ποίηση

Θάνος Γιαννούδης, Αλυτρωτισμός

Khomeini

Αλυτρωτισμός

Θ’ ανάψω τρέλα περισσή στα περσικά κεφάλια…
Κ. Παλαμάς

Την Πολιτεία, το Κράτος, το Έθνος πρώτοι
αφήνετε και γίνεστε Ανθρωπότη…

Κ. Βάρναλης

(Τέλη της δεκαετίας του ογδόντα στην Τεχεράνη. Το πλήθος των πιστών αντρών ολολύζει όσο ο Αγιατολλάχ Χομεϊνί ανεβαίνει στην εξέδρα. Σήμερα πρόκειται να ζητήσει από τον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκωρμπατζώφ, να ασπαστεί τον ισλαμισμό, πρόταση-πρόσχημα φυσικά, για να δικαιολογήσει με τη διαφαινόμενη άρνησή του μελλοντική επίθεση ενάντια και στο σοβιετικό κόσμο. Σε λίγο καιρό, βέβαια, δεν θα υπάρχει ούτε η ΕΣΣΔ ούτε ο ίδιος θα ζει, προς το παρόν όμως κοιτάζει τη λαοθάλασσα με το ονειροπαρμένο βλέμμα του και ξεκινά)

α΄

Πώς είν’ ο κόσμος μια ρωγμή στων ουρανών το φράχτη!
Πώς είν’ τα μάτια δυο φωτιές στ’ απόλυτο κενό!
Τό ξέρω πως τα λόγια μου θα τ’ ανταμώσει η στάχτη,
μα εγώ τραγούδι αγέρωχος για πάντα θ’ αρχινώ
στο δρόμο που διαβαίνανε Προφήτες με τις Μούσες,
στη χώρα που ονειρεύτηκες και με τα λόγια υμνούσες.

Αγγέλοι σ’ όλα τ’ ουρανού διαβαίνανε τα μήκη,
εδώ που τ’ αερόπλοια αφήνουν τις γραμμές.
Το ξέρω: κάθε άνθρωπος στην εποχή του ανήκει,
νιώθω όμως ώρες και στιγμές σαν ένα εκκρεμές
που κρυφαγγίζει απ’ τη μια αυτούς που μείναν πίσω
κι από την άλλη το μετά να πιάσω θα πασχίσω.

Προφήτη μου που μίλησες μονάχος με τη θεότη,
δώσε μου δύναμη και φως τον κόσμο να ξυπνώ,
ν’ ανοίγω χίλια σπιτικά στη δούλεψή σου – κι ό,τι
μάς καταχώνιασε στη γη, ολέθριο και φτηνό,
για τ’ όνομά Σου τ’ Άγιο δώσε πνοή να φτάνω
και να υψώνω μιναρέ στα θρύψαλλά του επάνω.

Προφήτη, εσύ που βάδισες τη νύχτα στη Μεδίνα,
οι τόποι αλλάξαν κι οι καιροί, μα η ψυχή γοργή!
Δώσε κραυγή στα λόγια μου να τρίξουν τα Λονδίνα,
στη Νέα Υόρκη αλαλαγμός να πέσει κι οιμωγή,
στις ψευτοχώρες που ο καιρός σαν φυλαχτό τίς βάνει
– η Ασία σ’ έπλασε, καημέ, η Ασία θα σέ γιάνει.

Όσα σημάδια της στιγμής κι αν φέρουμε στο δέρμα,
σέρνουμε πίσω μας λαούς, Προφήτη για οδηγό.
Ο δρόμος μας στην άβυσσο κι αβέβαιο το τέρμα,
μες στην ανεμοθύελλα κοντεύω να πνιγώ.
Βαδίζω μόνο ξέροντας ποιον κόσμο θα γεννήσω
αφού βαθιά μου Τον Αλλάχ φέρω στεριά και νήσο.

Προφήτη, μεταλλάχθηκες σ’ αυτό που περικλείει
πλέον την γην ολόκληρη του πριν και του μετά.
Ποιος από της ολότητας το παν μάς αποκλείει;
Μάθε του το καθήκον Σου και δείξε το σωστά,
για να σημάνει Κυριακή μες στη βουβή Τετάρτη,
αφού είν’ ο κόσμος μια ρωγμή στων ουρανών το φράχτη…

~.~

β΄

Πόλη γλυκιά, πατρίδα μου και φως μου, Τεχεράνη,
δεκάδες κι αν σε κούρσεψαν, απόμεινες λαμπρή.
Επάνω στα χαλάσματα φυτρώνει ένα γεράνι,
στον ποταμό σου χαίρεται το φως το κολιμπρί,
αιώνιοι αμύντορες φωτός κατά της λύπης –
τέτοια άνοιξη (φαντάσου την!) κι εσύ, καρδιά, να λείπεις.

Έχω καημούς, πατρίδα μου και μες τα χώματά σου
ύαινες βλέπω κι όρνεα που θέλουν το κακό.
Ήρθαν στον κάμπο δέσποινες που βγήκαν να γιορτάσουν
κι από κοντά τους δαίμονες ασίγαστους γρικώ.
Ω, πώς αλλάξαν οι καιροί και στο δρομί που πήρα
σιμώσαν χρόνια αφέγγιστα, σιμώσαν χρόνια στείρα!

Τόπε μου που μέ γέννησες και στη φωτιά μέ φέρνεις,
αξίνα που στην έρημο ζητάς μαύρο χρυσό
σύρε να πεις στους άρχοντες της Βόννης, της Λουκέρνης:
εκείνοι που ηττηθήκανε, γυρίζουν στην Ισσό,
θυσία πάλι προς τη γη να δώσουν το κορμί τους
-έτσι θα σπάσουν Γόρδιους δεσμούς κι αρχαίους μίτους.

Λαμπρή θυσία στον Αλλάχ! Υπάρχει πιο μεγάλη;
Ω, κόσμοι που θ’ ανοίξουνε! Ω, λίμνες με τα ουρί!
Τον μαχητή του αιώνιου τόν προσδοκά η αγκάλη,
ρυάκι Του Θεού η φωνή ενόσω διαλαλεί
αυτόν τον αγγελόκοσμο που μπρος σου ξημερώνει,
γκαζώνοντας το φορτηγό, τραβώντας την περόνη.

Ιστορικοί, φιλόλογοι, διδάσκαλοι, τεχνίτες,
κίνητρο δίνουν στα παιδιά να μείνουν στη ζωή,
αίμα να δώσουν και πνοή να φέξουν οι πλανήτες
και πριν προλάβουνε το φως να δούνε το πρωί
να τους φορέσουν πάνω τους τ’ αγκάθινο στεφάνι
-Μα όλα θα φύγουν, θα χαθούν, ο κόσμος είναι πλάνη!

Εγώ σάς δίνω θάνατο, εγώ σάς δίνω χάος,
εγώ σάς δίνω Τον Αλλάχ μονάχα εκδικητή!
Δεν είν’ ο λόγος μου γλυκός, ολάνθιστος και πράος,
είν’ ένα τέλμα, με το Χάρο πάντα νικητή.
Στενός ο κόσμος γύρω μου, ψηλά τ’ αστέρια πάνω…
Ω, πόσο θέλω να χαθώ! Πώς θέλω να πεθάνω!

~.~

γ΄

Έρχεται, όμως, το πρωί κι ο ήλιος της Περσίας
ανοίγει πόρτες κι ουρανούς μιας νέας εποχής,
σαν να ’χασε ο Απόλλωνας και να νικά ο Μαρσύας
ή άλλη μια θεότητα της Ζωροαστρικής
να βγαίνει κόντρα Στον Αλλάχ και να Τού λέει στα ίσα:
«ό,τι έθαψες σέ κυνηγά κι ας το καλύπτει πίσσα».

Έρχεται, όμως, το πρωί, χρυσάνθεμο μιας πλάσης
που οι χώρες που μάς χώρισαν δεν έχουν θέση πια.
Κυβέρνηση στα λόγια μας μονάχα αντανακλάσεις,
καταλαγιάζουνε μαζί τα όπλα κι η φωτιά,
καθώς το θαύμα της ζωής μπροστά μας ξεπροβάλλει
κι η δόλια μας παλιοζωή φαντάζει πιο μεγάλη.

Δεν είν’ η θέση μου η θηλιά, δεν είναι το φαρμάκι,
είναι να στέκω δίπλα σας και να σάς τραγουδώ,
να βάζω σ’ άγιες μουσικές τραγούδια του κοσμάκη,
να υμνώ στους μιναρέδες μας Το Μέγα Δημιουργό,
λαός μαζί με το λαό, πνοή στους δουλευτές του.
Αν βρεις το Χάρο, τη σοφήν απόφασή μου πες του!

Πλέον ανήκω στο πρωί και τα παιδιά του σκότους
όσο κι αν ψάχνουν στο μηδέν, δεν θα με ματαβρούν,
εκείνοι που ονομάσανε τους τελευταίους πρώτους
– εκείνοι μόνο ευθύνονται που οι μέρες μας αργούν
και στέκει ο κόσμος μια στιγμή ανάμεσα στις άλλες,
ασύνδετη κι ανήμπορη για τις ουράνιες σκάλες.

Πλέον ανήκω στο πρωί ενός καινούριου αγέρα
που από το μέλλον έρχεται και πάει στο παρελθόν.
Όσοι πιστέψαν σ’ είδωλα τούς έληξε η βεγγέρα,
στα σκοτεινά τους σχέδια δηλώσαμε «απών».
Πλέον ανήκω στο πρωί και τό κρατώ για προίκα,
καθώς ξανά τη θέση μου στο μέγα κύκλο βρήκα.

Σ’ όλα τα πέρατα γυρνώ και κράζω την αλήθεια
κι ας μέ κοιτάτε να μιλώ μια γλώσσα, μια φωνή
κι ας αρνηθήκαν –στις χαρές που δίνει η συνήθεια-
τον άγιο κράχτη που μπορεί τα χάη να συγκινεί.
Πλέον ανήκω στο πρωί! Και τη ροή θ’ αλλάξω
κι ηγέτες πλέον και λαούς μπορώ να μεταλλάξω!

~.~

δ΄

Μ.Δ.

