ποίηση

Η παλιννόστηση ενός εξόριστου: για την ποίηση του Δημήτρη Ἀγαθοκλη

pic (03)

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς,
Ἐξορίες, Μελάνι 2018

της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ μὲ ἐντυπωσίασε ἤδη μὲ τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή (Ἄφεσις, Μελάνι 2017). Ἀπόρησα ἀπὸ τότε γιὰ τὸ πῶς ἕνας νέος ποιητὴς καὶ  ἐπιστήμονας προερχόμενος μάλιστα ἀπὸ τὸν χῶρο τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν (μαθηματικὸς μὲ μεταπτυχιακὲς σπουδές) διαθέτει καὶ ἀξιοποιεῖ ποιητικὰ μὲ ἄνεση μιὰ τόσο βαθιὰ καὶ πολυδιάστατη γνώση τῆς ποιητικῆς μας γλώσσας. Μὲ τὴν πρόσφατη συλλογή του ὁ Ἀγαθοκλῆς προχωρᾶ πιὸ τολμηρὰ σ’ αὐτὴ τὴ γλωσσικὴ ἀναδίφηση στοὺς αἰῶνες τῆς γλώσσας μας. Φαίνεται δὲ πὼς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γλωσσικὸ βάθος εἶναι ἡ πατρίδα στὴν ὁποία παλιννοστεῖ ὁ ἐξόριστος ποιητὴς τοῦ τίτλου.

Ὁ Ἀγαθοκλῆς μετεωρίζεται μεταξὺ ἑνὸς καθαροῦ μοντερνισμοῦ, ὅπως αὐτὸς ἀναγνωρίζεται στὸ ποίημα «Ἐξορίες», καὶ μιᾶς ἰδιότυπα μεταμοντέρνας μορφῆς ἡ ὁποία ἐπιζητεῖ νὰ προσδώσει ἐπικαιρικὸ χαρακτήρα στὶς παραδοσιακὲς φόρμες. Ἡ υἱοθέτηση πάντως τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ἀπ’ τὸν Ἀγαθοκλῆ (κάτι ἀνάλογο παρατηρεῖται τελευταῖα καὶ σὲ ἄλλους νέους —καὶ ὄχι μόνον— ποιητές) ὁδηγεῖ συχνὰ τὸ ποίημα σὲ μία συγκινησιακὴ ἀκαμψία, ἡ ὁποία εἶναι ἐμφανῶς συνειδητή, ὑπονομεύει ὅμως ἐνίοτε τὴν ποιητικὴ λειτουργία κυρίως μὲ τὴν υἱοθέτηση τολμηρῶν καὶ ἐπάλληλων διασκελισμῶν. Οἱ τελευταῖοι διαλύουν κάποτε τὴ σταθερότητα τῆς παραδοσιακῆς μορφῆς εἰσάγοντας αἰφνιδίως ἕνα πεζολογικὸ στοιχεῖο. Νὰ εἶναι ἄραγε τὸ μοντέρνο ποῦ ἐκδικεῖται;

Πάντως, ἀκραιφνῶς ἐνταγμένο στὴ φόρμα τοῦ μοντερνισμοῦ εἶναι τὸ ποίημά του μὲ τὸν τίτλο «Ἐξορίες» τὸ ὁποῖο φέρει παράλληλα καὶ μνῆμες τῆς ποίησης τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς:

ΕΞΟΡΙΕΣ

Συναντῶ ἕνα ϕίλο στὸν ἠλεκτρικό· δὲν τὸν κοιτῶ
δὲν μὲ κοιτᾶ. Δυὸ ξένοι, στὸ ἴδιο ϐαγόνι, κάθε πρωί.

Κάποτε κάναμε ποδήλατο στοὺς ἴδιους δρόμους
πληγιάζαμε σπουργίτια μ’ αὐτοσχέδιες σφεντόνες,
μαλώσαμε γιὰ τὰ ἴδια κορίτσια.
Δὲν ξέρω ἐσύ, μὰ ἐγὼ σὲ ντρέπομαι.
Ἔβγαλα τὰ σκονισμένα ροῦχα ποὺ παίζαμε πόλεμο,
τὰ γόνατά μου δὲν ματώνουν πιὰ
(σπούδασα, δὲν νυμφεύθηκα)
μὲ μονογυάλι καὶ γραβάτα πλέον γυρίζω.
Δὲν σοῦ μιλῶ γιὰ παλιά, ἀλλὰ γιὰ χθὲς
σήμερα, πρὶν ἀπὸ ἕνα λεπτό —
ποιός θὰ τὸ ϕανταζόταν!

Δυὸ ξένοι κάθε πρωὶ διαδρομὴ Βικτώρια-Μοναστηράκι.
Σὰν νὰ μὴ μεγαλώσαμε σ’ ἐκεῖνο τὸν δρόμο,
σὰν νὰ μὴ σοῦ πῆρα κάποτε μιὰ Μαρία
σὰν νὰ μὴ μοῦ πῆρες κάποτε μιὰν Ἑλένη.

Θὰ ἔλεγα πὼς στὸ ἀφοπλιστικῆς ἀμεσότητας ποίημα ξαναγράφεται, μὲ εἰλικρίνεια καὶ κάποια διάθεση ἐνοχῆς, ἡ ἱστορία ποὺ ἀνακαλεῖ τὸ ποίημα τοῦ Μανόλη Ἀναγνωστάκη «Αἰσθηματικὸ διήγημα» ἀπὸ τὴ συλλογὴ  Ὁ στόχος, (Δεκαοχτὼ Κείμενα, 1970).  Ἀπὸ τὸ τελευταῖο ἀποσπῶ  τρεῖς στίχους:

[…]
Ἀλλά, βρὲ ἀδελφέ, πῶς νὰ τὸ κάνουμε, κάποτε ἤπιαμε μαζὶ κρασί,
Χωθήκαμε στὴ ὁδὸ Ἀρριανοῦ κυνηγημένοι ἀπὸ τοὺς πεταλάδες,
Φιλήσαμε τὰ ἴδια κορίτσια, ἀλλάξαμε σύνθημα καὶ παρασύνθημα.
[…]

Ὁ Ἀγαθοκλῆς στρέφει αὐτοκριτικὰ τὸ βλέμμα στὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ ἀναγνωρίσει πάνω του τὰ σημάδια τῆς στοχαστικῆς προσαρμογῆς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἀναγνωστάκη ποὺ ἀντιμετωπίζει κριτικὰ τὸν συμβιβασμένο φίλο. Προσωπικὰ βρίσκω πολὺ ἐνδιαφέρουσα τὴν σύγκριση.

pic (09).jpg

Σὲ ἄλλο κλίμα ποιητικὸ τὸ ποίημα «Μεῖνε» ἀπὸ τὰ πιὸ ἐμβληματικὰ καὶ προγραμματικὰ τῆς συλλογῆς:

