Χρήστος Δ. Αντωνίου, Τα μάτια της Σαλώμης

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 4 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ο Σεφέρης απαλλάσσει τελικά τη Σαλώμη από τη φονική ένοχη φύση της. Αντίθετα μάλιστα, η Σαλώμη βοηθά τον ποιητή να ξεφύγει από τη θέση που υποστήριζε ότι άλλο πράγμα είναι η ζωή κι άλλο η τέχνη, να αφήσει με άλλα λόγια τις θέσεις των θεωρητικών της παρακμής και να ξεπεράσει το βίωμα της διάλυσης και του κατακερματισμού (αλλού το σώμα κι αλλού το κεφάλι) που αυτές οι θεωρίες του δημιουργούσαν στη δεκαετία του ’20. Και απ’ όσο φάνηκε η Σαλώμη με όλο το αδιέξοδο που εκφράζει, με το διασπασμένο και πολυεπίπεδο μυθικό της νόημα βοηθά τον ποιητή στους υπαρξιακούς και ποιητικούς του προσανατολισμούς, ώστε το 1935 ο Σεφέρης να προχωρήσει στον ελληνικό μοντερνισμό, όπου ζωή και τέχνη ενώνονται». (Χ.Δ.Α.)

*

*

ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Τα μάτια της Σαλώμης

Η μελέτη μου αυτή αποτελεί μιαν απόπειρα για την ερμηνεία του στίχου «Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο» που ανήκει στο ποίημα «Οι γάτες τ’ Άι-Νικόλα», το οποίο ο Σεφέρης είχε αρχίσει να πρωτογράφει τα Χριστούγεννα του 1952, όταν, ενόσω ταξίδευε για τον Λίβανο, για να αναλάβει εκεί τη διπλωματική εκπροσώπηση της Ελλάδας, παραπλέει την Κύπρο και αποβιβάζεται στη Λεμεσό για δύο ώρες, όπου επισκέφτηκε το «Μοναστήρι των Γάτων». Το τελειώνει όμως στις 5 Φεβρουαρίου του 1969, δύο περίπου μήνες πριν από τη Δήλωσή του ενάντια στη δικτατορία, όταν η άνοδος της Χούντας και οι λανθασμένοι χειρισμοί της στο «Κυπριακό» αρχίζουν να του δημιουργούν μεγάλες ανησυχίες. Ειδικότερος σκοπός της εισήγησής μου είναι να δείξει, έστω αμυδρά, τις ψυχονοητικές διεργασίες που οδήγησαν τον ποιητή στον μοντερνισμό.

Αρχίζω με το ερώτημα: Ποια είναι η γάτα που «είχε τα μάτια της Σαλώμης»; Η γάτα του η Τούτη, στην οποία ο ποιητής αφιερώνει το ακόλουθο ποίημα που έγραψε στην Άγκυρα στις 22.8.1949:

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΣΤΗ ΓΑΤΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΤΟΥΤΗ
ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΦΗΣΕ ΧΡΟΝΟΥΣ
ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Είχε τα χρώμα του έβενου τα μάτια της Σαλώμης
η Τούτη η γάτα που έχασα· διαβάτη μη σταθείς.
Βγήκε από το χάσμα που έκοβε στης μέρας το σεντόνι
τώρα να σκίσει δεν μπορεί του ζόφου το πανί.

Άρα η γάτα στην οποία αναφέρεται πέραν πάσης αμφιβολίας είναι η Τούτη. Κοινός τόπος: «τα μάτια της Σαλώμης». Οι πληροφορίες που έχουμε από το ημερολόγιο του ποιητή γι’ αυτή τη γάτα είναι οι εξής:

Τρίτη, 21 Γενάρη (1947)

2 πρωί. Η Τούτη μαίνεται, έχει φρενιάσει (της ερωτιάς). Το μαύρο της τρίχωμα παίρνει την απόχρωση του ηλεκτρικού σπινθήρα, όταν την πιάσεις είναι ένας κόμπος ανατριχίλας — καημένοι άνθρωποι.