Γιατί πιστέψατε στον Μαρξ; Ήταν ένας ακόμα
απ’ όσους ήρθαν και μετά θα φύγουν σωρηδόν.
Όσο κι αν δέσεις με λουριά τον άνθρωπο στο χώμα,
πάντα θα ψάχνει δίοδο των αστρικών οδών.
Χώρα χρυσή, χιλιόχρονη και κάτασπρη Ρωσία
που νόμιζες –βαριόμοιρη!– πως βρήκες το Μεσσία…

Έλα μαζί μας, Μιχαήλ, και φέρε το λαό σου
στο αιώνιο της όασης βασίλειο μπροστά!
Στο δρόμο της απόλυτης αλήθειας φανερώσου
που δε μετρά σχεδιασμούς, μουζίκους, ποσοστά
κι έχει γι’ αρχή και μέτρημα των πάντων την Εγίρα,
όσο οι εσχάτοι των λαών πεθαίνουνε στη γύρα.

Γιατί πιστέψατε στο Μάρξ; Σκορπάτε τη ζωή σας
σε λάθος στόχους και στα πιο τυχαία ιδανικά
κι αν οι καιροί που τύχαμε είναι παιδιά της λύσσας,
βρείτε τουλάχιστον σ’ αυτούς το δρόμο που νικά.
Μονάχος ο καθένας μας τι έχει να κερδίσει;
Έλα στο πλάι μας, μαζί να διώξουμε τη Δύση!

Έλα μαζί μας, Μιχαήλ! Κι είν’ η φωνή μας τόση
που –δεν μπορεί!– τ’ απέραντα θα πέσουν, θα σπαστούν.
Αυτή είν’ η Περεστρόικα που την ψυχή θα σώσει
όσοι αιώνες και κορμιά στο διάβα χρειαστούν!
Δέξου εντός σου Τον Αλλάχ, σαν πνεύμα εμφυσήσου
κι εγώ θα σπεύσω πλάι σου για τη μεταστροφή σου.

Γιατί πιστέψατε στον Μαρξ; Αλίμονο! Τα χρόνια
που ρίχτηκαν μες στ’ άκαρπο πηγάδι δεν γυρνούν,
μονάχες σβήνουν οι καρδιές στης γης την καταφρόνια
αντί στη θέση της καρδιάς να βάλουνε τον νουν,
αντί στου σφυροδρέπανου που κράταγαν τη βάση
ν’ αφήσουνε τον ουρανό Κοράνι να διαβάσει.

Έλα μαζί μας, Μιχαήλ! Και γιόμισε τις στέπες
με πάλλευκο κι ολάνθιστο στο χιόνι μιναρέ!
Όποιος πιστεύει Στον Αλλάχ δε μένει μ’ άδειες τσέπες,
δαίμονα νέων εποχών, νικήθης πονηρέ
και κράζεις μέσα στο χιονιά: «Ανοίξτε, να κατέβω!»
—Γιατί πιστέψατε στο Μαρξ; Γιατί κι εγώ πιστεύω;

~.~

ε΄

Γιατί πιστεύω Στον Αλλάχ ενόσω ο κόσμος φθίνει;
Γιατί είν’ τα μόνα λόγια μου Τζιχάντ και προσευχή;
Μια φλόγα μέσα μου μέ καίει και πια μ’ ορίζει εκείνη
κι ανοίγει ο δρόμος μου μπροστά χωρίς να έχει αρχή,
μοντέρνος ισαπόστολος ανατολής της Μέσης,
ενώ η Δύση στη ζωή κρατιέται απλά μ’ ενέσεις.

Νιώθω αλύτρωτο ένα φως να κυβερνά εντός μου,
να ορίζει τη γραφίδα μου, την κάθε μου λαλιά.
Να ‘ναι σημάδι των θεών ή δαίμονα αποκόσμου;
Μαύρα κοράκια των νεκρών ή της αυγής πουλιά;
Πηγή στην αμμοθύελλα της ζήσης μας την τόση;
Ποιος το ’βαλε στο είναι μου και ποιος θα μέ λυτρώσει;

Και προχωρώ το βίο μου κι αυτό να ζει σιμά μου,
στα βήματα στην έρημο, στις λέξεις που κοσμώ,
σ’ όσες γυναίκες φίλησα, στα γκρίζα πρωινά μου:
αφιέρωσα τα νιάτα μου στον αλυτρωτισμό,
να δίνω ό,τι μ’ έπλασε απλά για μια πατρίδα
που δεν μού υποσχέθηκαν, μα στα όνειρά μου είδα.

Κι η εποχή θα προχωρά –τι άλλο θες να κάμει;–
σε όνειρα που σβήνουνε το επόμενο πρωί.
Αιώνες θα διαδέχονται ομοίους τους, ποτάμι
που πετραδάκια γύρω του διασκορπά η ροή.
Καλότυχος αν ξέρεις πια, προτού την πόρτα κλείσεις,
πως ένα τέτοιο μοναχά είσαι κι εσύ επίσης.

Ζήσε, λοιπόν, και μην αργείς, παιδί της Αραβίας
σ’ εσένα ανήκει τ’ αύριο, σ’ εσένα κι ο καιρός!
Δεν θα σού κλέψουνε αυτοί το φως δια της βίας,
για σε θα φέγγει ο κόσμος σου σαν ήλιος λαμπερός.
Η ακτίνα του στο είναι μας εισβάλλει πυρωμένη
κι η αλύτρωτη πατρίδα μου για πάντα λυτρωμένη.

Μιλιούνια αλύτρωτες ψυχές απ’ της ζωής τη βρύση
περάσαν κι ούτε μια σταλιά δεν πρόλαβαν να πιουν.
Γι’ αυτούς η ρόδα τ’ ουρανού δεν θα ξαναγυρίσει,
για μας όμως είναι μπροστά οι μέρες που θα ‘ρθούν.
Άνοιξε την ψυχή στο φως, τις μαύρες λέξεις σβήσε:
όλα θα φύγουν, θα χαθούν! Μα εσύ, ως τότε, ζήσε!…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ
Advertisements

Ηρώ Νικοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

poulia

της ΗΡΩΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Τα πουλιά
 
Τα πουλιά προσπαθούν διαρκώς
χτίζουν και στους πιο άσχημους δρόμους
σε γυμνά στενά αδιέξοδα
στη Φυλής στη Μύρωνος
 
αδιάφορα για την απελπισία μας
τραγουδούν πάνω από χωματερές
πάνω από λίμνες πάνω από τάφους
κανείς δεν ξέρει τι λένε
 
σ’ έρημες σκονισμένες πλατείες
σε στέγες ρημαγμένων καφενείων
χειμώνα καιρό δε λογαριάζουν
πάνε κι έρχονται με τον ήλιο
 
και τα χρώματα στροβιλίζονται
γύρω τους ευκίνητα σκηνικά
μέχρι να βρουν
το ευαίσθητο σημείο σου
 
Κάπου έχεις ακουμπήσει τον εαυτό σου
δεν είσαι εσύ
ευτυχώς δε θυμάσαι
έτσι μπορείς και ακούς καλύτερα
 
Γιατί ποιος είσαι εσύ
που νόμιζες πως για σένα
τραγουδούν τα πουλιά
κι ανατέλλουν τα χρώματα
 
Θα ’σαι πολύ τυχερός
αν κάποτε γίνεις ένα μαζί τους

 

~ . ~

Τα ψαράκια
 
Τα ψαράκια τρέφονται
με τις χαμένες ανάσες μας
δίνουν φωνή σε λυγμούς πνιγμένους
ανοιγοκλείνουν ρυθμικά
το μικρό τους στόμα
ρουφάνε τις κραυγές της νύχτας
 
Γλιστρούν πλάι σε βαριά
φορτηγά και γκαζάδικα
καταπίνουν ασταμάτητα
βρισιές απελπισμένες της βάρδιας
και φωσφορίζουν στα βρώμικα νερά
 
Τραγουδούν μαζί με το κύμα
ύστερα γίνονται αστέρια
γυαλίζουν οι ράχες τους
μας χαιρετούν κοπαδάκια
μικρές χαρούμενες βουτιές
 
Όμως σπάνια
πολύ σπάνια μας κοιτάνε
ξέρουν καλά πως
η εγγύτητα του βλέμματος
στοιχίζει πάντα τη ζωή τους

 

~ . ~

Μύρμηξ
 
Από παιδάκι προσκυνώ
μικρές φωλιές στο χώμα
ταξιδευτές κουβαλητές
εργάτες ήρωες
παράδειγμα του κόσμου
 
Απ’ όλα τ’ αεικίνητα
τα πιο μικρά αγαπώ
εκείνα μαυρούλικα
με πνεύμα ζωοφόρο
που μπαινοβγαίνουνε σ’ αυλές
σε μαγαζιών επιγραφές
σε παραμύθια
 
Σε λάκκους κλεισμένους κι ανοιχτούς
σε νεροχύτες λαμπερούς
σε χωματένιους κήπους
στρατιές ολόκληρες σε φούρνων αποθήκες
μα και σε ρετιρέ της Αττικής
ζητώντας πάντα οι υψιπετείς
αθόρυβη ύπαρξη αθώα
 
Από παιδί σκύβω κοιτώ
φιλώ
κι ακόμα εκεί με βρίσκω

 

~ . ~

Η εκ Φωκαίας Αργυρώ
 
Σάμος 2017
 
Μονάχη σου
πως τόλμησες
τέτοιαν απόφαση
μικρή Μονάχους
την κακιά φύση μας
τα έξυπνα μάτια σου
να παν ν’ αλλάξουν
 
Ποια ήσουν νόμισες
που θα σ’ αφήνανε
δίχως αντίτιμο
πλατιά να λιάζεσαι
εις τας σεζλόνγκ
που αυτοί στα νιάτα τους
δεν σεβαστήκανε
ούτε Κινγκ Κονγκ
 
Ποιας αθωότητας
δίχτυ σε τύλιξε
και σε ξενέρισε
στην αμμουδιά
ποια ορφάνια ζήτουλα
για χάδια σ’ έφερε
στα όμορφα
Σεϊτάνια
 
Υδρόβιοι γείτονες
πάντοτε εσείς
δίνατε χάρη ως και το όνομα
πόλης παράλιας Ιωνικής
 
Κι ήρθες ανήξερη
μικρή αθώα και τρυφερή
στο αβυσσαλέο ανθρώπινο
μίσος να χαϊδευτείς
 
* Το 2017 στη Σάμο σκότωσαν με κυνηγητικό όπλο την μασκότ του νησιού, τη μικρή μεσογειακή φώκια Μονάχους-Μονάχους που την είχαν ονομάσει Αργυρώ.

