας τοῦ Σεφέρη ἀποσκοπεῖ στὴν ἐκπλήρωση ἑνὸς συγκεκριμένου σκοποῦ: νὰ φτιαχτεῖ στὸ μετάφρασμα, ποὺ θὰ παραμένει μετάφρασμα, ἕνα νεοελληνικὸ ποίημα κινούμενο τόσο στὸ πνεῦμα τοῦ ἀσπαζόμενου ἀπὸ τὸν Σεφέρη μοντερνισμοῦ, ὅσο καὶ μὲ τὰ φτερὰ τοῦ μαχόμενου δημοτικισμοῦ τῆς γενιᾶς τοῦ ᾽30, καὶ ἂς χάνει σὲ κάποιες λεπτομέρειες τὴν ἐπαφή του μὲ τὴν λέξιν (μὲ τὴ ρητορικὴ elocutio) τοῦ πρωτοτύπου.» (Γ.Κ.)

*

*

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

Ὁ Σεφέρης μεταφράζει Αἰσχύλο

Τόσο ἀπὸ δικές του ἐπεξηγηματικὲς σημειώσεις ὅσο καὶ μέσῳ τοῦ έρευνητικοῦ μόχθου πλειάδας μελετητῶν γνωρίζουμε πόσο πολὺ ἐπηρεάστηκε ὁ Σεφέρης ἀπὸ τὸν Αἰσχύλο. Μποροῦμε δὲ ἄφοβα νὰ ποῦμε ὅτι πρόκειται γιὰ κλασικὴ περίπτωση ἐκλεκτικῆς συγγένειας. Στὶς Μεταγραφές του συναντᾶμε τὴ μετάφραση δύο ἀποσπασμάτων ἀπὸ τραγωδίες τοῦ Αἰσχύλου: τοὺς πρώτους 101 στίχους τοῦ Ἀγαμέμνονα καὶ τοὺς πρώτους 15 στίχους τῶν Περσῶν. Ἐκεῖ συγκεκριμένα θὰ ἑστιάσουμε τὸ ἐνδιαφέρον μας στὴν παρούσα ἐργασία, χωρὶς νὰ ἀναφερθοῦμε καθόλου στὸ πρωτότυπο ἔργο τοῦ ποιητῆ. Κρίνουμε, ὅμως, ὅτι εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ Γιώργη Γιατρομανωλάκη, ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Σεφέρης ἐν γένει

μεταγράφει τὰ ἀρχαῖα κείμενα γιὰ δυὸ λόγους: ἢ γιὰ νὰ τὰ παραθέσει καὶ νὰ τὰ ἐνσωματώσει στὸ ποιητικό του ἔργο ἢ γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς φιλολογικῆς του ἔρευνας.[1]

Ἀρκετὸς πρωτότυπος ἢ/καὶ μεταγεγραμμένος Αἰσχύλος ἀπαντᾶται στὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Σεφέρη. Τὰ παραδείγματα εἶναι πάρα πολὺ γνωστά, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀθετοῦνται ἐδῶ.[2]