Τετάρτη, 22 Γενάρη (1947)

Η Τούτη, ο μαύρος καθρέφτης αντανακλά τις διαθέσεις μου, όπως όταν γυρίσαμε από τον Πόρο, εκείνο το αίσθημα μελαγχολίας του φυλακισμένου. Ρωτιέμαι καμιά φορά πότε θα πέσει μέσα στη μαύρη τρύπα που ανοίγει η ίδια στο φως της μέρας.

Την έπιασε αυτές τις μέρες ο ερωτικός οργασμός του Γενάρη. Δυο νύχτες δεν μας άφησε να κοιμηθούμε. Κουλουριαζότανε, κυλιότανε, τέντωνε τα νύχια της, ούρλιαζε – αυτό το γοργό νιαούρισμα. Χτες της φέραμε ένα γάτο. Χώθηκε σε μια γωνιά και κάθισε ακίνητος από το απόγευμα ως σήμερα το μεσημέρι. Τα τσακίσματα και τα φρενιάσματα της Τούτης δεν τον συγκινούσαν. Την εβγάλαμε στο περιβόλι. Ήρθε ένας γκρίζος γάτος, ένας αλήτης της πλαϊνής ταβέρνας. Την κοίταζε, κι αυτή κυλιότανε μπροστά του στο χιονόνερο, στη λάσπη, σα να ήταν αναμμένα χόρτα. Το ωραίο της τρίχωμα είχε γίνει ένα ελεεινό κουρέλι. Όμως αυτός ήταν η μοίρα της.

Εντυπωσιάζεται δηλαδή ο ποιητής από τη γάτα του για την ενστικτώδη και έντονη φανέρωση της φύσης της. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχόλια που κάνει ο ίδιος ο ποιητής: «Οι καημένοι άνθρωποι» και «Η Τούτη, ο μαύρος καθρέφτης αντανακλά τις διαθέσεις μου, όπως όταν γυρίσαμε από τον Πόρο, εκείνο το αίσθημα μελαγχολίας του φυλακισμένου»

Σκέφτεται δηλαδή μ’ άλλα λόγια ο ποιητής εκείνους τους ανθρώπους που ενώ έχουν έντονο ερωτισμό, υποφέρουν όμως γιατί δεν μπορούν να τον εκφράσουν ελεύθερα, καθώς αισθάνονται φυλακισμένοι στα κοινωνικά στεγανά. Και ασφαλώς μέσα σ’ αυτούς εντάσσει και τον ίδιο τον εαυτό του, που ενώ είναι άνθρωπος με έντονο ερωτισμό, όμως δεν τον εκφράζει ελεύθερα, γιατί αισθάνεται κι αυτός φυλακισμένος στην αξιοπρέπεια των κοινωνικών συμβάσεων.

Και ποια είναι η Σαλώμη που η Τούτη είχε τα μάτια της; Ο ποιητής, όταν γύρισε από το Παρίσι, όπου είχε πάει για σπουδές, γνώρισε, όπως γράφει η Ιωάννα Τσάτσου, μια «αληθινή γυναίκα, με μουσική καλλιέργεια, με ευαισθησία, η οποία τον ερωτεύτηκε και τον βοήθησε να ξεπεράσει την άσχημη ψυχολογία που του δημιούργησε ο χωρισμός του με τη Γαλλίδα Jaqueline». Θα παραμείνει μαζί της μέχρι το 1936. Πρόκειται για τη μουσικολόγο-μουσικοκριτικό Λουκία Φωτοπούλου, το όνομα της οποίας ο ποιητής θα συντμήσει γρήγορα σε «Λου». («Η μικρή πριγκίπισσα Λου» είναι ένα μικρό όμορφο κείμενο που γράφει ο Σεφέρης γι’ αυτήν). (Μέρες Α΄, σ. 91-92)