 

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Θεώνη Κοτίνη, Επτά ποιήματα

800px-xiropotamou_panoramic

Επτά ποιήματα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Αιγαίο

Αέρας στα άδεια εξοχικά τέλος Σεπτέμβρη
όταν αρχίζει να ξεφτίζει ο ασβέστης στην πεζούλα
περνάει απ’ την καλαμωτή συριστική ησυχία
λασκάρει το παράθυρο του μπάνιου
φέρνοντας απ’ τη χαραμάδα
της ερημιάς τριγύρω αναρρίγηση
και μέσα τρυφερό ανέμου το δικράνι
σωριάζει στις γωνιές σαλιγκαρόσπιτα
ψίχουλα θέρους λίγη άμμο

Στη μάντρα η ξερολιθιά φυλάει το φίδι
στη στέρνα αντιφέγγισμα νερού
που λιγοστεύει
η σαύρα αφαιρείται στο αγκωνάρι
αγένειο χορτάρι δίπλα βράχος

Αποκαλόκαιρο λευκό στα άδεια σπίτια
ημερωμένα απ’ του Ιούλη την κατοίκηση
σανδάλια φυλαγμένα στην ντουλάπα
απόχη παιδική
βαμβακερή ζακέτα για το βράδυ
και πέρα βουερή εγκατάλειψη της θάλασσας
αναρριπίζει στιγμιαία την κουρτίνα
στο πάτερο το σαμιαμίδι αλαφιάζοντας

Γύρω κανένας
μόνο η αυλόπορτα για λίγο αιφνίδια τρίζει
σαν άφιξη σχεδόν μα όλοι φευγάτοι
Μετά ησυχία

ένα γνοιάσιμο σιωπής
αποσκεπάζει
την πρόσκαιρη του ανθρώπου παρουσία

Το σπίτι ξανασμίγει με την πέτρα
αθέατη τη γέννα του σκορπιού περιφρουρώντας
σκήτη του ανέμου
που όσο δύει το γαλάζιο σε περίσκεψη
υψώνεται ενθρονίζοντας
στο θηριώδη του Αιγαίου ουρανό
μοναστική πελάγους επικράτεια

~.~

Καλοκαίρι

Το σιντριβάνι στη μέση της άδειας πλατείας οξύ μεσημέρι. Βρέχει απρόσεκτο περαστικό και δεν τον νοιάζει.

Λεπτοδείκτες σταματημένοι στον κήπο. Ηλιοτρόπιου νύστα.

Δυο άγνωστοι κοιτάζονται στη σκιά ενός δέντρου περιμένοντας στο φανάρι να ανάψει το πράσινο. Γυναίκα και άντρας, κατάματα.

Ο σκύλος κοιμάται κολλημένος στη σκιά ενός τοίχου. Αφάνταστα μόνος.

Παγωμένη γκαζόζα αφήνει έναν κύκλο υγρασίας στο τραπέζι του καφενείου. Τον διατρέχει διψασμένο το χέρι.

Ένα παιδί χαμογελά στο φακό πασαλειμμένο με παγωτό που στάζει στο φανελάκι.

Στη στάση πλήθος, το λεωφορείο δεν έρχεται και απέναντι το σουβλατζίδικο σερβίρει γύρο και μπίρα παγωμένη στο ποτήρι.

Τα κάγκελα μιας μονοκατοικίας πηγμένης στο σεληνόφωτο. Ξεμοναχιάσματα πίσω απ’ το γιασεμί.

Χάχανα πάνω στη μοτοσικλέτα που προσπερνά δέκα αμάξια στη σειρά.

Θερινό σινεμά στην ταράτσα. Ταινία παλιά. Φεγγάρι καινούριο. Μόλις σβήσουν τα φώτα αγκαλιά.

Νερό κρατημένο σε εκείνη τη μαρμάρινη κρήνη στη μέση του αγνώστου. Ανοίγεις τη βρύση και τρέχει και τούτο μαρμάρινο.

Γυναίκα μαυρισμένη απ’ τον ήλιο. Γελά με κάτασπρα δόντια. Καρδιά κατακόκκινη.

Ένα οποιοδήποτε νησί του Αιγαίου. Ψηλά πολύ. Περαστικός κοιτάζει κάτω ένα ακριβέστατο γαλάζιο. Γυρνά πιο φωτεινός, πιο ξένος.

Σαββατοκύριακο. Οι Αθηναίοι κατεβαίνουν στα χωριά. Να δούνε το χωράφι του πατέρα. Αν θα ’χει φέτος λάδι η ελιά.

Η συκιά στο βενετσιάνικο κάστρο τρυγητός του πουλιού.

Μια φέτα ψωμί με λάδι,  ρίγανη, τριμμένη ντομάτα,  αλάτι χοντρό.

Τσιμεντένια αυλή, έχουν μόλις ποτίσει.  Ο δυόσμος παροξύνεται στο άγγιγμα.

Άσεμνα περιοδικά του εξαδέλφου κρυμμένα κάτω από το στρώμα. Έχει ψηλώσει και είναι ωραίος.

Σούρουπο μέσα στο νερό. Πώς ησυχάζει έτσι η θέληση;

Το παλιό νεκροταφείο της πόλης το μεσημέρι, αντίλαλος του ασβέστη.

Ψαράκια στην άκρη άκρη του γιαλού. Ένα σμήνος περίτρομο σε παραλλαγή βέλους. Ελάχιστα πειστική.

Έφηβες, λιανές στο κύμα. Ιππόκαμπου η ράχη κι η χάρη.

Δεκαπενταύγουστος. Σαν δεκαπεντασύλλαβος κομμένος. Τον συμπληρώνουν τα πουλιά.

Ταξιδεύοντας με ανοιχτό το παράθυρο. Τραγούδι στο ράδιο. Γυάλινο, αράγιστο σήμαντρο.

Βράδιασε. Έλα να βγούμε λίγο έξω. Να σε αισθανθώ ξανά με φεγγαράδα.

Ημέρες τρεις μέχρι την άδεια. Βαστάει η καρδιά με τόσα λίγα.

Μόλις βγαλμένος απ’ τον ήλιο. Με κοιτάζεις με όλες τις ρυτίδες του χαμόγελου. Θέλοντας τόσα όσα εγώ.

Τέλος Αυγούστου. Αύριο θα ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Μα εσύ να μείνεις θες αγράμματος, αγροίκος να γυρίζεις.

~.~

Σίφνος

Να φύγω
να φτάσω
να δω
ασβέστη χλωρό
το κορμί μου γυμνό
περιπλάνηση
κουβέντα
σιωπή
Να εγγράψω
μελτέμι
καλντερίμι
αλώνι
φωτογένεια σώματος
όταν θέλει
να λιαστεί
να πεινάσει
να χαϊδέψει
να πράξει
να ανήκει
να μοιάσει
στη λευκή
διαμπερή
δροσερή
οικειότητα
που είναι εκείνο το σπίτι
στο βράχο
στο κύμα προσήλιο
ψηλό σαν προσκύνημα
δοσμένος στην άφεση

~.~

Όταν

Όταν όλο και λιγότερο ξέρεις,
όταν ίδιο χνάρι χαράζεις
σ’ όποιο δρόμο κι αν πάρεις,
όταν απ’ όλα που υπάρχουν
για ένα δυο μόνο κλαις
και πεισμώνεις

είναι αυτό να παλιώνεις;

Όταν μόνος σου ψάχνεις
ό,τι χάνεις με άλλους,
όταν όλο πια μετανιώνεις
κι όλο πια περιμένεις,
όταν με τα δάχτυλα
αντί να αγγίζεις μετράς

είναι αυτό να γερνάς;

Όταν έξω ιδρύει το βράδυ
τρυφερή διακινδύνευση
κι όλα εδώ αρχίζουν ξανά
στρεβλά και ανθρώπινα
μα εσύ κουράστηκες πια
για να θέλεις

είναι αυτό να πεθαίνεις;

~.~

Είναι

αυτό που δεν σε πονά
μα σε κρύβει

Σε αφαιρεί
από το κάδρο της γιορτής
τη φωταψία των γενεθλίων

Ανήκεστο
μα όχι μοιραίο
αδιόρατο
σαν παλιά παιδική σου σκολίωση
το φέρεις σχεδόν
με ελαφρά συγκατάβαση

Γι’ αυτό δεν συντρίβει
σε φέρνει μονάχα
στα γνώριμα ξένο

Ακριβές
μα στη γλώσσα ατίθασο
μουγγό στο κορμί
δουλεύει
σιγανή παραμόρφωση

Ορίζεται δύσκολα
και μάλλον οξύμωρα:
όχι αυτό που δεν είναι
ακόμα ή πια
είναι αυτό που δεν είναι,
απλά.

Τότε δεν ήξερα
πόσο ύστερα
μετά από κάθε ακριβώς
περίσσευε

Τώρα γνωρίζω:
Όσο κρατάει μια ζωή.
Λίγο πιο λίγο

Αυτό το λίγο
πόσο θέριεψε
πόσους έθρεψε

Αυτό το ελάχιστο
του έρωτα
παρόν.