Εἶναι γνωστὴ ἡ ἰδιοτυπία τῶν ἔργων τοῦ Αἰσχύλου, ἰδίως δὲ τῶν Περσῶν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ θὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ ἐκεῖ.[3] Μὲ ἄκρα συντομία θὰ ποῦμε ὅτι ὁ Αἰσχύλος στοὺς Πέρσες εἶναι κατ᾽ ἐξοχὴν περσικός. Θεατὲς τῆς «πρεμιέρας» τοῦ ἔργου τὸν Μάρτιο τοῦ 472 π.Χ. ἦσαν οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ποὺ εἶχαν πολεμήσει καὶ νικήσει στὴ Ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας πρὶν ἀπὸ ὀκτὼ ἔτη. Καὶ παρακολουθοῦν ἕνα ἔργο ποὺ εἶναι ἔργο τους καὶ ὅπου δὲν ἀναφέρεται οὔτε ἕνα ἑλληνικὸ ὄνομα, οὔτε κὰν αὐτὸ τοῦ Θεμιστοκλῆ. Τὰ πάντα ἐκεῖ περσονομοῦνται — γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ λέξη τοῦ Αἰσχύλου. Ὁ λεκτικὸς πλοῦτος εἶναι ἁπλῶς ἑλληνοφανής: πλῆθος λέξεων καὶ ἤχων ἀκούγονται ὡς Περσίδος γλώσσης ῥόθος, δηλαδὴ σὰν ἕνα μπερδεμένο βουητό, ποὺ μοιάζει μὲ περσικά. Μέγα πλῆθος συνθέτων, σπανίων καὶ ἐπικῆς καταγωγῆς λέξεων, ἰδίως δὲ ἐπιθέτων, καὶ δὴ ἐντὸς μεταφορικῶν ἐκφράσεων, δημιουργοῦν στοὺς θεατὲς τὴν ἐντύπωση ὅτι βρίσκονται ὄχι στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ στὰ Σοῦσα μὲ τὴν Ἄτοσσα καὶ στὴν Περσέπολη μὲ τὸ φάντασμα τοῦ Δαρείου.[4] Τὰ πράγματα εἶναι, μὲ ἄλλα λόγια, πολὺ δύσκολα γιὰ τὸν μεταφραστὴ αὐτοῦ τοῦ ἔργου.

Ὁ Σεφέρης τὴν ἐπικὴ λέξη ὀρσολοπεῖται μέσα στοὺς στίχους «κακόμαντις ἄγαν ὀρσολοπεῖται / θυμὸς ἔσωθεν» τὴ μεταφράζει τεντώνεται: τεντώνεται ἡ ψυχὴ μὲς σὲ κακὰ μαντέματα. Τὸ λεξικὸ τῶν Liddel/Scott/Κωνσταντινίδη τὴν θέλει ἐξερεθίζεταιταράσσεται·[5] ἔτσι ὁ Ἰωάννης Γρυπάρης τὴ μεταφράζει ν᾽ ἀνταριάζει· τόσο ὁ Παναγιώτης Μουλᾶς ὅσο καὶ ὁ Τάσος Ροῦσος τὴν ὑφερμηνεύουν ὡς τρέμει.[6] Κρίνω ὅτι πρόκειται γιὰ ἄκρως ἐπιτυχημένη μετάφραση, ὅπου τὸ τεντώνεται λειτουργεῖ ὡς μεταφορικὸ συνώνυμο τοῦ πιάνεται. Τὸ δυσμετάφραστο κατὰ πρεσβείαν τοῦ 4ου στίχου, ποὺ ἀναφέρεται στοὺς Γέροντες τοῦ περσικοῦ Χοροῦ, τὸ ἀποδίδει ὡς τιμώντας τὴ σειρά τους, καὶ κατορθώνει ἔτσι νὰ χωρέσει στὸ νόημα καὶ τὴν ἡλικία καὶ τὴν εὐγενὴ καταγωγή τους. Ἀλλὰ τὸ «τῶν ἀφνεῶν καὶ πολυχρύσων / ἑδράνων» τὸ μεταφράζει μᾶλλον ἀσθενῶς ὡς τὸ βιὸς καὶ τὸ χρυσάφι τοῦ παλατιοῦ: ἡ λέξη βιὸς δὲν ταιριάζει καθόλου στὸ ἐπίθετο ἀφνεός, καὶ τὸ χρυσάφι εἶναι (ὅσο καὶ ἂν εἶναι) λιγότερο ἀπὸ ὅσο σημαίνει ἡ λέξη πολύχρυσος, λέξη ποὺ ἀπαντᾶται καὶ ἕξι στίχους παρακάτω: «πολυχρύσου στρατιᾶς» — τοῦ χρυσοντυμένου μας στρατοῦ ἐπιλέγει νὰ μεταφράσει ὁ Σεφέρης. Στοὺς Πέρσες κυριαρχεῖ τὸ πολύ: στοὺς πρώτους 126 στίχους διαβάζουμε: «στρατιᾶς», «ἰσχύς», «στῖφος», «στρατιᾶς», «ὄχλος», «ἔθνος», «ὄχλον», «ἔθνος», «στρατός», «ῥεύματι», «στρατός», «λαός», «στρατεύματος», «γυναικοπληθὴς ὅμιλος», «λεώς» καὶ «σμῆνος». Οἱ Πέρσες εἶναι ὄντως δεινοὶ πλῆθος τ᾽ ἀνάριθμοι.[7] Ἄρα κανονικὰ δὲν μπορεῖ νὰ λείπει τὸ στοιχεῖο τῆς πολλότητας ἀπὸ τὸ μετάφρασμα.