MEINE

Mεῖνε. Δῶσε τὴ μάχη, ταμπουρώσου, πολέμησε
κι ἂν νύχτωσε ἢ σκοτείνιασε τίποτε δὲν ἔδυσε.
Ξεκρέμασε τῆς Ἐπανάστασης τὸ τυφέκι
πάρε τὰ ὄρη — ἂς γίνει σου ἡ ὀργὴ ϕυσέκι.
Παντρέψου τοὺς λόγγους, τ’ ἀγρίμια, τὰ ρουμάνια
πέτα τὶς γραβάτες, τοὺς πίλους, τὰ καφτάνια.
Ἄσε γένι, πιάσε σὲ σπηλιὲς λημέρι
στῆσε στὸ ἀσκέρι τοῦ ἐχθροῦ καρτέρι.
Δάγκασε μὲ μίσος σὰν Κυναίγειρος
τὴν ἔπαρση τῶν ξένων καὶ στυγερῶς
διὰ στόματος μαχαίρας πέρασε.
Νιὸ ὅ,τι σ’ ἔκανε πιὰ γέρασε.
Ξέχνα τί σοῦ ’γραφαν τ’ ἀστέρια.
Μεῖνε κι ἂς σοῦ κοποῦν τὰ χέρια,
κι ὅρμα μὲ λύσσα νὰ σφάξεις
τὸν ϐαθυχαίτη στὲς τάξεις
γιατὶ ὅπου πρέπουν ὕμνοι
ποιός ἀνακρούει πρύμνην!
Ὡς ἄλλωστε ἐδήλουν
τὰ λόγια τοῦ Αἰσχύλου
(τῆς μάχης λάτρης).
Τηλόθι πάτρης
’πὰ στὸ μνῆμα
ἕνα ρῆμα
ἂς εἶναι ―
ΜΕΙΝΕ
Ναί!

Τὸ παραπάνω ποίημα ὡς πρὸς τὴν τυπογραφική του ἐμφάνιση, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ὀπτικοῦ ποιήματος καθὼς μοῦ φάνηκε πὼς ἀναγνώρισα στὸ τυπωμένο χαρτὶ τὴν ἀντεστραμμένη κάννη ἑνὸς ὅπλου. Ἴσως στὴν αἴσθηση αὐτὴ νὰ μὲ ὁδήγησαν οἱ ἀναφορὲς στὸ τυφέκι τῆς ἐπανάστασης, τὸ λημέρι ποὺ παραπέμπει στὰ καταφύγια τῶν κλεφτῶν τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καὶ ἐν γένει ἡ ὅλη προτρεπτικὴ σὲ μάχη ἀτμόσφαιρα ποὺ κυριαρχεῖ στὸ ποίημα. Σκέφτηκα λοιπὸν πὼς ὁ Ἀγαθοκλῆς ἀκολουθεῖ τὴν παράδοση τοῦ Σιμμία τοῦ Ροδίου, τοῦ πρωτοπόρου εἰσηγητῆ τῆς ὀπτικῆς ποίησης, πρὶν δηλαδὴ ὁ μοντερνισμὸς μὲ τὸν Ἀπολλιναὶρ πειραματισθεῖ μὲ τὸ εἶδος.

Ὁ τίτλος «Μεῖνε» εἶναι μιὰ κατηγορικὴ εἰς ἑαυτὸν προσταγὴ ποὺ συνειρμικὰ συνδέεται μὲ ἕνα ἐδῶ ἀνάλογο μὲ τὸ τῆδε κείμεθα τοῦ γνωστοῦ σιμωνίδειου ἐπιγράμματος. Ὁ Ἀγαθοκλῆς ἐγγράφει μιὰ πείσμονα ἐπιθυμία παραμονῆς στὸν τόπο του, ἐνῶ μοιάζει νὰ ὑπόκειται στὸ ποίημα ἀντεστραμμένος καὶ περισσότερο προσωπικὸς  ὁ ὅρκος  τῶν Ἀθηναίων ἐφήβων. Προφανῶς αὐτὸς  ὁ  ἰδιότυπος  ξενιτεμὸς ποὺ κόμισε στὸν τόπο μας ὁ κακὸς ἀγέρας τῆς κρίσης διώχνοντας τοὺς νέους ἐπιστήμονες ἀπὸ τὴν πατρίδα, λειτουργεῖ ὡς τραῦμα στὴν ποίηση τοῦ Ἀγαθοκλῆ συνολικά.

Ἤδη σ’ ἕνα ἐξόχως εὐαίσθητο ποίημα τῆς συλλογῆς  Ἄφεσις τὸ θέμα τῆς ξενιτειᾶς ἐμφανίζεται χωρὶς ὅμως νὰ συνοδεύεται ἐκεῖ ἀπ’ τὰ τραυματικὰ βιώματα ποὺ κυριαρχοῦν στὸ νέο ποιητικό του βιβλίο. Παραθέτω ἐκεῖνο τὸ ποίημα:

ΕΙΣ ΦΙΛΗΝ ΞΕΝΙΤΕΥΘΕΙΣΑΝ

Γυρίζω ἐδῶ ποὺ τόσο σὲ ὠνειρεύτηκα
νὰ ϐρῶ κάτι δικό σου…
ΑΠ. ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ

Περνώντας στὰ μέρη σου, τὸν δρόμο
(ὄχι ἀπ’ τὴ δημοσιὰ ἀλλὰ τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο)
ποὺ χορτάριαζε κάθε καλοκαίρι
θὰ κοιτάξω νὰ σοῦ κόψω λίγα λουλούδια, μιὰ δραξιὰ
τριαντάφυλλο λεβάντα πικροδάφνη.
Θὰ τὰ σμίξω σὲ μπουκέτο μὲ λεπτὸ μίτο ἄνοιξης
μάρτη ἢ τὸν μαίανδρο ἀπ’ τὸν περίτεχνο κεκρύφαλό σου.
Μετὰ θὰ πῶ τὴν προσευχή, νὰ μυρίσεις πρῶτα-πρῶτα
καὶ λίγον οὐρανό, ξέρεις, μαζί της.
Θά ᾿ναι ὅπως τότε ποὺ περίμενες στὴ στροφή.
Αὔριο, λοιπόν, σὰν περάσω ὅπου περνῶ κάθε πρωὶ
θὰ κοιτάξω νὰ σοῦ στείλω ὅ,τι ζητεῖς
ὑστερόγραφα στὰ γράμματά σου:
κάτι νὰ θυμίζει τὸν δρόμο, τὴ δημοσιά, ἐμένα.

pic (01).jpg

Στὶς Ἐξορίες ἐγκαταλείπεται ἡ λυρικὴ ἀποτύπωση τῆς νοσταλγίας γιὰ νὰ πάρει τὴ θέση της ἕνας γοργὸς ρυθμὸς ἐνίοτε φορτισμένος ἀπὸ μία ἐπιθετικὴ αὐτοπεποίθηση. Ἀναφέρω ἐπὶ παραδείγματι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ποίημα «Τὰ φίδια»:

[…]   Καὶ νά ’μαστε κυνηγημένα φίδια
πρωτόπλαστα ποὺ σέρνονται κατάμονα στὴν ξενιτιά,
μ᾿ ἂν δέρμα νέο ντύνονται γύρο φέρνουν πάντα στὰ ἴδια
χωράφια˙ στὸ κίτρο, στὸ φλαμούρι, στὸ πεῦκο,  στὴν ἰτιά.

Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ χρήση τοῦ πρώτου πληθυντικοῦ προσώπου, ἡ ὁποία κομίζει ἕνα νέο στοιχεῖο στὴν ποίηση τῆς νεώτατης ποιητικῆς γενιᾶς: τὸ ἐκφρασμένο ποιητικὰ αἴτημα τῆς παλιννόστησης ἀπὸ τὴν ἀκούσια μετανάστευση στὴν ὁποία τὴν ἔχει ὁδηγήσει ἡ οἰκονομικὴ κρίση. Ἀξίζει δὲ ἐπίσης νὰ παρατηρηθεῖ ὅτι ὁ Ἀγαθοκλῆς δίνει στὴ συλλογή του τὸν τίτλο  Ἐξορίες καὶ ὄχι κάποιο συνώνυμο τῆς λέξης ξενιτειά, προφανῶς ἐπειδὴ συνειδητὰ θέλει νὰ  ὑποδηλώσει τὴν ἀναγκαστικὴ στέρηση τῆς πατρίδας. Κάποτε ὅμως, ὅπως στὸ ποίημα «Βουκολικό», ἡ ἐπιστροφὴ στὰ πάτρια ὑπονομεύεται ἀπὸ σαρκαστικὲς καὶ  αὐτοσαρκαστικὲς ὑποδηλώσεις:

[…]   Κάλλιο ντόπιος ποιμὴν
παρὰ ξενιτεμένος λιόντας. Ἀμήν.

Συνολικὰ στὴ συλλογὴ  διαφαίνεται  μία  καινοτόμος ποιητικὴ πρόταση τοῦ νέου ποιητῆ: Συνίσταται στὴν ἐπιστροφὴ στὴ γλωσσικὴ καὶ γραμματειακὴ παράδοση προσαρμοσμένη στὶς συνθῆκες τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς πραγματικότητας.

Ὁ Ἀγαθοκλῆς μὲ κάλβειο πάθος ἀντλεῖ ἀπὸ ὅλο τὸ εὖρος τῆς γλωσσικῆς καὶ ποιητικῆς μας ἱστορίας: ἀπὸ τὸν βαθυχαιτήεντα Μῆδο τοῦ αἰσχύλειου ἐπιγράμματος, ἀπὸ τὰ στερεότυπα ὁμηρικὰ ἐπίθετα, ἀπὸ τὴν ξενιτεμένη Ἀριγνώτα τῆς Σαπφῶς ἕως τὰ φυσέκια καὶ τὰ κλέφτικα λημέρια τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν, χωρὶς νὰ ὑπολείπεται σὲ ἀναφορὲς στὴν εὐρωπαϊκὴ ἱστορία καὶ ποίηση. Στὰ ποιήματά του συναντᾶ κανεὶς ψηφίδες ἀπὸ τὴν τραγωδία, ἀπὸ τὴ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος τοῦ Σολωμοῦ, ἀπὸ τὸν Καβάφη καὶ πλείστους ἄλλους.

Συνοψίζοντας θὰ ἔλεγα, πὼς ἐκπέμπει ἕνα εὐφρόσυνο καὶ εὐπρόσδεκτο μήνυμα ἐπιστροφῆς στὴ γλώσσα ὡς ἐγγύηση μιᾶς οὐσιαστικῆς ποιητικῆς  ἀναγέννησης. Νομίζω ὅτι ὀφείλουμε νὰ τὸν συγχαροῦμε γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὴν περηφάνεια μὲ τὴν ὁποία τὸ διατυπώνει.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ὁμιλία ἀπὸ τὴν παρουσίαση τῆς συλλογῆς στὸ βιβλιοπωλεῖο «Ὁ Σπόρος» τῆς Κηφισιᾶς στὶς 31 Ὀκτωβρίου 2018

Οἰ φωτογραφίες τῆς ἀνάρτησης εἶναι ἔργα τοῦ ποιητῆ

Advertisements

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 22. Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

Félicien_Rops,_Die_Sphinx_(1882)

(Οἱ πέντε ἐποχές, Ἀθήνα, Μελάνι, 2012)

Ἐγὼ ἤμουν ἡ Σφίγγα
ἀλλὰ μέσα ἀπ’ τοὺς αἰῶνες
παραποίησαν τὴν ἱστορία μου

Ἔρχονταν, λοιπόν, ὅλοι
κι ἐγὼ τοὺς ἔλεγα τὸ αἴνιγμα
τῆς ζωῆς μου

«Ποιό εἶναι τὸ ὄν
ποὺ ἀκατάπαυστα πονάει;
»

Αὐτοὶ δὲν ἤξεραν τὴν ἀπάντηση
κι ἐγὼ ἔκλαιγα γοερὰ κι ἀσταμάτητα

Ἔπειτα πνίγονταν
στὰ ποτάμια τῶν δακρύων μου.

~.~
Creation_of_Light

(Ὑπερκαινοφανής, Ἀθήνα, Μελάνι, 2017)

Ἰθαγενεῖς

Βρέθηκα ἐδῶ δύο μέρες μετὰ
κι ἄρχισα νὰ θάβω.
Κι ἂς ἔβρισκα μὲ τὸν Κρέοντα τὸν μπελά μου.

Νὰ φτιάξω τάφο ὀμαδικό;
Νὰ τοὺς θάψω ἕναν ἕναν;
(Μονάχα ἕνα ἄλογο βρῆκα ζωντανό.)

Ἔ, λοιπόν,
πέρασαν ἑκατὸν πενήντα χρόνια
κι ἐγὼ ἀκόμη θάβω.

Μέχρι κι ὁ Καθιστὸς Βούβαλος
ἄκουσα πὼς ἔχει συνθηκολογήσει.

Μὰ ἐγώ,
ἡ Ἀντιγόνη,
κόρη τοῦ Οἰδίποδα,
εἶμαι ἀκόμα ἐδῶ
καὶ θάβω.


Ὁ Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε τὸ 1981 στὴν Κύπρο. Τὸ 2008 βραβεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἕνωση Λογοτεχνῶν Κύπρου μὲ τὸ Α΄ Βραβεῖο Ποίησης σὲ διαγωνισμό της γιὰ νέους λογοτέχνες. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές του συλλογές: Οἱ πέντε ἐποχές (2012) καὶ Ὑπερκαινοφανής (2017).

