ελληνική ποίηση

Γιατί όσα είπαμε παλιά ισχύουν…

Λυκιαρδ, Ποιήμ

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,
Ποιήματα (1962-2018),
Πανοπτικόν, 2020

Οι συγκεντρωτικές εκδόσεις της δουλειάς ποιητών που έχουν ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής τους δράσης είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσες για τον αναγνώστη και δη τον νεότερο. Πρώτον, του προσφέρουν την πανοραμική θέα σε ένα έργο που πολλές φορές είναι δυσπρόσιτο στο κοινό, κυρίως όταν πρόκειται για ολιγογράφους δημιουργούς που κρατούν χαμηλό εκδοτικό προφίλ, όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεύτερον, και αυτό ισχύει εξόχως για την περίπτωση του Λυκιαρδόπουλου, εκτός από την αυτονόητη εποπτεία που παρέχουν στην περιπέτεια και την εξέλιξη της τέχνης, αποτυπώνουν την πνευματική εγγραφή μιας ολόκληρης εποχής. Στην περίπτωσή μας, βρίσκουμε το ίχνος, ως καλλιτεχνική ανταπόκριση και ως συγκεκριμένη πνευματική επιλογή, που εβδομήντα χρόνια ελληνικής ιστορίας έχουν αποθέσει στην ποίηση μιας μερίδας ποιητών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Γεννημένος το 1936 ο Λυκιαρδόπουλος ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην αλγεινή δεκαετία του 1960. Το στίγμα της ποίησής του είναι ο πολιτικός ρομαντισμός, αυτός των μεγάλων χαμένων υποθέσεων της Αριστεράς. (περισσότερα…)

Ἠλίας Κεφάλας, Ποιήματα

iliaskefalas

 

Η ΕΡΗΜΗ ΦΩΝΗ

Τί ἐρημιὰ σκεπάζει τὴ φωνή σου
Καθὼς ἐπάνω στὶς παράξενες χροιὲς
Στοιβάζονται χαμένες ἡλικίες
Ἄκου ποὺ στὶς ραφές της πένθιμα ἠχοῦν
Ἀναιμικὰ χορτάρια
Ποὺ ὅλα μαυρόκλωνα ἑλίσσονται
Κι ὅλο ψηλώνουν κι ἀποκόβουν
Τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ παντοῦ

Μὰ τόσο ἀδούλευτη ξεχάστηκε ἡ φωνή σου
Δὲν ξέρει πῶς νὰ συσταθεῖ
Κι ὅλο κυλάει σὰν νερὸ
Ποὺ χάνεται μόλις ἀφήνει τὴν πηγή του
Γι᾽ αὐτὸ σὲ κλείνουν ἄνυδρα τοπία
Καὶ ἀρχαῖα πουλιὰ ποὺ ἀποδημοῦν

Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ σπάσει
Καὶ θὰ τὴν πιοῦν μαῦρες ρωγμὲς
Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ πέσει
Στὶς μοχθηρὲς γλυσίνες τοῦ ἤχου
Κι οἱ ἐπελάσεις τῶν σχημάτων τοῦ βίου
Στὴν ἀρχαία θὰ σὲ τυλίξουν
Ἀτημελησία τους

~.~

ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

Καθισμένος σταυροπόδι στὸ λιβάδι
Διορθώνω παλιὰ ποιήματα

Τριγύρω ἀνθίζουν χαμομήλια
Γάτες παραμονεύουν περιστέρια
Καὶ κάτι φύλλα δέντρων μακρινῶν
Σποραδικὰ πέφτουν μπροστά μου
Καὶ λάμπουν σὰν χαλκὸς

Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ μαλακὸ χῶμα
Οὔτε μιὰ πέτρα νὰ σπάσω τὰ καρύδια μου
Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ κουρασμένο μου μυαλὸ
Οὔτε μιὰ λέξη νὰ ταιριάξω
Τὶς ἀστοχίες τοῦ ποιήματος