~.~

Σταγόνα

Καθώς αντλείς σε δοχείο το λάδι
μια σταγόνα πέφτει από ψηλά στο ντεπόζιτο
Μία μόνο
με βραδύτητα τόση με τόση συγκέντρωση
που όταν φτάνει στο υπόλοιπο σώμα
αντηχεί σπηλαιώδης σταλακτίτης ο ήχος της
σε αδρανές τριγύρω της τοίχωμα.
Ο καρπός ακριβούς γεγονότος
που πέφτει αργά στο κέντρο του χρόνου
δηλαδή στη μέση του νου.
Μια σταγόνα και γύρω σιωπή
όπως όταν βρίσκει το στόχο της
μια στιγμή ησυχίας στην απέραντη θάλασσα
όπως δυο που κοιτάζονται
για πρώτη φορά αλήθεια στα μάτια

Ένας ήχος
που γίνεται φώνημα μιας απόσταξης τέλειας
από σώμα μικρό μα ολόκληρο
σημαίνει την απόλυτη ώρα
ενός πράγματος τιποτένιου θα πεις
μα ευγενούς στην ακμή του
που πριν γίνει μαζί με όλα τα άλλα
σταγόνα στο πέλαγος
βυθίζει το κάλλος του
το βαρύ του αντίλαλο
όπως σούρουπο βραδινού ελαιώνα
βαθιά μες στο στήθος σου

~.~

Δεν είναι πια για να θυμώνεις
μα να λυπάσαι τώρα
ο τρόπος που πεθαίνει ο πατέρας
η μάνα που ποτέ δεν κατανόησε
τα άνεργα χέρια αφημένα στην ποδιά
Δεν είναι πλέον να λυπάσαι
μα πια να συγχωρείς
ο τρόπος που αποζήσανε
κλειστοί σαν θυμωμένοι
τα λόγια που δεν ήξεραν να πουν,
η ανάγκη να ’ναι το φταίξιμο του ενός
για να υπάρχει ο άλλος
Δεν είναι πια να συγχωρείς
μα πλέον να ζεσταίνεις
στην αγκαλιά το ραγισμένο σώμα
ένα ζυμάρι αγάπης

Δεν είναι πια να τους μαλώνεις
όσο ανήλικους κι αν τους κατάντησε ο καιρός
είναι η στιγμή να πάρεις στα δυο χέρια σου
ετούτη την τρεμάμενη καρδιά τους
όπως κρατάει παλάμη
φύλλο που έπεσε απ’ το δέντρο
φυσάει βοριάς το παίρνει ψίχουλο ψηλά πια δεν το βλέπεις

~.~

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Ανδρέας Πετρίδης, 10+1 ποιήματα

523202_516412635052255_1896050082_n.jpg

10+1 ποιήματα

του ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΙΔΗ

~.~

Η φύση μας

Με ρίζες να τρυπούν τη γη
και κλώνους προς τα ύψη,
με δέντρα μοιάζουμε όλοι –
στην πρόθεση αειθαλείς,
μα φύσει φυλλοβόλοι…

~.~

Η δύναμη των λέξεων

Οι λέξεις λεν αυτό που λένε
μ’ αν τις υγράνει καυτό δάκρυ,
ακούς κρυφά να σιγοκλαίνε
στης μνήμης μας την άκρη…

Οι λέξεις τούτες πριν εκλείψει
του οίστρου το έμπυρο αγκάθι –
μ’ άσπρα φτερά πάνε στα ύψη,
και με πανιά τραβούν στα βάθη…

~.~

Τα λιτά μας χρώματα

Πυκνά φυλλώματα σε φως χρυσίζον
πάνω από λίμνες, με νερό στο γκρίζο…

Τόση αφθονία – του Βορρά καμώματα,
μα εμείς κρατάμε τα λιτά μας χρώματα.

~.~

Φωτοπλημμύρα

Αίφνης πλημμύρα φωτερή
στα συννεφομαζώματα,
τη μαύρη τρύπα ν’ αναιρεί
με του φωτός τα χρώματα.

~.~

Αγωνία οδοιπόρου

Κι αυτός που ακόμα οδοιπορεί
προς το χλωμό λυκόφως,
ν’ αφήσει χνάρια αδημονεί
προτού πυκνώσει ο ζόφος!

~.~

Στενεύει ο χρόνος σου πολύ
και με κλεψύδρα μοιάζει;
δόσ’ του με Τέχνη διαστολή,
αιώνιος να φαντάζει!

~.~

 Ο τοκετός της αυγής

Σκιρτά το έμβρυο του φωτός
στης σκοτεινιάς τη μήτρα –
κι η αγρύπνια γίνεται τροφός
και της αυγής γεννήτρα!

~.~

 Πρόσω οδοιπορία

Από κορφή σ’ άλλη κορφή
στον δρόμο νύχτα-μέρα,
πίσω δεν έχει επιστροφή,
μ΄ άλλη κορφή πιο πέρα…

~.~

Αποκαθήλωση

Άλλο η ψυχή στο γήινο δεμένη δεν αντέχει,
τη ρίζα αποτάσσεται χωρίς αιδώ και τύψη –
επί πτερών αόρατων κι επί ανέμων τρέχει,
χορευτική ανάληψη που τόσο έχει λείψει…

~.~

Ιεροτελεστία της αυγής

Βουνών κυματισμός γλυκοχαράζει
σαν μουσική σχεδόν σταματημένη,
δεν παίζει αυλός μήτε αμνός βελάζει –
μονόλεπτος σιγή στην Οικουμένη!

~.~

Ταυτότητα

Αν τύχει, ξένε, να περάσεις απ’ την Πάφο,
στο βουλιαγμένο δάπεδο αρχαίας οικίας,
ανάγνωσμα θα βρεις γλώσσας οικείας –
λέξεις που ως σήμερα παρόμοια γράφω…

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Τόνια Κοβαλένκο, Ποιήματα

proorismos

Ποιήτρια σε πτώση

Ι

Ποια είμαι
για να πιάσει η φωνή μου χώρο
μέσα στον χρόνο
τον παρόντα έστω;
Η ταπεινότητα
είναι το μάθημα
που παρακολουθώ
κι ας μου αποσπούν την προσοχή
λογιών-λογιών εγωισμοί
Το θέμα είναι αν θα προλάβω
να κερδίσω με το σπαθί μου

την οριστική σιωπή.

ΙI

Έμεινε ανεκπλήρωτος ο προορισμός
αποξεχάστηκα στο δρόμο
γιατί πάντα η μουσική
ήταν πιο δυνατή από τη γραφή
η τέρψη προτιμότερη απ’ τον μόχθο
η ιδέα του έρωτα πιο βολική
από την πραγμάτωσή του
και, φυσικά, το ψέμα πιο ωραίο
απ’ την αλήθεια.
Βαδίζω πια
με ένα φορτίο άδειο από όνειρα

βαρύ, ασήκωτο στους ώμους.

ΙII

Μια πλάτη σκυμμένη
πάνω από λευκό χαρτί –
να τι θα δεις ανοίγοντας την πόρτα.
Άλλοτε ήταν από έρωτα
έτσι αφοσιωμένη
ή από θλίψη επίμονη
ή από μεθύσι που έβρισκε
στις λέξεις μιαν εκτόνωση.
Τώρα είναι μόνο η πλάτη της μάνας σου
που ψάχνει μάταια
κάτι απ’ τον εαυτό της
στο λευκό χαρτί.
Αγνόησέ την σαν να μην υπάρχει
προσπεράστε την, οι φίλοι σου

κι εσύ.

ΙV

Με λυπάμαι ώρες-ώρες
τόσο που με ταλαιπωρώ
‘κάνε κείνο’ / ‘μην κάνεις αυτό’
που με βασανίζω
με μαυροντυμένες σκέψεις
που με εξουθενώνω
σκηνοθετώντας εφιάλτες
που δεν μ’ αφήνω
να πάρω μιαν ανάσα ευτυχίας
δίχως ύστερα να τη μολύνω
με την απειλή της δυστυχίας.
 
Αυτή είναι ίσως η ρίζα του κακού:
που με λυπάμαι.

~ . ~

Νοσταλγικό 

Πού πήγαν τα πάθη,
τα ποτάμια τους,
η βλάστησή τους η οργιαστική;
Μας εγκατέλειψε η Φύση
μας βαρέθηκε o Θεός
το πρωί που ξυπνάμε
αυτός χασμουριέται
σηκώνει τον ήλιο ανόρεχτα
και το βράδυ πριν πλαγιάσουμε
κατεβάζει από συνήθεια τα ρολά.
Μόνο ο ύπνος μάς νοιάζεται ακόμα.

~ . ~

Νοσταλγικό μετά θάνατον 

Το καλύτερο ήταν
η αναπνοή
μπορούσες να τη χαρείς
οπουδήποτε
κι ανά πάσα στιγμή
όσο πιο βαθιά
τόσο πιο μεθυστική
όταν γινόταν κοφτή
μάλλον φοβόσουν
ή έτρεχες –πάλι βιαζόσουν;–
κι όταν την έχανες
γύρευες μόνο να την ξαναβρείς
εκτός κι αν ήταν το γέλιο
που σου την είχε κλέψει
ή η ηδονή
οπότε παραδινόσουν.
Θεέ μου, η ζωή!

~ . ~

Τα παιδικά 

Η αγάπη
έχει ωραία γράμματα
είναι θηλυκή και τρυφερή
όταν σε αγγίζει
λιώνουν όλοι οι πάγοι
αν δεν τη διώξεις
δεν φεύγει ποτέ
κι αν μάθεις άπταιστα
τη γλώσσα που μιλάει
δεν θα σε τρομάζει πια
καμιά σιωπή.

 

Ο έρωτας
είναι εκείνο το όνειρο που είδες
πως πετούσες
πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων
πάνω από τους δρόμους και τα σπίτια
ήταν νύχτα αλλά είχε φώτα
μπερδεύονταν οι λάμπες με τα αστέρια
κι εσύ ήξερες ότι μπορούσες
–αν το ήθελες–
να μείνεις για πάντα πάνω εκεί.

 

Η ζωή
τα βλέπει όλα
ό,τι υπάρχει σε ουρανό και γη
κι αν κάτι είναι κρυμμένο
ψάχνει να το βρει
αυτό κάνει από το βράδυ ως το πρωί
ακούραστα
μέχρι να κουραστεί.

 

Όταν έχεις πιει πολύ
γίνεσαι πολύ σοφή
σαν να έχεις διαβάσει
όλα τα βιβλία
ή σαν να τα έγραψες όλα εσύ
κάποια μέρα μακρινή

που δεν είχες καν γεννηθεί.

ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ

Θανάσης Γαλανάκης, Τα πιο μεγάλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα

46441632_1925475494426326_4236827204182343680_n,

Τὰ πιὸ μεγάλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα

ἔνοικος τώρα τοῦ παντοτεινοῦ,
κεκυρωμένος.
(Τ. ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Περίπου βιογραφία», Νεκρόδειπνος)

Καθὼς ξερνοῦσε τοῦ ἠφαιστείου ἡ οὐρήθρα
καπνοὺς πυκνούς, θραύσματα πέτρας καὶ ἀέρια,
στοῦ Τίτου Κλαύδιου τὸ νοῦ πρόβαλ’ ἰδέα
νὰ βγεῖ μιὰ βόλτα στὰ προάστια τῆς Πομπηίας.
Ἔσφυζε ὁ τόπος ὀμορφιὰ καὶ τιτιβίσματα
ἀπὸ κοπάδια καρδερίνες κι ἀπὸ λούγαρα,
ἐνῶ τὸ ὑπέροχο τοπίο στεφανώνανε
οἱ ἀμπελῶνες ποὺ πολλὰ χρόνια ἀργότερα
θὰ φημιζόντουσαν γιὰ τὸ Lacryma Christi.
Τριακοντούτης ἦταν ἀπ’ τὸ Herculaneum
κι ἦταν δυὸ χρόνια στὴν Πομπηία πλέον σέμπρος,
γι’ αὐτὸ τὸ αἷμα του ἔβραζε ἀπ’ τὴν ἀδικία.
Ἀργοῦσε νἄρθει ἡ παντρειὰ κι ὅλο σκεφτόταν
γυμνὰ κορίτσια —ἢ κι ἀγόρια— χαριτόβρυτα.
Παθολογία τοῦ ‘ταν πλέον κι ἐμμονὴ
ὅλο νὰ βάζει στὸ μυαλό του ἄσεμνα ὄργια,
καὶ σὰν πονοῦσε ἡ κεφαλή του ἀπ’ τὴν ὁρμή,
πήγαινε βόλτα ὣς τὰ κτήματα τοῦ ἀφέντη.
Μὰ καὶ ἐκεῖ ἔβλεπε ἡ φύση ὅτι ὀργίαζε,
καὶ συνετὰ ὁδηγοῦσε τὸ ἄρρεν πρὸς τὸ θήλυ,
σὲ ἕναν χορὸ ποὺ τέλος δὲ λέει νὰ γνωρίσει
καὶ προκαλεῖ τὸν στερημένο ν’ ἀντιδράσει,
νὰ συμμετάσχει καὶ αὐτὸς στὸ πανηγύρι.

~.~

Γυρνώντας σπίτι τὸ ἀπόγευμα (ἢ τὸ βράδυ)
εἶδε στὸ δρόμο τὴν Ἰουλία, ὡραία κόρη,
καὶ ἐπιτάχυνε τὸ βῆμα νὰ τὴν φτάσει
μήπως ἡ νύχτα του γεμίσει λίγη τύχη
καὶ καταφέρει στὴν εὐνή του νὰ πλαγιάσει
τὰ πιὸ ὡραῖα τῆς Πομπηίας γυμνὰ στήθη.
Ἕνα-δυὸ μέτρα πρὶν τὴν πλάτη της προλάβει
δύο χαμίνια τὴ σκουντήξανε καὶ ξάφνου
ὅπως τὸ πέπλο ποὺ καλύπτει τοὺς μηρούς της
σκάλωσε πάνω στοῦ ἑνὸς ληστῆ τὸ ξίφος
σήκωσε ἐλάχιστα, στιγμιαῖα, τὸ λινό της
και ἀπὸ κάτω ξεπροβάλαν τὰ γοφιά της
καὶ λίγη σάρκα ἀπ’ τὸν γλουτὸ τὸν δεξιό.
Αὐτὴ ἀμέσως μὲ τὰ χέρια κατεβάζει
τὸ ἄτακτο φόρεμα ποὺ ἄτσαλα σηκώθηκε
καὶ γύρω κοίταξε νὰ δεῖ ποιός τὴνε πρόλαβε·
ποιός εἶδε λίγο ἀπ’ τὸ παρθένο της τὸ σῶμα.
Μὰ ὁ Τίτος Κλαύδιος εἶχε τρέξει καὶ χωθεῖ
στὴν ἀποθήκη σιτηρῶν τοῦ Γάιου Πίου
ποὺ ξεφορτώνανε τσουβάλια μὲς στὸν Αὔγουστο
καὶ καθαρίζανε κοπριὲς τὸ καταχείμωνο.
(Κάτι σκιρτοῦσε στὸ ρυθμὸ τὸν καρδιακό του
κοντὰ στὴ μέση του, καὶ ἤξερε τί εἶναι…)

~.~

Στάθηκε λίγο νὰ σταθμίσει τοὺς κινδύνους.
(Λὲς καὶ ποτὲ δὲν τὸ ξανάκανε ἐκεῖ γύρω…)
Ξάπλωσε ἐμπρὸς ἀπ’ τὸ παράθυρο τοῦ οἰκήματος
γιὰ νἄχει θέα τὸ βουνό, ποὺ ἄφριζε μαῦρο.
Κλείνει τὰ μάτια καὶ λυγίζει τό ‘να πόδι
ὥστε νὰ ἀνοίξουν λίγο οἱ προσαγωγοὶ
καὶ ἡ ἡδονὴ νὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ μεγάλη.
(Μιὰ προσομοίωση ἐπαφῆς μὲ τὴν Ἰουλία
καὶ τοὺς γοφοὺς της, τὸ κομμάτι τοῦ γλουτοῦ
ποὺ ἡ ἀφορμὴ ὑπῆρξε γιὰ τελετουργία
ἐξ ὁλοκλήρου ἀνδρικὴ, καθιερωμένη
ὅποτε πρέπει μιὰν ἀπόφαση νὰ πάρεις
ἢ νὰ σκεφτεῖς πιὸ καθαρά – νὰ δράσεις ἄμεσα).
Καθὼς τὴ σάρκα μὲ τὸ χέρι του χουφτώνει
καὶ ξεκινᾶ νὰ παίζει τρέμολο ἡ χορδὴ
ὁ Τίτος Κλαύδιος ἀπ’ τὸν χρόνο ἔχει βγεῖ
καὶ πλέον ἀδιάφορος τοῦ εἶναι καὶ ὁ χῶρος.
Περνοῦν κορδέλα στὸ μυαλό του οἱ γυναῖκες
τί Ἰουλίες, Σουλπικίες, Δάφνες, Τέρτιες…
Πρέπει πιὸ γρήγορα νὰ κάνει, νὰ τελειώνει
γιὰ τελευταία φορὰ ἐτοῦτο τὸ μαρτύριο.
Κι ἀφοῦ ἡ λευκὴ λάβα τὸ ροῦχο του λερώνει,
ἡ ἐρυθρομέλαινα τελειώνει τὸ μυστήριο.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

1

*Μιὰ πρώτη δημοσίευση τοῦ ποιήματος ἔγινε στὸ φιλόξενο Σαλιγκάρι. Ἡ παρούσα ἐκδοχὴ εἶναι μερικῶς ἀναθεωρημένη.

Αντώνης Κούτης, Τα κουπιά

oarsmen.jpg

Τα κουπιά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Προορισμό δεν είχαμε κανέναν
Καμιάν Ιθάκη στο μυαλό μας
Μήτε που μας άρεσαν τα ωραία ταξίδια
Τα ιδανικά
Μυρωδικά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Καπνός πουθενά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Στις καθαρές παλάμες τους διαβάζαμε τη μοίρα μας
Σαν τις ασήμωναν ο ήλιος το φεγγάρι
Που ανεβάζαμε από το σκοτεινό βυθό της θάλασσας
Να φτιάξουμε ουρανό
Με νύχτα και με μέρα

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Καπνός πουθενά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Σ΄ αυτά δεθήκαμε με τους συντρόφους μας
Και δε χρειάστηκε να κλείσουμε τα αυτιά μας στις σειρήνες
Αυτά μας ΄δώσαν μέτρο και ρυθμό και μουσική
Να πούμε τα τραγούδια μας
Να μας νανουρίσουν στον Άδη
τα παιδιά μας
Μοίρα μας τα κουπιά
Καπνός πουθενά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Καμία Καλυψώ
Καμία Κίρκη
Ποτέ δεν πιάσαμε λιμάνι
Είχαμε τάξει όλη την πραμάτεια μας στη θάλασσα
Να μας χαρίζει αιωνιότητα και απεραντοσύνη
Εμείς, τα κουπιά.
Καπνός πουθενά.

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Σταθεροί στην αγάπη μας δεν εκουνήσαμε βήμα
Από το ίδιο πάντοτε μέρος κι από την ίδια πλευρά
Τραβούσαμε ξωπίσω μας τη θάλασσα
Κι όλο και φέρναμε καινούριες θάλασσες μπροστά μας
Έτσι γυρίσαμε τη θάλασσα
Γυρίσαμε τον κόσμο
Εμείς, τα κουπιά.
Καπνός πουθενά.

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Το ίδιο μας το χέρι
Η ίδια μας η ράχη
Απ΄ το ίδιο μαστίγιο εζήταε εξουσία συνάμα κι υποταγή
Έτσι γυρνούσαμε τη θάλασσα
Γυρνούσαμε τον κόσμο
Με μιάν αρμονία κρυφή
Μοίρα μας τα κουπιά
Καπνός πουθενά.

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Στο τίμιο ξύλο τους τη ζωή μας σταυρώσαμε
Λύτρωση γυρέψαμε
Απ΄ του προορισμού την κόλαση
Κι από την αλγηδόνα του Εγώ
Εμείς τα κουπιά.
Καπνός πουθενά

Εμείς τα κουπιά αγαπήσαμε
Εμείς τα κουπιά
Εμείς ο προορισμός
Εμείς και το ταξίδι
Πουθενά καπνός
Εμείς κι ο θεός.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΤΗΣ


(O Αντώνης Κούτης γεννήθηκε το 1956, στο Περιστέρι Αττικής. Από το 1987 και εξής, έζησε και εργάστηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Ήταν ιατρός Κοινωνικής Ιατρικής, πρωτοπόρος στην Ελλάδα στον τομέα του, διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης και Δ/ντής Ε.Σ.Υ. στον Τομέα Κοινωνικής Ιατρικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου και στον αντίστοιχο Τομέα του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπου διετέλεσε επιστημονικός συνεργάτης από το 1987 έως το θάνατό του. Απεβίωσε απρόσμενα στις 21 Σεπτεμβρίου του 2017. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Ενδιάμεσος Κόσμος (Πατάκης, 2001), Λίθος Αργός (Εριφύλη, 2004) και Απέναντι στην Ομορφιά (Γαβριηλίδης, 2009). Η κόρη του, Νικολέτα Κούτη, και η ανηψιά του, Στυλιανή Χαχάλη, επιμελούνται το ανέκδοτο έργο του).