Κώστας Ζωτόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

800px-Stavronikita_interior_and_Athos_peak_Aug2006

Διαδοχή

Υποδυόμενος τον αρχηγό
έπινε αργά κρασί απ’ της δυναστείας την κύλικα.
Εκρήξεις και πεδία μαχών,
αναβόσβηναν σώματα ματωμένα, ακίνητα,
στις λάμψεις αστραπών.
Για δηλητήριο και θυσία στους υπηκόους, μιλούσε.
Πίστεψαν λίγοι, αποδέχτηκαν πολλοί,
μέχρι ο επόμενος να τον διαδεχτεί.
Στο βάθος πράσινοι, δροσάτοι δρυμοί
και μια μορφή θεού τις καρδιές παρηγορούσε.

~.~

Οὐρανια ἐλαφρότητα

Μετά τις αστραπές
ελαφράδα τ’ ουρανού, ηρεμία
στον ορίζοντα κυματίζουν σκεπές,
ήχοι μακρινοί απ’ την εκκλησία.

 

Αρχίζει το μάθημά του ο οικονόμος του χρόνου:
«Το πέρας γεγονός
καμπάνες κτυπούν του πόνου
άγνωστος γέροντας ο νέος νεκρός,
η λύπη λυγίζει κάτω απ’ το βάρος
μεγάλων ονείρων, μικρών ευτυχιών,
παλαιών, μα και τόσο χθεσινών.
Ποτέ το πέρας δεν μας σβήνει το θάρρος».

~.~

Χώρα των Βαΐων

Όνοι ονείρου θριαμβεύουν στων Βαΐων τη χώρα.
Αυτή η εικόνα, παλαιά, τον κατακλύζει τώρα
ενώ βαδίζει μες στο πλήθος,
η φωτεινή άφιξη δεν ήταν μύθος.
Στο έδαφος της φαντασίας χαράς μέθη
αργοσβήνει τις εικόνες απ’ τα πένθη.

~.~

Ο αγένειος Ιησούς

Νέος αθώος με αίσθημα θριάμβου
σε θρόνο ουράνιου τόξου καθισμένος
ψηλά, σε φωτεινή νεφέλη,
κρατά ανοιχτή περγαμηνή.
Από τα πόδια του πηγάζουν ποταμοί.
 
Τριγύρω του σε τέσσερα σημεία
όντα φτερωτά της αποκάλυψης
μ’ ένα βιβλίο το καθένα,
άγγελος, μόσχος, λέων, αετός,
τα σύμβολα των ευαγγελιστών.
Εικόνα ψηφιδωτού με ιστορία αιώνων ταραχώδη.
 
Παριστάνει το όραμα αρχαίου προφήτη
που κι αυτός είναι μέσα στην ίδια εικόνα γυρτός
και περιδεής ατενίζει
με τεταμένες τις παλάμες των χεριών
σε θέση μπροστά από τα ώτα.
Εκστατικός πιστός, εμπρός στην αποκάλυψη.
 
Συλλαμβάνει τα άδηλα
με σύγχυση των αισθήσεων.
Ακούει με τις παλάμες των χεριών.
Όχι, δεν βασανίζεται από αμφιβολία,
φόβο αυταπάτης, αγωνία για βεβαιότητα,
τάση για έλλογη σύλληψη του μυστηρίου.
 
Ο αγένειος νέος τού συμβολίζει το μέγιστο
που ασφυκτιούσε πάντα μέσα του,
τη δύναμη πίσω απ’ την κτίση
που πίστεψε και πόθησε να του αποκαλυφθεί.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 21. Νάντια Δουλαβέρα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Νάντια Δουλαβέρα

463308_342058132555059_1070308202_o

(Μεσοτοιχία, Ἀθήνα, Μελάνι, 2018)

Ἡ λάτρα

Τὸν πλένει, τὸν συγυρίζει
μέρα παρὰ μέρα τοῦ ἀλλάζει λουλούδια
ξεριζώνει τὰ ἀγριόχορτα
τρίβει μὲ μανία τὸ μάρμαρο
νὰ φύγει κι ἡ τελευταία κουτσουλιά
περνάει μὲ ἄζαξ τὸ τζάμι τῆς φωτογραφίας του.

Κι ὅσο ἀνοικοκύρευτος ἦταν ἐκεῖνος στὴ ζωὴ
ὅσο τσακωμένος μὲ τὸ νερὸ
τόσο τοῦ ρίχνει αὐτὴ μὲ τὴ λεκάνη
ξεσπάει στὴν πλάκα
νὰ τὴν κάνει καθρέφτη.

Πτῶμα γυρίζει στὸ σπίτι
πέφτει στὸ κρεβάτι
ἀκουμπᾶ τὰ γάντια
προκλητικὸ πορτοκαλὶ στὸ μαξιλάρι του.

~.~

Τὸ τσαντίρι

Οὔτε μιὰ φωτογραφία μὲ τὴν κοιλιὰ ψηλὰ
στὸ οἰκογενειακὸ ἄλμπουμ
κάτι νὰ μοῦ μελετάει γιὰ ἐκείνους τοὺς ἐννιὰ μῆνες
ὅτι τὴν εἶχα στεγνώσει ἀπὸ τοὺς ἐμετούς
ὅτι τῆς μύριζε συνέχεια ψάρι, φράουλες
τοὺς ἐφιάλτες της ὅτι ἔβγαζε ἕνα παιδὶ νεκρό,
μὲ τρία χέρια, χωρὶς κεφάλι –
λέξη.

Ἦταν κι ἐκεῖνο τὸ τσαντίρι πιὸ πέρα
γεννοβολάγανε τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο αὐτὲς
κι ὕστερα ποιός ξέρει τί τὰ κάνανε
τὴν ἔννοια τους εἴχανε οἱ γείτονες
νὰ βγοῦν νὰ τὰ μετρήσουν
καὶ προκειμένου –νὰ φάει ψωμὶ τὸ παιδί–
δὲ βγάζανε κίχ.

Τί φιάσκο, λέω
τὶς φορὲς ποὺ γονάτισα
νὰ ἔβαλα στὸ στόμα μου
τὴ λάθος μάνα.


Ἡ Νάντια Δουλαβέρα μεγάλωσε στὸ Ζευγολατιὸ Κορινθίας. Σπούδασε στὸ Τμῆμα Ἐπικοινωνίας, Μέσων καὶ Πολιτισμοῦ στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο καὶ ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴν Πολιτιστικὴ Διαχείριση (Πάντειο) καὶ τὴ Λογοτεχνία (Birkbeck, Λονδίνο). Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Ἐργάζεται ὡς κειμενογράφος καὶ συντάκτρια περιεχομένου. Γράφει στίχους γιὰ τραγούδια. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Μεσοτοιχία (2018).

 

Ξάνθος Μαϊντάς, Οι τσακαράντες της οδού Αθηνάς

Οἱ ὡραιότερες τσακαράντες τῆς πόλης μας βρίσκονται στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς, μεταξὺ τῆς Βαρβακείου ἀγορᾶς καὶ τοῦ Μοναστηρακίου. Ἐκεῖ, δηλαδή, ποὺ κάποτε ἦταν στέκι κοριτσιῶν τῆς νύχτας. Συλλογιζόμουνα πόσες φορὲς ἀκούμπησαν τὴν κουρασμένη τους πλάτη στὸν κορμὸ τῶν δέντρων γιὰ νὰ ξαποστάσουν. Εἶμαι σίγουρος πὼς μ’ αὐτὴ τὴν ὤσμωση δώσανε χρῶμα στὸ λουλούδι.
 