~.~

ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΔΕΝΤΡΟ

Τραγούδα δέντρο
Εἶμαι ὁ μαθητὴς τοῦ ἴσκιου σου
Ὁ μιμητὴς τῆς φωνῆς σου
Ὁ δύτης στὴ θάλασσα τῶν φύλλων σου

Τραγούδα ἥσυχα δέντρο
Εἶμαι ὁ ξενοδόχος τῶν πουλιῶν σου
Ὁ περιποιητὴς τῶν ὁδοιπόρων σου
Ὁ ὑποδεχόμενος τὰ τετράποδά σου

Τραγούδα ἀμέριμνα δέντρο
Ἐπειδὴ ἂν σιωπήσεις
Θὰ σιωπήσει κι ὁ κόσμος
Καὶ τὸ μικρὸ κορίτσι δὲν θὰ ἔλθει
Νὰ κρεμάσει τὴν κούνια του
Στὰ στιβαρὰ κλαδιά σου

Τραγούδα λοιπὸν δέντρο
Εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ Γαλαξία μας

~.~

ΔΩΜΑΤΙΟ

Νὰ μὲ προσέχεις ὅταν κλείνομαι
Στὴν βασιλεία σου

Καὶ νὰ μοῦ μιλᾶς
Πότε μ᾽ ἕνα θρόισμα τῆς κουρτίνας
Πότε μ᾽ ἕνα σύρσιμο τῆς παντόφλας
Πότε μ᾽ ἕνα ψιθύρισμα στὸ αὐτὶ
Καὶ πότε πότε
Μ᾽ ἕνα ἀνεπαίσθητο γύρισμα τοὺ πόμολου

Νὰ μοῦ φυλᾶς τὶς σκιὲς
Καὶ νὰ τὶς ἀνασταίνεις

Κι ἂν κάποια βροχὴ δαχτύλων
Πέσει στὰ πλῆκτρα τῆς γραφομηχανῆς
Τότε νὰ γκρεμιστεῖς μαζί μου μὲσα στὸν πάταγο

Τροφὴ νὰ γίνουμε ἀκριβὴ
Στὰ κοφτερὰ σαγόνια τῶν λέξεων

~.~

RAYMOND CARVER (1938-1988)

Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ κάτι θὰ γίνει – ἔλεγες
Τὸ χιόνι θὰ μᾶς ἐπιτεθεῖ
Τὸ ἀπόγευμα θὰ φθάσει μαῦρο κι ἀφύσικο
Κάπου μακριὰ θὰ λάμψουν γαλήνιες οἱ λίμνες
Ἐνῶ γιὰ μᾶς τοὺς ποιητὲς δὲν ὑπάρχει
Παρὰ μόνο τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο
Καὶ τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν ἐλεύθερα
Ἀπὸ κράτος σὲ κράτος
Καὶ τὰ ψάρια ποὺ κολυμποῦν διαρκῶς
Μέσα στὰ ὄνειρα
Κι οἱ δύσκολες νύχτες
Μὲ τὰ βιβλία ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ μαξιλάρι

Ἄκου τὰ βήματα στὸ πεζοδρόμιο
Πῶς κεντοῦν τὶς ἀνησυχίες μας
Ἄκου τὴ βροχὴ ποὺ πέφτει ραγδαία
Καὶ ἠχεῖ στὴν μνήμη σὰν νὰ μὴν ἔπαψε ποτὲ

Ὁ φόβος θὰ μᾶς γονατίσει – ἔλεγες
Γιατὶ μιὰ μέρα θὰ ξυπνήσει τὸ παρελθὸν
Μιὰ μέρα θὰ δοῦμε ὅτι δὲν ἀγαπήσαμε
Ὅσο καὶ ὅπως ἔπρεπε
Κάποια στιγμὴ θὰ συναντηθοῦμε μὲ τοὺς νεκροὺς
Γιὰ νὰ συζητήσουμε μαζί τους κάποια πράγματα
Ὅλοι μας θὰ ζητήσουμε τότε τὸ δίκιο μας
–Ποιὸ δίκιο; –
Κάποτε θ᾽ ἀγανακτήσουμε ποὺ τόσες φορὲς
Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι φοβόμαστε τὸν θάνατο
Κι ἀμέσως μετὰ τὸ ξαναλέμε

