*
Στίγμα: 40.64183, 22.92475 ∞ 22112009
Προορισμός: Ιθάκη
Όχημα: «e-tExNi» [επιτελούν ως ζωή]
Επιβάτες: Εκκολαπτόμενοι των κοχυλιών, κάτοικοι των μικρογραφικών στιγμών, άγνωστα, ονειροπόλα, και άλλα, άνευ λόγου, εφήμερα, συμπιεσμένα όντα που αναζητούν μια μεγαλοπρεπή έξοδο, ένα τσούρμο στοιχισμένο σε μια περιπατητική κοσμογραμμή στην πυρίκαυστη ζώνη της Θεσσαλονίκης. Η μέθεξη αναμένεται να συμπεριλάβει παλιά κτίρια, ετοιμόρροπα ή αναστηλωμένα, το συμβολικό σώμα μιας γυναίκας, έναν διερχόμενο διαβάτη, αφηγούμενους και αφηγημένους, εσένα αναγνώστη.
Η περιπλάνηση ξεκινά σ’ ένα κλειστό κοντέινερ στο παλιό λιμάνι, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή για Svilengrad. Η γυναίκα τυλιγμένη με μοβ οργάντζα, απαγγέλει ψιθύρους, χτυπά το σώμα της ως κρουστό, ταπ-ταα-ταπ-ταπ-… Το πλήθος ασφυκτιά. Από κάπου μακριά ή κάπου κοντά, ακούγεται το Memoryhouse του Max Richter, ένα βιολί, ή ξεχασμένο κάποιο ράδιο ανοιχτό, δεν έχει σημασία. Αυτή θεά, ή καραβάνι που κινά και δεν ξέρουμε, θα φτάσουμε άραγε; Με μια χορευτική κίνηση σπρώχνει το πλευρικό άνοιγμα και τρέχει προς τα έξω. Μας γνέφει να την ακολουθήσουμε. Η τυχαιότητα αναγνώσιμη και ομοδιηγητική στα χέρια της ή στα χέρια ενός παντογνώστη σκηνοθέτη που μας περιγελά. Διάχυτη στον νυχτερινό ουρανό, μια μυρωδιά από υδρόθειο.
Στάση πρώτη. Στη συμβολή των οδών Πολυτεχνείου και Δωδεκανήσου. Το φανάρι ανάβει. Σβήνει. Ανάβει. Η γυναίκα, ένα βιολετί νησί στη μέση της ασφάλτου, μας υποδέχεται με κέρασμα λικέρ και γλυκό νεραντζάκι. Δύσκολο ν’ αντισταθείς σε τέτοια ομορφιά, παρά τον κίνδυνο. Αχ, σας περίμενα. Είμαι τόσο μόνη εδώ. Παρακαλώ, περάστε. Πάρτε κάτι. Είμαι τόσο μόνη. Περιεργαζόμαστε το ιερογλυφικό της σώμα και το προσπερνάμε, όπως έχουμε συνηθίσει να κάνουμε κάθε μέρα, αν και με μια μικρή συστολή – αυτό είναι που περιμένει από μας ο σκηνοθέτης;
Στάση δεύτερη. Αγίου Μηνά 8. Σε μικροσκοπικά χαρτάκια σημειώσεων γράφουμε τους πιο κρυφούς μας πόθους, τους στολίζουμε στη νεραντζιά έξω από το χάνι του Ζιλμπέρ Ζαδέ, ενενήντα δύο χρόνια μετά από την τελευταία του εγκατοίκηση. Μετέωρες οι ευχές, σαν άνθη που αιωρούνται μια στιγμή πριν αφεθούν στο πεζοδρόμιο. Ένας περαστικός μονολογεί ερήμην. Λίγο αλάτι, λίγο ψευδάργυρο, προς βρώση. Λίγο πικρό, λίγο γλυκό. Πάρτε κάτι. Η μύηση αποκαλύπτεται στους ενδίδοντες. Εντός θα εκτυλιχθεί η ακόλουθη σκηνή.