Τὸ ὄνομα τοῦ δέντρου εἶναι ΤσακαράνταἸακαράνδη ἡ μιμηλήφυλλος (Jacaranda mimosifolia). Γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὀνόματος καταθέτω τὰ ἑξῆς: «Μιμηλός» εἶναι ὁ μιμητικός.
 
Μιμηλήφυλλος εἶναι, λοιπόν, γιατὶ ὅλα τὰ φύλλα εἶναι ἴδια (μονόσχημα), ἔτσι ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἕνα μιμεῖται τὸ ἄλλο. Οἱ τσακαράντες ἀνθίζουν καὶ βγάζουν θυσάνους μὲ χιλιάδες μπλὲ λουλούδια, ποὺ κρατᾶνε λίγες μόνον ἡμέρες τὸν Ἰούνιο.
 
 
ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ
 
Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες
 
αὐστηρὰ σκυθρωπές,
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.
 
Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων,
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.
 
Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρί
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς
 
ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντά κι ἡδονή.
 
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 19. Πασχάλης Χριστοδουλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Πασχάλης Χριστοδουλίδης

(Ποιήματα, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2005)

wp-contentgalleryx-ray-images-expose-flowers-hidden-skeletonsveasey-flower.jpgfit-in__850x850

Ἂν φρόντιζα

Ἀγόρασα ἀπὸ τὴ Λαϊκὴ
γλαστρούλα μὲ πανέμορφο λουλούδι.

Τὴν ἔβαλα στὸ μπαλκόνι καὶ τὴ θαύμαζα.
Τὴν πότιζα ἀνελλιπῶς.
Εἶχε λαμπρύνει τὴ ζωή μου.

Ἀλλά, καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός,
δὲν πρόσεξα πόσο ἀσφυκτιοῦσε
μὲς στὴ γλαστρούλα τὸ λουλούδι.

Ἕως ποὺ τελικὰ μαράθηκε.

Ἂ νὰ μὴ βαριόμουνα
νὰ τὸ μεταφυτέψω
σὲ πιὸ μεγάλη γλάστρα…

~.~

Εὐθύνη

Ὁ ἀκαδημαϊκὸς καὶ κάτι ἄλλοι
—διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς—
ἀναλύουν μὲ γλώσσα θαυμασία
—καὶ ὀλίγον ἐξεζητημένη, ἔστω—
τὰ κοινωνικὰ προβλήματα
ποὺ καθημερινῶς μᾶς ταλανίζουν.
Ὁμιλοῦν περὶ σημείων καὶ τεράτων.

(Ἡ συνολικὴ συνεισφορά των
«εἰς τὰς Τέχνας καὶ τὰ Γράμματα»
κρίνεται τεραστία.)

Ζωὴ κι αὐτή…

Μεγάλο ἄγχος. Μὴν ἐκδοθεῖ
τὸ περιώνυμο περιοδικὸ
χωρὶς νὰ γράψουν κάτι.

Στὸ μεταξύ, τοὺς διέφυγε
πὼς σπίτι ἀνατρέφουν ἕνα τέρας.

Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔχουν μυριστεῖ
τὴν ἀπόγνωση τοῦ δίπλα
ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ τιναχτεῖ
καὶ νὰ τινάξει ὅλους κι ὅλα
στὸν ἀέρα.

Στὰ ἑπόμενα δοκίμιά τους
θὰ γράφουν περὶ τρομοκρατίας.
Θὰ εἶναι καὶ ἐπίκαιροι.

Τὸ τέρας τους ἐκεῖ.
Μακάριο. Στὸ κλουβί του.
Μπροστὰ ἀπ’ τὸ κουτί του.

Μιλώντας γιὰ εὐθύνη.

~.~

(Σὲ τούτη τὴ χώρα, Ἀθήνα, Σμίλη, 2018)

SS2756062

Ἡ φύσις τοῦ ἐπαγγέλματος

πάντα δὲ σκοπῶν
ηὕρισκον οὐδὲν πλὴν ἀνιᾶσθαι παρόν

Εἴμαστε οἱ Ἀκτινολόγοι.
Δουλειά μας
νὰ διαβάζουμε εἰκόνες.
Βλέπουμε
γιατὶ ξέρουμε.
Ἀναγνωρίζουμε
γιατὶ γνωρίζουμε – ἔχουμε μάθει
νὰ βλέπουμε.
Μάθαμε
γιατὶ μᾶς ἀφορᾶ·
εἶν’ ἡ δουλειά μας.
Κι ὅταν μᾶς φέρουν, μὲ ἀγωνία,
μιὰν εἰκόνα
«Αὐτό; Αὐτὸ εἶναι κάτι;»
μᾶς ρωτᾶν.
«Ὄχι. Τίποτα».
«Αὐτό; Εἶναι κάτι αὐτό;»
«Τίποτα, τίποτα».
«Μήπως αὐτό; Αὐτὸ ἐδῶ;»
«Δὲν εἶναι κάτι.
Τὸ φτιάχνει τὸ μάτι σας».
«Δὲν ἔχει τίποτα λοιπόν;
Νὰ φύγουμε;»
«Μισὸ λεπτό!» τοὺς λέμε.

Παίρνουμε τὴν εἰκόνα,
σκύβουμε ἀπὸ πάνω της,
παρατηροῦμε
καὶ λέμε τότε
μὲ ὅση σιγουριὰ μᾶς ἐπιτρέπει
ἡ φύσις τοῦ ἐπαγγέλματος
«Αὐτό!»
δείχνοντας
μιὰ τρίχα,
μιὰν ἀνεπαίσθητη γραμμὴ
ἀόρατη στοὺς ἄλλους.
«Αὐτό!»

Ὅταν μείνουμε μόνοι
λέμε στὸν ἑαυτό μας:
«Σώσαμε καὶ σήμερα τὸν κόσμο».
Ἔτσι μᾶς ἀρέσει νὰ πιστεύουμε.
Κι ἂς ξέρουμε
ποὺ ἄλλος θὰ χώσει τελικὰ
τὸ νυστέρι
στὴ σάρκα.

~.~

Ὁ θάνατος τοῦ Ἀχιλλέως

τί φής; τί σιγᾷς; ποῦ ποτ’ ὤν, τέκνον, κυρεῖς;

Οἱ γενιὲς ὅλες * ὑμνοῦν σε, Ἀχιλλέα,
ἀγαπημένε γιέ μου.

Οἱ Νηρηίδες ἦλθαν, * οἱ ἀδελφές μου, πάλι,
μῦρα γιὰ νὰ σοῦ φέρουν.