Καὶ μόνο-μόνο
Ἂς ἔχουμε μιὰ εὐκαιρία ἀκόμα
Ἔστω μισὴ εὐκαιρία μόνο
Νὰ κάνουμε τὰ ἴδια λάθη καὶ πάλι ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ
Τὰ ἴδια τ᾽ ἀσυγχώρητα λάθη
Τὰ λάθη μας – ἔλεγες

~.~

ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ

Κοινὴ γὰρ ἡ τύχη τῶν ἀνθρώπων
Καὶ τῶν δημιουργῶν πρωτίστως
Γιατὶ τὸ μέλλον μας δὲν εἶναι τόσο ἀόρατο
Καθὼς πρεσβεύει ὁ Ἰσοκράτης

Ἐπειδὴ ἐσένα ἔχω κατὰ νοῦ
Θλιμμένε ποιητὴ Ἄρη Δικταῖε
Σοῦ εἶχε φέξει ἡ τύχη σου ὅταν ζοῦσες
Καὶ ὄχι μονάχα αὐτὴ
Τὸ δίκιο νὰ εἰπωθεῖ
Συνέβαλε κι ἡ ἱκανότητά σου
Καὶ ἡ σθεναρὴ δουλειὰ
Καὶ ἡ ποιητικὴ σκευὴ
Ποὺ σοῦ ἔδιναν κάθε στιγμὴ
Τὸ ὕψος σου καὶ τὴν πυγμὴ

Ἀλλὰ τί μάταια ποὺ φαίνονται ὅλα αὐτὰ
Ἐπειδὴ τώρα μὲ τοὺς λησμονημένους
Καὶ τοὺς ἀδικημένους περιφέρεσαι
Ὁλοσχερῶς χαμένος στὴν ὁμίχλη

Σὲ ψάχνω ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Σβήνει ἡ μορφή σου
Ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Μαραίνονται τὰ καλαμπόκια σου

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
Ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ «Γραφέας τοῦ φυσικοῦ ἔπους» 

Κώστας Ζωτόπουλος, Οδός Καλαμιώτου

papadiamantis-νιρβάνας

-Ι-

Οδός Καλαμιώτου

Ο Νιρβάνας, μαθητής νεαρός,
δεν γνώριζε ποιος ήταν ο κύριος Αλέξανδρος.
Σκιαθίτης εκείνος, εκ πατρός Σκοπελίτης αυτός.
O εξάδελφός του Φίλιππος του μιλούσε γι αυτόν,
συμμαθητή του παλιό,
σαν να ήταν παραστρατημένος.
«Κρίμα τον άνθρωπο! Πάει χαμένος.
Στην τάξη πρώτος μαθητής,
με τα ελληνικά του τα γερά
μπορούσε να ’ναι τώρα στο Πανεπιστήμιο καθηγητής.
Κάθεται και γράφει παραμύθια σαπέρα».

Ο Νιρβάνας είχε γράψει στην καθαρεύουσα ένα ελεγείο
που αργότερα θα του φαινόταν άτεχνο πρωτόλειο,
«στιχούργημα παιδιάτικο»,
το είχε εκφωνήσει σε κηδεία
και δημοσιεύσει στην «Παλιγγενεσία».
Ο εξάδελφός του στον κύριο Αλέξανδρο το είχε δώσει
κι αυτός εζήτησε να τον γνωρίσει.

«Σκιαθίτικο καφενείο»,
οδός Καλαμιώτου, απ’ της Καπνικαρέας το ιερό σαράντα μέτρα.
Δίπλα ένα κατάστημα με παπλώματα.
Καφέ και βιοτεχνία παπλωμάτων
στέκουν και σήμερα εκεί, σε κτίρια νέα.
«Εις το καφενείον εκείνο, παρά την οδόν Καλαμιώτου,
εσύχναζα οπωσούν…
Εκεί ήρχοντο παλαιοί άνθρωποι,
οικοκυραίοι, εντόπιοι και άλλοι μερικοί,
γνωστοί αγορηταί των καφενείων,
και αι πολιτικαί συζητήσεις ποτέ δεν εσχόλαζον».

