Δημήτρης Αρμάος, Η προσφορά της ξεριζωμένης καρδιάς (3/5)

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Tὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.

~ . ~

του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Π. ΒΕΡΤΟΥΔΑΚΗ

Νηφάλιες εντυπώσεις από ένα βίαιο θέμα
Η διδακτορική διατριβή του Δημήτρη Αρμάου

Δ. Αρμάος, Η προσφορά της ξεριζωμένης καρδιάς. Προϊστορία και λειτουργία του θέματος στην Ερωφίλη του Χορτάτση, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2011, σσ. 1010.

ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ο ποιητής πρέπει να είναι και φιλό-λογος; Έν τινι μέτρω είναι αναπόφευκτο. Ο ποιητής μελετά και απορροφά τις προγενέστερες και σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές –ιθαγενείς ή οθνείες. Ακόμη και το αρχέτυπο της αφελούς ποιήσεως –κατά την περίφημη σιλλεριανή διάκριση–, ο Όμηρος, είχε αφομοιώσει τη θεματική και τους ποιητικούς τρόπους μιας μακράς προφορικής επικής παράδοσης του ελληνόφωνου κόσμου. Εκεί όμως που η ποίηση διασταυρώθηκε για πρώτη φορά με την «επαγγελματική» φιλολογία είναι στην Αλεξάνδρεια. Τότε, στην ελληνιστική εποχή, φιλοτεχνήθηκε η φιγούρα του poeta doctus. Η αποστροφή του Στράβωνα (14.2.19) με την οποία χαρακτήρισε τον Φιλητά από την Κω ως «ποιητὴν ἅμα καὶ κριτικόν» έγινε διάσημη και δέσμευσε εν πολλοίς την ερμηνευτική ματιά των μελετητών της ελληνιστικής ποίησης. Ο Φιλητάς ήταν ο πρόδρομος μιας γενιάς λογίων ποιητών με κορυφαίο τον Καλλίμαχο τον Κυρηναίο, που επιχείρησε να ανανεώσει την ποίηση και την ποιητική του καιρού της αναθεωρώντας την προγενέστερη λογοτεχνική παράδοση και εμπνεόμενη από τη θησαυρισμένη γνώση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας.

    φωτογραφία Γιώργος Ζαχαρίου

Τη θησαυρισμένη γνώση της λογοτεχνίας αυτού του κόσμου –orbis literae!– προσπάθησε να δαμάσει στον όχι μακρό βίο του ο Δημήτρης Αρμάος, ποιητς μα κα κριτικός, και ο ίδιος. Ανάμεσα στις πολλές δράσεις του προς αυτή την κατεύθυνση δαπάνησε παραπάνω από μια δεκαετία στην έρευνα και τη συγγραφή της διδακτορικής διατριβής του. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με την ευκαιρία μιας υποτροφίας του Ι.Κ.Υ. ανέλαβε το θέμα της «προσφοράς της ξεριζωμένης καρδιάς» στην Ερωφίλη του Χορτάτση. Η διδακτορική εργασία ολοκληρώθηκε, κατατέθηκε και εγκρίθηκε από το Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το 2004 με εισηγητή τον Καθηγητή Παναγιώτη Μαστροδημήτρη.

Στα χρόνια της άνθησης του ελισαβετιανού και ιακωβινικού θεάτρου η βενετοκρατούμενη Κρήτη γνωρίζει τη δική της μεγάλη πνευματική ακμή. Μια πολύ ζωντανή λογοτεχνική σκηνή γονιμοποιείται από τους ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας που είχε το νησί με τη Δύση, πρωτίστως με τη Βενετία και άλλες Ιταλικές πόλεις. Η εύκρατη συναίρεση του ιθαγενούς στοιχείου με το δυτικό δημιούργησε μεγέθη πολιτισμού αδιανόητα για την υπό οθωμανική διοίκηση ελληνόφωνη επικράτεια. Νέα μορφικά σχήματα, έργα–πρότυπα, λογοτεχνικά θέματα και μοτίβα εισάγονται, προσαρμόζονται, και ενοφθαλμίζονται στην εντόπια παραγωγή. Η Ερωφίλη, κλασικιστική τραγωδία 3.204 στίχων, θα πρέπει, σύμφωνα με τις χρονολογήσεις των ειδικών, να συντέθηκε λίγο πριν από το γύρισμα του 16ου αιώνα και εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Βενετία το 1637, όταν ο ποιητής της δεν ζούσε πια.

