ποίηση

Πέτρος Φωκιανός, Λεωφόρος Συγγρού

img_02561

Λεωφόρος Συγγρού

Ι.

Στην λεωφόρο Συγγρού βρέθηκε ένα κουφάρι.
Ένα εντελώς κουφαριασμένο κουφάρι,
που το ‘χαν αφήσει να κουφαριάζει από καιρό
κι όταν κουφάριασε καλά,
περνάγανε κουφάρια και το βλέπανε.
Θαύμαζαν την όψη του,
την στάση που είχε διατηρήσει κατά την πτώση,
το σχήμα που άφηνε ο λεκές.

Ήταν το καλύτερο κουφάρι που είχε να επιδείξει η πολιτεία.

ΙΙ.

Η λεωφόρος Συγγρού είναι ο κατάλληλος δρόμος να καταστείς κουφάρι.
Δεν έχεις παρά να επιλέξεις το ιδανικό κτήριο.
Την ώρα της πτώσης θα ευθυγραμμίσεις χέρια και πόδια με το κενό.
Λίγο πριν σκάσεις στην άσφαλτο,
φέρε το σώμα σου στην πιο ακραία θέση.
Μέχρι ο νους σου να διαρρήξει τους συνδέσμους,
οι φυσικοί νόμοι θα έχουν φροντίσει για αυτό.

Τότε θα καταστείς κουφάρι.

 

Επίλεξε το σημείο της πτώσης σου σωστά.
Ένας θάνατος δίπλα στην θάλασσα φαντάζει ελκυστικός.
Ο θάνατος στην λεωφόρο Συγγρού δεν σου προσφέρει εκείνες τις χαρές.
Οι γιατροί δεν εκτιμούν την πτώση του σχοινοβάτη·
φροντίζουν να σπάνε τον χορευτικό κλοιό.
Πρέπει να ξέρεις από μπαλετικούς όρους
για να εκτιμήσεις ένα σώμα που πέφτει.

Το κουφάρι για να ανθίσει θέλει τον χρόνο του
κι όταν του τον προσφέρεις, αυτό θα σε ανταμείψει.

Στην λεωφόρο Συγγρού, τα καλύτερα κουφάρια
τα κλέβουν λήσταρχοι και απατηλά στοιχεία.
Αν στην προσγείωση αποδειχθείς αρκούντως επιδέξιος,
θα βρεθείς κρυμμένος σε μία γυάλινη βιτρίνα.
Τα βράδια θα σε αφήνουν να γυροφέρνεις στις υπόγειες διαβάσεις,
να ηδονίζεσαι στα στριπτιζάδικα
και να σκαρφαλώνεις στις κορυφές από τα κτήρια
για να ασπαστείς την μορφή σου αφ’ υψηλού.

Πρέπει πάντα να επιστρέφεις στην προθήκη.
Το νου σου!

Είσαι το καλύτερο κουφάρι που έχει να επιδείξει η πολιτεία μας.

2020

ΠΕΤΡΟΣ ΦΩΚΙΑΝΟΣ

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Μανιφέστο αποτυχίας

zoom-backgrounds-00014

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε όλα τα είδη στον πλανήτη.
Γι’ αυτό, λοιπόν,
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια να μετοικήσουμε στον Άρη,
τη σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
έξω στον κήπο, όμως,
κοκκινίζουν πάλι τ’ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες του εφήμερου.
Έτσι απλά αδέλφια νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρουν κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Δημήτρης Μακούσης, Δύο πεζά ποιήματα

