Εκδρομείς στο Δαφνί, σε επιχρωματισμένη καρτ-ποστάλ των αρχών του περασμένου αιώνα.
*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ
~.~
«Τὴν 23 τ.μ. ἡμέραν, καθ᾿ ἥν ἀποδίδοται ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, ἤ ὡς κοινῶς λέγομεν τὰ ἐννεάμερα τῆς Θεοτόκου, τελεῖται πανήγυρις ἐν τῇ Μονῇ Δαφνίου, ὅπου κατ᾿ ἔτος συῤῥέουν ἐξ Ἀθηνῶν ἄπειροι προσκυνηταὶ χάριν εὐλαβείας». Με αυτό το σύντομο σημείωμα ανήγγειλε η αθηναϊκή εφημερίδα Ταχύπτερος Φήμη στις 19 Αυγούστου του 1853 την πανήγυρη του Δαφνίου, του περίφημου βυζαντινού μοναστηριού της Αττικής, τα ψηφιδωτά του οποίου συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της μεσαιωνικής τέχνης.
Το συγκρότημα της μονής ήταν τότε ένας σωρός από ερείπια, ανάμεσα στα οποία πρόβαλε η γηραιά μεγάλη εκκλησία της –το καθολικό– πρόχειρα επισκευασμένη. Έξω από τα τείχη της περνούσε η Ιερά Οδός των αρχαίων, ή δρόμος της Λεψίνας για τους νεότερους κατοίκους της Αττικής, που συνέδεε την Αθήνα με τη Θήβα και τα Μέγαρα. Λόγω της θέσης του, το Δαφνί μετατράπηκε κατά την Επανάσταση του 1821 σε φρούριο που το διεκδικούσαν Έλληνες και Τούρκοι, με αποτέλεσμα να υποστεί απανωτές καταστροφές. Οι ελάχιστοι καλόγηροί του το είχαν ήδη εγκαταλείψει και κατόπιν, ο νόμος του 1833 το κατέταξε στις μη διατηρούμενες μονές του κράτους, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε πλήρη ερήμωση και εγκατάλειψη.
Η ρημαγμένη μονή ζωντάνευε στα χρόνια του Όθωνα κατά την ημέρα της παλαιάς της πανήγυρης, στις 23 Αυγούστου, την οποία δεν είχαν λησμονήσει οι Αθηναίοι. Εκεί συνέρρεαν κατά εκατοντάδες, χάριν προσκυνήματος και αναψυχής, με άμαξες, κάρα, υποζύγια, αλλά και με τα πόδια, διασχίζοντας το πυκνό ακόμα δάσος των δέντρων του μεγάλου Ελαιώνα. Την τέλεση του πανηγυριού το 1853, στην οποία αναφέρεται η Ταχύπτερος Φήμη, είχε αναλάβει μια επιτροπή κατοίκων της πρωτεύουσας, το έργο της οποίας ενίσχυσε ο Δήμος Αθηναίων με το πενιχρό του ταμείο.
«Εἰς τὴν πανήγυριν ταύτην», συνεχίζει λίγες μέρες αργότερα ίδια εφημερίδα,
«παρευρέθησαν πολλοὶ ἄνθρωποι οἰκογενειακῶς, οἵτινες μετὰ τὴν Ἱερὰν λειτουργίαν εὐθύμησαν καθ᾿ ὅλην τὴν ἐντέλειαν. Μετὰ καιρόν τινα εἶναι ἐλπὶς ἡ Μονὴ αὕτη, ἥτις θεωρεῖται μία τῶν ἀρχαιοτάτων ἐκκλησιῶν διότι καὶ εἰς θέσιν καλὴν εὑρίσκεται καὶ εὐρύχωρος εἶναι, καὶ δωμάτια πολλὰ ἔχει, καὶ εἰκόνας σπανίους, νὰ ἀποκαταστῇ καὶ νὰ τελειοποιηθῇ ἔτι περισσότερον. Ἡ Δημαρχία Αθηνῶν ἔχουσα ὑπ᾿ ὄψιν ταῦτα, ἐδαπάνησε 300 δρ. εἰς ἐπισκευὰς τριῶν κελίων καὶ ἄλλων καὶ παρέχει πᾶσαν συνδρομὴν εἰς βελτίωσιν τῆς εἰρημένης Μονῆς. Οὐχ᾿ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ ἐπαινέσωμεν καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Μονῆς μὴ φειδομένην οὐδενὸς κόπου πρὸς καλλωπισμὸν τῆς ἐκκλησίας.»
Εντούτοις, η τύχη του Δαφνίου δεν άλλαξε. Η επιτροπή συνέχισε να φροντίζει στο μέτρο των δυνάμεών της την εκκλησία και το πανηγύρι της, αλλά δεν υπήρξε καμία σοβαρή μέριμνα για τη στοιχειώδη συντήρηση του μνημείου, τα ψηφιδωτά του οποίου διαλύονταν και καταστρέφονταν. Έπρεπε να περάσουν ακόμη τριάντα χρόνια και να σημειωθούν περαιτέρω φθορές, μέχρι να αποφασίσει η κυβέρνηση, το 1885, τη λήψη των πρώτων μέτρων προστασίας της μονής, αφού προηγουμένως στέγασε για λίγο στους χώρους της ένα άθλιο φρενοκομείο. (περισσότερα…)