Marginalia Poetica (2/2)

Claude_Monet_The_Cliffs_at_Etretat.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

Γ. Ο Ρυθμός

Αναδιφώντας, τον τελευταίο καιρό, σπουδαία κείμενα σπουδαίων στοχαστών, συνάντησα δύο απόψεις που αφορούν στον ρυθμό στην ποίηση και που, φαινομενικά τουλάχιστον, αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Η πρώτη προέρχεται από την αλληλογραφία του Γκαίτε με τον Σίλλερ. Έγραφε στις 25 Νοεμβρίου του 1797 ο Γκαίτε στον ομότεχνό του: «Κάθε τι ποιητικό θα έπρεπε να το αντιμετωπίζουμε με βάση τον ρυθμό.. Η εισήγηση μιας ποιητικής πρόζας, ως γεγονός, δείχνει πως η διαφορά ανάμεσα στην πρόζα και την ποίηση έχει λησμονηθεί εντελώς. Είναι σαν να έχεις σχεδιάσει στον κήπο σου μια αποξηραμένη λίμνη και να σου φτιάχνουν έναν βάλτο. Αυτές οι μετριότητες ταιριάζουν μόνο σε ερασιτέχνες και άσχετους ακριβώς όπως οι βάλτοι στα αμφίβια. Εν τω μεταξύ, το κακό γιγαντώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν το βλέπει πλέον κανείς. Και δεν είναι μόνο αυτό. Όπως εκείνος ο βρογχοκηλικός λαός θεωρούν τιμωρία απ’ τον θεό τον υγιή λαιμό. Όλα τα δραματικά έργα θα έπρεπε να έχουν ρυθμό και μετά θα βλέπαμε ποιος μπορεί να φτιάξει κάτι».

Η δεύτερη ανήκει στον Μονταίν. Επισημαίνει, στα Δοκίμιά του, ο γάλλος στοχαστής πως ένας καλός ρυθμός δεν κάνει κι ένα καλό ποίημα. «Αφήστε τον ποιητή», συνεχίζει, «να μακρύνει ένα βραχύ. Αν ευτυχήσει στην έμπνευσή του, αν το πνεύμα κι η κρίση του κάνουν καλά τη δουλειά τους, τότε θα αναφωνούσα, να ένας καλός ποιητής αλλά ένας κακός στιχοπλόκος».

Στη συνέχεια, επικαλούμενος τον Οράτιο, προτείνει να κάνουμε ένα πείραμα: Αλλάξτε τη σειρά των λέξεων, τους χρόνους, τις τομές και τα μέτρα σε ένα ποίημα. Θα αναγνωρίσετε και πάλι τα διασκορπισμένα μέλη του ποιητή (invenias etiam disjecti membra poetae). Άλλωστε, από τον καιρό που χάρη στον Ronsard και τον du Bellay η γαλλική ποίηση απέκτησε κύρος, εμφανίστηκε ένας συρφετός στιχοπλόκων που αντέγραφαν ανεπίληπτα τους ρυθμούς των δύο πρωθιερέων του γαλλικού Παρνασσού αλλά όχι τα βαθύτερα χαρίσματά τους: τις πλούσιες περιγραφές του ενός και τα αβρά ευρήματα του άλλου.

Ως ένα βαθμό, αυτές οι αποφάνσεις υπαγορεύονται από μιαν αντίδραση στο πνεύμα του καιρού τους. Στον καιρό του Μονταίν, με κόπο ανίχνευε κανείς μέσα σε πληθώρα στιχουργημάτων, λατινικών ή γαλλικών, λίγες γραμμές αληθινής ποίησης. Εύλογα λοιπόν κι ο γάλλος διανοητής υποστηρίζει πως η αληθινή ποίηση δεν ταυτίζεται με τη στιχουργική δεξιότητα αλλά πως είναι κάτι άλλο.

Ο Γκαίτε πάλι επικρίνει τον υποσκελισμό του έμμετρου δράματος από το πεζό, που αρχίζει να κυριαρχεί στην ευρωπαϊκή σκηνή. Θυμίζω πως κι ο ίδιος με πεζά δράματα ξεκίνησε, αλλά αργότερα στράφηκε στο έμμετρο δράμα: την Ιφιγένειάτου την έγραψε αρχικά σε πεζό κι αργότερα την ξαναδούλεψε σε στίχους.

Ο Μονταίν, βέβαια, δεν λέει πως αυτός που στιχουργεί τέλεια δεν είναι καλός ποιητής, αλλά πως ο καλός ποιητής δεν στιχουργεί κατ’ ανάγκην άψογα. Αλλού βρίσκεται η ποιητική ιδιοφυία κι όχι στη συμμόρφωση με τον μετρονόμο. Ο Καβάφης είναι χαρακτηριστική, αν και ακραία, περίπτωση επιβεβαιωτική αυτής της διάκρισης: καλός ποιητής αλλά κακός στιχοπλόκος. Οι μετρικές παρασπονδίες, όταν δεν οφείλονται σε άγνοια αλλά είναι συνειδητές, επιτρέπονται.

Ο Μονταίν, ουσιαστικά, θέλει να διαφοροποιήσει τον αληθινό ποιητή από τον απλό στιχοπλόκο. Αν εν τούτοις η επιδερμική στιχουργική δεξιότητα δεν διασφαλίζει την ποιητική αριστεία, μήτε το αντίθετο συμβαίνει: η κατάργηση του μέτρου δεν εγγυάται την εικονοπλαστική επίνοια ή εκείνες τις σπάνιες οξύνσεις του νοήματος, στις οποίες κατοικεί η ποιητική ιδιοφυΐα. Ο Οράτιος λέει, βέβαια, πως ακόμα και αν διαλύσουμε την εξωτερική μορφή ενός καλού ποιήματος, και τότε θα μείνει κάτι που θα μαρτυρεί την ποιητική δεινότητα. Αν ξεκινήσουμε όμως ανάποδα, δηλαδή αν εξαρθρώσουμε το εξωτερικό σώμα του ποιήματος, νομίζοντας πως έτσι θα εισχωρήσει μέσα του ανεμπόδιστα η έμπνευση, τότε δεν θα βρούμε πια τα «διασκορπισμένα μέλη του ποιητή» αλλά έναν ακατέργαστο σωρό από σκόνη και σκύβαλα. Και ας έχουμε πάντα κατά νουν πως ο γάλλος στοχαστής ακόμα κι όταν μιλάει για ρυθμό, αναφέρεται στη στιχουργία, όχι στον βαθύτερο ρυθμό που εμψυχώνει ένα ποίημα. Ο ίδιος, άλλωστε, γράφει αλλού, πως όπως η φωνή, συμπιεσμένη στον σωλήνα μιας σάλπιγγας, βγαίνει με μεγαλύτερη οξύτητα και δύναμη, έτσι κι η πρόταση, δεσμευμένη στους μετρικούς πόδες, αναπηδά με μεγαλύτερη ορμή και χτυπά πιο ζωηρά.

Ας παραθέσω επί τη ευκαιρία τις επ’ αυτών εύστοχες και ωραίες παρατηρήσεις του Παλαμά: «Η ποίησις, με όλην την αιθερίαν της αβρότητα που την κάμνη να ομοιάζει με το γνωστόν άνθος μη μου άπτου και την κάμνει να πάσχη και από το ελάχιστον βέβηλον άγγιγμα, υπερέχει προφανώς και από την πλέον υψηλήν και από την πλέον μεγαλοφάνταστον πεζογραφίαν· η δύναμις αύτη είναι ο Ρυθμός, και, ακριβέστερον ακόμη, του ρυθμού το ευγενέστατον άνθος, η υψηλοτάτη και πνευματικωτάτη αναπτέρωσις αυτού: ο Στίχος. Βεβαίως κάθε στίχος δεν είναι ποίησις, και η ποίησις δεν ευρίσκεται μόνον εις τους στίχους· αλλ’ η πεζογραφία, όσον και αν είναι ποιητική, πάντοτε κατά τούτο υπολείπεται της λάμψεως, την οποίαν περιβάλλεται ο έμμετρος λόγος· ο στίχος είναι το Θαβώρ της ποιήσεως.»

Ο Γκαίτε, με τη σειρά του, προδιαγράφει και μιαν εξέλιξη που σήμερα, διακόσια χρόνια μετά, έχει συντελεσθεί απόλυτα: στην κατάργηση του ρυθμού σε κάθε μορφή ποίησης ή μάλλον στην μόνη μορφή ποίησης που απομένει ζωντανή, στην λυρική. Στο θέατρο ο πεζός λόγος κυριάρχησε ολοσχερώς, παρά ορισμένες σποραδικές προσπάθειες ανανέωσης του ρυθμικού στοιχείου (ή αναγέννησης του ποιητικού θεάτρου). Ποιος θα περίμενε πώς ο πεζός λόγος θα κυριαρχούσε και στην ποίηση;

Οι λόγοι για τους οποίους συνέβη αυτό είναι γνωστοί: η πιο εμφανής πτυχή της ποιητικής κοσμογονίας που συνέβη στης αρχές του εικοστού αιώνα υπήρξε το σπάσιμο της αυστηρής μορφής. Ωστόσο αυτό το σπάσιμο δεν σήμαινε και κατάργηση του ρυθμού αλλά απελευθέρωσή του, περίπου όπως συνέβη και με τον σύγχρονο χορό. Την αυστηρή μονοτονία της κλασσικής μετρικής διαδέχτηκε μια ρυθμική ποικιλία. Διαβάστε ένα ποίημα του Ελύτη λ. χ. και θα διαπιστώσετε πως ο ρυθμός δεν απουσιάζει πουθενά.

Ήταν οι αναιμικοί επίγονοι του μοντερνισμού που, όχι από αισθητική πεποίθηση αλλά από ανεπάρκεια, προχώρησαν ένα βήμα πιο πέρα από τη ρυθμική απελευθέρωση, δηλαδή στην παντελή κατάργηση του ρυθμού.