012090

| Μπάαταρ |

Στον Μαραθώνα και την Ισσό, στην Μπριτάννια και στης Μογγολίας τις στέπες, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την Ιερουσαλήμ, στα σκωτσέζικα υψίπεδα και της Λατινικής Αμερικής τις ζούγκλες, στην Μπογιάκα, την Λίμνη Ατιτλάν, στον Μυστρά και την Κωνσταντινούπολη, στην Καλλίπολη και το Βερντέν, το Στάλινγκραντ, το Βερολίνο, σε κάποιο άγνωστο νησί του Ειρηνικού, στο Βιετνάμ και την Κορέα, στην Μαντζουρία και το Μογκαντίσου, την Ιωνία, την Κριμαία, στο Τόκιο και την Κούβα, την Μπιάφρα και το Κουρσκ, κομμάτια απ’ την σάρκα μου σκόρπισα παντού∙ όνειρα και σπίτια ανατίναξα, σχολεία, στρατώνες, τανκς και δάση τεντωμένα. ένας εχθρός περιδιάβαινε το βλέμμα μου και μού ‘γνεφε πάντα την πιο κρίσιμη στιγμή: πότε την σφαίρα να γλιτώσω, πότε τον όλμο, την ρουκέτα, πότε το μαχαίρι που γυάλιζε στο φως του ήλιου ή στου φεγγαριού την καμπύλη λάμψη. πόσες φορές δεν στέγνωσαν το στόμα μου και η ψυχή, πόσες φορές δεν έμπηξα την μπαγιονέτα βαθιά μέσα στα κρέατα και πόσες δεν με ‘κόψαν, ακόμα κι όταν ήμουν άοπλος, αιχμάλωτος της γης τους;

πόσες φορές τον ουρανό δεν κοίταξα, συγχώρεση και δύναμη να πάρω απ’ τον Θεό, απ’ τους θεούς, από τα πνεύματα, την Φύση, τους νεκρούς κι απ’ όλους όσους θάρθουν; στον ωκεανό πόσες φορές δεν βούτηξα την πίστη —τον πάνω και τον κάτω— να βρω να την αποκαθάρω κάποιον τρόπο, μέσα ξανά για να την νιώσω, να την φορέσω σαν πρώτα αγαθή με κείνο το χαμόγελο το διαμαντένιο των μωρών; πόσες φορές, στο στήθος έχοντας καρφιά φωτογραφίες των γονιών μου, των παιδιών, της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης, στην πρώτη δεν ξεχύθηκα γραμμή; πόσες φορές το φυλακτό που μούχαν φτιάξει, στα χέρια ή τον λαιμό δεν το κρεμούσα, δεν τόχα στην στολή ραμμένο, στις τσέπες του παντελονιού; πόσες φορές δεν λύγισα στον θάνατο μπροστά, στα μάτια μου αντίκρυ φέρνοντάς τους; το χώμα της πατρίδας πόσες δεν το υπερασπίστηκα φορές και πόσες με σάρκα δεν γάνωσα δικιά μου τις ιδέες; για μιαν ιδέα, αλήθεια, και μιαν ανάσα λευτεριάς, πόσες φορές δεν έδειξα υπακοή στον όλεθρο, στης μάχης την κλαγγή, σ’ ενός ηγέτη τις διαταγές ή ενός δειλού ξεμωραμένου; πόσες φορές την νιότη μου κατάματα δεν κοίταξα για να της πω αντίο;

υπήρξα σαν τον άνεμο πουλί, ταξιδευτής στης γης κάθε γωνιά, ιδεαλιστής και αφελής, έξυπνος και πλανεμένος, νικημένος και νικητής. πάντοτε μόνος μου, μέσα βαθιά, με τους μονάχους μου συντρόφους, για αξίες ν’ αγωνιζόμαστε και ιδανικά, για του κόσμου την αλλαγή και το δίκιο των ανθρώπων, για της κατάκτησης την έξαψη, την δύναμη, το πιότερο ψωμί, για τα λουλούδια και τις πέτρες που μας μάγεψαν μικρά, τους δρόμους στους οποίους ερωτευτήκαμε και για τα σπίτια που στην κοιλιά τους κρύβανε παιχνίδια παιδικά και αναμνήσεις των παλιών καιρών μας. αγνός υπήρξα και σκύλος λυσσασμένος πάνω στης φωτιάς την ένταση και την δίψα του μολυβιού, πάνω στης λεπίδας την παγωνιά και του μίσους το βλέμμα. δεν υποχώρησα ποτέ, δεν λιγοψύχησα. πάντοτε κράτησα την θέση μου σαν άξιος στρατιώτης, αγωνιστής κι επαναστάτης. μόνο που κάποιες φορές αναρωτιόμουν, λίγο πριν η αυλαία πέσει και μες στην γκρίζα άγνοιά μου, πώς θα ήταν η ζωή αλλιώς, δίχως τον βρυχηθμό του τέρατος, δίχως του ανθρώπου την σκληράδα και την καθαρότητα του αναγκεμού, χωρίς θυσίες και βλαστερά οράματα.

