Το συμφέρον λοιπόν βρίσκεται παντού;

 

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Απόσπασμα μυθιστορηματικής βιογραφίας [1]

Η Ελισάβετ απόρησε με το μεγάλο πλήθος που είχαν καλέσει οι Χιλλ στη  χριστουγεννιάτικη γιορτή της Σχολής τους· κυριολεκτικά το αδιαχώρητο. Πήρε το μάτι της τον άγγλο πρέσβη να αγορεύει στο κέντρο μιας συντροφιάς, ενώ η σύζυγός του τον κοίταζε με θαυμασμό. «Μακάρι κι εγώ να κάνω σήμερα μια ανοιχτή συζήτηση μαζί του για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση που αναστατώνει την Αθήνα αλλά και για το μέλλον τής…» δεν πρόλαβε να αποτελειώσει την ευχή και της φάνηκε πως λίγο πιο μακριά, σε άλλη παρέα, είδε τον Ρίτσαρντ· προχώρησε διακριτικά λίγα βήματα μπροστά, για να σιγουρευτεί· δεν είχε κάνει λάθος, αυτός ήταν. Δεν το περίμενε, δεν ήταν προετοιμασμένη. Η καρδιά της άρχισε να κτυπά δυνατά, ένιωθε πως θα σπάσει.

Η επιμελώς κρυμμένη προσμονή της για μια τυχαία έστω συνάντηση μαζί του γινόταν ανέλπιστα πραγματικότητα. Σαν αστραπή έλαμψε στη μνήμη της η πρώτη φορά που είχε συναντήσει σε δεξίωση τον ωραίο, αεράτο κι ελκυστικό, νεαρό άμισθο  ακόλουθο της βρετανικής πρεσβείας. Συναντήθηκαν μετά και σ’ άλλες δεξιώσεις. Γλυκομίλητος ήταν πάντα στις συζητήσεις τους που στρέφονταν σε θέματα της τρέχουσας πολιτικής, χωρίς να λείπουν και τα προσωπικά, κυρίως γύρω από τα παιδικά χρόνια τους, της προσφυγιάς εκείνη, των σπουδών εκείνος· χρόνια που, όπως ισχυρίζονταν κι οι δυο, διαμόρφωσαν το μέλλον τους, που έγινε παρόν.

Καθώς τον παρατηρούσε από μακριά θυμήθηκε την ιστορία που της είχε κάποτε διηγηθεί. Ο πατέρας του, πλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού, τον προόριζε για τα καράβια και μόλις έκλεισε τα δώδεκα τον πήρε μαζί του ναυτόπουλο να τον προετοιμάσει ως δόκιμο αξιωματικό. Σχεδόν αυτολεξεί ξεπήδησαν από τη μνήμη της τα λόγια του Ρίτσαρντ και το έντονο ύφος με το οποίο τότε τα είχε ξεστομίσει: «Όμως εγώ δεν ήμουν γεννημένος για ναυτικός· απεχθανόμουν τη σκληρή δουλειά στο καράβι, κι ας γινόμουν ακόμη και πλοίαρχος, όπως ο πατέρας μου· δεν με γοήτευε ούτε η θάλασσα ούτε τα καράβια ούτε οι ναυμαχίες. Ήθελα να σπουδάσω». Και κατάφερε να γυρίσει πίσω και να φοιτήσει στο ονομαστό κολέγιο Christ Church της Οξφόρδης.

«Και να τος ακόμη εδώ, δίπλα στον πρέσβη πατέρα του, τον αξιότιμο Έντμοντ Λάιονς! Σίγουρα θα είναι ενθουσιασμένος, που κάνει μια ιδανική πρακτική στη διπλωματία» σκέφτηκε η Ελισάβετ. Και διαθέτει τα καλύτερα προσόντα, γνώσεις, ξένες γλώσσες και πάνω από όλα εργατικότητα, άψογη συμπεριφορά, προσήνεια, έμφυτη ευγένεια και φιλοδοξία ανόδου.

Τον θαύμαζε και τον ζήλευε για την υπομονή και την επιμονή του να μην υποτάσσεται εύκολα στα σχέδια που έκαναν άλλοι για το δικό του μέλλον κι ας ήταν αυτοί οι άλλοι ο πατέρας του. «Τέτοια αγωνιστικότητα κι επιμονή θέλω να έχω κι εγώ για τα δικά μου σχέδια, για το δικό μου μέλλον…» ευχόταν μυστικά, όταν αστραπιαία διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους. Τον είδε ν’ αφήνει την παρέα του και να πλησιάζει προς το μέρος της· ήταν το μόνο που ανομολόγητα ήθελε να συμβεί, κι ας ένιωθε άβολα με το καυτό αιμάτινο κύμα που κατάλαβε πως άρχισε να πυρπολεί το πρόσωπό της.