Ὡς θνητόν, ἐσένα! * Ἐσένα, τὸ λιοντάρι
ποὺ σκότωνες ἀνθρώπους!

Γιατί, κοῦκλε, γιατί * ἐκίνησες τὴν πτέρνα
πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ Πάρι;

Γιατί νὰ μὲ ποτίσεις, * τέρας ἀγνωμοσύνης,
ξύδι, χολὴν καὶ φλέγμα;

Ἐσὺ καὶ ὁ Ἰούδας * προδώσατε, προδότες,
τὴν ἄβυσσον ἀγάπης.

Ἐγὼ κι οἱ ἀδελφές μου * κηδεύουμεν, ἀλί μου,
ἕνα κομμάτι κρέας!

Ὦ, γλυκέ μου ἄντρα, * ἀγάπη μου, χρυσέ μου,
ποῦ πῆγε ἡ ὀμορφιά σου;

Ἡμίθε θεέ μου, * Ὑιέ μου, Ἀχιλλέα,
πῶς δέχτηκες τὸ πάθος;

Μιὰ βλεφαρίδα κάπου * μέσα στὸ μάτι μπῆκε
καὶ φαίνομαι νὰ κλαίω!

Δὲν καταλαβαίνω * μὲ ποίαν εὐσπλαχνίαν
ἐπρόσφερες θυσίαν

τὸ σῶμα σου, καλέ μου, * ποὺ ἔκαψα γιὰ χρόνια
πάνω σὲ θεία φλόγα!

Φτηνιάρικες γυναῖκες * προστρέχουν νὰ σὲ ράνουν
ἀντὶ τῆς Ἀφροδίτης.

Κοινές, θνητὲς γυναῖκες * ἀρώματα καὶ μῦρα
στὸν τάφο σου προσφέρουν.

Ὦ, θεοὶ τοῦ Ὀλύμπου, * καὶ Οὐρανέ, καὶ Γαία,
ἐλᾶτε νὰ μὲ δεῖτε!

Οἱ γενιὲς ὅλες * ὑμνοῦν με, Ἀχιλλέα,
γι’ αὐτὴν τὴν τραγωδία!


Ὁ Πασχάλης Χριστοδουλίδης γεννήθηκε τὸ 1980 στὴ Λευκωσία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ ἐργάζεται ὡς ἰατρός-ἀκτινολόγος. Ἔχουν κυκλοφορήσει οἱ ποιητικές του συλλογές: Ποιήματα (2005) καὶ Σὲ τούτη τὴ χώρα (2018).

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

luna park

Oh Captain my Captain!
 
Στέκεσαι αγέρωχος με βλέμμα ονειροπόλο
και νιώθεις το μπαλκόνι σα μια πλώρη
που ταξιδεύει και γυρνά τον κόσμο όλο
«Βίρα τις άγκυρες σαλπάρει το βαπόρι!»
 
Captain εσύ και πλήρωμα δυο πολυθρόνες
από μπαμπού, στον πρώτο όροφο –εκεί πάνω-
(Οι Κύκλωπες με Ray Ban και οι Λαιστρυγόνες
με τις Σειρήνες τραγουδάνε… Μητροπάνο)
 
«Captain my Captain» για πηδάλιο μια βρύση
και για πανί ανοίγει –αυτόματη– η τέντα
(Στον ήλιο δίνεις διαταγή να πάει να δύσει.
Μετά, μια fisherman στο στόμα –γεύση μέντα–)
 
Κι αρχίζεις να φωνάζεις. «Πάμε! Βίρα!
Έχουμε Πόλεμο!» Φωνάζεις… ολοένα
Αν δε σε ήξερα, θα ’λεγα φταίει η αλμύρα
πολύ φοβάμαι όμως πως φταίνε τα… ληγμένα!
~ . ~
Επετειακό
 
(…Αν είχε φανταστεί σε τι πατρόν
θα ράβανε τον κόσμο έτσι ωραίο
αντί για λάβαρο θα σήκωνε ο Πατρών
αυθόρμητα το δάχτυλό του το μεσαίο…)
 
Η Πίτσα από τα Γκράβαρα
βλέπει καυλιά για λάβαρα
σε κόσμο wash and go
και θα ’ναι απόλυτα ευτυχής
αν την πηδήξουνε δυο τρεις
και μπει σε talent show
 
Κι ο Σάκης απ’ το Φάληρο
τα βράδια ένα τάληρο
πουλά την κάθε στύση
Σε ένα τζακούζι τρία χι
και σε μοντέρνα εκδοχή
μα… δε μπορεί να χύσει
 
Όνειρα cabrio Και Jeep
κι από φαιά ουσία ντιπ
μες στο κεφάλι
Αρκεί να πέφτουν τα Ευρώ
να χαλαρώνει των νευρώ-
νων μας το χάλι
 
(… Α ρε κόσμε φουκαράκο
τζάμπα σούβλισες το Διάκο
και στη σούβλα πλάι –τι φρίκη!–
μια πιατέλα με τζατζίκι…)
~ . ~
Δοτική
 
Ενώ έκανα το μάγκα
πείστηκες κι εσύ –ανάγκα–
–βλέπεις ανωτέρα βία–
και με άφησες… συμβία
 
Με πονά η απουσία
μου στερεί τη συνουσία
εμένα –που– άμα τη εμφανίσει
πάντα έβρισκα τη λύση
 
Εν αδίκω ή εν δικαίω
παραπονεμένος κλαίω
το πουλί μου εν συγχύσει
θέλει να κελαηδήσει
 
Και τελών εν διεγέρσει
λέω ωραία που ’ταν πέρσι
που καμιά φορά –εν μέρει–
άγγιζα και κωλομέρι
 
Αναμένω εν εξάρσει
του εμπάργκο σου την άρση
γιατί εν πάση περιπτώσει
έχω –λίγο– μαραζώσει
 
Τι να κάνω που καμία
δεν υπάρχει εν εφεδρεία
λίγο να με ανακουφίσει
τώρα που τελώ εν στύσει
 
Έτσι που είναι εν αχρηστία
σκέφτομαι συχνά στ’ αστεία
–ελαφρά τη συνειδήσει–
την παράτολμη τη λύση
 
Αναλώμασι δικής μου
και απουσία της καλής μου
(ποιος τις χέζει τις δαπάνες)
να το ρίξω στις πουτάνες…
 
Μόνος μου –πια– εν Αθήναις
κι ενώ λείπεις κάποιους μήνες
σκέφτομαι εν κατακλείδι
σε ποιο να σε γράψω… αρχίδι
~ . ~
Luna Park
 
Ανακυκλώνω σκέψεις, συναισθήματα
–πώς έχει γίνει μια ζωή ένα κουβάρι–
θα φύγω και θα πάω στο φεγγάρι
να στέλνω προς τη γη ραδιοκύματα
 
Θα φτιάξω μια κεραία (πιάτο) τέλεια
και θα τη στήσω μέσα στους κρατήρες
θα κάθομαι αραχτός να πίνω μπίρες
χαζεύοντας του κόσμου τη συντέλεια
 