ο πόλεμος με έθρεψε και μ’ άφησε φορές χιλιάδες νηστικό∙ δύο μεριές κι αυτός σαν την ζωή μας έχει. μα πάντοτε στο τέλος, του πηχτού αίματος η γεύση μένει η πικρή και το μαύρο δέρμα στο χρώμα. τα πάντα σέρνουν το κολοσσιαίο τίμημά τους. κι εγώ γεννιέμαι μπάαταρ. σαν τέτοιος κάθε φορά πεθαίνω στο αιώνιο γκάστρωμα των εποχών, που τα χαρτιά σε όλους άνισα μοιράζει: δεν ζητάς, δεν παίρνεις, δίνεις μοναχά. κι ο καθένας χάνει καθετί ανάλογα το βιος του. η παρτίδα ας αρχινίσει πάλι —όποιος σαν κι εμένα είναι ξέρει καλά πως τίποτε δεν θα την αποτρέψει. τα ψέματα κι οι αυταπάτες απ’ το δικό μας δεν ξεδιψούν παγούρι. στης νυχτός τον ποταμό το πρόσωπο αντιφεγγίζει, κι έτσι κανείς τις συστροφές και τους παράδρομους μπορεί να δει, τις διακλαδώσεις και τα μονοπάτια που ολόγιομος ο κόσμος περπατάει. μοίρα και τύχη στο ίδιο στέκουν κεφαλόσκαλο κι εμείς στον οίκο μας απλώς προσκεκλημένοι. απόψε δεν θα βλαστημήσω ήττα μήτε νίκη θα χαρώ. θα καρτερώ βαστώντας τ’ όπλο και μέσα μου θα ψάχνω για ν’ αγγίξω την στιγμή, στα χέρια σου πούχε κυλήσει, το βράδυ προτού να ξαναφύγω —ετούτο το λυχνάρι θα ψέλνει την φωνή σου και τα βήματά μου θα φωτίζει, μέσα στου σκότους την σιβηρική αυλακιά και της δόξας το αχόρταγο πάθος, ελπίζοντας για μια φορά ότι δεν θα χαθώ και πάλι.


zoom-backgrounds-00020

| Timeo Danaos et dona ferentes |

Είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος που με ταχύτητα τρέχει φωτός. ανοίγουμε την αγκαλιά στο τέρας, το έγκλημα μ’ έπαρση εφηβική καλωσορίζουμε, τον «άνθρωπο» διαστρέφουμε σε όχημα διαφυγής, σ’ υπεκφυγή μεταλλαγμένη, σε παρά φύσιν δίλημμα και πτώση κατά φύσιν —ριπή εξ επαφής. και τι άραγε «άνθρωπος» θα πει; ποια γενίκευση εκμαυλισμένη ορίζει τον ρυθμό του; ποια ερμηνεία, τάχα, ενδογενής τα σπλάχνα του συστήνει; στης αυταρέσκειας την επικράτεια και την δουλοπρεπή υπόκλιση στον πάτρωνα καθρέφτη, κίνδυνος είναι κατάματα κανείς του να κοιτάζει: μπορεί πάλι ν’ αρχινίσει την όψη του να βλέπει∙ κι είναι βαθιά ο εχθρός στις ρίζες μπηγμένος του κορμιού. τον όλεθρο υπηρετούμε μίας ζαλάδας εποχής, σε τραπεζών λογαριασμούς μηδενικά καλλίπυγα, που μ’ αναίσχυντη μας δένουν ρητορεία, πορτοφολάδων με ορθάνοιχτα μυαλά∙ και χύνοντ’ έξω τα δικά μας από πάθη κι απόναν αυθάδη μαστροπό ανθρωπισμό∙ αλίμονο: τούτος μπορεί θαρρώ κι ο μελλοθάνατος νάναι αντικατοπτρισμός των ύστερων σάρκινων μελών μας.