Στάθηκε απέναντί της χαμογελαστός, τής τράβηξε το δεξί χέρι, το φίλησε με εγγλέζικη ευγένεια και της είπε με αεράτο ύφος:

—Χρόνια πολλά, χαριεστάτη δεσποινίς Ελισάβετ. Ο Θεός να σας ευλογεί. Νόμιζα δεν θα επιστρέφατε ποτέ εις τας Αθήνας. Λείψατε από όλους μας.

—Ευχαριστώ που δεν με ξεχάσατε, είπε εκείνη ντροπαλά και νιώθοντας τις παρειές της να φλέγονται, απέφυγε να τον κοιτάξει στα μάτια· δεν ήθελε να προδώσει το ισχυρό σκίρτημα της καρδιάς της.

Εκείνος όμως εννόησε την πηγή του προδοτικού κόκκινου χρώματος στο χλομό πρόσωπο που θυμόταν και της πρόσφερε έτοιμη τη δικαιολογία:

—Κάνει πολύ κρύο σήμερα και φυσάει δυνατός ψυχρός αέρας·  το βλέπω στο πρόσωπό σας. Να προσέχετε μην αρρωστήσετε. Γιατί όμως μείνατε τόσα χρόνια στα Χανιά; Φαντάζομαι θα περνούσατε καλά στον τόπο σας.

—Όχι, καλά δεν πέρασα. Κατέβηκα για λίγο να τακτοποιήσουμε κάποια οικογενειακά περιουσιακά θέματα με τον αδελφό μου και τη μητέρα μου κι έμεινα πέντε χρόνια.

—Μου φάνηκαν περισσότερα… Ας είναι· δεν ξέρω αν έχετε πληροφορηθεί ότι μετά την αναχώρησή σας έγινα μόνιμος έμμισθος ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας εδώ, θέση τελείως ανεξάρτητη από τη θέση του πατέρα μου και, καθώς καταλαβαίνετε, στόχος μου είναι να ενισχύσω εδώ το κύρος της χώρας μου.

—Σας συγχαίρω ειλικρινά. Το αξίζετε, έχετε  όλα τα προσόντα κι η άριστη γνώση σας των ελληνικών και των γαλλικών δεν θα πάει χαμένη· εύχομαι να πετύχετε, του είπε με τυπική ευγένεια, χωρίς να μπορεί να εκδηλώσει τη χαρά της, όχι για την προαγωγή του, αλλά που τον ξανάβλεπε. «Αχ, πότε τέλος πάντων θα απαλλαγώ από αυτήν την αιδώ, που γίνεται φραγμός στην εξωτερίκευση των συναισθημάτων μου;» παραπονιόταν μυστικά στον εαυτό της, ενώ η αόρατη φλόγα συνέχιζε το έργο της στις παρειές της, όσο εκείνος συνέχιζε να της μιλεί.

—Θα ήθελα, αγαπητή μου Ελισάβετ της Κρήτης, να σας φανώ χρήσιμος. Λόγω της θέσης μου με ενδιαφέρουν τα προβλήματα των υπηκόων του ελληνικού βασιλείου, που υπήρξαν κάποτε υποτελείς της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αν δεν σας φανώ αδιάκριτος, πείτε μου περισσότερα για την περίπτωσή σας.

—Δεν θέλω να σας υποχρεώνω με δικά μου θέματα…

—Μην ανησυχείτε, αγαπητή μου, η δική σας περίπτωση είναι ιδιωτική, δεν θα θίξει δα και το συμφέρον της Βρετανίας…

—Το συμφέρον της Βρετανίας!…

—Το συμφέρον της Βρετανίας, σύμφωνα με την πολιτική γραμμή του υπουργού μας των Εξωτερικών, του φιλέλληνα κυρίου Πάλμερστον, είναι η διατήρηση της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας και καταλαβαίνετε ότι οφείλω να την εφαρμόζω· αλλά το δικό σας θέμα θα είναι απλό.

—Ας αφήσουμε το δικό μου θέμα. Το συμφέρον της Βρετανίας θέλετε να πείτε ότι συγκρούεται με το συμφέρον της Κρήτης για ένωσή της με την Ελλάδα και ότι κάθε επανάσταση είναι μάταιη… είπε υψώνοντας κάπως τον τόνο της φωνής της κι ένιωθε ότι από το πρόσωπό της χανόταν το χρώμα της αιδούς.