Τὸ «βαΰζει» ὁ Σεφέρης τὸ θέλει βογκᾶ, ἐνῶ εἶναι γαβγίζει, ἀλυχτάει. Καὶ τὸ σχεδὸν νεοελληνικὸ «κοὔτε τις ἄγγελος / oὔτε τις ἱππεὺς» τοῦ πρωτοτύπου προτιμᾶ νὰ τὸ πεῖ (ὁμολογουμένως ὑπέροχα) καὶ δὲν ἔρχεται πεζοδρόμος καὶ δὲν ἔρχεται καβαλάρης, ὅπου τὸ σχῆμα οὔτε-οὔτε ἀποδίδεται μὲ διπλασιασμὸ τοῦ καὶ δὲν ἔρχεται. Τοὺς 15 στίχους τοῦ Αἰσχύλου τοὺς ἔχει χωρέσει σὲ 13 —πιὸ εὐρύχωρους εἶναι ἡ ἀλήθεια— δικούς του ὁ Σεφέρης. Καὶ δὲν ἀκολουθεῖ τὴ σειρὰ τῶν λέξεων τοῦ πρωτοτύπου, προβαίνοντας σὲ μετακινήσεις φράσεων καὶ προτάσεων.[8] Ὁπότε στοὺς δύο λόγους, ποὺ ἀναφέρει ὁ Γιατρομανωλάκης σχετικὰ μὲ τὴ μεταφραστικὴ δραστηριότητα τοῦ Σεφέρη, ἂς προστεθεῖ καὶ ἕνας τρίτος: ἡ δόμηση ἑνὸς μεταφράσματος ποὺ νὰ διαβάζεται σὰν αὐτόνομο σεφέρειο ποίημα ποὺ ἀρδεύεται ἀπὸ ὕδατα ἀλλότριας πηγῆς. Ἔτσι ἐξηγοῦνται λογικὰ τόσο οἱ μεταφραστικὲς «παρασπονδίες» του, ποὺ ἤδη ἐντοπίσαμε, ὅσο καὶ οἱ διαφορετικοὶ μεταφραστικοὶ τρόποι τεσσάρων χαρακτηριστικῶν καὶ συγγενικῶν λέξεων ποὺ ἀπαντῶνται στοὺς πρώτους στίχους του ἔργου: τὸ «οἰχομένων» μεταφράζεται ὡς ποὺ ἔφυγαν καὶ τὸ «ᾤχωκε» ἁπλῶς ὡς μακριά· τὸ δὲ ἐπίθετο «Δαρειογενής» γίνεται γιὸς τοῦ Δαρείου, ἐνῶ τὸ «Ἀσιατογενὴς» ἀποδίδεται ὡς ποὺ γέννησε ἡ Ἀσία.

Τὸ μεταφρασμένο ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Ἀγαμέμνονα, ὡς ἐκτενέστερο αὐτοῦ τῶν Περσῶν, μᾶς παρέχει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὴν παραπάνω διατυπωθεῖσα πρότασή μας ἐπὶ τῇ βάσει πλειόνων παραδειγμάτων. Ὁ Σεφέρης μεταφράζοντας ποιεῖ Σεφέρην ὡς Σεφέρης. Στὴ μετάφραση τοῦ πρώτου κιόλας στίχου (: Θεοὺς μὲν αἰτῶ τῶνδ᾽ ἀπαλλαγὴν πόνων) παρατηροῦμε ὅτι προσθέτει λέξεις στὸ στόμα τοῦ Φύλακα: «Παρακαλῶ τοὺς θεοὺς νὰ μὲ γλυτώσουν τὸν ἄμοιρο». Τὸ δὲ «φρουρᾶς ἐτείας μῆκος» τοῦ δεύτερου στίχου ἀποδίδεται ἐπεξηγηματικὰ/ἑρμηνευτικὰ μᾶλλον ἀπὸ τὸ ἐντοπιζόμενο στὸν τέταρτο στίχο τοῦ μεταφράσματος χωρὶς τόσα χρόνια ν᾽ ἀνασάνω, χωρὶς νὰ σκολάσω. Ἔχω, ὅμως, τὴ γνώμη ὅτι αὐτὸ πρωτίστως ἔρχεται νὰ αἰτιολογήσει τὴν ἀπόφαση του ποιητῆ νὰ προσθέσει τὶς λέξεις τὸν ἄμοιρο.