το κεφάλι θα σκύβουμε στο τέρας μονομιάς κι εκείνο θα μας κατατρώει ενδοτοιχώς. πως οι άρχοντες θ’ αυταπατόμαστε είμαστ’ εμείς∙ ορατών τε πάντων και αοράτων, αυτουργοί ηθικοί και δολοφόνοι ευθύς. κι όταν το ένστικτο θ’ αρχίσει να κραυγάζει —αν κάτι στα χέρια θα βαστά του ναρκοληπτικού το ηλεκτροσόκ— νους πια δεν θα υπάρχει να συνδέσει τις κουκκίδες. στάχτη μονότονα σπαραχτική θα κείται, κάποιες παλιές θολές εικόνες εορτών και συνεδρίων φέιγ βολάν, πολύχρωμα πανό, μπαλόνια ψυχαναγκαστικών, με τις φυλακές μαζί της αυτοκρατορίας ν’ ανοίγουνε ολόθερμη αγκαλιά. αυτή μεγάθυμη, απ’ τα μέγαρα τα στιλβωμένα και τα πεζοδρόμιά της, θα μας σφουγγίζει με βραβεία, στα φιλάνθρωπα μπράτσα της θα μας ζουλάει, στο χείλος θα μας σπρώχνει του κόκκινου νυχιού της, έναν-έναν για να μας γκρεμίσει με μιαν έσχατη κλωτσιά. είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος με τα ξεπαστρεμένα μάτια, πούχει τα χέρια στα πόδια του δεμένα, χωρίς πατρίδα, δίχως οικογένεια και παιδιά στην γειτονιά να παίζουν, χωρίς αγάπη για τον εαυτό μας, χωρίς αγάπη στ’ αλήθεια για κανέναν. είμαστε δήμιοι θλιβεροί, οι πιο υποτακτικοί ένοχοι, συνηρημένοι αυτόχειρες σε μία πρόστυχα ξεκοιλιασμένη γλώσσα. είμαστε πρόσφυγες δίχως πια γη για να προστρέξουμε, αφού άλλη λεύτερη δεν έμεινε καμμία.    

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΟΥΣΗΣ

Γιάννης Πατίλης, Milano si sente N.Y.

Γιάννης Πατίλης

Milano si sente N.Y.

μνήμη Σέρζιο Μπάσι
Ἰταλοῦ ρὸκ τραγουδιστῆ, θύμα τοῦ covid-19
Κρέμα τῆς Λομβαρδίας, 16.03.20

Νέα Ὑόρκη τότε ὅλα θυμίζαν,
καὶ στὸ δικό σου, Σέργιε, τὸ Μιλάνο,
στὸ ἔδικτο ὅπως τῶν Μεδιολάνων,
νέας Γενιᾶς τὰ ὄνειρα ἀνθίζαν,

ἐνῶ τῆς Μαντουνίνας σου χρυσίζαν
φιλιὰ ψηλὰ ἀπ’ τὸ Ντουόμο ἀπάνω
ποὺ ἀπὸ τῆς καρδιᾶς τ’ ἀνεμοπλάνο
σκόρπιζε στοὺς φτωχοὺς τοὺς δίχως ρίζα.