—Θα σας μιλήσω ειλικρινά. Η Μεγάλη Βρετανία ενδιαφέρεται για την Κρήτη, θα την ήθελε ως βάση της για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου…

Η Ελισάβετ τον διέκοψε και με λεπτή ειρωνεία συμπλήρωσε:

—Και για απρόσκοπτη ναυτική επικοινωνία με τας Ινδίας προς όφελος των οικονομικών συμφερόντων σας, τα οποία υποθέτω είναι μεγάλα· ή όχι;

—Μεγάλη χώρα, μεγάλα συμφέροντα, αγαπητή μου Ελισάβετ, γιατί απορείτε;

—Κάποιοι εκεί κάτω στην Κρήτη είχαν κάποτε απορήσει… με την υποκρισία…

—Την υποκρισία! Ποίων την υποκρισία; την διέκοψε ο Ρίτσαρντ ενοχλημένος.

—Θα σας αναφέρω σύντομα ένα περιστατικό του 1841 και θα καταλάβετε· μου το διηγήθηκαν ως αληθινό, όταν κατέβηκα στα Χανιά: Μόλις οι Ευρωπαίοι πρόξενοι των Χανίων έμαθαν ότι αποβιβάστηκαν ένοπλοι Κρητικοί από την Ελλάδα σε κάποιο νότιο λιμανάκι των Χανίων και κατευθύνονταν προς τα Σφακιά, τους προσκαλούσαν επανειλημμένα για συνομιλίες στ’ Ασκύφου. Η Επιτροπή πήγε στη συνάντηση εκείνη και μετά τις συνομιλίες ξέρετε τι πρότειναν τελικά; Στους μεν κατοίκους υποταγή στους Τούρκους! Στη δε Επιτροπή και σε αντιπροσώπους των Σφακιανών να τους ακολουθήσουν στη Σούδα, στα ελλιμενισμένα αγγλικά πλοία, για περαιτέρω συνομιλίες παρουσίᾳ επιτροπής Τούρκων. Τότε ένας θαρραλέος Ασκυφιώτης τους έδωσε την εξής αποστομωτική απάντηση, που ακόμη συζητιέται στην πόλη· σας τη μεταφέρω όπως τη θυμούμαι: «Εσείς οι Άγγλοι κάνετε τους ιεραπόστολους, μας εξηγείτε το Ευαγγέλιον για να καταλαβαίνομε είντα λέγει κι εγεμίσετε τον κόσμον με Ευαγγέλια. Και μεις θωρούμεν και πολεμάτε να ’χετε πάντα το Κουράνι από πάνω από το Ευαγγέλιον. Καλοί χριστιανοί σάς ομοιάζει το λοιπόν νάστε». Ποια είναι η υποκρισία και ποιους θεωρούσαν υποκριτές, καταλάβατε…

—Ας μην στρέψουμε το θέμα στην ανεκδοτολογία, αγαπητή μου Ελισάβετ, της αποκρίθηκε, μεταξύ αστείου και σοβαρού ο Ρίτσαρντ.

Η Ελισάβετ υπομειδίασε, έκανε ένα διφορούμενο μορφασμό κι έσκυψε την κεφαλή της, πήρε την τσάντα της στα χέρια, την άνοιξε και προσποιήθηκε πως έψαχνε κάτι, θέλοντας να κρύψει την απογοήτευσή της από τα λόγια του. Ανακλήθηκαν τότε στη μνήμη της τα παλιά κυνικά λόγια του άγγλου πρόξενου Χένρι Όνγκλεϋ «η Κρήτη αν δεν μπορεί να είναι αγγλική, ας παραμείνει τουρκική» και αμέσως κρυφός θυμός κυριάρχησε μέσα της· για να μην εκδηλωθεί άτροπα, συνέχιζε την ανασκαφή στην τσάντα σιωπηλή και δακρυρροούσα, πολιορκημένη από ένα εσωτερικό αμείλικτο ρητορικό ερώτημα «το συμφέρον λοιπόν κρύβεται παντού; Κι αν κάθε επαναστατική προσπάθεια εναντίον των Τούρκων είναι καταδικασμένη; μήπως άδικα θα θυσιάζονται οι συμπατριώτες μου;».

Ο Ρίτσαρντ δεν είχε προσέξει την ξαφνική αλλαγή στην έκφραση του προσώπου της ούτε τα πιεστικά δάκρυά της που το έβρεχαν, μέχρι που εκείνη ανέσυρε αργά από την τσάντα της το λευκό μαντηλάκι με το κεντημένο στη γωνιά μονόγραμμα και σκούπισε διακριτικά τα μάτια της.

—Ελάτε, δεσποινίς μου, μη στενοχωριέστε, όλα θα διορθωθούν. Μη διστάζετε, πείτε μου το οικογενειακό πρόβλημά σας, θα λυθεί, αρκεί να περνάει από το χέρι μου, της είπε με τρυφερότητα.

—Σας ευχαριστώ που ενδιαφέρεστε για την ταπεινότητά μου. Άλλος είναι ο λόγος που δάκρυσα.