Αναρωτιέμαι κατά πόσον αυτή η κατάργηση οδηγεί ουσιαστικά και σε κατάργηση της ίδιας της ποίησης, αφού ο ρυθμός είναι σύμφυτο γνώρισμά της. Η άρρυθμη ποίηση είναι ένα οξύμωρο. Είναι σαν να λέμε άσπρο μαύρο ή πλήρες κενό. Στην πραγματικότητα έχουμε κείμενα «ποιητικοφανή» ή μεταποιητικά, κείμενα που ενδεχομένως κάποτε παρουσιάζουν ενδιαφέρον μ’ αυτά που λεν, αλλά που αισθητικά αδυνατούν να μας αγγίξουν.

Η φράση του Γκαίτε «όλα τα δραματικά έργα θα έπρεπε να έχουν ρυθμό και μετά θα βλέπαμε ποιος μπορεί να φτιάξει κάτι», τροποποιημένη ως «όλα τα ποιήματα θα έπρεπε να έχουν ρυθμό και μετά θα βλέπαμε ποιος μπορεί να φτιάξει κάτι», σήμερα θα διατηρούσε απόλυτα την αιχμή της (αν και για τον Γκαίτε η τροποποιημένη εκδοχή της ήταν αυτονόητη, πράγμα που δεν συμβαίνει με εμάς).

Η παρουσία ή απουσία του ρυθμικού στοιχείου (το οποίο δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε πως είναι κάτι βαθύτερο από τη στιχουργία) είναι η Λυδία λίθος που θα μας επέτρεπε να ξεχωρίσουμε ανάμεσα στα χιλιάδες κείμενα που γράφονται και μας παρουσιάζονται ως ποιήματα εκείνα τα λίγα, τα ελάχιστα, που πραγματικά είναι τέτοια.

oarsmen

Δ. Η ψυχολογία της τέχνης.

Αν παραδοξολογούσαμε φιλοσοφικά, θα μπορούσαμε να ορίσουμε την αισθητική ως οντολογία της τέχνης. Τι είναι τέχνη, ποια είναι η υπόσταση, η βαθύτερη υφή του καλλιτεχνικού γεγονότος, πώς ορίζεται καθεμιά από τις επιμέρους τέχνες: αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν την αισθητική.

Ωστόσο, το καλλιτεχνικό γεγονός δεν είναι αυθυπόστατο, δεν ανήκει σε μια αυτόνομη πραγματικότητα. Υπάρχει μόνο σε συνάφεια με τον άνθρωπο που το προσλαμβάνει. Η αισθητική «οντολογία» πρέπει να συμπληρώνεται κι από μια αισθητική ψυχολογία.
Ας διαφοροποιήσουμε κατ’ αρχήν την ψυχολογία της αισθητικής ανταπόκρισης από την ψυχολογία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ο καλλιτέχνης δημιουργός συχνά περνά από την βασανιστική αγωνία στην θριαμβική έξαρση. Ωστόσο ένα είναι βέβαιο: κάθε δημιουργική ενασχόληση με τις τέχνες σφραγίζεται από έντονη ευφορία. Ευφορία συνοδεύει τη στιγμή της έμπνευσης, ευφορία φέρνει κάθε ευτυχής ανακάλυψη κατά τη διάρκεια της πορείας, κι ευφορία επιστέφει την νικητήρια αποπεράτωση.

Πώς αναγνωρίζει, λοιπόν, κανείς ότι έχει να κάνει με ένα έργο τέχνης άξιο του ονόματός του, πώς ανταποκρίνεται σ’ αυτό ή πώς επενεργεί το ίδιο το έργο μέσα στον άνθρωπο κι εγγράφεται στον ψυχικό του καθρέφτη; Όλοι διαθέτουμε ορισμένα πολύ λεπτά αισθητήρια, που, όταν δεν έχουν ατονήσει ή εκφυλιστεί κι όταν έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα, αντιλαμβάνονται την ομορφιά. Τα αυθεντικά καλλιτεχνικά έργα τα διεγείρουν, προκαλώντας μια ιδιαίτερη τέρψη: την αισθητική συγκίνηση. Χάρις σ’ αυτόν τον μηχανισμό- εν μέρει έμφυτο κι εν μέρει επίκτητο μέσα από μακρόχρονη άσκηση και καλλιέργεια- καταλαβαίνουμε τι είναι τέχνη με μια γνώση που δεν ανήκει στην έλλογη σφαίρα. Το κάλλος δεν είναι η αλήθεια, αλλά μας επιβάλλεται τόσο απόλυτα όσο η αλήθεια. Η φράση πως «η ομορφιά είναι υποκειμενική» είναι το συμπέρασμα μιας βλακώδους επαγωγής, όταν ο νους επεξεργάζεται λογικά το εμπειρικό δεδομένο πως οι άνθρωποι δεν ομονοούν στις καλλιτεχνικές τους συγκινήσεις και κρίσεις. Αυτό ακριβώς είναι το λάθος. Από τη στιγμή που προσπαθούμε να κρίνουμε και να αποτιμήσουμε λογικά την ομορφιά, έχουμε φύγει από την δική της επικράτεια. Μιλάμε για την τέχνη, ενώ ουσιαστικά την έχουμε καταργήσει, γιατί η τέχνη υφίσταται μόνο όταν ανταποκρινόμαστε σ’ αυτήν αισθητικά.Και στην περιοχή του αισθητικού το κάλλος είναι ο απόλυτος μονάρχης όπως η αλήθεια στην περιοχή του ορθού λόγου. Αν για μας ο Ερμής του Πραξιτέλη, ο Οιδίπους του Σοφοκλή, τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Μπαχ ενσαρκώνουν την αιώνια ομορφιά, δεν μας απασχολεί η επίγνωση πως ενδεχομένως αυτά τα έργα δεν λένε τίποτε σ’ έναν κάφρο ή έναν κινέζο Μανδαρίνο.

Κι επειδή δεν είναι λογικής τάξεως, η αισθητική συγκίνηση δεν είναι περαιτέρω αναλύσιμη. Η σκέψη μπορεί να οριοθετήσει την περιοχή του αισθητικού, όχι όμως να εισχωρήσει σ’ αυτήν.
Η αισθητική συγκίνηση είναι η κοινή συνισταμένη της ψυχολογικής μας ανταπόκρισης σ’ όλες τις μορφές τέχνης. Ωστόσο διαφορετικές τέχνες προκαλούν διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις (τις οποίες συνενώνει, ως κοινός παρονομαστής, η αισθητική συγκίνηση). Ας δούμε, υπ’ αυτό το πρίσμα, τις δύο πιο απομακρυσμένες τέχνες: τη μουσική και τη ζωγραφική.

Η μουσική γοητεύει μ’ ένα είδος μέθης, που έχει τη δύναμη να τροποποιεί την ψυχική μας κατάσταση. Ασκεί μια εθιστική επήρεια που μας οδηγεί πίσω, στην αρχική πηγή: αισθανόμαστε την ανάγκη να ακούσουμε ξανά και ξανά το μουσικό κομμάτι ή το τραγούδι που μας αρέσει. Σε κάθε νέα ακρόαση ξαναβρίσκουμε την αρχική μας συγκίνηση εμπλουτισμένη, ενώ, αντίθετα, στις διαδοχικές αναγνώσεις ενός μυθιστορήματος η ισχυρή, πρώτη εντύπωση εξασθενίζει κι εξατμίζεται. Στον ναό της μουσικής, όπως και στα όνειρα, ποτέ δεν μπαίνουμε ξανά από την πόρτα που βγήκαμε, γιατί αυτός ο ναός μεταμορφώνεται αέναα: η διάταξη των αιθουσών αλλάζει συνέχεια, ο πρόναος μεταβάλλεται σε σηκό, τα αετώματα γίνονται επιστύλια.

Μάταια, θα αναζητήσουμε από τη ζωγραφική ή τη γλυπτική μια τέτοια μέθη. Ένας πίνακας μπορεί να μας θαμπώσει, να μας εκπλήξει όπως και όσο καμιά μουσική σύνθεση, όχι όμως να αποσπάσει δάκρυα απ’ τα μάτια μας. Οι πλαστικές τέχνες κατακλύζουν την όρασή μας σαν ξαφνική λάμψη που πάγωσε. Ακούγοντας μουσική περνούν απ’ τον νου μας φευγαλέες εικόνες που όμως σβήνουν και τις διαδέχονται άλλες. Ο ζωγράφος κατορθώνει κάποτε να συλλάβει ένα απ’ αυτά τα εφήμερα, τα στιγμιαία οράματα, να το σαρκώσει και να το απαθανατίσει. Οι εικόνες των γλυπτών και των ζωγράφων εντυπώνονται στη συνείδηση βαθύτερα από οποιαδήποτε φυσική εικόνα, περισσότερο από τις φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις. Γιατί; Γιατί κάθε ζωγραφική δημιουργία όσο ρεαλιστική κι αν είναι, ενέχει ένα είδος αφαίρεσης. Μπροστά στην τρομερή πολυπλοκότητα του ορατού κόσμου, ο ζωγράφος επιλέγει μερικά μόνο στοιχεία του. Αυτή ουσιαστικά είναι η φύση της ίδιας της όρασης: όταν κοιτάζουμε κάτι, δεν μπορούμε να συλλάβουμε ταυτόχρονα τις απειράριθμες λεπτομέρειες που το συνέχουν. Το μάτι διαλέγει. Κι η ζωγραφική χαράζεται ανεξίτηλα στη μνήμη, γιατί ο νους αναγνωρίζει και οικειώνεται καλύτερα τα δικά του σχήματα.

Η ποίηση βρίσκεται, απ’ αυτή την άποψη, πιο κοντά στη μουσική: μας αιχμαλωτίζει με τη μαγεία της και μας ζητά να επιστρέψουμε κοντά της. Δέσμιος της γοητείας! Τέτοιος είναι ο πραγματικά μουσόληπτος. Αλλά οι λέξεις, με όλο το νόημα που τις φορτίζει και με τη συναισθηματική άλω που τις περιβάλλει, οριοθετούν- άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο- τη συγκίνησή μας, δεν την αφήνουν να αναλυθεί σ’ ένα νεφέλωμα ακαθόριστων ψυχικών ιριδισμών- αν και επιδιώχθηκε κι αυτό από μια λυρική σχολή που προσπάθησε να μιμηθεί τη μουσική.