Η γη, θα –γύρω από τον ήλιο– περιφέρεται
κι εγώ, θα –γύρω– περιφέρομαι απ’ τη γη
το Luna Park μου, μια σπουδαία διαφυγή
από έναν κόσμο που, ό,τι θυμάται χαίρεται
 
Θα γίνω φίλος με αστέρια και κομήτες
Θα κάνω σχέση με την αστρική τη σκόνη
πια –η βαρύτητα– δε θα με καθηλώνει
και θα πηγαίνω στων δαχτύλων μου τις μύτες
 
Κι όσο θα ζω μέσα στο πάρκο της Σελήνης
μόνος, κυρίαρχος, τη φέξη και τη χάση
όταν οι άλλοι πια θα με έχουνε ξεχάσει
εσύ θα το ’θελα λιγάκι να επιμείνεις…
~ . ~
Βάλε Ντίνο
 
Με τρύπια κάλτσα και παπούτσι φέτα σόλα
Θέλεις να μπω σε εστιατόριο κυριλέ
να μανουβράρω με νυστέρι τη μπριζόλα
απολαμβάνοντας εκστατικά το μποζολέ
 
Εγώ δεν ξέρω το κρασί να δοκιμάζω
με Σομελιέ δεν έχω μάθει να μιλάω
και θέλω όταν τον κατάλογο διαβάζω
να παίρνω πρέφα τι προσφέρεται να φάω
 
Ξέρω, κανόνισες να κάνεις τα μποτέ σου
–μαλλί στην τρίχα και νυχάκι γαλλικό–
κούκλα θα είσαι αλλά δε σκέφτηκες ποτέ σου
πως εκεί μέσα εγώ παθαίνω πανικό
 
Δεν ξέρω ποιο πιρούνι ποιο μαχαίρι
δεν ξέρω ούτε που μπαίνει η πετσέτα
δεν ξέρω το κουτάλι σε ποιο χέρι
δεν ξέρω επίσης πώς να κόβω με φαλτσέτα
 
Σα να χουν βάλει στο τραπέζι, εκεί, ρουφιάνο
καταλαβαίνουν πότε αδειάζει το κρασί
και σού γεμίζουν το ποτήρι πάλι ως πάνω
να γίνεις ντίρλα να πληρώσεις και ταξί…
 
Κι εκείνη η άλλη η μαλακία στην τουαλέτα
που η βρύση αν δεν τη χαιρετήσεις δε σκαμπάζει
και για να βγει έξω –γαμημένη μια– πετσέτα
χαιρέτα πάλι το κουτάκι που τις βγάζει
 
Δεν ξέρω αν θες, ειλικρινά, να κάνω σχέσεις
ξανά με είδη υγιεινής και με νιπτήρες
μα εγώ δεν πάω πάλι εκεί που να με δέσεις
και να μου καις τις φτέρνες με αναπτήρες
ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 18. Γιώργης Μακελάρης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιῶργης Μακελάρης

CigarWallpaper

(Ἀσκήσεις ἀποσυμπίεσης, Ἀθήνα, Μοτοκούζι, 2018)

Τσιγάρο ποίημα

Ἔχω ἁπλώσει μιὰ στρώση πάνω στὸ χαρτί
μιὰ ραχοκοκαλιὰ κλωνάρι.
Γέρνω τὴν πλάτη πίσω
τεντώνω σωθικὰ νὰ καταλάβουν.

Πὼς ἔρχεται ἡ στιγμὴ τῆς ἀνατάσεως.
Πὼς ἔρχεται ἡ στιγμὴ τῆς ἐπαφῆς.
Εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχτῶ τὴν μεγαλοσύνη.
Σᾶς λέω, ἕτοιμος νὰ σπάσω τὰ δεσμὰ
τοῦ γνωστοῦ χρόνου
τοῦ γνωστοῦ χώρου τὸν φράχτη.

Ἀργὰ βουτῶ τὸ χέρι στὸ ἱερὸ νηπενθές.

Κρυσταλλοποίηση στὸ φυλλάριο τῆς κορφῆς
ποὺ μιὰ φορὰ ἀγριοκάτσικο τὸ πέρασε στὸ στόμα
καὶ πῆρε τὰ ψηλὰ βουνά, ἀντάρτεψε.

Τώρα τὸ τρίβω ἁπαλὰ μὲ τ’ ἀκροδάχτυλα
νὰ δραπετεύσουν μυρωδιές, ποτάμια νὰ φουσκώσουν
καὶ πασπαλίζω τὴ Φαιά, στὴν κόλλα τὴ λευκή.

Τὸ ποῦρο ἀπόσταγμα τῆς νόησης νὰ χυθεῖ.

~.~

Ἤθελα νὰ πῶ κι ἐγὼ ἕνα ὄνειρο

Ἔβλεπα στὰ τελειώματα τοῦ ὕπνου
τὸ φούρναρη νὰ τραβὰ τὸν ἀνήφορο
μὲ τὴν ξύλινη χέρα του.

Στιγμάτιζε τὸ δρόμο ἀλεύρι
καθὼς ἐρχόταν εὐθὺς κατὰ πάνω μου.

Ἐρχόταν μὲ λύσσα κακιὰ
μέχρι ποὺ τοῦ ‘πα:

μὴν πλησιάζεις
θὰ σοῦ κολλήσω ἀδράνεια
δὲ θὰ φουσκώνουν τὰ ψωμιά
δὲ θὰ ἐμφανίζεται κανεὶς
ἀπ’ τὶς δικές σου φανουρόπιτες.

~.~

Μὴ μὲ ποτίζεις.
Ἀντέχω μὲ τὸ λίγο.
Ἔγινα κάκτος.


Ὁ Γιώργης Μακελάρης γεννήθηκε τὸ 1984 στὴν Ἀθήνα καὶ μεγάλωσε στὴ Νέα Ἰωνία Ἀττικῆς. Τὸ πρῶτο τοῦ ποιητικὸ βιβλίο, Ἀσκήσεις ἀποσυμπίεσης, κυκλοφόρησε τὸ 2018.

Κωνσταντίνος Πρωτόπαπας, Τσιν (μια επιλογή)

«Πώς σε λένε είπαμε», με ρώτησε αυτός
που ονομάζεται Τσιν σε μια
προσπάθεια συμφιλίωσης.