—Άλλος;

—Άλλος. Και πιο σοβαρός. Σας παρακαλώ, εξηγήστε μου πώς είναι δυνατόν να θεωρείται φιλελληνική η πολιτική του κυρίου Πάλμερστον που αναφέρατε;

—Ακούστε. Η πολιτική θέση του υπουργού μας είναι η εξής: για τη Μεγάλη Βρετανία δεν υπάρχουν σταθεροί φίλοι ή εχθροί, αλλά σας επαναλαμβάνω, μόνο σταθερά συμφέροντα· και εγώ αυτή τη θέση οφείλω να υπηρετώ με συνέπεια, γιατί οι Βρετανοί ήταν και είναι the chosen people of history

—Ο εκλεκτός λαός της Ιστορίας, ο περιούσιος λαός! Εβραϊκή η σκέψη σας, αλλά με διαφορετική χροιά, πολιτική, τον κέντρισε η Ελισάβετ.

—Πολιτική χροιά; Δεν αντιλέγω· στη Βρετανία γεννήθηκε ο κοινοβουλευτισμός, όπως καλά γνωρίζετε. Πάντως το δικό σας θέμα έχει ιδιωτική χροιά· καμιά σχέση με την πολιτική, υποθέτω. Μιλήστε μου, μη φοβάστε.

—Παρόλο που δεν χρειάζεται, ούτε θέλω, να μεσολαβήσετε, θα σας πω εν συντομίᾳ, μόνο και μόνο για να δείτε πώς συμπεριφέρονται αυτοί που υπερασπίζεται η πολιτική σας.

—Σας ακούω με ενδιαφέρον…

—Τούρκοι γείτονες στο χωριό μας, στ’ Αλικιανού Κυδωνίας, μόλις εγκαταλείψαμε το νησί το 1824, κυνηγημένοι από τον Χουσεΐν μπέη, καταπάτησαν και το λιόφυτο και το περιβόλι μας με  τις πορτοκαλιές. Όταν μερικά χρόνια αργότερα ο αδελφός μου επέστρεψε στο νησί, διαπίστωσε ότι καλλιεργούσαν αυθαίρετα τα χωράφια μας και καρπώνονταν εκείνοι όλα τα έσοδα. Από φόβο δεν διαμαρτυρήθηκε, με αποτέλεσμα, όταν έφυγε, εκείνοι να διαδίδουν ότι τους τα είχε πουλήσει.

—Πώς θα μπορούσε να πουλήσει οτιδήποτε από την περιουσία σας, χωρίς να το γνωρίζετε ούτε εσείς ούτε η μητέρα σας;

—Ακριβώς αυτό ήταν το ζήτημα. Γι’ αυτό κατεβήκαμε, για να διεκδικήσουμε το δίκιο μας, απαιτώντας από τους καταπατητές να μας επιδείξουν τα δήθεν πωλητήρια. Είχαμε δίκιο κι ήμουν σίγουρη ότι θα δινόταν η λύση αμέσως, ώστε να επιστρέψω γρήγορα στην Αθήνα.

—Γνωρίζω ότι η γραφειοκρατία των Τούρκων είναι χρονοβόρα και πολύπλοκη, ιδίως αν οι υποτελείς τους έχουν δίκιο… Δικαιωθήκατε;

—Πέρασαν χρόνια μέχρι να δικαιωθούμε, εν μέρει.

Η συζήτηση διακόπηκε απότομα· την καλούσε η κυρία Χιλλ· είχε έλθει η ώρα να δώσουν τα χριστουγεννιάτικα δώρα στους μαθητές και στις μαθήτριες του σχολείου.

Η Ελισάβετ υπάκουσε και κατευθύνθηκε προς το μεγάλο τραπέζι στη μέση της αίθουσας.  Κι ενώ με τα χέρια της έδινε μηχανικά τα δωράκια στην κυρία Χιλλ, για να τα παραδώσει η ίδια στα παιδιά,  εκείνη με το βλέμμα της έβλεπε τον Ρίτσαρντ να κινείται άνετα ανάμεσα στους καλεσμένους, με ξεχωριστή χάρη και με φανερή ικανότητα να δημιουργεί αμέσως φιλική ατμόσφαιρα, ακόμη και με αγνώστους· κι έβγαζε τα συμπεράσματά της: «Είναι σωστός διπλωμάτης, γνωρίζει πως ό,τι κάνει έχει πολιτικό αντίκρισμα, αντανακλά στην πρεσβεία και επιθυμεί να προσθέτει γόητρο στη Μεγάλη Βρετανία και μάλιστα με τρόπο ανεπιτήδευτο και φυσικό· αυτό είναι το μυστικό, όπως έλεγε λίγο πριν»· όμως η αμφιβολία άρχισε να της δηλητηριάζει το παλιό πλατωνικό ερωτικό συναίσθημα, που πριν από λίγο είχε βγει στην επιφάνεια. «Είναι ο Ρίτσαρντ κατάλληλος για μένα;» άρχισε να διερωτάται κι άφησε ανοικτό το ερώτημα.