Στο βάθος προχώρησαν.
Ένας κακοντυμένος με άτακτα γένια
καθόταν με δυο τρεις ακόμα.
Τους δέχτηκαν εγκάρδια, λουκούμι του παρήγγειλαν,
τον ρώτησαν για τους γονείς και τα μαθήματα.
Ο Σκιαθίτης είπε με συμπάθεια, που, χρόνια μετά,
συγκατάβαση χριστιανική τη θεώρησε ο Νιρβάνας.
«Ώστε δικό σου, λοιπόν, ήταν το ποίημα, παιδί μου.
Αναρωτήθηκα. Το πατριωτάκι μας να είναι τάχα;
Όταν μου το είπε ο Φίλιππος τον παρακάλεσα
να σε φέρει να σε γνωρίσουμε κι εμείς σαν πατριώτες.
Ε, μπράβο σου παιδί μου. Να καταγίνεσαι».

-ΙΙ-

Η ειρωνεία των νοσοκόμων

Ο Νιρβάνας τον είδε για τελευταία φορά
λίγες μέρες πριν φύγει οριστικά για το νησί.
Είχαν διοργανώσει στον «Παρνασσό» εκδήλωση
με της Πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη τη φροντίδα,
ο Αλέξανδρος, όμως, δεν παρέστη.
Είπε και ο Νιρβάνας μετά τον Κακλαμάνο δυο λόγια,
για το έργο του Σκιαθίτη.
Είχαν αρκετά χρήματα συγκεντρωθεί,
για να εισαχθεί σε κλινική.
Η λατρεία του άκρατου οίνου τον είχε καταβάλει.

Ο Νιρβάνας πήγε στη Δεξαμενή πάλι
με τον Αλέκο Μαυρουδή
που είχε με ζήλο εργαστεί
για την επιτυχία της γιορτής,
να του πουν πως υπήρχαν χρήματα αρκετά
και να τον πείσουν να θεραπευτεί.

Έσκυψε δακρυσμένος –άρρωστος, γέρος –
το χέρι να του φιλήσει.
Το τράβηξε απότομα συγκινημένος,
και του έκανε με τρόπο την πρόταση.

«Όχι νοσοκομείο…», απάντησε ικετευτικά.
»Οι νοσοκόμοι είναι είρωνες».
Φοβόταν πως για την αιτία της νόσου κάποιος θα τον ειρωνευτεί.
Είπε, «Καλύτερα στην πατρίδα …».
Μάταιο και σκληρό να του αρνηθεί.
«Αλέξανδρε, όπως αγαπάς».
Έφυγε σε λίγες μέρες
για της αιώνιας τέχνης το νησί.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |61. Μυρτὼ Χμιελέφσκι

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |60. Χρίστος Κρεμνιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Μανιφέστο αποτυχίας

zoom-backgrounds-00014

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε όλα τα είδη στον πλανήτη.
Γι’ αυτό, λοιπόν,
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια να μετοικήσουμε στον Άρη,
τη σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
έξω στον κήπο, όμως,
κοκκινίζουν πάλι τ’ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες του εφήμερου.
Έτσι απλά αδέλφια νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρουν κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Δημήτρης Μακούσης, Δύο πεζά ποιήματα

