Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ὁ γλωσσικὸς βιότοπος τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ δικές μας ὀφειλές

*

τῆς ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Μὲ νωπὴ ἀκόμη τὴν ἡδεῖα μνήμη τοῦ ἐξαίρετου Συμποσίου γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη ποὺ ὀργάνωσε ἡ Περιφέρεια Θεσσαλίας ἀπὸ τὶς 19 ἕως τὶς 22 Σεπτεμβρίου 2024 στὴ Σκιάθο, καταθέτω μὲ τὸ παρὸν κείμενο ὁρισμένες σκέψεις γιὰ τὴν παπαδιαμαντικὴ γλώσσα, μαζὶ μὲ τὶς θερμὲς εὐχαριστίες μου πρὸς τὸν Κώστα Κουτσουρέλη, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ γνώση καὶ τὴν εὐαισθησία του συνέβαλε καταλυτικὰ στὴν ἄρτια ὀργάνωση καὶ πραγματοποίηση τοῦ λαμπροῦ αὐτοῦ τριημέρου.

Στὰ μαθητικά μου χρόνια διδάχτηκα τὴ «Σταχομαζώχτρα». Ὅταν βρέθηκα στὰ διδακτικὰ ἕδρανα, δίδαξα «Τὸ μυρολόγι τῆς φώκιας» καὶ ὅταν ἀνέλαβα μέλος συγγραφικῆς ὁμάδας σχολικοῦ ἐγχειριδίου προορισμένου νὰ ἀποτελέσει ὕλη πανελλαδικῶν ἐξετάσεων συμμετεῖχα στὴν ἀνθολόγηση τοῦ διηγήματος «Ὄνειρο στὸ κῦμα». Τὸ ἐρώτημα «τὸν καταλαβαίνουμε πράγματι;», τὸ ὁποῖο θέτει πρὸς συζήτηση σὲ στρογγυλὴ τράπεζα τὸ Συμπόσιο, εἶναι καὶ γιὰ μένα ἰδιαίτερα οἰκεῖο, αἰσθάνομαι ὅμως πὼς στὸ βάθος λανθάνει ἕνα ἄλλο, ποὺ ἐπιτακτικὰ προβάλλει τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐπιτέλεση ἑνὸς χρέους: «ὀφείλουμε σήμερα νὰ δημιουργήσουμε τὶς προϋποθέσεις ὥστε ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ παραμείνει καὶ τὸν εἰκοστὸ πρῶτο αἰῶνα ἄρρηκτη καὶ παράλληλα γόνιμη καὶ δημιουργική;».

Ὅσοι διατυπώνουν τὶς γνωστὲς ἐνστάσεις γιὰ τὸ ἐμπόδιο, ὅπως ἰσχυρίζονται, τῆς καθαρεύουσας ποὺ καθιστᾶ δυσερμήνευτο καὶ μὴ διδάξιμο τὸν Παπαδιαμάντη ἠθελημένα ἢ ἄθελά τους ἀγνοοῦν πὼς ὁ γλωσσικὸς κόσμος τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου δὲν περιορίζεται στὴ λόγια ἐκδοχὴ τῆς ἑλληνικῆς —ποὺ ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ λαμπρὴ καὶ αὐτὴ παρακαταθήκη τῆς γραπτῆς μας παράδοσης—, ἀλλὰ συνιστᾶ ἕνα πολυφωνικὸ γλωσσικὸ σύμπαν, μιὰ ὑπεραιωνόβια βασιλικὴν δρῦν.

Τὸ ὅποιο χρέος μας ἑπομένως ἀφορᾶ τὴ σωτηρία ἑνὸς βιότοπου. Πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ ἕνα ἀπειλούμενο γλωσσικὸ οἰκοσύστημα, τὸ ὁποῖο στεγάζει ὅλο σχεδὸν τὸν πολυποίκιλο καὶ πολύμορφο γλωσσικό μας πλοῦτο, τὸν γραμματειακὰ ἢ διὰ τῆς προφορικῆς παράδοσης κληρονομημένο: λέξεις ὁμηρικές, τῶν λυρικῶν ἢ τῆς δραματικῆς ποίησης, λέξεις τῆς ἀττικῆς πεζογραφίας, τῆς Ἁγίας γραφῆς, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑμνωδῶν κι ἀκόμα λέξεις λαϊκὲς τοῦ σκιαθίτικου ἰδιώματος, ἐκφράσεις καθημερινὲς καὶ ἄλλες προερχόμενες ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ψηφῖδες μιᾶς μοναδικῆς πολυμορφίας καὶ πολυτυπίας, συνυπάρχουν ἁρμονικὰ ἐπεξηγώντας συχνὰ ἄλληλες, καὶ ὅλες μαζὶ συναποτελοῦν μιὰν ἰδιότυπη γλωσσικὴ κιβωτό. Ἔτσι, ἡ ἐπικοινωνία ἐν γένει ἀλλὰ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου βαθμιαῖα μετατρέπεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, σὲ πολύτιμη μαθητεία στὴ γλώσσα. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γλῶσσα καὶ κοινωνία

*

Τὸ πλῆρες πρόγραμμα τῶν εκδηλώσεων ἐδῶ

~.~

Lingua nova Greca inventa… «Ἀνεκαλύφθη νέα τις γλῶσσα καλουμένη Ἑλληνική· προσέχετε ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι ὄργανον τυγχάνει μαγείας, ἀκολασίας καὶ πάσης μαγγανείας· πλήρης δὲ ἐστὶ βλασφημιῶν, καὶ οὐαὶ τῷ γινώσκοντι καὶ μίαν ἢ δύο ἐξ αὐτῆς λέξεις».