 

 

Μετά την απονομή των δώρων η Ελισάβετ έμεινε μόνη στο μεγάλο κεντρικό τραπέζι κι άρχισε να το τακτοποιεί. Δεν πρόσεξε τον Έντιμοντ Λάιονς, καθώς ερχόταν προς αυτήν, παρά μόνο όταν αυτός βρέθηκε μπροστά της.

—Καλώς ήλθατε στην Αθήνα μας, αγαπητή μου δεσποινίς, της είπε μετά το χειροφίλημα:

—Πώς ήταν η ζωή στο νησί σας; ρώτησε με φανερό ενδιαφέρον.

—Διδασκαλία, μελέτη και ατέλειωτα τρεχάματα για τα περιουσιακά μας. Χωρίς να βγάλω άκρη. Η τουρκική γραφειοκρατία είναι απελπιστική, τα έλεγα και στον αξιότιμο γιο σας λίγο πριν. Και επί τῃ ευκαιρίᾳ, σας συγχαίρω για τη νέα θέση του. Είναι άξιος.

—Είναι άξιος όντως· σας ευχαριστώ. Χαίρομαι που μιλήσατε. Μαθαίνω ότι στην Κρήτη έχουν ηρεμήσει πια τα πράγματα.

—Η ηρεμία που σας λένε είναι επιφανειακή. Οι συμπατριώτες μου έχουν πάντα στη σκέψη τους την επανάσταση. Να έχετε υπόψη σας πάντως ότι η ειρήνη εκεί κάτω είναι επισφαλής…

—Ίσως, αλλά δεν συμφωνώ. Η Κρήτη πρέπει να μείνει ήσυχη, αυτό συμφέρει όλους, αποφάνθηκε με σοβαρό ύφος ο πρέσβης.

—Δεν αντέχεται η καταπίεση κι η εκμετάλλευση από τον δυνάστη, κύριε πρέσβη.

—Έχετε δίκιο. Πείτε μου, συναντήσατε μήπως εκεί τον συνάδελφό μου κύριο Όνγκλεϋ; τη ρώτησε, επιχειρώντας να αλλάξει θέμα.

—Βέβαια, γνώρισα και την ωραία κι ευγενική σύζυγό του, την κυρία Λούση. Ήταν φίλοι με τους Μπέντον, τους θυμάστε φαντάζομαι, μαζί τους συναντιόμασταν στην αρχή.

—Πολύ καλά θυμάμαι το ζευγάρι των ιεραποστόλων που είχε στείλει στην Κρήτη η αμερικανική ιεραποστολική Εταιρεία. Είχαμε γνωριστεί, όταν τους φιλοξενούσαν εδώ οι φίλοι μας οι Χιλλ. Είχαν μαζί τους και μια μικρούλα…

—Τη Μαίρη, την αδελφή της Καρολίνας, που τους πρόσφερε σημαντική βοήθεια, μέχρι που παντρεύτηκε. Τον τελευταίο χρόνο βοηθούσα κι εγώ εθελοντικά…

—Μπράβο σας, έτσι έπρεπε. Έκαναν έργο Θεού εκεί κάτω.

—Το ένιωθα χρέος.

—Οι Μπέντον είναι σπουδαίοι άνθρωποι, ανιδιοτελείς και ντόμπροι, οι Χιλλ μού μιλούσαν πάντα με θαυμασμό για τις ακάματες ιεραποστολικές προσπάθειές τους στην Κρήτη και για τις επιτυχίες τους στη Σχολή.

— Όμως, δυστυχώς, όλα πήγαν χαμένα· μετά από έξι χρόνια, τους έστειλαν από την Εταιρεία τελεσίγραφο να επιστρέψουν στην Αμερική, είπε σχεδόν θυμωμένη η Ελισάβετ.

—Κι αυτοί, όφειλαν να υπακούσουν, υποθέτω.

—Όχι αδιαμαρτύρητα, όπως μου εκμυστηρεύτηκαν.

—Α, ναι; προέβησαν σε τέτοια τολμηρή ενέργεια;

—Δεν πέτυχαν όμως τίποτε. Ο αιδεσιμότατος κ. Τζορτζ Μπέντον δεν είχε τη ισχύ του κ. Χιλλ, που όπως ξέρετε, πριν γίνει ιεραπόστολος ήταν τραπεζίτης και γνωρίζει να χειρίζεται υποθέσεις που έχουν σχέση με τα οικονομικά.

—Ο κύριος Μπέντον δεν ήξερε από αυτά; ρώτησε με κάποια έκπληξη ο Λάιονς.