Θὰ πεῖ κανείς —καὶ δικαιολογημένα ἴσως— ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχα καὶ ἐδῶ ξεκινήσει ἀλλιῶς: ἀπὸ τὶς κορυφώσεις τῆς μεταφραστικῆς δράσης τοῦ Σεφέρη στὸν Ἀγαμέμνονα. Τὸ πράττω πάραυτα καὶ χωρὶς πολλὰ λόγια: παραθέτω πρῶτα τὸν στίχο ἢ τὶς λέξεις τοῦ πρωτοτύπου καὶ ἀμέσως τὴ μεταγραφή τους στὰ νέα ἑλληνικά:

ἄστρων κάτοιδα νυκτέρων ὁμήγυριν (στ. 4): Τὴ νυχτερινὴ σύναξη τῶν ἄστρων τὴν ἔμαθα·

λαμπροὺς δυνάστας ἐμπρέποντας αἰθέρι (στ. 6): καὶ τὰ στολίδια τοῦ αἰθέρα, τοὺς φωτεροὺς δυνάστες·

φάτιν (στ. 9): τὸ νόημα, τὸ μήνυμα·

γυναικὸς ἀνδρόβουλον ἐλπίζον κέαρ (στ. 11): ἡ ἀντρόβουλη γυναίκα μ᾽ ἐλπίδα στὴν καρδιὰ προσμένοντας·

βοῦς ἐπὶ γλώσσῃ μέγας / βέβηκεν (σττ. 36-37): Μεγάλο βόδι μοῦ πατάει τὴ γλώσσα·

τρόπον αἰγυπιῶν […] / στροφοδινοῦνται / πτερύγων ἐρετμοῖσιν ἐρεσσόμενοι (σττ. 49-52): σὰ γύπες […] / στροβιλίζουνται / μὲ τὰ φτερά τους κουπολάτες· καὶ

πολυάνορος ἀμφὶ γυναικός (στ. 62): γύρω ἀπὸ τὴν πολύαντρη γυναίκα.

Ἡ βραχεία γενικὴ παρατήρηση, ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε, εἶναι τούτη: τὸ μετάφρασμα εἶναι ὀρθὸ καὶ παραδεκτὸ στὴν ἀναλυτικότητά του, ἀλλὰ καὶ ἐμφανέστατα λιγότερο ἐπίσημο τοῦ πρωτοτύπου, ὅπως ἐνδεικτικῶς φαίνεται στὰ ζεύγη κάτοιδα/ἔμαθα καὶ βέβηκεν/πατάει.

Ἂς δοῦμε τώρα πῶς μεταφράζει ὁ Σεφέρης τὶς 20 συνολικῶς σύνθετες λέξεις τῶν πρώτων 101 στίχων, σημειώνοντας ὅτι κάποιες ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἄκρως ἐντυπωσιακές, καὶ στὸ πρωτότυπο καὶ στὸ μετάφρασμα:

ὁμήγυριν (στ. 4): τὴ […] σύναξη·
ἀνδρόβουλον (στ. 11): ἡ ἀντρόβουλη·
νυκτίπλαγκτον (στ. 12): ἀλητεύω·
φρυκτωρίας (στ. 33): φωτιά·
διθρόνου (στ. 43): διπλόθρονο·
δισκήπτρου (στ. 43): διπλόσκηπτρο·
χιλιοναύτην (στ. 45): χίλια καράβια·
στροφοδινοῦνται (στ. 51): στροβιλίζουνται·
δεμνιοτήρη (στ. 53): ·
οἰωνόθροον (στ. 56): βγαλμένο ἀπὸ στὀμα πουλιοῦ·
ὀξυβόαν (στ. 57): τὸ γοερὸ κράξιμο·
ὑστερόποινον (στ. 58): ὑστεροτιμωρήτρα·
πολυάνορος (στ. 62): πολύαντρη·
γυιοβαρῆ (στ. 63): ποὺ τσακίζουν τὰ μέλη·
ἰσόπαιδα (στ. 75): ὅμοιες παιδιῶν·
ἡμερόφαντον (στ. 82): μεσημερνό·
θυοσκεῖς (στ. 87): νὰ γίνουνται θυσίες·
ἀστυνόμων (στ. 88): τῆς πολιτείας·
οὐρανομήκης (στ. 92): ὣς τὸν οὐρανό· καὶ
κακόφρων (στ. 100): μὲ βασανίζει.