Στάση τρίτη. Από το υαλωτό εσωτερικό στέγαστρο κρέμεται ένα φουστάνι από λουλούδια Ιακαράνδης. Αυτή το τραβά από μια ακρίτσα και το φορά. Τεντωμένη στη σκάλα προς τα πάνω συγκρατεί δύο υπερβάλλοντα ποιήματα-προς-κατεδάφιση. Εμείς, περιηγητές σε παροξυσμό ορθολογικότητας, απαθείς και περίεργοι· στο βάθος τρέμουμε το προσφερόμενο όνειρο.
Στάση τέταρτη. Βαλαωρίτου και Ορφανίδου γωνία. Στο κλιμακοστάσιο του εγκαταλειμμένου διώροφου. Η γυναίκα, σε πλήρη ευθυγράμμιση, στέκεται λουσμένη σ’ ένα αχνό φυσικό φως. Το σώμα της ένα παρασκευαστήριο θαυμάτων, τσακισμένο και αφανές στα μάτια των βιαστικών, σιωπηλό, υποταγμένο, απόκοσμο, διατηρητέο. Δείτε πώς σπάει κάθε φορά που στρέφουμε το βλέμμα αλλού, πώς σκορπίζεται στις παρυφές των άστρων. Από σκόνη, σας λέω, από σκόνη είναι φτιαγμένο αυτό το παρασκευαστήριο. Χειροκροτήστε το! Έργο τέχνης, σας λέω, έργο τέχνης είναι αυτό το παρασκευαστήριο. Και πόσοι πεθαίνουμε και πόσοι γεννιόμαστε απόψε σκεπασμένοι με λέξεις απαρηγόρητες. Δείτε πώς στέκομαι όρθια –ακόμη–, κάθε φορά που κάποιος στρέφει το βλέμμα προς τα εδώ. Εγώ τώρα είμαι ολοζώντανη η Ιθάκη!
Στάση πέμπτη. Λουδία 6. Τούβλινο κτίσμα διακοσίων εξήντα εννέα χρόνων. Το ελενίτ της εισόδου έχει παραμεριστεί. Πέρασμα ανάμεσα απ’ τα πόδια της. Τ’ ανοίγει ολότελα η τρελή, σαν ύφασμα ξεφτισμένο απ’ τον καιρό. Άφησε πίσω της το σώμα-κοντέινερ, το σώμα-νησί, το σώμα-φουστάνι, το σώμα-νεραντζιά, το σώμα-παρασκευαστήριο και ήρθε μ’ έναν αέρα να προλάβει να ζήσει το σώμα-αψίδα. Μάτια λαίμαργα, στόματα ανοιχτά, ομφάλιοι λώροι, καιόμενες γλώσσες, όλοι του κόσμου οι πεινασμένοι εισβάλλουμε με ρυθμό. Και η μουσική, ένα βιολί, ή ξεχασμένο κάποιο ράδιο ανοιχτό, από κάπου κοντά ή κάπου μακριά –δεν έχει σημασία–, άκου πώς μας ενώνει ανάλαφρα κάτω από το φως τής ολοένα δύουσας ηδονής. Αλλά η τρελή δεν μπορεί ν’ απαρνηθεί την τρέλα της χωρίς να χάσει τον εαυτό της. Εκκρεμεί το σώμα-αερόπλοιο.