Λίγο αργότερα η Λου θα αποκτήσει και δύο λογοτεχνικά ψευδώνυμα: Σαλώμη και Μπίλιω. Η Φωτοπούλου λοιπόν αποτελούσε φαινόμενο μορφωμένης και πολύ ερωτικής γυναίκας. Ήταν χωρισμένη από τον άντρα της και κέρδιζε τη ζωή της γράφοντας κριτικές και άρθρα για την κλασική μουσική. «Οι μουσικές της προτιμήσεις (βαθιά αγάπη για τον Ντεμπυσσύ, τον Ραβέλ και τον Στραβίνσκι, απέχθεια για τον Βάγκνερ) επηρέασαν τα γούστα του Σεφέρη». Κατοικούσε σε ένα ημιυπόγειο της Πατησίων και είχε, όπως μαρτυρείται βιβλιογραφικά, και ομοφυλικές σχέσεις. Ήταν γυναίκα πολύ ανεξάρτητη και ελεύθερη στην έκφραση της ερωτικής της επιθυμίας. Φαίνεται μάλιστα ότι σε μια τουλάχιστον περίπτωση είχε προμηθεύσει στον ποιητή μία από τις περιστασιακές φιλενάδες του. Ο ποιητής εντυπωσιάζεται πολύ από την προσωπικότητα της Φωτοπούλου. Επηρεάζεται μάλιστα και στην ποίησή του απ’ αυτήν. Το πόσο και το πώς θα γίνει κατανοητό στο τέλος της εισήγησής μου. (Σε δυο μάλιστα ποιήματά του υπάρχει αναφορά στο όνομα Μπίλιω).

Το ψευδώνυμο Σαλώμη το αποκτά η Φωτοπούλου στο μυθιστόρημα του Σεφέρη Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, το οποίο γράφει ο ποιητής στα 1926-1929. Η υπόθεση του μυθιστορήματος, θυμίζω, αφορά την προσπάθεια μιας νεοσύστατης παρέας αγοριών και κοριτσιών, γύρω στα 1920, που προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να αποκτήσουν συνοχή ως ομάδα. Συμφωνούν λοιπόν μεταξύ τους να κάνουν στο διάστημα έξι διαδοχικών μηνών μιαν επίσκεψη στην Ακρόπολη με πανσέληνο. Ο αφηγητής, ο Στράτης, νεαρός συμβολιστής ποιητής που πρόσφατα έχει επιστρέψει από σπουδές στο Παρίσι, προσπαθεί να προσαρμοστεί στη ζωή της Αθήνας. Τελικά, όμως, η ομάδα γρήγορα σκορπίζει και απομένει μόνο ένα ερωτικό ζευγάρι: ο Στράτης (που εμφανώς μέσα στο μυθιστόρημα ταυτίζεται με τον Σεφέρη) κι η Σαλώμη που σε κάποια αποκαλυπτική στιγμή θα μετονομαστεί σε Μπίλιω και στη συνέχεια θα πεθάνει. Θα απομείνει ακόμη μια ερωτική φίλη της Σαλώμης, η Λάλα, με την οποία συνάπτει ερωτική σχέση ο Στράτης μετά τον θάνατο της πρώτης. Το μυθιστόρημα θα κλείσει με τον Στράτη και τη Λάλα να ραίνουν τις Καρυάτιδες με γαρίφαλα σε μια τελετή πένθους για τη νεκρή Σαλώμη.