~ . ~

Κάθε πρωί
Η ίδια διαδρομή
Με το ίδιο τρένο
Πλάι στους ίδιους αγνώστους
Κι ο Τσιν
Αυτός ο δήθεν νεωτεριστής
Να κάνει ακριβώς
Το ίδιο
~ . ~
Σήμερα ο Τσιν πειραματίστηκε.
Κάθισε για άλλη μια φορά σπίτι του.
~ . ~
Αυτός ήταν,
έλεγες στον Τσιν,
Ο πιο μεγάλος σου έρωτας.
Και μάλλον
έρωτας
δεν ξέρεις
τι θα πει.
~ . ~
Αν το σώμα σου είναι εύπλαστο
Όπως ο Τσιν θυμάται
Και τα δυο σου πορτοκάλια
Κυρτώνουν γαλλικά προς τα επάνω
Αν τα πόδια σου λάμπουν σαν δυο
ασπρουλιάρικες λαμπάδες
Και τα χέρια σου δυο κλαδιά βασιλικού
Αν τα μαλλιά σου πέφτουν ως τη γη
Και σκουπίζουν αδιάκοπα
την ατσούμπαλη σου κίνηση
Και αν τα απόκρυφα σου σημεία
Μοιάζουν ακόμη με τα πιο παρθένα δάση
~ . ~
Έχει τις μαύρες του
Έξω φυσάει
Ψιλoβρέχει
Και το κρύο μπαίνει μέσα
Από τα τρύπια κουφώματα
Της οδού Λομβάρδου
Διαβάζει πράγματα που δεν θα έπρεπε
Γραμμένα από ανθρώπους που πρέπει
Και κοιτάει πέρα από την οθόνη
Ο Τσιν
Αυτός ο γέρο σκύλος
Μυξοκλαίει
~ . ~
Στο δρόμο δεν έβλεπε
Τίποτε
Ούτε ανθρώπους
Ούτε αυτοκίνητα
Τίποτε
Ο Τσιν
Μια φιγούρα της επαρχίας
Περπατούσε σκυθρωπός
Ενώ σκεφτόταν όλα όσα είχαν πάει λάθος
~ . ~
( Ο Τσιν είπε πως )
Βρίζοντας εσένα
Σε μια κόλλα χαρτί
Το όνομα σου
Γίνεται πλουσιότερο
~ . ~
Και χαθήκατε
Στο πρώτο φιλί
Στη λεωφόρο πάνω
Με τα αυτοκίνητα
Να παίζουν παιάνες
Ο Τσιν ήταν εκεί
~ . ~
Ο Τσιν υπενθυμίζει
πως η καρδιά
βρίσκεται
στο αριστερό μέρος
του σώματος
~ . ~
Ατέλειωτες
Σιωπές
Σπουδάζεις
Στη νύχτα
Τον Μπαχ
Με διάλειμμα
Το μήλο
Και κοιτάω
Αυτό το κορίτσι
Εγώ, ο Τσιν
Που δε λέει
Τίποτα
Παρά
Στο τέλος της
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ

Θοδωρής Αρσένης, Σονέτα

Felix-Lorioux-French-Illustrator-children-books-illustration (13)

Η ΝΥΧΤΑ

Τη νύχτα κρύβομαι στα όνειρά μου
και πάντα σκέψεις μου θα ανασύρω,
να δω σαν πόσες ωριμάζουν γύρω
από τη μουσική του πενταγράμμου.

Πριν αφεθεί η σκέψη στα χαρτιά μου,
τη νύχτα, που οι στίχοι ρίχνουν κλήρο,
θα προσπαθήσω απ’ όλους να εγείρω
τον στίχο που θα φέρει στου θαλάμου

το άδειο μου κρεβάτι περασμένες
μορφές, σε χρόνο πλέον ενεστώτα
συνωμοσίες στο χαρτί γραμμένες.

Τη νύχτα πάντοτε, καθώς τα φώτα
θα σβήσουνε και έρχονται με λέξεις
για σίτιση οι πρωινές ορέξεις.

~.~

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΟΣ

Εκείνα που με κόπο έχεις γράψει
και μοιάζουν με το έργο κάποιας μαίας
θα ταξιδεύουνε σαν Οδυσσέας,
από τα βάθη του για να ξεθάψει

το νόστο, όταν ξέρει πως θα πάψει
να βασανίζεται· μα της αυλαίας
η έναρξη θ’ αρχίσει πάλι και ας
θα έχουνε τα πάντα πια ξεβάψει.

Γιατί τ’ αδημονεί σαν Πηνελόπη
ο αναγνώστης. Όμως, όσα είδες
δε θα τ’ αναγνωρίζει και οι κόποι

νομίζεις παν χαμένοι, σαν ελπίδες.
Αλλά αμετακίνητο κρεβάτι,
δες, τα κοινά βιώματα εισπράττει.

~.~

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Εικόνα δύο μήλων.

Σαν εκλογή θεάς, ωραίας, στέκει
και τ’ άλλο γειτνιάζει με το χώμα,
εκεί απ’ όπου ξεκινά το σώμα
χωρίς κανένα ρούχο αιδούς να πλέκει.

Μα η ομοιότητα τα περιπλέκει.
Σε δίλημμα θα βρίσκεται το στόμα,
γιατί το δήγμα δε γνωρίζει ακόμα,
αν όφις ή θεά τα διαπλέκει.

Αν πρέπει όμως κάποιο να δαγκώσει,
η πείνα όλους τους φόβους υπερβαίνει,
για να διαλέξει εκείνο που, απ’ όση

ψυχή υπάρχει, λίγο τη βαραίνει,
καθώς το σώμα δεν αιχμαλωτίζει
σε πρόσταγμα θεού που δε λυγίζει.

~.~

Ο ΘΗΡΕΥΤΗΣ

Το χέρι που με τάισε ρωτάω,
γιατί για μένα ήταν μία πείνα,
αλλά και αίνιγμα, όλα εκείνα
που με την τρυφερότητα ζητάω.

Σαν βρέφος που ζητά ξανά το πράο
μιας μάνας αίσθημα τον πρώτο μήνα
και ξεχωρίζει τη θηλή. Ξεκίνα
απ’ την αρχή εσύ, παρακαλάω.

Τα δάχτυλα στα χείλη μου θα έχεις
να νιώθω την τραχύτητα για γεύση,
γιατί γνωρίζω πως σαν λύκος τρέχεις

κι εγώ πια προσπαθώ να μη νοθεύσει
ο έρωτας με ψίχουλα την πλάνη
και γίνω θηρευτής που πάντα χάνει.

~.~

ΕΡΩΤΙΚΟ

αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ’, ἀλλά δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει…
Σαπφώ

Η νύχτα αυτή εμένα καίει τόσο,
καθώς κρυφά μου είπε η Αφροδίτη
να δω γοργά πώς μ’ έλκεις σαν μαγνήτη
και τόσα ηδέα λόγια να αρθρώσω.

Ο ύπνος, που σε έχει πάρει ωστόσο,
μου δίνει λέξεις και με το γραφίτη
θα γράψω ό,τι βλέπω απ’ τον φεγγίτη,
το στάσιμο φεγγάρι θα σκοτώσω.

Τα βλέφαρά σου άρα θα ανατείλουν;
ή μάταια θα ξαγρυπνώ για σένα
χωρίς τα χείλη ένα φιλί να στείλουν.

Φευ, δεν αφήνεις τ’ όνειρο για μένα
και η δική μου η έξαψη, η μεγάλη,
το χάραμα δε θα ‘χει πια προβάλει.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