—Δεν ήξερε, αλλά και να ήξερε, τα Χανιά δεν είναι Αθήνα. Δεν μπορούσε παρά να υπακούσει και να αναχωρήσουν. Τους είχα συνοδεύσει κι εγώ στην προκυμαία των Χανίων. Όλη η πόλη, από εκτίμηση και αγάπη για το πρόσωπό τους και το εκπαιδευτικό έργο τους, ήταν εκεί να τους κατευοδώσει και να τους ευχηθεί, με δάκρυα στα μάτια οι περισσότεροι, κι εγώ μαζί τους. Τα παιδιά φώναζαν…

—Έστρεψαν πολλούς στον προτεσταντισμό;

—Απολύτως κανένα.

—Ας τους έδιναν λίγο χρόνο ακόμα, ίσως κάτι κατάφερναν. Κακώς τους ανακάλεσαν, σχολίασε με κάποια αυστηρότητα ο πρέσβης.

—Η Εταιρεία είχε άλλα σχέδια. Στόχευε τότε σε μη χριστιανικούς τόπους, στην Κίνα κυρίως.

—Τα ξέρω αυτά. Πείτε μου τώρα για τον κ. Όνγκλεϋ. Μιλήσατε μαζί του;

—Μιλήσαμε κάποιες φορές.

—Για τα θέματα της Κρήτης;

— …

Η Ελισάβετ δεν απάντησε, παρόλο που είχε ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη στον Έντμοντ Λάιονς. Ήξερε πόσο πιστός φίλος των Χιλλ κι αφοσιωμένος σύμβουλος και προστάτης της Σχολής και του έργου τους ήταν από παλιά και ήξερε ότι θαύμαζε και την ίδια για «την ευστροφία και τις ικανότητές της», όπως έλεγε· αλλά δεν ήθελε να συζητηθεί στο πόδι ένα θέμα που είχε αγκάθια και την πονούσε. Γι’ αυτό και σιωπούσε.

—Ελάτε, μη φοβάσθε. Σας γνωρίζω από μικρή και από την αρχή είχα διαπιστώσει ότι σας ενδιέφεραν εκτός από τα θρησκευτικά και τα πολιτικά θέματα. Πάντα είχατε άποψη και την υποστηρίζατε και πάντα παίρνατε θέση, σπάνιο πράγμα για μια γυναίκα και σπανιότατο για ένα νέο κορίτσι.

—Ε… είχαμε κάποιες συζητήσεις με τον κύριο Όνγκλεϋ, όχι πολλές, αλλά ναι, μιλούσαμε και για το μέλλον της Κρήτης…

—Αγαπητέ μου Έντμοντ… Φώναξε ανυπόμονα από μικρή απόσταση η Αυγούστα Λουίζα, η σύζυγός του.

—Βλέπετε! δεν μ’ αφήνουν να μιλήσω λιγάκι με μια αιθέρια δεσποινίδα. Θα τα ξαναπούμε όμως σύντομα και εν εκτάσει…

Η Ελισάβετ βλέποντας πως έχασε την ευκαιρία να πάρει από το πιο κατάλληλο πρόσωπο έγκυρες πληροφορίες για τα τελευταία συμβάντα στην Αθήνα, πρόλαβε μόνο, πριν πλησιάσει η σύζυγός του, και του είπε:

—Θέλω να μάθω από σας ποια γνώμη έχετε για το μέλλον της υπόδουλης Κρήτης και τι ακριβώς συνέβη εδώ το περασμένο Πάσχα που…

Πριν ολοκληρώσει τη φράση της, εκείνος με αργές κινήσεις της έπιασε το χέρι, το φίλησε και της ψιθύρισε «Την επόμενη φορά…» και στράφηκε προς τη σύζυγό του.

Τον κοίταζε που κατευθυνόταν προς το μέρος της και δεν μπορούσε να πιστέψει όσα άκουγε να λένε πολλοί Αθηναίοι για αυτόν, ότι δηλαδή  ευθύνεται για την κακή εξέλιξη της τρέχουσας πολιτικής υπόθεσης. «Γιατί κατηγορούν αυτόν, και όχι τον υπουργό Εξωτερικών, τον Πάλμερστον, τις διαταγές του οποίου εφαρμόζει, ή και την ίδια την Αγγλία; Ή μήπως πίσω από όλα κρύβεται ο γιος του; Ο Ρίτσαρντ!» πετάχτηκε από μέσα της ακόμη πιο ισχυρή η προηγούμενη αμφιβολία.

 

 

Λίγες μέρες μετά από εκείνη τη μεγαλοπρεπή γιορτή ο αιδεσιμότατος κάλεσε την Ελισάβετ στο γραφείο του και της εξέθεσε τις σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Σχολή.

—Δεν υπάρχει, Ελισάβετ, πεντάρα στο ταμείο για τη φετεινή σχολική χρονιά· στην πραγματικότητα η Σχολή λειτουργεί μόνο με δανεικά και θέλω να το ξέρεις, της είπε. Η ίδια η Εταιρεία μας στην Αμερική δυσκολεύεται οικονομικά γι’ αυτό έχει περιορίσει πολύ τη χρηματοδότησή μας.