Ἱεροκήρυξ Γάλλος τοῦ ΙΓ´ αἰῶνος, διδάσκων ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀκροατάς του τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας. Καὶ τότε μὲν ἡ διδαχή του ἤχησεν εἰς τὰ ὦτα τοῦ ποιμνίου του ὡς ἐπίκαιρος νουθεσία· ἀλλὰ ποῦ νὰ ἤξευρεν, ὁ μακάριος, ὅτι ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ποτὲ χρόνος ὁπότε καὶ προφητικήν τινα ἔννοιαν ἴσως θὰ προσελάμβανον οἱ λόγοι του.

Τότε μὲν εἰς τὸ Παρίσι εἶχεν ἀνακαλυφθῆ, ὡς φαίνεται, νέα γλῶσσα, Ἑλληνικὴ καλουμένη· σήμερον δέ, ὄχι μία, ἀλλὰ περισσότεραι ἑλληνικαὶ γλῶσσαι συγχρόνως ἔχουν ἐπινοηθῆ· ἄλλη μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸ Παρίσι, καὶ ἄλλη ἐπιδημεῖ ἐνθρονισμένη ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ὅλαι λαλούμεναι, γραφόμεναι, καὶ ἀναγινωσκόμεναι ἀνὰ Ἑλλάδα πᾶσαν καὶ τὴν ἄγλωσσον, ἠχοῦσιν ὡς «σύμμικτον εἶδος κἀποφώλιον τέρας». (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Νεκρὸς ταξιδιώτης

Ἔργο τοῦ Χρήστου Μποκόρου (2024)

*

ΟΤΑΝ ΕΥΡΕΘΗ Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιμητηρίου, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄμμον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανάν, ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, ἢ μᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ. Τότε αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου ―ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου, κι ὁ Νωματάρχης ὁ ἀστυνομεύων― ἀπεφάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁλονυχτὶς ἄταφος, ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸν σχίσουν οἱ γιατροί, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτον πνιγμένος ἢ δὲν ἦτον.

Κ᾿ ἦτον καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος, ὁ συχωρεμένος ὁ Κώστας τοῦ Σταματάκη. Φαίνεται, εἶχε τάξει εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς μικρᾶς νήσου του ―ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν θαλασσόπληκτον βράχον, ὅπου τὰ κύματα φαίνονται νὰ τραγουδοῦν μυστηριῶδες νανούρισμα εἰς τοὺς νεκρούς― κ᾿ ἡ Παναγία ἡ Κ᾿νιστριώτισσα τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημα, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἔπλευσε ναυαγὸς εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἀπέδωκε τὴν ἁπλοϊκὴν ψυχήν του πελαγωμένος εἰς τὴν πάλην μὲ τὸν Χάρον τὸν θαλάσσιον, δὲν ἔπαυσε ν᾿ ἀντικρύζῃ τὸν ἔρημον ναΐσκον της πέραν, εἰς τὸ δυτικὸν πλάγι τοῦ χαριτωμένου νησιοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀγνάντευε, κ᾿ ἐκεῖ ἦτον προσκολλημένος ὁ πόθος του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς του. Κ᾿ ἐκεῖ ἄσπριζεν ἀκόμη τὸ παλαιὸν ἔρημον μοναστηράκι, προκῦπτον μέσα ἀπὸ βαθεῖαν χλόην ἀνάμεσα εἰς τὰς πίτυς καὶ τὰς καστανέας, ὀλίγον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ὡραίαν θαλασσίαν ἀγκάλην τοῦ Ἀσέληνου, ὅπου ἐβασίλευε γλυκὰ σιγὰ ὁ ἥλιος, ὡς νὰ ἔκρυπτεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον τὰ χρυσᾶ καὶ στίλβοντα στολίδια του μέσα εἰς τὸν θησαυρόν του.