Η υπόθεση της κρητικής τραγωδίας –υπενθυμίζουμε– υπόκειται στην Αίγυπτο και δομείται γύρω από τα τρία βασικά πρόσωπα, την Ερωφίλη, τον Πανάρετο και τον Φιλόγονο. Ο Φιλόγονος –όπως ακριβώς ο Κλαύδιος στον σαιξπηρικό Άμλετ– σκότωσε τον αδελφό του που ήταν ο νόμιμος βασιλιάς και του πήρε τον θρόνο και τη γυναίκα του. Η κόρη του Ερωφίλη μεγαλώνει μαζί με τον Πανάρετο, ορφανό βασιλόπουλο, του οποίου όμως η καταγωγή παραμένει άγνωστη· τον ερωτεύεται και παντρεύεται κρυφά μαζί του, ενώ ο πατέρας της αναζητά γαμπρό για εκείνην. Το υπό εξέταση θέμα εμφανίζεται στην πέμπτη πράξη, όπου ο μαντατοφόρος αναγγέλλει την ανατριχιαστική εκδίκηση του Φιλόγονου. Ο Πανάρετος βασανίζεται και θανατώνεται. Ακολούθως ο βασιλιάς προσφέρει στην ανύποπτη Ερωφίλη δήθεν ως γαμήλιο δώρο μία λεκάνη με το κεφάλι, τα ακρωτηριασμένα χέρια και την καρδιά του Πανάρετου. Στο τέλος η Ερωφίλη αυτοκτονεί και οι κορασίδες του χορού σκοτώνουν με δόλο τον Φιλόγονο.

Το έργο πραγματεύεται μία από τις αναρίθμητες εκδοχές του αρχετυπικού μεγα-θέματος (κατά τη μαρωνίτεια ορολογία) Έρως και Θάνατος. Εάν θέλαμε να παραφράσουμε για την περίπτωσή μας την περιλάλητη εναρκτήρια πρόταση από την Άννα Καρένινα του Λέοντος Τολστόι, θα λέγαμε ότι όλες οι ευτυχείς ερωτικές ιστορίες μοιάζουν ως προς την κατάληξή τους, η κάθε δυστυχής όμως είναι δυστυχής κατά τον δικό της τρόπο. Ήδη η αρχαία ελληνική παράδοση μάς έχει δώσει λογοτεχνικές μαρτυρίες και από τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Και τα πέντε ακέραια σωζόμενα ερωτικά μυθιστορήματα –του Χαρίτωνα, του Ξενοφώντα Εφέσιου, του Λόγγου, του Αχιλλέα Τάτιου και του Ηλιόδωρου– από την αυτοκρατορική περίοδο και την ύστερη αρχαιότητα έχουν happy end. Οι δύο νέοι κεραυνοβολούνται, χωρίζονται, βιώνουν λογιών-λογιών αδιανόητες περιπέτειες και ξαναβρίσκονται για να ενωθούν σε ευτυχισμένο γάμο. Έναντι αυτού του «ρομαντικού» ιδεώδους αντιπαρατάσσεται ο συγκλονισμός που φέρνει η συμπλοκή του μεγάλου αντιθετικού δίπολου, του έρωτα με τον θάνατο. Η αρχαιοελληνική τραγωδία είχε ήδη επεξεργαστεί επιμέρους παραλλαγές αντλημένες από τη μυθολογική παράδοση και είχε δώσει μεγάλα έργα, όπως ο Τηρεύς, η Μήδεια, η Φαίδρα. Το πόσο ελκυστικά έγιναν αυτά τα θέματα φαίνεται και από το ότι στην ύστερη ελληνιστική περίοδο ο ταλαντούχος ποιητής Παρθένιος από τη Νίκαια της Βιθυνίας συνέθεσε μια επιτομή από αφηγήσεις μεταξύ μύθου και ιστορίας για τα ολέθρια πάθη που προκαλούνται από παράνομους ή ανεκπλήρωτους έρωτες· την ονόμασε Ερωτικά παθήματα.