—Σας έδωσαν εντολή για κλείσιμο, όπως πριν από πέντε χρόνια είχαν δώσει για τη Σχολή της Κρήτης; ρώτησε θορυβημένη η Ελισάβετ.

—Όχι, αλλά εκεί μας ωθούν έμμεσα, να λάβουμε εμείς οι ίδιοι τη δύσκολη απόφαση να κλείσουμε, είπε με συγκρατημένη οργή ο αιδεσιμότατος.

Η Ελισάβετ δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη και είπε με έκπληξη ανάμεικτη με ελεγχόμενο θυμό:

—Η Σχολή δεν έκλεισε με τον σάλο που είχε δημιουργήσει η εφημερίδα Αιών, για τάχα προσηλυτισμό των μαθητριών, θα κλείσει τώρα που ο σάλος έχει προ πολλού κοπάσει; Μας κυνηγάει λοιπόν τώρα η ίδια η Εταιρεία;

—Η ανέχεια μάς κυνηγάει, αγαπητή μου Ελισάβετ, όχι η Εταιρεία· θα σου θυμίσω τον λόγο του Δημοσθένη «δεῖ δὲ χρημάτων, καὶ ἄνευ τούτων οὐδὲν ἔστι γενέσθαι τῶν δεόντων» είπε ο αιδεσιμότατος, για την ηρεμήσει και σκύβοντας στο γραφείο του άνοιξε το συρτάρι.

Η Ελισάβετ τον έβλεπε που αναζητούσε κάτι στα χαρτιά του κι ένιωσε την καρδιά της να πάλλει δυνατά· από το μυαλό της πέρασε αστραπή ο φόβος για το μέλλον όχι μόνο της Σχολής αλλά και της ζωής της…

—Νά το! είπε ο αιδεσιμότατος και της έδειξε ένα φάκελο.

Έβγαλε προσεχτικά από μέσα ένα δίφυλλο μπλε χαρτί αλληλογραφίας και της είπε:

—Αυτό που βλέπεις είναι μια επιστολή που έχω ετοιμάσει να στείλω στην Αμερική. Θέλω να σου διαβάσω ένα απόσπασμα, για να καταλάβεις σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε και γιατί η χριστουγεννιάτικη γιορτή μας είχε φέτος τόση λαμπρότητα. Άκου λοιπόν με προσοχή και πες μου τη γνώμη σου:

«Καθημερινά προσευχόμαστε στον Ύψιστο να μας φωτίσει να πράξουμε ό,τι είναι σωστό. Αν και η έλλειψη χρημάτων μας προκαλεί μεγάλη ανησυχία, διατηρούμε ακόμη την ελπίδα ότι η Επιτροπή θα πράξει τα δέοντα, γιατί περικοπή χρηματοδότησης ισοδυναμεί με καταστροφή.  Αν και στην αρχή σκεφτήκαμε να κλείσουμε εμείς οι ίδιοι τη Σχολή, με δεύτερη σκέψη το αποφύγαμε για δυο πολύ σοβαρούς λόγους: Πρώτον, δεν νιώθαμε έτοιμοι να απαντήσουμε στα δικαιολογημένα κι αμέτρητα «γιατί» των γονέων ούτε να ανασκευάσουμε τις αναμενόμενες εικασίες πανέξυπνων και παρατηρητικών ανθρώπων. Δεύτερον, περιμέναμε ξανά από μέρα σε μέρα  την επίσκεψη φίλων από την Αμερική, που είχαν ενθουσιαστεί με το έργο μας την προηγούμενη φορά. Θα τους παρουσιάζαμε τώρα άδεια θρανία και κλειστές πόρτες, τα συντρίμμια δηλαδή δεκαεπτά χρόνων σκληρής δουλειάς; Το θεωρήσαμε μεγάλη ντροπή και για μας και για το κύρος της Εταιρείας· κι αποφασίσαμε να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα πιο λαμπρά και πιο επίσημα από κάθε άλλη φορά, κάνοντας έτσι και τον απολογισμό του έργου μας, που ίσως σύντομα αναγκαστούμε να εγκαταλείψουμε…»

Όταν ο αιδεσιμότατος σταμάτησε, για να γυρίσει το φύλλο, η Ελισάβετ σχολίασε με κατανόηση:

—Τώρα καταλαβαίνω γιατί  είχε προσκληθεί τόσος πολύς κόσμος φέτος στη γιορτή μας· πολύ καλά τα γράφετε.