Κι ὅταν ἡ μικρὰ καμπάνα ἐκάλει τοὺς ἀγροίκους βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ εἰς τὴν προσευχήν ―οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπήγαιναν, ἀλλ᾿ ἴσως νὰ ἔκαναν μακρόθεν ἕνα σταυρόν, ἂν ἤξευραν ἀκόμη νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους― κ᾿ ἐδιάβαζεν ὁ πάτερ Ἐφραὶμ ὁ πνευματικὸς τὸν Ἑσπερινόν, μαζὶ μὲ τὸν Μιχαίαν τὸν ὑποτακτικόν του, κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια ὁ γέρων ἕως τὴν βρύσιν, διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ καὶ ἅπαξ ἀκόμη τὴν γλυκεῖαν μελαγχολίαν τῆς μοναξιᾶς μέσα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὀνομάσει «γωνίαν τοῦ Παραδείσου». Καὶ τῆς βρύσης τὸ μάρμαρον, τὸν κρουνὸν καὶ τὴν λεκάνην, τὰ εἶχε φάγει τὸ νερόν. Καὶ μόλις ἠμποροῦσε νὰ διαβάσῃ τις, μισοσβησμένους, τοὺς ἰαμβικοὺς στίχους, τοὺς ὁποίους εἶχε γράψει ποτὲ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς πηγῆς, ὁ διάσημος ἀσκητής, ὁ ἀββᾶς Διονύσιος: «Χεῖρας, πρόσωπα καὶ πόδας νίπτων ἁβρῶς, ὁμοῦ δὲ καὶ διαυγὲς νῦν ὕδωρ πίνων, τῆς καλλιρρείθρου τῆσδε τῆς κρήνης, ξένε, ψυχῆς τότε μνήσθητι Διονυσίου». (περισσότερα…)

Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024

*

Τιμώντας τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η Περιφέρεια Θεσσαλίας εγκαινιάζει στη Σκιάθο το τετραήμερο 19-22 Σεπτεμβρίου έναν ετήσιο κύκλο εκδηλώσεων αφιερωμένων στο έργο του. Οι Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024 περιλαμβάνουν ένα πλούσιο πρόγραμμα ομιλιών, συζητήσεων, λογοτεχνικών αναγνώσεων, συναυλιών και ξεναγήσεων σε ιστορικούς τόπους της Σκιάθου και διοργανώνονται με την πολύτιμη αρωγή του Δήμου Σκιάθου.

Κορμός των Ημερών Παπαδιαμάντη κάθε χρονιά θα είναι το Συμπόσιο της Σκιάθου στο οποίο θα πάρουν μέρος εφέτος 35 διακεκριμένοι συγγραφείς, στοχαστές, επιστήμονες και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Στην Εναρκτήρια Τελετή της Πέμπτης (Μπούρτζι, Πολιτιστικό Κέντρο Σκιάθου, 18:30) ο περιφερειάρχης κ. Δημήτρης Κουρέτας θα απονείμει το Βραβείο Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στον φιλόλογο κ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, επιμελητή της ιστορικής Κριτικής Έκδοσης των παπαδιαμαντικών Απάντων (Δόμος, 1981-88). Το νέο Βραβείο θα απονέμεται κάθε χρόνο, εναλλάξ σε έναν εξέχοντα μελετητή και σε έναν ομότεχνο του κορυφαίου Σκιαθίτη, Έλληνα ή ξένο.

Η Εναρκτήρια Τελετή θα κλείσει με συναυλία του τραγουδοποιού Ορφέα Περίδη ελεύθερη για το κοινό (Μπούρτζι, Ανοιχτό Θέατρο, 20:30). Οι Ημέρες Παπαδιαμάντη θα συνεχιστούν ώς το μεσημέρι της Κυριακής 22.9. οπότε και θα ολοκληρωθούν με την ξενάγηση των συνέδρων στο Κάστρο.

Η προσωπογραφία του Α. Παπαδιαμάντη που κοσμεί τα έντυπα της διοργάνωσης είναι έργο του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου, φιλοτεχνημένο ειδικά για τις Ημέρες Παπαδιαμάντη 2024. Την ευθύνη για την κατάρτιση και τον συντονισμό του προγράμματος έχει ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης.

Ακολουθεί το πλήρες πρόγραμμα των εκδηλώσεων.

(περισσότερα…)

Ὁ ρεμβαστὴς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Ἔργο τοῦ Σωτήρη Σόρογκα (λεπτομέρεια)

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὑπάρχουνε κάποιες  μέρες ποὺ θὰ  μπορούσαμε νὰ τὶς ποῦμε «μέρες Παπαδιαμάντη», ἔτσι καθὼς ἔχουν ἁγιάσει γιὰ δεύτερη  φορὰ μέσα στὸ ἔργο του. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς  εἶναι κι ὁ «Δεκαπενταύγουστος», τούτη ἡ ἄλλη ἡ μικρότερη Λαμπρή,  ποὺ μᾶς ἔρχεται κάθε χρόνο καταμεσῆς τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἔχει γίνει ὄχι μόνο γιορτὴ τῆς Παναγίας, μὰ καὶ γιορτὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος ρέμβασε καθισμένος νοερὰ «παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν», «εἰς προαύλιον ναΐσκου τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας».[1]