Κύριο πρότυπο της Ερωφίλης, όπως υπέδειξε ήδη ο Γερμανός λόγιος C. Bursian, είναι η ιταλική τραγωδία Orbecche του Giambattista Giraldi που τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1543. Η φιλολογική έρευνα διαπίστωσε, ωστόσο, ότι σε κύρια στοιχεία της δομής της Ερωφίλης υπάρχουν αντιστοιχίες με την τραγωδία Filostrato e Panfila του Antonio Cammelli il Pistoia (1436-1502) και ότι ενδεχομένως το έργο αυτό να υπήρξε το πρότυπο της Ορμπέκε. Τόσο ο Giraldi όσο και ο Cammelli ζούσαν στη Φλωρεντία.

Ο Αρμάος είχε παρατηρήσει ότι οι ξένοι μελετητές δεν συμπεριλαμβάνουν την Ερωφίλη στην ιστορία της πρόσληψης του θέματος της «προσφοράς της ξεριζωμένης καρδιάς». Από την άλλη πλευρά η ελληνική φιλολογική έρευνα δεν προχωρούσε σε μεγάλο βάθος στην αναζήτηση των ριζών της κειμενικής παράδοσης του έργου. Πάνω σε αυτό το «γραμματολογικό κενό» οικοδομήθηκε η δικαιολογητική βάση της διατριβής του. Για να καλύψει το desideratum ο Αρμάος συνέθεσε ένα ογκωδέστατο έργο που ξεπερνά τις χίλιες σελίδες. Ο αναγνώστης που πιάνει στα χέρια του τη διατριβή εκπλήσσεται! Το πρώτο είναι ασφαλώς η έκταση του έργου. Αλλά όχι μόνον αυτό. Είναι ακόμη ο πλούτος και η ποικιλία του υλικού που συγκομίζει ο συγγραφέας και η συστηματικότητα και διεξοδικότητα με την οποία επιχειρεί να το ερμηνεύσει. Θέλω να πω εξ αρχής ότι είναι πολύ δύσκολο να αποτυπωθεί όλη αυτή η εξαιρετική δουλειά σε ένα σύντομο κείμενο όπως αυτό εδώ.

Η διατριβή μερίζεται σε Εισαγωγή και τρία κύρια Μέρη. Στην Εισαγωγή (σσ. 5-128) ο Αρμάος ορίζει το πεδίο του – μεθοδολογικά και θεματικά. Δεν χρησιμοποιεί κανέναν κρίσιμο όρο (π.χ. θέμα, μοτίβο), αν δεν τον περιχαρακώσει προηγουμένως σημασιολογικά. Κατόπιν δηλώνονται  οι πρόδρομες αφηγήσεις για το θέμα της «Ξεριζωμένης καρδιάς»: στη Δύση είναι από πολύ παλιά γνωστό ως «θέμα της Γκισμόντας και του Γυϊσκάρδου», με βάση τη διήγηση του Βοκάκιου από το Δεκαήμερο (Τέταρτη Μέρα, 1η νουβέλα). Συναφές είναι το «θέμα της καρδιοφαγίας» που εμφανίζεται επίσης στο Δεκαήμερο (4.9)· εδώ η ξεριζωμένη καρδιά δεν επιδεικνύεται απλώς αλλά δίδεται ως τροφή στην ανυποψίαστη κόρη. Ο μύθος της αποκοπής εμβληματικού μέλους κάποιου αγαπημένου θύματος, της καρδιάς ως επί το πλείστον, που δίδεται στην κόρη εκδικητικά ως δώρο αναλύεται εξαντλητικά στη βαθιά του δομή (με τη βοήθεια της συμβολολογίας του Propp και του αφηγηματικού μοντέλου του Greimas).