Καὶ τώρα ποὺ λυθήκανε οἱ ὅρκοι,
σὲ σύνορα κλειστά, σπίτι μαράζι,
μὲ θάνατο ποὺ παίρνει μαῦρα μέτρα

φέρετρα ἀπὸ τοῦ κόβιντ τὴ φαρέτρα,
ἡ μοίρα τῆς Γενιᾶς μας, Σέργιε, μοιάζει
ἀκόμη πιὸ πολὺ στὴ Νέα Ὑόρκη.

[ἀπὸ τὴ σειρὰ Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας]

 

Θάνος Γιαννούδης, Υπερσιβηρικός

71dgvFpdVqL._SL1200_

Υπερσιβηρικός

Μνήμη Ορ. Λάσκου

“Και το τρένο της προόδου ολοταχώς
τρέχει σαν τρελό μέχρι να φτάσει
όσο γίνεται μακρύτερα απ’ το φως,
το Θεό,
την αγάπη
και την πλάση”
Ντ. Μιζγκούλιν (μτφρ. Αλ. Πάρνη)

Περίμενα χρόνια να ’ρχόταν το τρένο,
γεμάτος με σκόνη μυριάδων σταθμών
– στον κόσμο γεννιέμαι, σιωπώ και πεθαίνω,
παιχνίδι της μοίρας και πάντα υπ’ ατμόν.
Μα πάλι η φωνή μυστικά θα καλεί
παιδιά που αρνηθήκαν τις έτοιμες λύσεις.
Ω, πράξη σαν γίνει αυτή η οφειλή,
τον δούλο σου, Κύριε, μπορείς ν’ απολύσεις!

 

Ποιος μ’ έβαλ’, αλήθεια, σ’ αυτό το ταξίδι
σκεφτόμουν πνιγμένος στο μαύρο βυθό.
Μα τάχα το ίδιο δε ’λέγαν κι όσοι ήδη
σβηστήκαν, μα κι όσοι θα βγουν σαν χαθώ;
Κουκκίδα μικρούλα η ζωή μας, ενώ
ο Χρόνος τις μαύρες σελίδες απλώνει
και μοιάζει σχεδόν γλαφυρό το κενό
καθώς αγναντεύεις της στέπας το χιόνι.

Τις χώρες ετούτες στον πάγο Κοζάκοι
διαβαίναν στ’ αλόγου τις σέλες ορθοί
―μ’ αυτές τις εικόνες κοιμόμουν παιδάκι,
μα το παραμύθι ξανά δεν θα ’ρθεί―
Μονάχα οι ράγες χτυπούν δυνατά
κι ο δρόμος μου μοιάζει σκοπό να μη φέρει
και πάντα ο ανήξερος φίλος ρωτά
γιατί στις χαρές η καρδιά μου υποφέρει.

Φιλιά κι αρραβώνες και κόρες κι εγγόνια
και κάπου στη δύση το Βλαδιβοστόκ.
Γιατί, τότες, βάφουν αλλιώς τα βαγόνια
αφού τ’ αγοράσαν απ’ όμοιο στοκ;
Αλίμονο! Ο κόσμος βαδίζει τυφλά
κι ανόμοιοι ανθρώποι την ίδια ζουν πλάνη
– ακόμα και το ίδιο το Φως σκουντουφλά
καθώς διαλαλούν πως κι αυτό θα πεθάνει!

Ποιοι να ‘χουν το σθένος ενός Μαγιακόφσκι
ν’ αλλάξουν το τέλος που έχει οριστεί;
Εντός τους μιας άλλης ζωής θα υποφώσκει
το χάος, μα τούτης θα μένουν πιστοί.
Ο μέσα παλμός τους θα σβήνει κι αυτός,
με φόντο μια λήθη χωρίς ανδριάντα
κι η ποίηση μόνη σανίδα φωτός
μιας νιότης στραβής που τραβά στα τριάντα.