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ ποιητὴς τῆς σκιαθίτικης ζωῆς ἤτανε «ὣς πενηνταπέντε χρονῶν ἄνθρωπος»,[2] σὰν τὸν ἥρωά του, τὸ Φραγκούλη Κ. Φραγκούλα. Καὶ σὰν αὐτὸν κουρασμένος ἀπὸ τὴ ζωή, μὲ τὴν ψυχὴ γεμάτη πόνο. Ἔμενε πάντα στὴν Ἀθήνα, «στὴν πόλιν τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῶν πλουτοκρατῶν»[3] καὶ κάθε φορὰ ποὺ θυμοῦνταν τὸ μικρὸ νησί του ἡ καρδιά του ἔλιωνε ἀπὸ νοσταλγία καὶ πίκρα. Ἐκεῖ, στοὺς κόρφους μὲ τὴν ψιλὴ ξανθὴ ἀμμουδιά, στὶς ψαρόβαρκες, στὰ μοναχικὰ ἐκκλησάκια, στὰ κάτασπρα συμμαζωμένα χωριουδάκια, εἶχε περάσει τὰ μοναδικὰ χρόνια τῆς ζωῆς του ποὺ τά ’φερνε στὸ νοῦ του μ’ ἀγάπη. Ὅμως ἐκεῖ,  στὸ φτωχικὸ πατρικὸ σπίτι περιμένανε τέσσερεις μαυροντυμένες γυναῖκες σιωπηλές.  Ἡ γριὰ μάνα κι οἱ τρεῖς πρόωρα γερασμένες, ἀνύπαντρες ἀδερφάδες του. Ὁ πατέρας εἶχε πεθάνει. Προστάτης τῆς οἰκογένειας ἦταν ὁ ἴδιος. Μὰ ἐκεῖνος ζοῦσε μακριά τους, μοναχός του, ἔγραφε καὶ μετάφραζε καὶ δὲν ἐκατάφερνε νὰ βγάλει μήτε τὸ δικό του, τὸ λιγοστὸ φαΐ. Δίπλα στὴ δική του ἀγωνία γιὰ τὸ καθημερινό, δίπλα στὸν πόνο ποὺ τοῦ ’φερνε ἡ ἀδυναμία του  νὰ προσαρμοστεῖ στὴν κοινωνία του καὶ στὴν ἐποχή του, δίπλα στὴν αἴστηση τῆς παραγνώρισής του ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους τῆς πρωτεύουσας, ἕνας ἀνάξιος γιὸς κι ἀδερφός.  «Φεῦ, οἱ δυστυχεῖς αὐτοί! ὁποῖος πόνος καὶ ὁποία τύψις! Εἴθε νὰ εἶχον υἱὸν καὶ ἀδελφὸν καλλίτερον…».[4] Λίγους μῆνες πρωτύτερα εἶχε χάσει καὶ τὸν ἀδερφό του τὸ Γιώργη. Ἄλλη μιὰ οἰκογένεια, μὲ πέντε μικρὰ παιδιὰ αὐτή, εἶχε μείνει δίχως προστάτη. Κι αὐτὸς δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς στείλει μήτε μιὰ ἐλάχιστη βοήθεια. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Λαμπριάτικος ψάλτης

*

Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων, τότε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε μᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σημασίαν. Διότι, ναὶ μέν, εὐδοκίᾳ τῆς θείας Προνοίας, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυμίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου μου κὺρ Γιάννη Πεντελιώτου, ἀξιοῦμαι σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἀνελλιπῶς, κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡμέρας, νὰ συμψάλλω ἐναμίλλως μετ᾽ αὐτοῦ, ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του, ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος, παρατείνοντος ἐπ᾽ ἄπειρον τὰ μουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του, εἰς τὸν μικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ. ὅπου μυροβολεῖ ἑλισσόμενον εἰς κυανοῦς στεφάνους τὸ μοσχολίβανον, περιβάλλον ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεμνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων, καὶ ὅπου μὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θημωνίας ὅλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον, μὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας. Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαμὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν, κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα, οἵτινες φιλοτιμοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώμια, καταστρέφοντες διὰ κωμικῶν σφαλμάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, ὅσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωμέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα.

Χωρὶς νὰ εἶμαι κύριον μέρος τοῦ αὐτοσχεδίου τούτου χοροῦ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι προσπαθῶν νὰ συμψάλλω ὑποφερτὰ κάπως μὲ τὸν ἀρχοντικὸν καὶ πρόθυμον φίλον μου, οὐχ ἧττον ὑστερῶ αὐτοῦ κατὰ πολλά, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην ἐν ἀρχῇ, ὡς ἐπιείκειαν ἐκ μέρους τοῦ ἀναγνώστου, τὴν τροπικὴν τοῦ τίτλου ἐκδοχήν, καθ᾽ ὃν δηλ. τρόπον εἰς ὅλους τοὺς ναούς, παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι, μουσόληπτοι ἐκ τοῦ παραχρῆμα, λαμπριάτικοι ψάλται, οὕτω καὶ ὁ γράφων, ἐνῷ καθ᾽ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον σιωπᾷ, παρουσιάζεται, δὶς τοῦ ἔτους οὗτος, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα, κατ᾽ ἀποκοπὴν διηγηματογράφος. Τὸ πρᾶγμα ἤρχισε νὰ γίνεται κάπως φορτικόν, καὶ πολλοὶ μὲν ἐσκανδαλίσθησαν, τινὲς δὲ καὶ τὸ ἀπεδοκίμασαν. Ἀρκοῦσι τόσαι ἄλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἄγγλοι οὔτε Ἀμερικάνοι. Μὴ μᾶς σκοτίζῃς καὶ σύ. Πόθεν ἔλαβες ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃς ὅτι τὸ κοινὸν θέλγεται ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις σου ἢ συγκινεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήματά σου; Τὸ ἔκαμες μίαν φορὰν ἢ δύο. Ἀρκεῖ. Παῦσε πλέον. Δὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέμα σου ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθῇς βίᾳ νὰ παρουσιάσῃς ἁπλῆν παραλλαγὴν κατ᾽ ἔτος;