Στο δεύτερο κεφάλαιο της Εισαγωγής ο Αρμάος συνοψίζει όλο το ιστορικό και κοινωνικό υπόβαθρο του βενετοκρητικού πολιτισμού και του φαινομένου που ονομάζουμε «Κρητική Αναγέννηση». Με ξεχωριστό ενδιαφέρον διάβασα την ενότητα για τη θέση της γυναίκας των αστικών κέντρων στην κρητική κοινωνία του 16ου-17ου αιώνα και στη λογοτεχνική αναπαράσταση της περιόδου. Ακολούθως ο συγγραφέας επικεντρώνεται στον Χορτάτση. Σκιαγραφείται η προσωπικότητα, η παιδεία και το έργο του ποιητή· υπενθυμίζεται ότι εκτός από την Ερωφίλη μάς έχουν παραδοθεί άλλα δύο πεντάπρακτα θεατρικά έργα με την υπογραφή του: το ποιμενικό δράμα Πανώρια, άλλοτε τιτλοφορημένο ως Γύπαρης, και η κωμωδία Κατζούρμπος. Η  τελευταία ενότητα της Εισαγωγής αφιερώνεται στην Ερωφίλη, όπου αναλύονται όλα τα φιλολογικά και θεατρολογικά ζητήματα του έργου.

Το πρώτο Μέρος (σσ. 129-706) από τα δύο κεντρικά του βιβλίου επιγράφεται «Το ταξίδι του θέματος». Αποτελεί την καρδιά της διατριβής και το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της. Εδώ ο Αρμάος ξεδιπλώνει όλο το ερευνητικό του εύρος. Εξετάζεται όλη η προϊστορία του θέματος της «Ξεριζωμένης καρδιάς», οι ανθρωπολογικές και εθνολογικές  αναγωγές του: ανθρωποθυσίες, ωμοφαγία, τοτεμικά γεύματα, κανιβαλισμός – από τους αρχαίους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής ως τη μεσαιωνική Ευρώπη (Κεφ. 1.1). Ξεκινά από την Αίγυπτο και συνεχίζει στους σουμερο-βαβυλωνιακούς μύθους, τους Φοίνικες, τους Χετταίους και τους Φρύγες. Ένας λαβύρινθος μύθων και τελετουργιών με αναρίθμητες παραλλαγές. Στην ενότητα με τους ελληνικούς μύθους διαμελισμού και ανθρωποφαγίας το έδαφος μάς είναι περισσότερο οικείο: Διόνυσος, Ορφέας, Πρόκνη και Φιλομήλα, Βάκχες, χαμός του Ικάριου, Ατρέας και Θυέστης, Αργοναυτική εκστρατεία και Μήδεια. Αναδεικνύεται εδώ όλο το ενστικτώδες πάθος και η αγριότητα, η σκοτεινή εν γένει πλευρά της ελληνικής θέασης του κόσμου – αυτή που ενθουσίαζε τον Νίτσε, ο οποίος την αντιπαρέβαλλε προς τη βινκελμάνεια Ελλάδα του λόγου, του φωτός και του μέτρου. Συνεχίζοντας την ανάγνωσή μας θα μάθουμε πολλά για τους περσικούς, ινδικούς, σινο-ιαπωνικούς, ισλαμικούς, κελτικούς, τευτονικούς και βαλτο-σλαβικούς μύθους. Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το υποκεφάλαιο για την εβραιοχριστιανική παράδοση, στο οποίο ο συγγραφέας αναλύει με τόλμη το συμβολικό υπόβαθρο της Θείας Ευχαριστίας. Η ενδελεχής εξέταση περιλαμβάνει και τις σχετικές παραδόσεις από την Αμερικανική Ήπειρο, τους Εσκιμώους και την Αφρική.

Μετά το μυθολογικό επίπεδο ο Αρμάος περνά στο λογοτεχνικό (Κεφ. 1.2): διερευνά τα γραμματολογικά δεδομένα όλων των έργων που εμφανίζουν συνάφεια με το θέμα της διατριβής από τις πρώτες αρχές της δυτικής λογοτεχνίας ως την Ερωφίλη. Ενδεικτικά μόνο μερικοί σταθμοί: Αισχύλος (Λυκούργεια), Σοφοκλής (Τηρεύς), κυρίως Ευριπίδης (Θυέστης, Μήδεια, Βάκχαι), Σενέκας (Μήδεια, Φαίδρα, Θυέστης), Αβελάρδος, Ισλανδικές σάγκες, Προβηγκιανοί τροβαδούροι, Δάντης (ονειροφαντασία καρδιοφαγίας στη Νέα ζωή). Οι σχετιζόμενες με το θέμα νουβέλες του Βοκάκιου και τα δύο προαναφερθέντα πρότυπα της Ερωφίλης, η Ορμπέκε του Giraldi και η τραγωδία Φιλόστρατος και Παμφίλη του Cammelli αναλύονται διεξοδικά μαζί με όλες τις ευρωπαϊκές μεταφράσεις και διασκευές τους.