Σ’ αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα η ταύτιση της Φωτοπούλου με τη Σαλώμη είναι περισσότερο από φανερή. Τα μυθοπλαστικά στοιχεία της Σαλώμης του μυθιστορήματος: μορφωμένη, όμορφη, άκρως ερωτική, με ομοφυλικές προτιμήσεις, που κατοικεί κάπου στην Αχαρνών, συμφωνούν απόλυτα με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Φωτοπούλου. Ο ερωτισμός της Τούτης λοιπόν θυμίζει στον ποιητή ακριβώς εκείνον της Σαλώμης-Φωτοπούλου. Η αναφορά με το σχήμα pars pro toto: «είχε τα μάτια της Σαλώμης», που, όχι χωρίς λόγο, επαναλαμβάνεται στα δυο σεφερικά ποιήματα, ακριβώς αυτούς τους συσχετισμούς ευνοεί. Ίσως μάλιστα το επιτύμβιο ποίημα να είναι αφιερωμένο και στις δύο, πράγμα που συνάδει με τον κρυφό και υπαινικτικό χαρακτήρα της ποίησης του διπλωμάτη ποιητή κι αφού η Φωτοπούλου είχε ήδη πεθάνει τον Ιούλιο του 1939, ή όπως δηλώνει ο στίχος: τον άλλο χρόνο, δέκα δηλαδή χρόνια πριν γράψει το ποίημα για την Τούτη. Ένα πρώτο μικρό μνημόσυνο στη Φωτοπούλου είχε κάνει ήδη ο Σεφέρης στις 25 Αυγούστου του 1939, γράφοντας στο ημερολόγιό του ένα μικρό ποίημα, ενώ ήδη από καιρό βρίσκεται με τη Μαρώ.

Απομένει να δει κανείς γιατί προτίμησε ο ποιητής για τη Φωτοπούλου το ψευδώνυμο Σαλώμη μέσα στο μυθιστόρημα. Για ποια Σαλώμη πρόκειται; Είναι πραγματικό ή φανταστικό πρόσωπο; Το όνομά της, χωρίς άλλη σκέψη, μας πάει κατευθείαν στην ευαγγελική αφήγηση, στην νεαρή κόρη της Ηρωδιάδας, την επικίνδυνη λόγω της ομορφιάς της γυναίκα, την ηδονική χορεύτρια που ζητά από τον Ηρώδη την κεφαλή του Ιωάννη επί πίνακι. Η βιβλική αυτή ιστορία γίνεται η βάση για την κατασκευή ενός λογοτεχνικού κυρίως, αλλά και εικαστικού και γενικότερα ενός καλλιτεχνικού μύθου, που κάθε φορά θα ανατρέπει τη βιβλική αφήγηση λιγότερο ή περισσότερο.

Όπως και να έχει το πράγμα, η Σαλώμη είτε ως πραγματικό είτε ως φανταστικό πρόσωπο του λογοτεχνικού μύθου θα ενσαρκώνει την καταστροφική ομορφιά, τη σεξουαλική εξουσία, τη σκληρότητα και την πανουργία τροφοδοτώντας τη λογοτεχνία με ένα σενάριο, που αποκτά μιαν έντονη φαντασιακή διάσταση. Έτσι, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η ιστορία της Σαλώμης θα μετατραπεί ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς κύκλους των συμβολιστών, των Αισθητιστών και των Παρακμιακών (Φλωμπέρ, Ουάιλντ, Μαλλαρμέ, Λαφόργκ, Απολλιναίρ κ.ά.) «σε μία λογοτεχνική επιδημία με κύριο σύμπτωμα ποικίλες επανεγγραφές και παραλλαγές της αρχικής αφήγησης».

Το έναυσμα το έδωσε ο Γερμανός συγγραφέας Χάιντριχ Χάινε με το έργο του Άττα Τρολλ (1841) που παρουσιάζει τη Σαλώμη ερωτευμένη με το θύμα της και, επειδή ο Προφήτης αρνείται τον έρωτά της, ζητά την κεφαλή του επί πίνακι. Στο ίδιο περίπου μοτίβο κινούνται και άλλοι συγγραφείς, μεταξύ των οποίων ο πιο διάσημος είναι ο Όσκαρ Ουάιλντ, που στο θεατρικό του μονόπρακτο Σαλώμη (1894) τη φαντάζεται παράφορα ερωτευμένη με το θύμα της αλλά πρωτοτυπεί γιατί στο τέλος σκοτώνει τη Σαλώμη). Η καταδίκη μάλιστα του Ουάιλντ για ομοφυλοφιλία στάθηκε το κύριο γεγονός για μια «σαλωμομανία» που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη (κυρίως Γαλλία και Αγγλία) από τους εκπροσώπους του κινήματος της Παρακμής καθώς επίσης από τους Άγγλους αισθητιστές (που πρεσβεύουν πως η τέχνη δεν οφείλει να υπηρετεί κάποιον ηθικό σκοπό, πως η τέχνη και η ζωή είναι δυο ξεχωριστά πράγματα, όπως το κομμένο κεφάλι από το σώμα). Τέλη λοιπόν του 19ου, αρχές του 20ού αιώνα, η σαλωμομανία μετατράπηκε σε μια «πραγματική ψύχωση απέναντι στη γυναίκα μάγισσα, στη σεξουαλικά ακόρεστη, στην επικίνδυνα δυνατή, που προκαλεί συναισθήματα έλξης και άπωσης». Η Σαλώμη συγκεντρώνει όλα τα άγχη των δημιουργών του Fin de siècle που νιώθουν να απειλούνται από την τρέλα ή τον θάνατο που έφερνε η αρρώστια της εποχής, η σύφιλη.

