Μετάφραση Βάσω Χρηστάκου
~.~
Από την ευθραυστότητα του αέρα στους πνεύμονες, ύλη του λόγου, στη λειότητα και τη δύναμη της πέτρας και του μάρμαρου, την αρχοντιά του πηλού και τη ζεστασιά του ξύλου, μακρύς και πειθήνιος ο πάπυρος, οι πλάκες του σχιστόλιθου, το κερί, ο γύψος, οι ψηλές και ακριβείς γραμμές πλεγμένες με τον χρόνο, το ελληνικό αλφάβητο μας φτάνει και από εκείνη τη μακρινή απόσταση κάτι μας καλεί: στις γραμμές του αντηχεί η ελληνική λαλιά. Συμπυκνωμένη εκείνη η απόσταση αιώνων και ταυτόχρονα η εγγύτητά της.
Έρχεται από μακριά. Και στο διάβα των χρόνων, πάνω από τρεις χιλιάδες, σπιθαμή σπιθαμή, γραμμή γραμμή, συλλαβή συλλαβή γέμισε τον κόσμο της και την απόστασή της. Ο Γιώργος Σεφέρης το σκέφτεται έτσι:
«Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… «Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δεν σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι.».
Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα εκπληκτικό συνεχές που περιλαμβάνει ξένους και δικούς∙ ή που, ακριβώς για τούτο, προβάλλει τους δικούς και προσεγγίζει τους ξένους, ανάμεσά τους κλασσικούς και μοντέρνους ελληνιστές που υπήρξαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν στην ιστορία. Ο Τζωρτζ Στάινερ, που γνωρίζει όσο λίγοι αυτά τα θέματα, τοποθετεί τα ελληνικά ανάμεσα στις γλώσσες με ιδιαίτερη ευφυΐα, μαζί με τα αρμενικά και τα κινέζικα, που μπορούν να συλλάβουν «με πιο διαρκή τρόπο την πραγματικότητα» και υποστηρίζει:
«Είναι αδιαμφισβήτητο το ιδιαίτερο πνεύμα της ελληνικής αντίληψης [ …] του ανθρώπινου δυναμικού, το γεγονός ότι η δυτική παράδοση δεν γνώρισε ποτέ μετά καμιά διάρθρωση της ζωής τόσο σύνθετη και πλούσια σε εκφραστικά μέσα όσον αφορά την οργάνωση του αισθητού».
Και αν το να μαθαίνει κανείς μια ξένη γλώσσα είναι αναπόφευκτα μια επιστροφή στα ψελλίσματα της παιδικής ηλικίας, στο να αισθάνεται πάλι στο στόμα, στο λαιμό και στα χείλη το ελικοειδές σφρίγος της σιωπής που υπόσχεται να αρθρωθεί, που αναβαπτίζει και ανασχηματίζει τον κόσμο με την πνοή της και συνεπώς δίνει νέα προοπτική και σκέψη, αν κάποιος συμφωνεί σε αυτό το υλικό ξάφνιασμα ‒του εγκεφάλου‒ και της ψυχής γιατί τότε μόνο ο ρυθμός, η τάξη και το όνομα των πραγμάτων που ηχούν σε εκείνη τη γλώσσα αποκτούν πραγματικό νόημα– και, αν μπορεί κανείς να τη μιλήσει, μια ταυτότητα εμπλουτίζεται και πολλαπλασιάζεται, καταλαμβάνεται ένας άλλος τόπος και ταυτόχρονος στον χώρο, τότε μπορούμε να πούμε ότι πλησιάζοντας τα νέα ελληνικά, πλησιάζει κανείς και τα σημάδια, τα ίχνη και το σφρίγος μιας άλλης παιδικής ηλικίας, αρχαιότερης και διαρκούς: εκείνης των πραγμάτων και των ιδεών που κατονομάστηκαν σε εκείνον τον κόσμο που η ελληνική γλώσσα εγκαινίασε, σε εκείνους τους μακρινούς καιρούς, ζωντανούς ακόμα και, χάρη σε εκείνη, και στους δικούς μας. Με την ίδια έννοια, σκεπτόμενος τη γλώσσα του, που για τη γενιά και την ποίησή του ήταν υπόθεση τεράστιας σημασίας, ο Ελύτης καταλήγει:
«Το φαινόμενο της γέννησης στη γλώσσα και τη γραφή της είναι ίσως λιγότερο εντυπωσιακό, αλλά πολύ ισχυρότερο από το φαινόμενο του θανάτου. Και από αυτή την άποψη, της ελληνικής γλώσσας, η γέννηση και η διαμόρφωση –για να ξανάρθουμε στο θέμα– με απασχολήσανε πολύ. Όχι μόνο σαν ποιητή που είναι φυσικό μνα πασχίζει να ξυπνήσει τα πράγματα από τη νάρκη τους μέσα στις λέξεις, θέλω να πω, να ξαναφέρει τις λέξεις στην κατάσταση του νεογέννητου‧ αλλά και σαν άνθρωπο που η ευαισθησία του απόχτησε με τα χρόνια την αγωγή της ακοής απέναντι σε ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ηχώ των φαινομένων». (περισσότερα…)