Παρατηροῦμε ὅτι ὁ Σεφέρης οὔτε ἐδῶ δεσμεύεται ἀπὸ τὴν ἐπισημότητα καὶ τὸ ἐξαιρετικῶς ὑψηλὸ ὕφος τοῦ Αἰσχύλου: μᾶς τὸ φανερώνουν τὰ ζεύγη φρυκτωρίας/φωτιά, ὑστερόποινον/ὑστεροτιμωρήτρα καὶ ἡμερόφαντον/μεσημερνό. Ἡ τελευταία λέξη ὅπως καὶ οἱ λέξεις ἀντρόβουλη καὶ πολύαντρη, ἐξεταζόμενες σήμερα, ἀκούγονται σὰν νὰ μετέχουν παλαιοδημοτικοῦ γλωσσικοῦ ἤθους, χαλκευμένου στὸ ἀμόνι τοῦ Ἀλέξαντρου Πάλλη ἢ τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ. Τόσο τὸ ρῆμα ἀλητεύω (γιὰ τὸ ἐπίθετο νυκτίπλαγκτον) ὅσο καὶ ἡ φράση βγαλμένο ἀπὸ στὀμα πουλιοῦ (γιὰ τὸ οἰωνόθροον) εἶναι ὡς ἀποδόσεις ἐμφανῶς ἐλλιπεῖς ἢ/καὶ ὑφερμηνευτικές. Τὸ δὲ μὲ βασανίζει ὡς ἀπόδοση τοῦ κακόφρων εἶναι ἄσχετο. Ὅλα αὐτὰ συγκλίνουν, ὅμως, στὴν ἄποψη ποὺ ἤδη ἐκφράσαμε. Ὁ μεταφραστικὸς ἀγώνας τοῦ Σεφέρη ἀποσκοπεῖ στὴν ἐκπλήρωση ἑνὸς συγκεκριμένου σκοποῦ: νὰ φτιαχτεῖ στὸ μετάφρασμα, ποὺ θὰ παραμένει μετάφρασμα, ἕνα νεοελληνικὸ ποίημα κινούμενο τόσο στὸ πνεῦμα τοῦ ἀσπαζόμενου ἀπὸ τὸν Σεφέρη μοντερνισμοῦ, ὅσο καὶ μὲ τὰ φτερὰ τοῦ μαχόμενου δημοτικισμοῦ τῆς γενιᾶς τοῦ ᾽30, καὶ ἂς χάνει σὲ κάποιες λεπτομέρειες τὴν ἐπαφή του μὲ τὴν λέξιν (μὲ τὴ ρητορικὴ elocutio) τοῦ πρωτοτύπου.[9]

Στὸ πλαίσιο αὐτὸ μποροῦμε νὰ ἐκτιμήσουμε καλύτερα κάποιες ἐντυπωσιακὲς ἀποδόσεις ποὺ προέκρινε ὁ Σεφέρης:

αὐγὴν πυρός (στ. 9): πυροφάνι·
ἁλώσιμόν τε βάξιν (στ. 10): «Τὴν κουρσέψαμε»·
μινύρεσθαι (στ. 16): νὰ λιανοτραγουδήσω·
εὐαγγέλου (στ. 21): καλότυχος·
στρατιῶτιν ἀρωγήν (στ. 46): στὸν πόλεμο βοήθεια·
ἰσόπρεσβυς (στ. 77): ἴδιος μὲ τοῦ γέροντα· καὶ
ὄναρ ἡμερόφαντὸν ἀλαίνει (στ. 83): σὰν ὄνειρο μεσημερνὸ πλανιέται.