Ἐν πρώτοις, καλὸν θὰ ἦτο νὰ διακρίνωμεν ὅ,τι εἶναι πράγματι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Λόγου χάριν, τὸ νὰ ἐκδίδωνται τὰ περιοδικὰ κατὰ Σάββατον ἢ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Τὸ νὰ δημοσιεύουν αἱ πολιτικαὶ ἐφημερίδες φιλολογικωτέραν ὕλην κατὰ Κυριακήν, εἶναι ξενισμός; Ἑνὶ λόγῳ, τὸ νὰ σχολάζῃ τις κατὰ τὰς ἑορτὰς ἀπὸ τῆς τύρβης τοῦ κόσμου, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄρθρων πολιτικῶν, καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀκοπωτέρας ἀναγνώσεως εἶναι ξενισμός; Ἔστω, ἀλλὰ δύνασαι νὰ δημοσιεύῃς ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφάς, χωρὶς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα.

(περισσότερα…)

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἡ μεθερμηνεία τῶν ἰδεῶν

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἕνα πρόσφατο ζήτημα στὸν ἑλληνικὸ μικρόκοσμο τῶν ἰδεῶν εἶναι κατὰ πόσο διαστρεβλώνεται ἢ ὄχι ὁ Παπαδιαμάντης ἀπὸ τὸ woke κίνημα καὶ τὴν ταινία Φόνισσα. Αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ σκεφτοῦμε εἶναι, πρῶτον, κατὰ πόσο ἡ κατάσταση ποὺ περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ συγκεκριμένο διήγημα καὶ ἡ ταινία ἦταν ἡ συνηθισμένη στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο τοῦ 1900. Καθένας ἔχει τὶς δικές του οἰκογενειακὲς καὶ τοπικὲς ἀφηγήσεις καὶ ἀναμνήσεις. Ὅσοι δὲν ἔζησαν σὲ περιβάλλοντα ὅπου οἱ ἄντρες σήκωναν χέρι πάνω στὶς γυναῖκες, ὅπου οἱ γυναῖκες ἦταν μεταφορικὰ ζῶα, καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν τέτοιες ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴ (προ)γιαγιά τους ἢ τὴν (προ)γιαγιὰ τοῦ γείτονα καὶ τοῦ παραδιπλανοῦ γείτονα στὸ χωριό, ὅλοι αὐτοὶ ἀντικρίζουν τὴν σχετικὴ καταγγελία, παπαδιαμαντικὴ καὶ τῆς ταινίας, μὲ κάποια μικρὴ ἔκπληξη: Ἀφορᾶ ἕναν κόσμο ποὺ γι’ αὐτοὺς ἦταν ἀνύπαρκτος, πλάι στὸν δικό τους, τὸν μόνο ὑπαρκτό.

Ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν παραδεισένιος ἢ κόσμος ἴσων δικαιωμάτων, ἀλλὰ σίγουρα οἱ γυναῖκες σὲ αὐτὸν δὲν δέρνονταν, δὲν δούλευαν στὰ χωράφια, δὲν τὶς ἀπατοῦσαν, καὶ σὲ αὐτὲς οἱ ἄντρες ἐμπιστεύονταν τὴ διαχείριση τοῦ εἰσοδήματος τῆς οἰκογένειας· ἄλλοτε, ἡ πολὺ συχνὴ ἀπουσία τοῦ Πατέρα, μακροχρόνια ἢ μόνιμη (λόγῳ ξενιτιᾶς ἢ θανάτου) συνεπαγόταν μιὰ οἰκογένεια προνεοτερικὴ στὴν ὁποία ἡ Μητέρα ἀσκοῦσε τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ μὴν σκεφτοῦμε γυναικεῖες μορφὲς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἐπαναστατικὴ ἱστορία. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ δυὸ αὐτοὶ κόσμοι συνυπῆρχαν, καὶ ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς δύο δὲν ἦταν ἡ ἐξαίρεση κάποιου ἀνύπαρκτου κανόνα. Καὶ οἱ δύο ἦταν παρατηρήσιμα φαινόμενα. Κάθε καπέλωμα ἢ λήθη τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ ἀπὸ τὴν ἐποχή μας εἶναι σφάλμα· ὁ Παπαδιαμάντης φυσικὰ δὲν ἔκανε τέτοιο σφάλμα. (περισσότερα…)