Αυτόν λοιπόν τον λογοτεχνικό μύθο, που πέρασε και στην Ελλάδα, έρχεται να αντιμετωπίσει ο σπουδασμένος στο Παρίσι Σεφέρης στο μυθιστόρημά του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, στο οποίο έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα αξιοποίησή του. Κατ’ αρχάς, να δούμε τι κρατάει ο Σεφέρης από τη βιβλική ιστορία; Σχεδόν τίποτα, παρά μόνο την ευλυγισία και τη χάρη του χορευτή, αν και στο μυθιστόρημα η Σαλώμη δεν χορεύει: «Ξέρεις, της είπε, στην αρχή, όταν σε πρωτογνώρισα, μου θύμιζες τον Νιζίνσκι». (Ο εστί μεθερμηνευόμενον, νομίζω, ότι ήδη ο Σεφέρης έχει αρχίσει να ερωτοτροπεί με τον μοντερνισμό που παρομοιάζει το ποίημα με χορό). Άλλωστε το κίνημα της Παρακμής, από το οποίο προέρχεται η Σαλώμη, θεωρείται πρόδρομος του Μοντερνισμού.

Ωστόσο, η σεφερική Σαλώμη διατηρεί από την ευρωπαϊκή παράδοση του αισθητισμού τα χαρακτηριστικά της femme fatale: αισθησιακή γυναίκα, επικίνδυνα δυνατή που διεκδικεί την πλήρη ελευθερία στην έκφραση της ερωτικής της επιθυμίας. Ο Νώντας, πρόσωπο του μυθιστορήματος, προειδοποιεί τον Στράτη: «Αλλά βλέπω σε έχει επηρεάσει η Σαλώμη. Μαθαίνω τη βλέπεις συχνά. Επικίνδυνη γυναίκα. Δεν εννοεί να παραδεχτεί κανένα φραγμό. Amorale». Την ίδια αίσθηση έχει και ο αφηγητής για τη Σαλώμη και ειδικότερα πως είναι «ένα μη προσδιορισμένο σώμα», που τον έλκει και συγχρόνως τον απωθεί, μισή πραγματικότητα και μισή μυθιστόρημα, με το οποίο δεν μπορεί να επικοινωνήσει και δεν μπορεί να το κατακτήσει.

Κάποτε συλλογίζομαι τη Σαλώμη, εκεί στον Κοκκιναρά· την εμφάνισή της· σαν να ήταν πάνω στη σκηνή: μισή πραγματικότητα και μισή μυθιστόρημα – σα γοργόνα. (Έξι νύχτες, σ. 41).

Αυτή η αίσθηση βυθίζει τον ήρωα σε έναν φαύλο κύκλο ανεκπλήρωτου πόθου που δείχνει με άλλα λόγια τις δυσκολίες του ποιητή να απαγκιστρωθεί από την ευρωπαϊκή παράδοση του αισθητισμού και να προσαρμοστεί στη ζωή της Αθήνας. Δείχνει δηλαδή τις δυσκολίες του να ξαναβρεί την πατρίδα του, «να βρει το δρόμο που ενώνει τη ζωή και την τέχνη, και να υπερβεί το βίωμα της διάλυσης και του κατακερματισμού, για το οποίο κάνουν λόγο οι θεωρητικοί της παρακμής».