012090

| Μπάαταρ |

Στον Μαραθώνα και την Ισσό, στην Μπριτάννια και στης Μογγολίας τις στέπες, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την Ιερουσαλήμ, στα σκωτσέζικα υψίπεδα και της Λατινικής Αμερικής τις ζούγκλες, στην Μπογιάκα, την Λίμνη Ατιτλάν, στον Μυστρά και την Κωνσταντινούπολη, στην Καλλίπολη και το Βερντέν, το Στάλινγκραντ, το Βερολίνο, σε κάποιο άγνωστο νησί του Ειρηνικού, στο Βιετνάμ και την Κορέα, στην Μαντζουρία και το Μογκαντίσου, την Ιωνία, την Κριμαία, στο Τόκιο και την Κούβα, την Μπιάφρα και το Κουρσκ, κομμάτια απ’ την σάρκα μου σκόρπισα παντού∙ όνειρα και σπίτια ανατίναξα, σχολεία, στρατώνες, τανκς και δάση τεντωμένα. ένας εχθρός περιδιάβαινε το βλέμμα μου και μού ‘γνεφε πάντα την πιο κρίσιμη στιγμή: πότε την σφαίρα να γλιτώσω, πότε τον όλμο, την ρουκέτα, πότε το μαχαίρι που γυάλιζε στο φως του ήλιου ή στου φεγγαριού την καμπύλη λάμψη. πόσες φορές δεν στέγνωσαν το στόμα μου και η ψυχή, πόσες φορές δεν έμπηξα την μπαγιονέτα βαθιά μέσα στα κρέατα και πόσες δεν με ‘κόψαν, ακόμα κι όταν ήμουν άοπλος, αιχμάλωτος της γης τους;

πόσες φορές τον ουρανό δεν κοίταξα, συγχώρεση και δύναμη να πάρω απ’ τον Θεό, απ’ τους θεούς, από τα πνεύματα, την Φύση, τους νεκρούς κι απ’ όλους όσους θάρθουν; στον ωκεανό πόσες φορές δεν βούτηξα την πίστη —τον πάνω και τον κάτω— να βρω να την αποκαθάρω κάποιον τρόπο, μέσα ξανά για να την νιώσω, να την φορέσω σαν πρώτα αγαθή με κείνο το χαμόγελο το διαμαντένιο των μωρών; πόσες φορές, στο στήθος έχοντας καρφιά φωτογραφίες των γονιών μου, των παιδιών, της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης, στην πρώτη δεν ξεχύθηκα γραμμή; πόσες φορές το φυλακτό που μούχαν φτιάξει, στα χέρια ή τον λαιμό δεν το κρεμούσα, δεν τόχα στην στολή ραμμένο, στις τσέπες του παντελονιού; πόσες φορές δεν λύγισα στον θάνατο μπροστά, στα μάτια μου αντίκρυ φέρνοντάς τους; το χώμα της πατρίδας πόσες δεν το υπερασπίστηκα φορές και πόσες με σάρκα δεν γάνωσα δικιά μου τις ιδέες; για μιαν ιδέα, αλήθεια, και μιαν ανάσα λευτεριάς, πόσες φορές δεν έδειξα υπακοή στον όλεθρο, στης μάχης την κλαγγή, σ’ ενός ηγέτη τις διαταγές ή ενός δειλού ξεμωραμένου; πόσες φορές την νιότη μου κατάματα δεν κοίταξα για να της πω αντίο;

υπήρξα σαν τον άνεμο πουλί, ταξιδευτής στης γης κάθε γωνιά, ιδεαλιστής και αφελής, έξυπνος και πλανεμένος, νικημένος και νικητής. πάντοτε μόνος μου, μέσα βαθιά, με τους μονάχους μου συντρόφους, για αξίες ν’ αγωνιζόμαστε και ιδανικά, για του κόσμου την αλλαγή και το δίκιο των ανθρώπων, για της κατάκτησης την έξαψη, την δύναμη, το πιότερο ψωμί, για τα λουλούδια και τις πέτρες που μας μάγεψαν μικρά, τους δρόμους στους οποίους ερωτευτήκαμε και για τα σπίτια που στην κοιλιά τους κρύβανε παιχνίδια παιδικά και αναμνήσεις των παλιών καιρών μας. αγνός υπήρξα και σκύλος λυσσασμένος πάνω στης φωτιάς την ένταση και την δίψα του μολυβιού, πάνω στης λεπίδας την παγωνιά και του μίσους το βλέμμα. δεν υποχώρησα ποτέ, δεν λιγοψύχησα. πάντοτε κράτησα την θέση μου σαν άξιος στρατιώτης, αγωνιστής κι επαναστάτης. μόνο που κάποιες φορές αναρωτιόμουν, λίγο πριν η αυλαία πέσει και μες στην γκρίζα άγνοιά μου, πώς θα ήταν η ζωή αλλιώς, δίχως τον βρυχηθμό του τέρατος, δίχως του ανθρώπου την σκληράδα και την καθαρότητα του αναγκεμού, χωρίς θυσίες και βλαστερά οράματα.