Αιώνια Ρωσία που σ’ άρπαξαν τώρα
οι κόκκινοι, οι μαύροι… (γυρνά το εκρεμμές)
Ρημάζουν τις στέπες ξανά τροχοφόρα
μα εμάς σταθερές ταξιδεύουν γραμμές.
Κι αν βγάζουν μια λάμψη τ’ αστέρια τους, φευ!
παραίσθηση μοιάζει που κρύβει το φως μου.
Στρατιές Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Ραντισέφ
θα δείξουν το δρόμο στην άκρη του κόσμου.

Γι’ αυτούς θα σταθώ μπρος στης ζήσης το ρέμα
που ρέπουν οι αγώνες κοντά στο κενό,
στον τόπο που χτίσανε δάκρυα κι αίμα,
στη γη που απαντά τις κραυγές που μηνώ.
Οι γυάλινοι πύργοι πώς μοιάζουν σταυροί
στα γύρω μας δάση το χιόνι σαν φτιάχνει,
μα ―αν κάποιος πιστέψει σ’ αυτούς― θε να βρει
ξανά το Θεό που εβυθίσθη στην πάχνη.

Σιμά μου χιλιάδες που αντέξαν το ψύχος
και ζουν μες στο σκότος το σιβηρικό
που μόνος τους πόθος κι απόκοσμος ήχος
“Να πέσουμ’, αρκεί να σβηστεί το Κακό!”
Η μέρα της κρίσης του πλήθους θ’ αργεί
κι ως τότε μονάχη η Σιωπή θα επιχαίρει,
μα αυτοί θα διαβαίνουν σαν ίσκιοι τη γη,
χωρίς μεν Θεό, με σταυρό όμως στο χέρι.

Στην τούνδρα βαδίζει για πάντα η ζωή μας
και σπάμε τον πάγο στροφή τη στροφή,
μ’ αξίνα τους στίχους, με τ’ άστρο της ρίμας,
με κάθε στιγμή που ξανά δεν θα ’ρθεί.
Σπιτάκια, χωριά, ώς κι η Μόσχα ―για δες!―
θα κλίνουν το γόνυ μπροστά σαν περνάει,
μ’ ολόφωτες μέρες, με κρύες βραδιές
– μα τώρα, σωπάστε! Η γραμμή ξεκινάει…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Παναγιώτης Βούζης, Δυο ποιήματα

zoom-backgrounds-00016

Αύγουστος

Ακυρώνουν για φέτος
τη ζωή που αξίζει
Μπορεί λέει του χρόνου.
Οι μεγάλες πλατείες
χαμηλώνουν τα φώτα
Οι ανύπαρκτες πόλεις.
Στο μπαλκόνι φυτεύεις
την πιο γήινη θλίψη
Μου μιλάς με το ζόρι.
Θα σου φέρω λουλούδια
την ημέρα της κρίσης
Θα σου γράψω τους στίχους.
Στις ειδήσεις χωρίζουν
τους φτωχούς και τους άλλους
Τους κρατούν στο φεγγάρι.
Τον πετούν από ύψος
για να πέφτει για ώρες
Τον κοιτάζουν στα μάτια.
Χειροκρότησε όσους
θα κλειδώσουν στους τοίχους
Θα θυμάσαι πώς μοιάζουν;
Να πατά περπατώντας
στις σωστές καταλήξεις
Αν δεν μείνει στο σπίτι.
Αν δεν μείνεις στο σπίτι
να μας ψάξεις στους δρόμους
Θα ξεσπάσει γαλήνη.

Ο αδύναμος κρίκος

Τους ζητούν να δουλεύουν
σε ακραίες συνθήκες
με τη γλώσσα στον πάγο
και τα μάτια ραμμένα.
Μας στραβώνουν τα φώτα
της λαμπρότερης μέρας
συνηθίζουμε πάντως
τη ζωή χωρίς ίσκιο.
Η ψυχή σου θα πάρει
μια περίεργη κλίση.