Στάση έκτη. Βενιζέλου 23. Αυτή, δεμένη με σχοινιά από τον εξώστη του μεγάρου. Παίζει ή ξεψυχά; Λεπτοδείκτης που μετρά το ελάχιστο. Εγώ είμαι. Μικρό κοχύλι ερμητικό και το αχανές που ταλαντεύεται μέσα μου. Μη φοβάστε. Θα μου περάσει η αλήθεια, θα επανέλθω διάπλατη, πλαστή και άχρηστη, ευφυής και φυσιολογική*. Παρακαλώ, προς εκπλήρωση του ανεκπλήρωτου, επαναλάβατε το μαγικό ξόρκι: -λι-κερ-με-γλυ-κο-νε-ραν-τζα-κι-και-τη-σε-λη-νη-στο-καρ-φι-του-κο-σμου-ταπ-ταα-ταπ-ταπ-
Και ω! Εγώ, η μέχρι ώρας ληθαργική περιπατούσα αφηγήτρια όλων αυτών των μικροστιγμών, εκκολαπτόμενη και ονειρευόμενη μια μεγαλοπρεπή έξοδο, δεν ξέρω πώς βρέθηκα να χορεύω στο ίδιο τόξο με τη γυναίκα-Ιθάκη και την αλήθεια της επίμονη, παρά τη συλλογική προσπάθεια ανάκαμψης που μόλις προηγήθηκε. Το πλήθος επευφημεί. Είμαστε δύο αναστηλωμένες σε ένα περιπλεγμένο περιδινούμενο σώμα κι ένα γαλαξιακό νέφος ολόγυρά μας, τα παράξενα πρόσωπα αυτής της πόλης. Χιλιάδες νεκροί συνωστίζονται στα σπλάχνα μας. Αλλά οι τρελές δεν μπορούμε ν’ απαρνηθούμε την τρέλα μας χωρίς να χάσουμε τον εαυτό μας. Ιδού λοιπόν το χειρόγραφο προσχέδιο του ολοκαίνουργιου σιαμαίου μας ταξιδιού που αρχίζει αυτήν ακριβώς τη στιγμή, πριν το νεογέννητό μας σύμπαν συμπληρώσει μία πλήρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό του:
Στίγμα: 35.18568, 25.43209 ∞ 01012035
Προορισμός: Γκρεμός τριακοσίων χρόνων
Όχημα: «e-zOi» [επιτελούν ως τέχνη]
Επιβάτες: Εγώ. Αυτή. Ολάνθιστες Ιακαράνδες. Ανάποδα όντα, αλλόκοτα, μονοκόκαλα και ελπιδοφόρα, ευάλωτες γλίτσες του σύμπαντος, καταδικασμένες και αναστάσιμες. Εσείς. Εμείς.
Στάση έβδομη. Στο Μαγειρείο-της-μαμάς, ανεβαίνοντας δεξιά το μονοπάτι πίσω από τον πρίνο. Δύο γυναίκες, τυλιγμένες με μοβ οργάντζα, απαγγέλουν ψιθύρους, χτυπούν το σώμα τους ως κρουστό, ταα-ταπ-ταπ-ταπ-… Από κάπου μακριά ή κάπου κοντά, ακούγεται το Epilogue του Justin Hurwitz, ένα σαξόφωνο, ή ξεχασμένο κάποιο ράδιο ανοιχτό, δεν έχει σημασία. Παρακαλώ, περάστε! Είμαστε τόσο ευανάγνωστες εδώ. Καθίστε. Πάρτε κάτι. Μια σούπα από χώμα κι αστέρια είναι ό,τι πρέπει τέτοια ώρα. […]
ΓΕΩΡΓΙΑ ΒΕΛΗΒΑΣΑΚΗ
///
Το κείμενο είναι εμπνευσμένο από την περιπατητική εμπειρία της καλλιτεχνικής performance «ITHACA» (22/11/2009). Το ταξίδι έχει ορίζοντα την 1η Ιανουαρίου 2035. Άνευ λόγου, όπως η ζωή.
* «Να μου περάσει η αλήθεια και να επανέλθω πλαστός και άχρηστος, ευφυής και φυσιολογικός». Φράση του Φερνάντο Πεσσόα από Το Βιβλίο της Ανησυχίας (εκδ. Αλεξάνδρεια, 1989).
*
*
*