ο πόλεμος με έθρεψε και μ’ άφησε φορές χιλιάδες νηστικό∙ δύο μεριές κι αυτός σαν την ζωή μας έχει. μα πάντοτε στο τέλος, του πηχτού αίματος η γεύση μένει η πικρή και το μαύρο δέρμα στο χρώμα. τα πάντα σέρνουν το κολοσσιαίο τίμημά τους. κι εγώ γεννιέμαι μπάαταρ. σαν τέτοιος κάθε φορά πεθαίνω στο αιώνιο γκάστρωμα των εποχών, που τα χαρτιά σε όλους άνισα μοιράζει: δεν ζητάς, δεν παίρνεις, δίνεις μοναχά. κι ο καθένας χάνει καθετί ανάλογα το βιος του. η παρτίδα ας αρχινίσει πάλι —όποιος σαν κι εμένα είναι ξέρει καλά πως τίποτε δεν θα την αποτρέψει. τα ψέματα κι οι αυταπάτες απ’ το δικό μας δεν ξεδιψούν παγούρι. στης νυχτός τον ποταμό το πρόσωπο αντιφεγγίζει, κι έτσι κανείς τις συστροφές και τους παράδρομους μπορεί να δει, τις διακλαδώσεις και τα μονοπάτια που ολόγιομος ο κόσμος περπατάει. μοίρα και τύχη στο ίδιο στέκουν κεφαλόσκαλο κι εμείς στον οίκο μας απλώς προσκεκλημένοι. απόψε δεν θα βλαστημήσω ήττα μήτε νίκη θα χαρώ. θα καρτερώ βαστώντας τ’ όπλο και μέσα μου θα ψάχνω για ν’ αγγίξω την στιγμή, στα χέρια σου πούχε κυλήσει, το βράδυ προτού να ξαναφύγω —ετούτο το λυχνάρι θα ψέλνει την φωνή σου και τα βήματά μου θα φωτίζει, μέσα στου σκότους την σιβηρική αυλακιά και της δόξας το αχόρταγο πάθος, ελπίζοντας για μια φορά ότι δεν θα χαθώ και πάλι.


zoom-backgrounds-00020

| Timeo Danaos et dona ferentes |

Είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος που με ταχύτητα τρέχει φωτός. ανοίγουμε την αγκαλιά στο τέρας, το έγκλημα μ’ έπαρση εφηβική καλωσορίζουμε, τον «άνθρωπο» διαστρέφουμε σε όχημα διαφυγής, σ’ υπεκφυγή μεταλλαγμένη, σε παρά φύσιν δίλημμα και πτώση κατά φύσιν —ριπή εξ επαφής. και τι άραγε «άνθρωπος» θα πει; ποια γενίκευση εκμαυλισμένη ορίζει τον ρυθμό του; ποια ερμηνεία, τάχα, ενδογενής τα σπλάχνα του συστήνει; στης αυταρέσκειας την επικράτεια και την δουλοπρεπή υπόκλιση στον πάτρωνα καθρέφτη, κίνδυνος είναι κατάματα κανείς του να κοιτάζει: μπορεί πάλι ν’ αρχινίσει την όψη του να βλέπει∙ κι είναι βαθιά ο εχθρός στις ρίζες μπηγμένος του κορμιού. τον όλεθρο υπηρετούμε μίας ζαλάδας εποχής, σε τραπεζών λογαριασμούς μηδενικά καλλίπυγα, που μ’ αναίσχυντη μας δένουν ρητορεία, πορτοφολάδων με ορθάνοιχτα μυαλά∙ και χύνοντ’ έξω τα δικά μας από πάθη κι απόναν αυθάδη μαστροπό ανθρωπισμό∙ αλίμονο: τούτος μπορεί θαρρώ κι ο μελλοθάνατος νάναι αντικατοπτρισμός των ύστερων σάρκινων μελών μας.