Στην απέραντη πόλη
με ιπτάμενους δίσκους
συλλαμβάνουν τους λίγους
που δεν έχουν πετρώσει.
Μετά γίνονται viral
οκτώ στάσεις του ύπνου
που οφείλεις να πάρεις
για να μοιάσεις στους άλλους.
Υπολόγιζε ότι
θα μας πιάσουν στο τέλος.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΥΖΗΣ

Μάγδα Τσιρογιάννη, Πέντε ποιήματα

original

Στο σπίτι

Στις τροπικές τις ζέστες του καιρού μας…

Κουράστηκα στον ανήφορο για το σπίτι
πάλι ποιήματα καθημερνά
νοικοκυριά, ξεχορταριάσματα
στις γλάστρες πεταλούδες, μέλισσες
ανθόφυλλα και στήμονες
προτύπωση παραδείσου

Βλέπω στο δέντρο τον καρπό
πλήθος τα μπερικέτια
μιλιούνια στο ευκίνητο κλαρί
τραβώ, το φέρνω στο μπόι μου
επιτομή αφθονίας

Βρήκα στο μπαούλο τις φασκιές μας
με την ευχή «Ύπνον Ελαφρόν »
με το ευφωνικό το { ν } μη μας ταράξει
μήτε το φτερό της πεταλούδας

~.~

Εντός και Εκτός

Βγάζω στον ήλιο τα προικιά, πολυτελή
αφή μεταξωτού πάνω στο δέρμα
τώρα, στα χρόνια της πληθώρας
προίκες ασήκωτες σακούλες στα σκουπίδια
για πατσαβούρες κομματιάζονται βαμβακερά
όνειδος της περίσσειας
γεμίζουμε τον τόπο αντικείμενα
προσβάλλουμε το χώρο
νεύρωση κοινωνική

Έζησα στις μονές του καλού
στο καθαρό το σπίτι, τάξη του Μουσείου
δεν τα σκοτώνω, βγάζω έξω τα βλαβερά
κάνω ειρήνη με το γένος του σκορπιού
μυσταγωγώ την καθημερινότητα
κάθε στιγμή αναστημένη
]]]]]διήγηση σαν επικράτεια
επιούσιος στίχος κατά την ώρα της μέρας

~.~

Οι Εποχές

Ω ρ α ί ε ς  Ώ ρ ε ς  της ζωής, σφραγίς αρμονίας
ζάλη το καλοκαίρι, άνοιξης ορμή
η κλίση του φθινόπωρου
συγκέντρωση του χειμώνα
να σουρουπώνει του Χριστού παραμονή
να ξημερώνει μέρα του Απρίλη

Το κατ’ εμέ ουσία, τόπος τώρα και εδώ
όπου κι εγώ ονειρεύτηκα να ευτυχήσω
ευλογημένη με το ελάχιστο
στην προσφορά και στη ζήτηση
στη ζημιά και στο κέρδος
χιλιάδες έννοιες νε πατούν
κατάβαρη στη μουσική
να κυριέψει ίμερος να ενθρονιστεί
να πάρει την κυρά σε σοβαρή χαρά
και στο χορό να ρίξει το μαντίλι
να κάνει στην ποδιά της κάθισμα βαθύ
αχ ζωή μάγισσα να σε μάθω άργησα
που λέει και το τραγούδι

~.~

Στην Πόλη

Βόλος, από ψηλά, τα νεοκλασικά
τα προπολεμικά
τα μεταποιημένα προσφυγικά
προσθήκη στην προσθήκη
οικογενειακά τριώροφα
να στεγαστούν οι γενεές
πολυκατοικίες απάθλιες
σωσμένες πού και πού παλιές σκεπές
κι ένας τοίχος που ξέμεινε στον ακάλυπτο
ν΄ αναπαυτεί το μάτι στις πέτρες

Κι αλλού, απόντος του αφεντικού
ρημάζουν βελτιώσεις άχρηστες
εζήλωσαν θησαυρούς επιγείους
αταξία, γλάστρες παράταιρες, στη λοιμική της αφθονίας
άκρατη κατανάλωση, αναρχία της ευκολίας
πάντα υπάρχει κάτι να ασχημίσει το βλέμμα μου
και να συγκρίνει άλλες γλάστρες στη σειρά
βαμμένες κόκκινο βαθύ στις μυθικές αυλές
οι ανθισμένες ίριδες, αρχές του Μάρτη
σφόδρα ευώδεις με τη γλύκα λεμονιού
που μόνο και να πω την ευωδιά τους
θα δικαιώσω τους τρόπους μου