Άρης Μπερλής, Από τα ελληνικά στα ελληνικά

*

Στις 28 Ιανουαρίου συμπληρώνονται 5 χρόνια από τον θάνατο του δοκιμιογράφου, κριτικού και μεταφραστή Άρη Μπερλή (1944-2018). Τιμώντας τη μνήμη του εξαίρετου συγγραφέα και αγαπημένου φίλου, το ΝΠ του αφιερώνει τη σημερινή και την αυριανή του ανάρτηση. Σήμερα, αναδημοσιεύουμε την ομιλία για τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις την οποία ο Μπερλής εκφώνησε στις 10 Οκτωβρίου 2006, στη Στοά του Βιβλίου, σε εκδήλωση με θέμα «Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Ροΐδης: από τα ελληνικά στα ελληνικά. Συζήτηση για τις ενδογλωσσικές περιπέτειες των κειμένων». Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης οι Δημήτρης Δημηρούλης και Δημοσθένης Κούρτοβικ ενώ είχαν προσκληθεί και οι Άρης Μαραγκόπουλoς, Γιώργος Αριστηνός και Δημήτρης Καλοκύρης, μεταφραστές του Σολωμού, Παπαδιαμάντη και Ροΐδη αντίστοιχα, οι οποίοι δεν θέλησαν να συμμετάσχουν.

~ . ~

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΕΙΣ

Είναι κρίμα που η άλλη πλευρά αρνήθηκε να παραστεί και να συζητήσει ή και να διαπληκτιστεί μαζί μας. Η εκδήλωση θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θα ανταλλάσσονταν επιχειρήματα, ενδεχομένως και βαριές κουβέντες, θα μας κατηγορούσαν για ελιτισμό, θα τους κατηγορούσαμε για λαϊκισμό, και πάει λέγοντας – κάπως έτσι προάγεται ο πνευματικός διάλογος, σοβαρολογώ, αυτό είναι που γενικότερα μας λείπει, η συζήτηση με τη σωστή αναλογία ψυχραιμίας και πάθους, νηφαλιότητας και παρρησίας, ακόμη και επιθετικότητας.

Διατύπωσα τις αντιρρήσεις μου στις μεταγλωττίσεις από τα ελληνικά στα ελληνικά, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στον τύπο. Θα συνοψίσω εδώ το βασικό μου επιχείρημα. Ο μεταφραστής της Πάπισσας Ιωάννας ή της Φόνισσας ή άλλου λογοτεχνικού κειμένου του 19ου αιώνα στη σύγχρονη ελληνική δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας, είναι χαμένος από χέρι – οπότε το όλο εγχείρημα δεν έχει νόημα. Η αναμέτρηση με το πρωτότυπο είναι άνιση, η σύγκριση αναπόφευκτη, η υστέρηση μοιραία. Το ανυπέρβλητο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μεταγλωττιστής (πρόβλημα που δεν το αντιμετωπίζει ο μεταφραστής κειμένου από ξένη γλώσσα) είναι ότι το πρωτότυπο είναι γραμμένο στην ίδια γλώσσα. Το μετάφρασμα έχει ανταγωνιστικό κείμενο, μέσα στην ίδια γλώσσα. Κείμενο εκτυφλωτικής ακτινοβολίας που καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε απόπειρα ενδογλωσσικής διατύπωσής του. Κι ας μην ειπωθεί ότι η καθαρεύουσα του Ροΐδη ή του Παπαδιαμάντη είναι άλλη γλώσσα, διαφορετική από τη σύγχρονη νεοελληνική. Διότι τότε, παράλληλα με το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης και ενιαίας ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, όπου τάχα ανατρέχουμε γλωσσικά τους αιώνες μπρος-πίσω χωρίς πρόβλημα, θα έχουμε και το εκ διαμέτρου αντίθετο ιδεολόγημα, του ιστορικού κατακερματισμού της εθνικής γλώσσας σε πολυάριθμες γλωσσικές περιόδους ή εξελικτικές φάσεις, που σημαδεύονται από τόσο βίαιες ρήξεις της συνέχειας ώστε μέσα σε εκατό πενήντα, εκατό ή και σε πενήντα χρόνια, μπορεί και σε λιγότερα, η γλώσσα να αλλάζει τόσο ριζικά ώστε να χρειάζεται μετάφραση. Αυτό μπορεί να μην τέθηκε ρητά αλλά συνάγεται αφ’ ης στιγμής τίθεται θέμα μετάφρασης κειμένων που είναι κοντά, πολύ κοντά σε μας, κειμένων που υποτίθεται ότι είναι δύσβατα, δύσληπτα ή και ακατανόητα πια για τους περισσότερους σημερινούς χρήστες. Και ποιοι είναι αυτοί οι περισσότεροι; Είναι κυρίως οι μάζες των απαίδευτων νέων παιδιών –αυτό ειπώθηκε ως επιχείρημα– που, λόγω ελλιπούς παιδείας ή των περισπασμών της σύγχρονης ζωής δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά τα κείμενα. (περισσότερα…)

Κώστας Βάρναλης, Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

*

Από τον ιστότοπο του Νίκου Σαραντάκου. Αντιγράφουμε από εκεί το σημείωμα του επιμελητή: «Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα εις ύφος Παπαδιαμάντη, αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου Πεζός Λόγος. Αγνοώ αν το Καλοκαιρής (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη.» Με αυτό το ξεχωριστό αφήγημα, το ΝΠ εύχεται στους αναγνώστες και τις αναγνώστριές του Καλά Χριστούγεννα.