Το δεύτερο κύριο Μέρος (σσ. 707-753), πολύ συντομότερο αυτό, εστιάζει στη λειτουργία του θέματος της «προσφοράς της ξεριζωμένης καρδιάς» στην Ερωφίλη καθ’ εαυτήν, στη δράση και την πλοκή της. Τέλος, ο Επίλογος (σσ. 755-762) καταγράφει τα συμπεράσματα μιας εργασίας που είναι πολύ δύσκολο να συνοψιστεί και της οποίας οι πρωτότυπες συμβολές είναι διάσπαρτες σε όλο το κύριο σώμα του έργου. Ο Αρμάος τονίζει ότι παρά τις απώτατες αναγωγές του θέματος σε δοξασίες και τελετουργίες όλων των λαών της γης ο διονυσιακός μύθος φαίνεται να είναι ο πλησιέστερος πρόγονος της μεταγενέστερης ευρωπαϊκής ιστορίας του και των παραλλαγών του. Ωστόσο, το θέμα καθ’ εαυτό έχει τις ρίζες του στον Δυτικό Μεσαίωνα. «Η δυτική ταυτότητα του θέματος είναι αδιαμφισβήτητη, χωρίς ν’ αλλοιώνεται μέχρι τέλους στο έργο, και η θεμελιώδης συνεισφορά του Χορτάτση προέρχεται από την προσπάθεια εξελληνισμού του, όπου καταγίνεται με πραγματικά μεγάλο ταλέντο (δραματουργικές επιλογές, στιχουργική δεξιότητα κλπ) και τελεσφορεί· δεν υπάρχουν όμως πολλά περιθώρια αμφιβολιών για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα όπου ζούσε πνευματικά γράφοντας το έργο του», σημειώνει ο συγγραφέας. Παραθέτω και τη συνέχεια της σκέψης του Αρμάου στο σημείο αυτό: «Η σημασία του εγχειρήματος για τη νεοελληνική λογοτεχνία είναι ολοφάνερη: η δυνατότητα ανταπόκρισης –και μάλιστα με τόση επιτυχία– σε θερμά και καταστατικής υφής ενδιαφέροντα της Δύσης αποτελεί κατάκτηση για μια γραμματεία που, με μιαν ανάπαυλα δεκαετιών, συνέχιζε να προχωρεί ψηλαφητά, χειμαζόμενη από τις ιστορικές συνθήκες. Μπορούμε να φανταστούμε τι είδους γέφυρες είναι αυτές που κόπηκαν το 1669, κι έπρεπε να φτάσουμε στον Σολωμό για να ξαναστηθούν εναμίλλως» (σ. 759-60).

Το βιβλίο τελειώνει με μια θηριώδη Βιβλιογραφία διακοσίων σελίδων, ενδεικτική της εξαντλητικής τεκμηρίωσης της μελέτης.

Η διατριβή του Αρμάου συνιστά ένα εύρωστο έργο με διττό στόχο, ερευνητικό και ερμηνευτικό. Αποτελεί μια υποδειγματική εργασία για τη διεξοδική ανάλυση ενός λογοτεχνικού θέματος σε βάθος και σε πλάτος, συνδυάζοντας τη συγκριτολογική φιλολογική έρευνα με την ανθρωπολογία, την εθνολογία, τη θρησκειολογία και την ιστορική κοινωνιολογία. Κατά τούτο ανεβάζει πολύ ψηλά τον πήχη για ομόλογες μελλοντικές μελέτες στην ελληνική βιβλιογραφία. Στον Καλλίμαχο, τον αρχηγέτη των ελληνιστικών poetae docti,  αποδίδεται η αποστροφή «μέγα βιβλίον, μέγα κακόν»· ο Δημήτρης Αρμάος, poeta doctissimus ο ίδιος, μας έδειξε ότι μπορεί ένα μέγα βιβλίον να είναι και μέγ’ γαθόν.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Π. ΒΕΡΤΟΥΔΑΚΗΣ