Day: 02.11.2021

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας!

της ΠΑΓΩΝΑΣ ΞΕΝΑΚΗ

Λοιπόν που λέτε, έστεκε κι έστεκε εκεί δα στο μουσείο, κάτω απ’ τις βενέτικες αψίδες, μια χωμάτινη Ταναγραία.

Χρόνια και χρόνια ήτονε θαμμένη στο μούσκιο, στη πηχτή μελάσα της λάσπης, σ’ ένα χέρσο χωραφάκι κεντώντας με τις ώχρινες κλωστές μιας ρίζας.
Μήπως δα, κι’ εκείνη σα κοπέλα, δεν ήθελε να βγει στους εφτά ήλιους ντουρντισμένη με το πήλινο πτυχωτό φουστανάκι της;
Να δει, να τη δουν, να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτούς που θα τη διαλέξουν…
Έτσι είν’ αυτά, μη ντρέπεστε, έτσι είν’ η ζωή.

Μα ήρθαν καιροί και σαν τη βρήκαν οι εργάτες (θάχει να το παινεύεται), της φέρθηκαν καθώς αρμόζει σε μια κυρία.
Θυμάται πώς αφέθηκε φιλάρεσκα πάνω στις αγορίστικες παλάμες τους κι αυτοί, τί την ένιψαν, τί της σάρωσαν τα χώματα με καστορένιο βουρτσάκι, τί τη θαύμασαν:
Φτού! φτού!… μη μου άπτου, την είχαν σας λέγω.

Και τώρα, εδώ στο μουσείο μιας μικρούτσικης πόλης, με μια απαλή υπόκλιση, παίζει ολημερίς με τα σπασμένα όστρακα της προθήκης.
Από το τοξωτό το παραθύρι, σκαρφαλώνει και στραφταλίζει ένα απαλότατο φωσάκι.
Ώρες ώρες πάλι, ένα ψαλιδισμένο αέρι.
Καμιά φορά, στα φυσερά τα κρύα, γλιστρά έστω λίγη βροχή…
Δόξα σοι ο Θεός.

Ένα χινόπωρο ήταν θυμάμαι, που μπήκε λαχανιασμένο σα πολυάσχολος δικηγόρος ένα φτερούδι και τη ρίπισε απαλά. Τι να ήθελε; τι της είπε; Δε ρώτησα.

Άκουγε απ’ όξω τη βοή της πόλης και τις τσιρίδες των παιδιών που έσβηναν καθώς λιγοθυμούσε η μέρα κι έπειτα τις νύχτες πια, έβλεπε το πυκνότατο μαύρο πίσω από τα σιδερένια κάγκελα που έμοιαζαν τώρα σα φουρκέτες σε στιλπνά μαλλιά.
Κι η νύχτα η ελεούσα με την ευρύχωρη καρδιά, πάντα της πέταγε από τη τιάρα της ένα μικρό πετράδι κ’ αυτό, γκλον!, κατρακυλούσε πάνω στο πάγκο με τα ρωμαικά νομίσματα.
Κι έτσι, όμορφα όμορφα, πέρναγε ο καιρός.

Μα σας το λέγω από τα πριν, να κάνετε κι εσείς το κουμάντο σας:
Τούτο δω το παραμύθι, δεν έχει περιπέτειες, δράκους , βουνά και λόγγους, τίποτα δεν έχει.
Όλα αυτά, θέλουν το χρόνο να τρέχει σαν υφαντή κορδέλα στον αργαλειό της μοίρας, μα εδώ στο μουσείο ο χρόνος είναι στεκάμενος.
Τα αγάλματα θυμούνται βέβαια, αναχαράζουν, μα έχουν πολλά να θυμηθούν δε θέλουν άλλα. Όχι.

Όμως η Ταναγραία μας, δεν είναι σα τ’ άλλα αγάλματα. Όταν τη έπλασαν και την έβαλαν στο καμίνι να ψηθεί, τότε μια μικρή φωτίτσα γλίστρησε και φώλιασε για πάντα στη ψυχή της.
Κι έτσι, όλα αυτά γύρω της, της φαίνονται σαν τίποτα. Τι είναι άλλωστε;
Σκόνες του αγέρα, αγάλματα, αγάλματα και φαφούτικα ψηφιδωτά.

Αντίκρυ της όμως –βάι μανούλα μου– άραζε τεμπέλικα πάνω σε ψαθωτή καρέκλα, ολοζώντανος ο φύλακας του μουσείου….
Πεσίχαρος ήτονε κι ακόμη πιο χαρούμενος σαν έμπαιναν επισκέπτες και σοφοί περιηγητές από ξένες χώρες.
Τα μεσημέρια, τον έκανε χάζι που προσφάιζε ορεξάτα ό,τι τούβανε η μάνα του στο σεφερτάσι: ψωμάκι, τελεμέ, σαρμαδάκια (ανάλογα το βρισκάμενο ) και πάντα, πάντα στο τέλος , δρόσιζε και μοσχομύριζε τα χειλάκια του, ροκανίζοντας ένα άλικο μήλο.