Ωστόσο, κι αυτό είναι το σημείο στο οποίο πρωτοτυπεί ο Σεφέρης, η Σαλώμη του αποτελεί μιαν ανατρεπτική εκδοχή της παράδοσης της παρακμής και παρόλο ότι η σχέση του μαζί της είναι οδυνηρή «δεν αποβαίνει μοιραία για τον άνδρα που ποθεί, αλλ’ αντίθετα τελικά είναι σωτήρια και αποτελεί την αφετηρία της διαδικασίας ωρίμανσης και επανασύνδεσης του Στράτη με την πραγματικότητα». Σε κάποια μάλιστα στιγμή η Σαλώμη αποποιείται τον καταστρεπτικό της ρόλο και μετονομάζεται επί το ελληνικότερο και λαϊκότερο σε Μπίλιω:

Ξέρεις, δε με λένε Σαλώμη. Με λένε Μπίλιω. […] Η Σαλώμη είχε χαθεί και προσπαθούσα να το συναρμολογήσω με το καινούργιο του όνομα, εκείνο το σώμα. (Έξι νύχτες, σ. 166).

Έτσι, παρακολουθώντας ο Στράτης τις διαδοχικές μεταλλάξεις του γυναικείου κοσμοειδώλου του λογοτεχνικού μύθου, με τον τρόπο που τον συνεχίζει ο ίδιος: δηλαδή: Σαλώμη-Μπίλιω και, τέλος, Λάλα εμπλουτίζει τις εμπειρίες του, συνειδητοποιεί τον εαυτό του και εξελίσσεται ως ποιητής. Στο μυθιστόρημά επίσης του ο Στράτης -Σεφέρης συμπληρώνει το παλίμψηστο του λογοτεχνικού μύθου, όταν, μέσα σ’ ένα σκηνικό που παραπέμπει στην εικαστική και λογοτεχνική παράδοση του αισθητισμού, εκφράζει το αδιέξοδο της λογοτεχνίας του συμβολισμού και της παρακμής:

Μπροστά της, πάνω στον ασημένιο δίσκο, το κεφάλι. Μένει συλλογισμένη. Σηκώνεται, το παίρνει και το στήνει πάνω στο μάρμαρο του τζακιού. Απομακρύνεται, κοιτάζει· όχι· δεν πάει. Το ξαναπαίρνει. Καλύτερα ανάμεσα στις δυο φωτογραφίες· όχι· δεν πάει. Μετακινά ένα κινέζικο πιθάρι και το βάζει στη θέση του: μήτε. Το ακουμπά πάλι στο δίσκο και κάθεται αντικρύ του με τους αγκώνες στα γόνατα. […] Μια στενοχώρια φουσκώνει το στήθος της· δεν ξέρει τι να το κάνει το κεφάλι που έκοψαν γι’ αυτήν. (Έξι νύχτες, σ. 135).

Ας θυμηθούμε εδώ και «το μαρμάρινο τούτο κεφάλι / που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω» (Μυθιστόρημα, Γ΄).