Ἐκτιμώντας αὐτὲς τὶς ὄντως ἐντυπωσιακὲς ἀποδόσεις ὡς λειτουργικὲς καὶ ἐξυπηρετοῦσες τὴν ποιητική, ποὺ ἀκολουθοῦσε καὶ πρέσβευε ὁ Σεφέρης, μποροῦμε νὰ τοῦ συγχωρήσουμε καὶ τὴν παράλειψή του νὰ μεταφράσει τὸ κρίσιμο ἐπίρρημα τορῶς στὴν ἔκφραση σημαίνω τορῶς (σ. 26), ποὺ σημαίνει τὸ λέω ἔτσι ὥστε νὰ τὸ καταλάβει ὁ καθένας, καὶ τὴν ἐκ μέρους του εὔκολη παράφραση τῶν στίχων φαρμασσομένη / χρίματος ἁγνοῦ (σστ. 93-94) ὡς κεντρισμένη ἀπὸ τὴν ἁπαλοσύνη, ὅταν μάλιστα ἀμέσως παρακάτω τὸ ἀναφαίνεις (στ. 101) τὸ ἀποδίδει ἀριστουργηματικὰ ὡς ἀναδαυλίζεις.[10]

Τὰ λόγια μου τῆς τελευταίας παραγράφου ἀπηχοῦν ἐν πολλοῖς τὴ σχετικὴ ἄποψη τοῦ Γιώργη Γιατρομανωλάκη, ὅπως ἐκφράζεται στὸ Ἐπίμετρο τῶν σεφέρειων Μεταγραφῶν. Γενικῶς μποροῦμε νὰ δοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Γιατρομανωλάκη τὴν ἐκ μέρους τοῦ Σεφέρη

προσκόλληση στὴ δομὴ καὶ στὶς λέξεις τοῦ πρωτοτύπου, ἐκεῖ ποὺ ἡ γλώσσα τὸ «συγχωροῦσε»· φροντίδα ὥστε τὸ νεοελληνικὸ κείμενο νὰ ἀναπτύσσεται ἀκολουθώντας τοὺς δικούς του «φυσικοὺς» νόμους, ἀλλὰ νὰ διαποτίζεται, παράλληλα, ἀπὸ τὸν τόνο τοῦ πρωτοτύπου.[11]

Κλείνοντας, λοιπόν, μποροῦμε να ἰσχυρισθοῦμε ὅτι τὸ αἰσχύλειο πρωτότυπο εἶναι ἡ πυξίδα, εἶναι ὁ ἀπαραίτητος μπούσουλας ποὺ δείχνει τὴν πορεία τῶν μεταφραστικῶν πραγμάτων. Τὶς ἑκάστοτε ἐπιλογὲς τῆς πλεύσης, ὅμως, τὶς κάνει ὁ Σεφέρης: ἕνας ὀδυσσειακὸς οἰακιστής ποὺ μᾶς ἔχει ἐξομολογηθεῖ ὅτι oἱ σύντροφοί του τὸν εἶχαν τρελάνει

μὲ θεοδόλιχους ἑξάντες πετροκαλαμῆθρες
καὶ τηλεσκόπια ποὺ μεγαλῶναν πράγματα...[12]