~ . ~

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την «Ακρόπολιν» και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!

Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.

Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:

– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

*

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οἰωνός

*

Tὸ ἐκήρυξεν ὁ θεῖος Ὅμηρος πρὸ ἐτῶν τρισχιλίων: Εἷς οἰωνὸς ἄριστος !…

Εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ βάλῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ Ἕκτορος ὅλην τὴν ἀηδίαν, ὅσην τοῦ ἐνέπνεον κατὰ βάθος οἰωνοὶ καὶ οἰωνοσκόποι, καίτοι, λόγῳ τοῦ ἐπικοῦ ἀξιώματος, ἦτο ἠναγκασμένος, ὁ θεσπέσιος, νὰ περιγράφῃ μετὰ μεγάλης σοβαρότητος ὅλας τὰς τελετὰς καὶ τὰς ἀσκήσεις τῶν θυσιῶν, καὶ τῶν οἰωνῶν, καὶ τῶν μαντευμάτων.

Καὶ ὁ Κάτων, ὁ ἄκαμπτος Ρωμαῖος, εἶπε, χίλια ἔτη ὕστερον: Si augur augurem…

Δηλαδή, ἐὰν οἰωνοσκόπος συναντήσῃ οἰωνοσκόπον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κράτησῃ τὰ γέλια…

Οἱ μόνοι ἀληθεῖς οἰωνοὶ εἶναι τὰ πράγματα. Πλήν, ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι συμβολικοί, ἐναέριοι ἢ ἐπίγειοι οἰωνοί, ἔρχονται ἐπικουρικῶς μόνον, διὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ ὄμματα τῶν τυφλῶν, ὅσοι δὲν βλέπουν τὰ πράγματα.

Ἀφοῦ αἰτήσω συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀναγνώστην διὰ τὸ βάναυσον καὶ ὄχι πολὺ κόσμιον ἴσως τοῦ συμβόλου ἐνταῦθα, θὰ διηγηθῶ ἕνα οἰωνόν.

Ἕνα καιρόν, δύο νέοι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς μοὶ ἐτύγχανε, διὰ νὰ εἴπω κατὰ Πλάτωνα, ἐγγύτατα γένους ὤν καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν, ἔκαμναν τὸν ἔρωτα εἰς μίαν νέαν, ἥτις δὲν εἶχεν εἴδησιν τοῦ πράγματος. Διότι εἶχεν ἴσως τόσους λατρευτάς, ὅσας χιλιάδας προῖκα. Δὲν εἶχε καιρὸν ἡ ἰδία, μὲ τὰς ἁβρὰς καὶ τρυφερὰς χεῖράς της, καὶ μὲ τοὺς μεγάλους τακεροὺς ὀφθαλμούς της, νὰ μετρήσῃ οὔτε τὸν σωρὸν τῆς μιᾶς οὔτε τὴν ἄγελην τῶν ἄλλων.

Ἴσως οἱ δύο, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ἦσαν τόσον ὑγιῶς προικοθῆραι, ὅσον νοσηρῶς αἰσθηματικοί. Ἡ κόρη ἦτο χαριεστάτη. Μετεῖχε καλῶν αἰσθημάτων καὶ δὲν ἦτο ἄμοιρος καλῆς ἀγωγῆς. Ἐξαιρέσει τῆς οἰήσεως καὶ τοῦ ἐξιππασμοῦ τῶν νεοπλούτων, κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο ἄμεμπτος. Ἀδιάφορον ὅμως.

Ἓν δειλινόν, ἢ μίαν ἑσπέραν, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά, φθινοπώρου ἀρχομένου, οἱ δύο νέοι ἐκάθηντο ὑπαίθριοι, χωριστὰ ὁ καθείς, ἔξωθεν ζυθοπωλείου, καὶ ἐκοίταζαν ἀντικρὺ τὸν ἐξώστην της. Ἐπερίμεναν πότε νὰ φανῇ. Ἤλπιζον νὰ πέση ἐπ’ αὐτοὺς ἡ ματιά της ἢ ποθεινή.

Τὸ ἐλάχιστον τυχαῖον βλέμμα της ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τὸ ἐκλάβουν ὡς σκόπιμον καὶ σημαντικόν, καὶ πλάττον εὐτυχίαν δι’ αὐτούς. Μωρότεροι τοῦ Ναρκίσσου, κατωπτρίζοντο ὄχι εἰς τὸ φεῦγον ρεῦμα τοῦ ρύακος, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀεικίνητον βλέμμα τῆς κόρης.