το κεφάλι θα σκύβουμε στο τέρας μονομιάς κι εκείνο θα μας κατατρώει ενδοτοιχώς. πως οι άρχοντες θ’ αυταπατόμαστε είμαστ’ εμείς∙ ορατών τε πάντων και αοράτων, αυτουργοί ηθικοί και δολοφόνοι ευθύς. κι όταν το ένστικτο θ’ αρχίσει να κραυγάζει —αν κάτι στα χέρια θα βαστά του ναρκοληπτικού το ηλεκτροσόκ— νους πια δεν θα υπάρχει να συνδέσει τις κουκκίδες. στάχτη μονότονα σπαραχτική θα κείται, κάποιες παλιές θολές εικόνες εορτών και συνεδρίων φέιγ βολάν, πολύχρωμα πανό, μπαλόνια ψυχαναγκαστικών, με τις φυλακές μαζί της αυτοκρατορίας ν’ ανοίγουνε ολόθερμη αγκαλιά. αυτή μεγάθυμη, απ’ τα μέγαρα τα στιλβωμένα και τα πεζοδρόμιά της, θα μας σφουγγίζει με βραβεία, στα φιλάνθρωπα μπράτσα της θα μας ζουλάει, στο χείλος θα μας σπρώχνει του κόκκινου νυχιού της, έναν-έναν για να μας γκρεμίσει με μιαν έσχατη κλωτσιά. είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος με τα ξεπαστρεμένα μάτια, πούχει τα χέρια στα πόδια του δεμένα, χωρίς πατρίδα, δίχως οικογένεια και παιδιά στην γειτονιά να παίζουν, χωρίς αγάπη για τον εαυτό μας, χωρίς αγάπη στ’ αλήθεια για κανέναν. είμαστε δήμιοι θλιβεροί, οι πιο υποτακτικοί ένοχοι, συνηρημένοι αυτόχειρες σε μία πρόστυχα ξεκοιλιασμένη γλώσσα. είμαστε πρόσφυγες δίχως πια γη για να προστρέξουμε, αφού άλλη λεύτερη δεν έμεινε καμμία.    

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΟΥΣΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |59. Δημήτριος Δημητριάδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης, Milano si sente N.Y.

Γιάννης Πατίλης

Milano si sente N.Y.

μνήμη Σέρζιο Μπάσι
Ἰταλοῦ ρὸκ τραγουδιστῆ, θύμα τοῦ covid-19
Κρέμα τῆς Λομβαρδίας, 16.03.20

Νέα Ὑόρκη τότε ὅλα θυμίζαν,
καὶ στὸ δικό σου, Σέργιε, τὸ Μιλάνο,
στὸ ἔδικτο ὅπως τῶν Μεδιολάνων,
νέας Γενιᾶς τὰ ὄνειρα ἀνθίζαν,

ἐνῶ τῆς Μαντουνίνας σου χρυσίζαν
φιλιὰ ψηλὰ ἀπ’ τὸ Ντουόμο ἀπάνω
ποὺ ἀπὸ τῆς καρδιᾶς τ’ ἀνεμοπλάνο
σκόρπιζε στοὺς φτωχοὺς τοὺς δίχως ρίζα.

Καὶ τώρα ποὺ λυθήκανε οἱ ὅρκοι,
σὲ σύνορα κλειστά, σπίτι μαράζι,
μὲ θάνατο ποὺ παίρνει μαῦρα μέτρα

φέρετρα ἀπὸ τοῦ κόβιντ τὴ φαρέτρα,
ἡ μοίρα τῆς Γενιᾶς μας, Σέργιε, μοιάζει
ἀκόμη πιὸ πολὺ στὴ Νέα Ὑόρκη.

[ἀπὸ τὴ σειρὰ Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας]

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |58. Θωμάς Ιωάννου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |57. Κωστούλα Μάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |56. Δημήτρης Καρακίτσος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)