~.~

Ιστορικά

Ακολουθώντας στην πόλη μου της ιστορίας τη
]]]]γραμμή
εκεί που ονειρεύτηκα να ευτυχήσω
πολίτης του κόσμου με δικαίωμα ψήφου κι εγώ
γεμάτη ταξιδεμένους, ανέστιους
ξενίζονται στην πόλη μου φεύγοντας την ανάγκη
]]]]]]τους είδα σ’ ένα υπόγειο με το μωρό στην
]]ανεμόκουνα
άντρες ανατολίτες ,σταυροπόδι καθιστοί
φευγάτοι πρόσφυγες,
χορτάρι βόσκησε ένα παιδί στη Συρία
καταραμένοι δυνατοί
κακές συνήθειες δόλο κι απάτη

Βλέπω την πόλη ξαπλωμένη ηδυπαθώς
σαν απλωμένο στο χαρτί το σώμα του ποιήματος
παραδομένη στη ρυμοτομία της ρεμβαστική
στις άχνες του μεσημεριού, στις γάζες της
]]αμφιλύκης
όταν πρωτοκατοίκησα εκεί ζούσαν ακόμα δυνατά
οι προσδοκίες της μάνας, το αίμα του πατρός
ασώματοι αυξάνονται, με μεγαλώνουν
βλέποντας κτίσματα παλιά
όπου μπορεί περαστικοί, ν’ ακούμπησε το βλέμμα
]]τους
κρατούσε ακόμα γύρω ο καημός της προσφυγιάς
η στέρηση της ελευθερίας

ΜΑΓΔΑ ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ

Σωτήρης Γουνελάς, Γράμμα στον Κώστα Κουτσουρέλη

Gounelas

~.~

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κ.
Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο
της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

~ . ~

(περισσότερα…)

ένα γαρύφαλλο μικρό, ένα γαρυφαλλάκι…

ένα γαρύφαλλο μικρό, ένα γαρυφαλλάκι…

(και έστω εις μνήμην)

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

MiniCarnation-Pink_CloseUp_Temp_350_2c4728e4Όλα ξεκίνησαν από το γνωστό ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ για τον Μπελογιάννη (Ο άνθρωπος με το γαρούφαλο). Πριν από καιρό με ρώτησε ένας φίλος αν ήξερα τον μεταφραστή αυτού του ποιήματος στα ελληνικά. Γιατί ενώ η μετάφραση αποδίδεται από διάφορους στον Γιάννη Ρίτσο, ο ίδιος δεν το δηλώνει πουθενά αλλά ούτε και το συμπεριλαμβάνει στον τόμο με τις μεταφράσεις του των ποιημάτων του Χικμέτ (εκδ. Κέδρος). Κι έτσι άρχισε η έρευνα, διαδικτυακή καταρχάς και, γρήγορα, μια σύντομη αναφορά εντός παρενθέσεως στο τέλος του ποιήματος που συνάντησα σε ορισμένες ιστοσελίδες, με οδήγησε και προς την (οριστική αλλά φευ κι ανολοκλήρωτη, όπως θα φανεί) λύση του αινίγματος. Ας παραθέσω πρώτα όμως το ποίημα όπως είχε ολόκληρο πρωτοδημοσιευτεί:

Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ γαρούφαλο

 

Ἔχω ἀπάνω στὸ τραπέζι μου
τὴ φωτογραφία τοῦ ἀνθρώπου
μὲ το ἄσπρο γαρούφαλο
ποὺ τὸν ντουφέκισαν
στὸ μισοσκόταδο
πρὶν απ’ τὴν αὐγή,
κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς τῶν προβολέων. (περισσότερα…)