Εδώ φαίνεται, νομίζω, ότι το κομμένο κεφάλι είναι αυτό που απόμεινε στον Σεφέρη από τη λογοτεχνία της παρακμής και που χωριστά από το υπόλοιπο σώμα δεν έχει καμιά αξία. Δηλώνει ίσως και το δικό του αδιέξοδο στην ποιητική έκφραση. (Ο Ζυλ Λαφόργκ έβαλε τη Σαλώμη να πετάξει το κεφάλι από το παράθυρο, για να σταματήσει η σαλωμομανία). Κι ο Σεφέρης απαλλάσσει τελικά τη Σαλώμη από τη φονική ένοχη φύση της. Αντίθετα μάλιστα, η Σαλώμη-Μπίλιω, σε συσχετισμό με την Φωτοπούλου-Λου, βοηθά τον ποιητή να ξεφύγει από τη θέση που υποστήριζε ότι άλλο πράγμα είναι η ζωή κι άλλο η τέχνη, να αφήσει με άλλα λόγια τις θέσεις των θεωρητικών της παρακμής και να ξεπεράσει το βίωμα της διάλυσης και του κατακερματισμού (αλλού το σώμα κι αλλού το κεφάλι) που αυτές οι θεωρίες του δημιουργούσαν στη δεκαετία του ’20. Και απ’ όσο φάνηκε η Σαλώμη με όλο το αδιέξοδο που εκφράζει, με το διασπασμένο και πολυεπίπεδο μυθικό της νόημα βοηθά τον ποιητή στους υπαρξιακούς και ποιητικούς του προσανατολισμούς, ώστε το 1935 ο Σεφέρης να προχωρήσει στον ελληνικό μοντερνισμό, όπου ζωή και τέχνη ενώνονται.

Τέλος, γιατί ο Σεφέρης βάζει τη Σαλώμη σε ένα ποίημα που απέχει χρονικά από τη γραφή του μυθιστορήματός του 30 και πλέον έτη και μάλιστα που σχετίζεται με την Κύπρο; Κατά τη γνώμη μου η απάντηση είναι η εξής: Μετά τη συνθήκη της Ζυρίχης, το βραβείο Νόμπελ και τα Τρία κρυφά ποιήματα ο Σεφέρης βρισκόταν σε μιαν αποστράτευση ως προς το Κυπριακό Ζήτημα. Οι κακοί όμως χειρισμοί της δικτατορίας των συνταγματαρχών τον ανάγκασαν να επιστρατευτεί και πάλι στο θέμα της Κύπρου και να πιάσει τον μίτο του ποιήματος «Οι γάτες του Άι-Νικόλα» που είχε αρχίσει να γράφει στα 1952. Άφησε την Καπούη του και ένωσε τη ζωή του με την τέχνη. Έκανε αυτό που του έμαθε η Σαλώμη.

Εδώ ίσως μας επιτρέπεται να πούμε πως η Σαλώμη είναι ο ίδιος ο ποιητής με τον έντονο ερωτισμό του, τις ευρωπαϊκές επιδράσεις του, τις δυσκολίες στην ποιητική του έκφραση και την μετάβασή του από τον αισθητισμό στον μοντερνισμό. Μετά τη μεταμόρφωσή της σε Μπίλιω της λαϊκής παράδοσης, το «σώμα» της αλλάζει και μια άλλη πιο αισιόδοξη και εθνικά εμβληματική, λαϊκή, μυθική γυναικεία μορφή έρχεται να πάρει τη θέση της: η γοργόνα, που την τυπώνει στο εξώφυλλο της Στροφής αλλά και όλων των βιβλίων του, για να μας θυμίζει το ποιητικό του όραμα για τον ελληνισμό μέσα στον οποίο ανήκει και η Κύπρος.

ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΑΛΩΜΗ
– Χριστίνα Ντουνιά, «Εκδοχές της Σαλώμης: Από το ευρωπαϊκό πνεύμα της παρακμής στη νεοελληνική λογοτεχνία», στον τόμο Γραφές της μνήμης, Gutenberg, 2011.
– Μάρθα Βασιλειάδη, «Σεφερικές εκδοχές της Σαλώμης», Momentum, τχ. 2, 2014.
– Νάτια Χαραλαμπίδου, «Μια εξερεύνηση γύρω από το φεγγάρι στις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη. Μια περίπτωση διακειμενικότητας», Πρακτικά Συμποσίου Σεφέρη, Αγία Νάπα 14-16 Απριλίου, Μορφωτική Υπηρεσία Υπουργείου Παιδείας Κύπρου, 1988.
– Όσκαρ Ουάιλντ, Σαλώμη, Gutenberg, 2016.

*

*