—Ναι, Ελισάβετ, δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στα δεκαεφτά χρόνια που λειτουργεί η Σχολή τόσο μεγάλη σχολική δεξίωση τα Χριστούγεννα. Κι όταν μας εύχονταν «και του χρόνου», εγώ σιωπούσα, γιατί σκεπτόμουν πως ίσως ήταν η τελευταία μας χρονιά, της εκμυστηρεύθηκε με φανερή θλίψη, ενώ έβαζε ξανά το φάκελο στο συρτάρι. Η Ελισάβετ διαισθάνθηκε ότι ο αιδεσιμότατος προτιμούσε να σταματήσει αυτή η συζήτηση που τον πίκραινε πολύ. Τον χαιρέτησε ευγενικά κι έκλεισε την πόρτα.

Όταν βρέθηκε μόνη στο δωμάτιό της, κυριευμένη από τα απροσδόκητα κακά μαντάτα, ακούμπησε στο ημερολόγιό της τη δική της θλίψη.

«Επέστρεφα με χαρά στην Αθήνα, τη βρήκα αναστατωμένη και δεν ξέρω ακόμη γιατί· είχα ελπίδες, αλλά φοβάμαι πως θα αποδειχθούν φρούδες. Τι θα κάνω, αν το σχολείο κλείσει; Πώς θα επιβιώσω; Θα αντιμετωπίσω κι εγώ το ίδιο πρόβλημα της ανεργίας, για το οποίο μιλούσε ο Τζορτζ Μπέντον, που είχε αναγκαστεί να τους απολύσει όλους, όταν η Εταιρεία τον διέταξε να κλείσει τη Σχολή στα Χανιά. Είχε διαμαρτυρηθεί, αλλά η απόφαση είχε ήδη ληφθεί ομόφωνα, με την ψυχρή μόνο λογική που επιβάλλουν οι απαράβατοι κανόνες της οικονομίας, οι κανόνες του δούναι και λαβείν, του συμφέροντος… Δεν πετυχαίνεις τον στόχο; δεν έχεις λόγο ύπαρξης.

Ίσως χρειαστεί να αναζητήσω αλλού δουλειά, αλλά στα Χανιά δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω. Δεν βρίσκω να με συνδέει τίποτε με τον τόπο όπου γεννήθηκα. Εκεί κάτω ούτε υπήρχε ούτε υπάρχει μέλλον για μένα. Πώς θα ζήσω ολομόναχη και με επισφαλή την ειρήνη, ανάμεσα σε αγράμματους που έχουν στον νου τους μόνο επαναστάσεις κι ανάμεσα στα τσιράκια του Μουσταφά πασά, που ανελέητα τους κυνηγούν;

Εγώ, μια ταπεινή δασκάλα, τι μπορώ να προσφέρω στα εθνικά θέματα της Κρήτης; Τι πρόσφερα άλλωστε πέντε χρόνια εκεί; Κι ούτε θέλω να χάσω την ελπίδα μιας πιο στενής προσέγγισης με τον Ρίτσαρντ, ώστε να τον γνωρίσω καλύτερα, μήπως διαλυθούν οι αμφιβολίες που έχω εγώ, η απαιτητική, η παράξενη, η φιλόδοξη…

Όχι, στα Χανιά δεν θα επιστρέψω. Εδώ θα μείνω στην αναστατωμένη Αθήνα, αντιμέτωπη με τα όποια προβλήματα. Το δικό μου πρόβλημα μοιάζει ασήμαντο μπροστά στα σοβαρά που τώρα ταράζουν την πόλη. Ο λόγος του Κυρίου «μη  φοβού, μόνον πίστευε» θα με στηρίξει…

 Κι όμως παλεύω με την αγωνία μιας πιθανής ανεργίας· «πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῃ απιστίᾳ»· Σε θερμοπαρακαλώ…

Εδώ θα μείνω να παλέψω· στα Χανιά δεν γυρίζω, εκτός εάν ποτέ..».

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

 

 

[1] Το δεύτερο κεφάλαιο της μυθιστορηματικής βιογραφίας της Ελισάβετ Β. Κονταξάκη (1819-1879) που γράφω. Για μια πρώτη γνωριμία με τη ζωή και τη δράση της Κονταξάκη, προσωπικότητας από τις πιο συναρπαστικές και αμφιλεγόμενες του ελληνικού 19ου αιώνα, ο ενδιαφερόμενος παραπέμπεται στο παρακάτω άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών. Βλ. επίσης Αγγελική Καραθανάση, «Ο ρόλος της Ελισάβετ Β. Κονταξάκη στις πολιτικές εξελίξεις στην Κρήτη κατά την τριετία 1856-1858» (Εν Χανίοις [ετήσια έκδοση του Δήμου Χανίων], τ.11 [2017], σ.85-110, goo.gl/1r2nDb) όπου και αναλυτική επισκόπηση της πολιτικά σημαντικότερης περιόδου στη ζωή της «Ελισάβετ της Κρήτης». Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου δημοσιεύθηκε εδώ.