*
του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ
~.~
Στο φαντασιακό του παρισινού Μάη του ’68, το ατομικό συνδυαζόταν ανεπιφύλακτα με το συλλογικό, το μύχιο με το εξωστρεφές, αλλά και το όνειρο με την πραγματικότητα, μέχρι την τελική ταύτισή τους, μέχρι το τέλος και τη συντέλεια της ιστορίας δηλαδή. Κάθε καιρός και οι εσχατολογίες του.
Όταν στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι γυρίζει τους Ονειροπόλους, περνώντας από πολλούς διασταθμούς, Τελευταίο ταγκό, Το φεγγάρι, Τελευταίος αυτοκράτορας, Τσάι στη Σαχάρα, έχει, σίγουρα, εκείνη την απόσταση, τόσο ως δημιουργός όσο και ως κοινωνικός στοχαστής, για να δει ξεκάθαρα την εποχή των Ονειροπόλων του, να δει κριτικά τον ουτοπισμό της και να προβάλει τις κοινωνικές του αντιφάσεις. Και το κάνει με μια εύλογη απροθυμία κάποτε να υποστεί ο ίδιος την εν λόγω εγχείριση απομάγευσης. Επιστρέφει στο θέμα του και στην εποχή του, βέβαια, με τη νηφαλιότητα και τη σοφία του ξανακερδισμένου χρόνου, χωρίς ωστόσο τη συγκατάβαση της ύστερης γνώσης.
Το Παρίσι είναι για τον Ιταλό σκηνοθέτη, και πάλι, μια κοσμογονική μήτρα, όπου μπορεί να ραβδοσκοπήσει κανείς, έστω πρωθύστερα, τους κραδασμούς των ιστορικών αλλαγών. Οι τρεις ήρωές του, οι δύο Γάλλοι, ένας νεαρός και μια κοπέλα, και ένας Αμερικανός, δεν είναι, βέβαια, από τους τυπικούς πρωτομάστορες του Μάη. Οι Γάλλοι, από τη μεριά τους, είναι «κληρονόμοι» της αστικής ιντελιγκέντσιας, ενώ ο Αμερικανός, είναι μάλλον ένας αμήχανος μικροαστός. Οι Γάλλοι είναι αυτό που Πιέρ Μπουρντιέ κωδικοποίησε ως «κληρονόμοι». Φορείς του αστικού πολιτιστικού κεφαλαίου, αμφισβητούν εκ του ασφαλούς και εκ των υστέρων, καλοπροαίρετα, βέβαια, πάντα. Όμως χωρίς να προσδιορίζονται επακριβώς τα κίνητρά τους, οι τρεις νεαροί ακολουθούν, μοιρολατρικά θα λέγαμε, το ρεύμα της κοινωνικής άμπωτης που οδηγεί στην ιδιώτευση. Οι ανατρεπτικές προοπτικές τούς προκαλούν μάλλον αμηχανία, έστω κι αν δεν θέλουν να το παραδεχθούν φωναχτά. Κλείνουν την πόρτα πίσω τους, αφήνοντας έξω την Εξέγερση, με μια μπωντλαιρική χειρονομία, που, σίγουρα, δεν υπονοεί καμιά ενοχή.
Eίναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ο Μάης κατόρθωσε να συγκεράσει το συλλογικό με το ατομικό, την ουτοπία του ενός με τις λαχτάρες του πλήθους. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι δεν φοβόταν την αντίφαση, η αντίφαση ήταν ένας κόμπος που έπρεπε να λυθεί στο πλαίσιο των γενικότερων αντιφάσεων του καπιταλισμού και της διαλεκτικής του σύλληψης. Αυτή η αίσθηση σώζει τρόπον τινά τα παιδιά της ιστορίας και δεν αφήνει την πραγματικότητα να τα καταπιεί. Το χιούμορ απέναντι στην ιστορία, η αίσθηση των αντιφάσεων και άρα η ταπεινότητα απέναντί τους, ήταν ένα από τα μεγάλα τρόπαια του παρισινού Μάη, αυτό που οι τρεις νεαροί περιφέρουν ασύστολα μέσα στην ταινία. Οι πανουργίες της ιστορίας αντιμετωπίζονται εδώ με χιούμορ και παιγνιώδη διάθεση, κάτι που εκ παραδόσεως ανήκε στο αστικό οπλοστάσιο.
Έπειτα, αν μιλάμε για αντιφάσεις, πώς μπορεί να μας διαφύγει το γεγονός ότι ο αναχωρητισμός των τριών παιδιών συντελείται μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο από αφίσες που προπαγανδίζουν τη μαοϊκή πολιτιστική επανάσταση, κάτι τόσο ασύμβατο δηλαδή με τον «μικροαστικό» ατομισμό αλλά και με τη γενικότερη ελευθεριότητα που χαρακτηρίζει το πνεύμα και τη συμπεριφορά των τριών πρωταγωνιστών. Μήπως ο Μπερτολούτσι υπονοεί ότι ο Μάης ήταν στιγματισμένος και καταδικασμένος από τα γεννοφάσκια του ή ότι η αντίφαση αποτελεί ένα προπατορικό στίγμα του επαναστατικού πνεύματος χωρίς το οποίο όμως καμία δράση, καμία ανατροπή δεν είναι εφικτή; (περισσότερα…)