Τις νύχτες, σαν τον έπαιρνε ο ύπνος στη καρέκλα του, μπορούσε πια να τον μελετά ώρες και ώρες με την ησυχία της.
Τότε, το λεπίδι του φεγγαριού κυλούσε απαλά και χάδευε για μια στιγμή τα μάγουλά του, λες και ήθελε να του ξουρίσει τ’ ανάρια γένια.
Της φαίνοταν απαράλλαχτος μ’ αυτό το κεφαλάκι στη μεσιανή ροζέτα του δαπέδου.
Άχ… ευτυχώς δε λες καλύτερα, που δεν έφερνε σ’ αυτόν τον ακατάδεχτο τον Ερμή, που είναι τόσο ξάσπρος και μάργαρος κι αρμονικός σα λεπτοδουλεμένο σαπουνάκι.
Ά πα…πα…

Ο φύλακάς μας, ήτανε καμωμένος μελαχροινάκι, κομμάτι χλωμός σα σιμιγδαλόπιτα και καθώς κοιμόταν, μια μικρούτσικη σταγόνα σάλιου λαμπίριζε άκρη άκρη στα μισάνοιχτα χείλη του. Αυτό, έκανε τη Ταναγραία να τον αγαπά περισσότερο.

Όποια, όποια αποκοτιά κι αν έκανε ο φύλακας, η Ταναγραία σπάραζε, τρανταζόταν από τα γέλια πάνω στον άξονα που στήριζε το ραγισμένο κορμί της : «αχ…Παναία μου….σε καλό να μας βγει…!»
Προσπαθούσε τότε να του φωνάξει στα ψέματα: « είσαι βλάκας, δε σ’ έχω φίλο μου!» ή να του πει στην αλήθεια χίλια δυο, μα οι άνθρωποι δεν ακούνε τις φωνές των αγαλμάτων.
Άρχιζε τότε από πείσμα, να πιλατεύει τον καημένο τον μπρούτζινο ρωμαίο λεγεωνάριο:
Έι ψιτ… Ρωμαίε, γιατί νάσαι ο Ρωμαίος! Αρνήσου το πατέρα σου! Άλλαξε το όνομά σου!
Κι αν δε μπορείς, ορκίσου μου πολύ πως μ’ αγαπάς κι εγώ δε θάμαι άλλο πια κόρη του Καπουλέττου…
Χα… χα… και δός του γέλια…
Μα ο ρωμαίος ήτανε πικρός, δεν ήξερε από τέτοια. «Ά… όλα κι όλα… ένα κι ένα κάνουν δύο».
Άλλως τε ποιος ξέρει, ποιο ματωμένο σπαθί δεν στέγνωσε ποτέ στο θηκάρι της ψυχής του.

Τέλος η Ταναγραία νύσταζε πια, έγερνε το κεφάλι με το περίτεχνο μυτερό καπελάκι και κοιμόταν κι’ αυτή να φρεσκαριστεί. Ες αύριον τα σπουδαία .

Έτσι λοιπόν, πέρναγε ο καιρός και ένα πρωί, η Ταναγραία άκουσε πως δυο πολιτείες κι ας είναι πολύ μακριά η μια απ’ την άλλη, μπορούνε λέει να γίνουν αδερφάδες, να αλλάξουν τα παιχνίδια τους, πλαγγόνες, αγάλματα λογής λογής, να τα δει κιάλλος κόσμος και κοσμάκης, να θαυμάσει, να μορφωθεί.

Κι έτσι, ένα άλλο πρωί –Δευτέρα αξέχαστη– δίχως να τη ρωτήσουν αν ήθελε ή δεν ήθελε, την έσυραν απ’ το γυάλινο κιόσκι της και την απίθωσαν απαλά σ’ ένα κουτί.
Απ’ τη γραμμή της χαραμάδας, στη στενή φρίζα από λυπημένο φως, έβλεπε πια μόνο το χέρι…ψαχ το χεράκι… του φύλακα, άπραγο, ακουμπισμένο στο γόνυ του.
Μετά πάλι, μήτε κι’ αυτό…
Κι ακόμα, όμως πολύ αργότερα,, ένοιωσε να κυλά στη γαστέρα της ο σάλος της θάλασσας.
Ζαλίστηκε πολύ, πικραχείλησε, μα τι να κάμει; Έγειρε να κοιμηθεί.

Ονειρεύτηκε τότες, παλιά ζαμάνια, χρόνια λησμονημένα, κεντίδια απ’ τις ριζοκλωνιές, τα εργόχειρα, τα αρχαία προυκιά της.
Ένοιωσε, πως κάθε μέρα της ζωής μας είναι μια λέξη μονάχα γραμμένη σε γυάλινη σελίδα.
Τι να πει μια λέξη μοναχή της;
Σαν τελειώσουν οι σελίδες, τις ενώνουμε σ’ ένα μικρό πάκο, το βάνουμε στο φως και να!
Αυτή είναι η ιστορία μας.

Μέρες, μέρες αργότερα στην αδερφάδα πόλη ανοίξανε με χτυποκάρδι τα νιοφερμένα κουτιά.
Ά! να τος ο Ερμής με το κηρύκειο… αλάβωτά του!
Να κι ο ρωμαίος, κοτζαμάν είδωλο με τη γάνα, τη χλόινη σκουριά στ’ απανωχείλι του!
Να και τα ψηφιδωτά απ’ το Καστέλι…
Μα τούτη δω τη κούτα τι τη φέρανε; μια δράκα χώμα έχει μόνο, άργιλος είναι; πηλός της λίμνης;

Ποιος το ξέρει.

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

Η εικονογράφηση είναι από έργο της συγγραφέως.