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

*

*

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Γιῶργος Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 244. — Ἀξιανάγνωστες εἶναι καὶ οἱ παρατηρήσεις τοῦ Γιατρομανωλάκη στὴ σ. 228, ὅπου, μεταξὺ ἄλλων διαβάζουμε:
[…] ὅταν μιλοῦμε γιὰ μετάφραση οὐσιαστικὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν ἴδια τὴ γλώσσα. […] τὸ μεταφραστικὸ πρόβλημα στὸν τόπο μας, τουλάχιστο, ἔχει νὰ κάμει μὲ τὸ γλωσσικό μας ζήτημα. […] Προσεκτικὴ μελέτη τῶν περισσότερων μεταφράσεων ἀρχαίας ἑλληνικῆς ποίησης […] δείχνει τὴ μηχανικότητα καὶ τὴ στέγνα μὲ τὴν ὁποία ὁρισμένες φορὲς ὁ μαχόμενος δημοτικισμὸς ἀντιμετώπισε τὰ πολυφωνικὰ κείμενα τῆς ἀρχαιότητας. Γιὰ τὸν Σεφέρη, ὡστόσο, τὸ ζητούμενο δὲν ὑπῆρξε ὁ διαχωρισμὸς ἀλλὰ ἡ ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, καὶ ἡ προσφορά του γιὰ νὰ λυθεῖ τὸ οὐσιαστικὸ πρόβλημα στάθηκε ἡ διαρκής του προσπάθεια νὰ γίνει ἠ γλώσσα μας «εὕρωστη, γυμνασμένη καὶ ἀποτελεσματική».
[2] Γιῶργος Σεφέρης, Μεταγραφές, σσ. 256 ἑπ.
[3] Γιῶργος Σεφέρης, Μεταγραφές, σσ. 34-35.
[4] Γιῶργος Κεντρωτής, Σημειώσεις γιὰ μία ἄλλη μετάφραση τῶν Περσῶν τοῦ Αἰσχύλου, στό: Ποδήλατα καὶ ποδηλάτες, σσ. 275 ἑπ.
[5] Βλ. τὸ λῆμα ὀρσολοπεύω-έω.
[6] Αἰσχύλος, Πέρσες, μετάφραση Ι. Ν. Γρυπάρης, σ. 49· μετάφραση Παν. Μουλλᾶς, σ. 19· μετάφραση Τάσος Ροῦσος, σ. 21.
[7] Στ. 40.
[8] Αἴφνης ὁ Κ. Χ. Μύρης, Αἰσχύλου Ὀρέστεια, σ. 7, ἐπισημαίνει ὅτι ἡ μετάφρασή του
τόλμησε νὰ κρατήσει τὸν ἴδιο ἀκριβῶς ἀριθμὸ στίχων μὲ τὸ πρωτότυπο. Στὴν ἔκδοση ποὺ ἀκολουθεῖ ἀντιστοιχίζονται στίχος πρὸς στίχο· λίγες μόνο φορές, γιὰ λόγους νοηματικῆς ὁμαλότητας, ἔγιναν κάποιες ἀντιστροφὲς στίχων, ἰδιαίτερα στὰ λυρικὰ μέρη.
[9] Παραθέτω τὶς σχετικὲς παρατηρήσεις τοῦ Γιώργη Γιατρομανωλάκη (Γιῶργος Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 227):
[…] ἡ γλωσσικὴ καὶ ποιητικὴ ἰδεολογία τοῦ ποιητῆ ὀργάνωσε καὶ ἐμπέδωσε τὴ μεταφραστική του τεχνική. […] ἡ γλώσσα τῶν μεταφράσεων εἶναι κατεργασμένη ὣς τὴν τελειότητα καὶ ἔχει ἐπαναφορτισθεῖ μὲ τὶς ὑψηλότερες σημασίες ποὺ ἔφερε κάποτε.
[10] Τὰ λόγια τοῦ Γιατρομανωλάκη μπορεῖ νὰ ἀφοροῦν εὐθέως τὶς Ἀντιγραφὲς τοῦ Σεφέρη, ἀλλὰ κρίνω ὅτι βρίσκουν ἀναλόγως ἰσχὺ καὶ στὶς Μεταγραφές του:
[…] ἡ γλωσσικὴ καὶ αἰσθητικὴ ἰδεολογία τοῦ μεταφραστῆ συντελεῖ ὥστε τὸ πλάσιμο τοῦ νέου κειμένου νὰ γίνεται ὄχι μόνο μὲ τρόπο διαφορετικὸ ἀλλὰ καὶ ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι θέλησε ὁ συγγραφέας.
[11] Γιῶργος Σεφέρης, Μεταγραφές, σ. 246, μὲ ἐσωτερικὴ παραπομπὴ στὴ μετάφραση τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννου (σσ. 12 ἑπ.).
[12] Γιῶργος Σεφέρης, Ποιήματα, ἔκδοση Δημ. Δασκαλόπουλου, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2014, σ. 279 [: Τρία κρυφὰ ποιήματα, Γ´].

 

*

 

 

 

 

 

Advertisement