Ἡ κόρη ἐξῆλθεν. Ἐκοίταξεν ἐδῶ, ἐκοίταξεν ἐκεῖ, ἴσαξε τὰ μαλλιά της, ἔρριψε βλέμμα εἰς τοὺς δύο νέους, τοὺς ἀφῆκε νὰ τὴν κοιτάζουν καὶ νὰ χάσκουν, καὶ προσήλωσε τὸ ὄμμα εἰς ἕν ἀόριστον ὑψηλὸν σημεῖον τῆς πόλεως ἢ τοῦ ὁρίζοντος, εἰς ἓν κωδωνοστάσιον ἢ ἓν νέφος. Ποῦ ἀλλοῦ; (περισσότερα…)

Κώστας Ζωτόπουλος, Οδός Καλαμιώτου

papadiamantis-νιρβάνας

-Ι-

Οδός Καλαμιώτου

Ο Νιρβάνας, μαθητής νεαρός,
δεν γνώριζε ποιος ήταν ο κύριος Αλέξανδρος.
Σκιαθίτης εκείνος, εκ πατρός Σκοπελίτης αυτός.
O εξάδελφός του Φίλιππος του μιλούσε γι αυτόν,
συμμαθητή του παλιό,
σαν να ήταν παραστρατημένος.
«Κρίμα τον άνθρωπο! Πάει χαμένος.
Στην τάξη πρώτος μαθητής,
με τα ελληνικά του τα γερά
μπορούσε να ’ναι τώρα στο Πανεπιστήμιο καθηγητής.
Κάθεται και γράφει παραμύθια σαπέρα».

Ο Νιρβάνας είχε γράψει στην καθαρεύουσα ένα ελεγείο
που αργότερα θα του φαινόταν άτεχνο πρωτόλειο,
«στιχούργημα παιδιάτικο»,
το είχε εκφωνήσει σε κηδεία
και δημοσιεύσει στην «Παλιγγενεσία».
Ο εξάδελφός του στον κύριο Αλέξανδρο το είχε δώσει
κι αυτός εζήτησε να τον γνωρίσει.

«Σκιαθίτικο καφενείο»,
οδός Καλαμιώτου, απ’ της Καπνικαρέας το ιερό σαράντα μέτρα.
Δίπλα ένα κατάστημα με παπλώματα.
Καφέ και βιοτεχνία παπλωμάτων
στέκουν και σήμερα εκεί, σε κτίρια νέα.
«Εις το καφενείον εκείνο, παρά την οδόν Καλαμιώτου,
εσύχναζα οπωσούν…
Εκεί ήρχοντο παλαιοί άνθρωποι,
οικοκυραίοι, εντόπιοι και άλλοι μερικοί,
γνωστοί αγορηταί των καφενείων,
και αι πολιτικαί συζητήσεις ποτέ δεν εσχόλαζον».

Στο βάθος προχώρησαν.
Ένας κακοντυμένος με άτακτα γένια
καθόταν με δυο τρεις ακόμα.
Τους δέχτηκαν εγκάρδια, λουκούμι του παρήγγειλαν,
τον ρώτησαν για τους γονείς και τα μαθήματα.
Ο Σκιαθίτης είπε με συμπάθεια, που, χρόνια μετά,
συγκατάβαση χριστιανική τη θεώρησε ο Νιρβάνας.
«Ώστε δικό σου, λοιπόν, ήταν το ποίημα, παιδί μου.
Αναρωτήθηκα. Το πατριωτάκι μας να είναι τάχα;
Όταν μου το είπε ο Φίλιππος τον παρακάλεσα
να σε φέρει να σε γνωρίσουμε κι εμείς σαν πατριώτες.
Ε, μπράβο σου παιδί μου. Να καταγίνεσαι».

-ΙΙ-

Η ειρωνεία των νοσοκόμων

Ο Νιρβάνας τον είδε για τελευταία φορά
λίγες μέρες πριν φύγει οριστικά για το νησί.
Είχαν διοργανώσει στον «Παρνασσό» εκδήλωση
με της Πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη τη φροντίδα,
ο Αλέξανδρος, όμως, δεν παρέστη.
Είπε και ο Νιρβάνας μετά τον Κακλαμάνο δυο λόγια,
για το έργο του Σκιαθίτη.
Είχαν αρκετά χρήματα συγκεντρωθεί,
για να εισαχθεί σε κλινική.
Η λατρεία του άκρατου οίνου τον είχε καταβάλει.

Ο Νιρβάνας πήγε στη Δεξαμενή πάλι
με τον Αλέκο Μαυρουδή
που είχε με ζήλο εργαστεί
για την επιτυχία της γιορτής,
να του πουν πως υπήρχαν χρήματα αρκετά
και να τον πείσουν να θεραπευτεί.

Έσκυψε δακρυσμένος –άρρωστος, γέρος –
το χέρι να του φιλήσει.
Το τράβηξε απότομα συγκινημένος,
και του έκανε με τρόπο την πρόταση.

«Όχι νοσοκομείο…», απάντησε ικετευτικά.
»Οι νοσοκόμοι είναι είρωνες».
Φοβόταν πως για την αιτία της νόσου κάποιος θα τον ειρωνευτεί.
Είπε, «Καλύτερα στην πατρίδα …».
Μάταιο και σκληρό να του αρνηθεί.
«Αλέξανδρε, όπως αγαπάς».
Έφυγε σε λίγες μέρες
για της αιώνιας τέχνης το νησί.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