Όμως υπάρχει κι η εξής διαφορά: η συγκίνηση στην ποίηση προϋποθέτει την δική μας ενεργητική συμμετοχή. Δεν αρκεί να αφεθούμε στο θάμβος, όπως στη ζωγραφική, ή στη μέθη της ακρόασης, όπως στη μουσική. Το ποίημα πρέπει να το ξαναχτίσουμε μέσα μας με την ανάγνωση ή -ακόμα καλύτερα- με την δυνατή απαγγελία. Καλός αναγνώστης είναι όποιος, τη στιγμή που διαβάζει, γίνεται ο ίδιος ποιητής.

Water Lilies by Claude Monet.jpg

Ε. Τέχνη και ελευθερία.

Η καλλιτεχνική και γενικότερα η πνευματική δημιουργία μοιάζει να είναι ο ιδανικός χώρος άσκησης και κατακύρωσης της ανθρώπινης ελευθερίας. Αν ο πρακτικός βίος υπόκειται σε ποικίλους περιορισμούς ή αν οι πιο πεισματικές μας προσπάθειες προσκρούουν σε ανυπέρβλητα κάποτε εμπόδια, η τέχνη κι ο στοχασμός διανοίγουν πεδία όπου το πνεύμα μπορεί να κινηθεί αδέσμευτα κι αυτόνομα. Ασφαλώς πρόκειται για μια άλλη ελευθερία που συχνά βρίσκεται στους αντίποδες της εξωτερικής. Ίσως ο άνθρωπος βρίσκει αυτόν το τρόπο για να αντισταθμίσει τη βιοτική δουλεία του ή για να εκδικηθεί τη ζωή για όσα του αρνήθηκε. Μια σελίδα άσπρο χαρτί στο κελί ενός φυλακισμένου είναι απόδραση πολύ ευχερέστερη και ασφαλέστερη από κάθε απόπειρα να ξεγελάσει τους δεσμοφύλακές του. Κανείς δεν μπορεί να μας εμποδίσει να σκεφτόμαστε και να ονειρευόμαστε.

Αφού, λοιπόν, στο εσωτερικό επίπεδο οι όροι αντιστρέφονται, μπορεί να κερδηθεί εδώ ό,τι στη ζωή είναι καταδικασμένο να χαθεί: το ίδιο μας το πρόσωπο λυτρωμένο από την τυραννία της καθημερινής τύρβης αλλά και από τη φθορά του χρόνου. Δίκαια τότε μπορούμε να καυχηθούμε πως επιτέλους βρήκαμε έναν καθρέφτη, όπου η μοναδικότητά μας αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη της.

Σε μια δεύτερη όμως εξέταση θα διαπιστώναμε πως ετούτη η ελευθερία περιορίζεται από άλλης τάξης δυνάμεις: από την κληρονομιά του παρελθόντος κι από τις ζυμώσεις του παρόντος, από την παράδοση του εκάστοτε τόπου κι από τις συλλογικές διεργασίες κι ανακατατάξεις της εκάστοτε εποχής.

Σε κάθε ιστορική καμπή συντελείται μια αέναη κοσμογονία, με ποικίλες διαβαθμίσεις, μια κοσμογονία που όχι μόνο μεταβάλλει το μέλλον αλλά και που αναδιαρθρώνει και τροποποιεί την ίδια τη συνείδηση του παρελθόντος. Τα πνευματικά έργα γεννιούνται στα σταυροδρόμια, όπου φυσούν όλοι οι άνεμοι της ιστορίας.

Πως όμως ο άνθρωπος, ο μεμονωμένος άνθρωπος, μπορεί να διασωθεί ως φυσιογνωμία μέσα σ’ αυτόν τον τρομακτικό κυκεώνα; Τελικά, σ’ όλα τα έργα του η σφραγίδα της ιστορικής στιγμής δεν είναι πιο έντονη και ευδιάκριτη από εκείνη του δημιουργού τους; Τι θα μας εμπόδιζε να υποθέσουμε πως αν έλειπε ο συγκεκριμένος τραγωδός, μουσικός ή μυθοπλάστης δεν θα είχε καλυφθεί το κενό από κάποιον άλλο κι ότι δεν θα είχαν πραγματωθεί άλλα αριστουργήματα στη θέση αυτών που τόσο θαυμάζουμε; Κι αν, όπως λέει ο Σεφέρης, τα λόγια μας «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων», σε ποιο βαθμό είναι και δικά μας; Μήπως ό,τι φαντάζει απολύτρωση κι επανάσταση δεν είναι παρά ψευδαίσθηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, ταπεινή διακονία; Μήπως οι άνθρωποι στα διανοητικά και καλλιτεχνικά τους κατορθώματα είναι ενεργούμενα ενός πολύ ισχυρότερου καθολικού πνεύματος;

Αυτές οι σκέψεις υποκρύπτουν μέρος της αλήθειας και θα έπρεπε να κάνουν όσους καλλιτέχνες επαίρονται για τις επιτυχίες τους πιο μετριόφρονες. Ακόμη όμως κι αν η επίδραση ευρύτερων δυνάμεων παραμένει καταλυτική, τα επιμέρους έργα (μυθιστορήματα, δοκίμια, μουσικές συμφωνίες κτλ.) προέρχονται όταν αυτές οι δυνάμεις συναντήσουν την ακράδαντη θέληση ενός και μόνον ανθρώπου να εκφραστεί με πληρότητα και να κατανοήσει σε βάθος τον εαυτό του και τον κόσμο. Το βασικό γενεσιουργό τους αίτιο είναι η θέληση του δημιουργού τους.

Έτσι, ακόμα κι αν μοιάζουν μεταξύ τους, κανένα μυθιστόρημα, καμιά μουσική σύνθεση, κανένας πίνακας δεν είναι απολύτως ίδιος με έναν άλλο. Αυτός ο μοναδικός και ανεπανάληπτος χαρακτήρας που έχει κάθε έργο τέχνης οφείλεται ασφαλώς στην προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Δηλαδή στα στοιχεία εκείνα της ψυχοσύνθεσής του που τον διαφοροποιούν από τους άλλους. Συμβαίνει εδώ το αντίθετο απ’ ό,τι στην επιστήμη. Η τελευταία καταργεί όχι μόνο κάθε διαφορά εποχής και τόπου αλλά και την ίδια την προσωπικότητα του λειτουργού της. Η «ιδία φρόνησις», για να θυμηθούμε τον σκοτεινό Εφέσιο, εξαλείφεται τελείως μέσα στον υπερατομικό λόγο. Βάση της είναι οι κοινοί σε όλους τους ανθρώπους διανοητικοί μηχανισμοί. Όχι πως και στην τέχνη αυτοί οι μηχανισμοί παύουν-σε πολύ μικρότερο, βέβαια, βαθμό-να υφίστανται. Αλλά συμφύρονται με την προσωπική ιστορία του καλλιτέχνη , με τις απογοητεύσεις και τις τύψεις του, τις αγωνίες και τους καημούς του.

 Τώρα όμως τα έργα της τέχνης μας παρουσιάζονται δέσμια της ψυχικής βιογραφίας του γεννήτορά τους. Που έγκειται η ελευθερία του καλλιτεχνούντος ανθρώπου; Στην απόφασή του να μας πει την προσωπική του ιστορία; Μια τέτοια ελευθερία θα μας φαινόταν πολύ χθαμαλή.

Νομίζω πως εδώ η ελευθερία κερδίζεται μέσω μιας υπέρβασης. Τούτο συμβαίνει όταν όλες οι αμφίδρομες δυνάμεις που καθορίζουν το πνευματικό έργο (το ψυχικό υπόβαθρο του δημιουργού του, οι ζυμώσεις της εποχής, η παράδοση του τόπου) έχουν, δίχως να πάψουν να λειτουργούν (πράγμα, άλλωστε, αδύνατον), μετουσιωθεί σε κάτι που τις ξεπερνά. Μ’ άλλα λόγια, όταν το έργο δεν εκφράζει μόνον αυτόν που το έγραψε αλλά κάθε άνθρωπο, όταν δεν αντιπροσωπεύει μόνο τον καιρό του αλλά και τους ερχόμενους καιρούς, όταν αποσπάται από τον γενέθλιο τόπο του και αποκτά διαστάσεις οικουμενικές (όλα αυτά ενδεχομένως να αφορούν σε μια ενδιάθετη δυναμική του καλλιτεχνήματος που δεν εκδηλώνεται πάντα έμπρακτα).

Η υπέρβαση στην τέχνη μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Μπορεί να είναι μια ρήξη με τα κρατούντα δεδομένα, ένας νέος εκφραστικός δρόμος. Τότε έχουμε έργα που προηγούνται της εποχής τους, που συχνά στον καιρό τους καταδικάζονται σε παραγκωνισμό και που ανακαλύπτονται πολύ αργότερα. Μπορεί πάλι να είναι το αντίθετο: η ωριμότερη έκφανση μιας ορισμένης παράδοσης, μια μοναδική τελειότητα και αρτίωση που κάνει κάποια διόλου ρηξικέλευθα έργα ορόσημα στην ιστορία του πολιτισμού.

Πιο συχνά όμως είναι η επίτευξη ενός προσωπικού ύφους, μιας ξεχωριστής ποιότητας. Κάποια νέα, ασυνήθιστη απόχρωση, κάτι που παρεκκλίνει επιτυχώς από τις τρέχουσες συμβάσεις, μια σπάνια μορφική εντέλεια κατορθώνουν προς στιγμήν να διασκεδάσουν τον αναγνωστικό ή οπτικό μιθριδατισμό και να μας ξυπνήσουν από τη χαύνωση της κοινοτοπίας. Τότε ξαφνικά ο κόσμος, που μέχρι τώρα σκίαζε το ημίφως των τετριμμένων εντυπώσεων, φωτίζεται από δυνατή λάμψη. Για λίγη ώρα το πνεύμα ζει μια δεύτερη εφηβεία.

Ο τεχνίτης που θα θελήσει να επιτύχει σήμερα κάτι τέτοιο πρέπει να αντιπαλέψει πολλούς κινδύνους: τον κορεσμό, στον οποίον οδηγεί η υπερπροσφορά, την εμπορευματοποίηση των πάντων, την τυραννία του συρμού και –τον πιο ύπουλο απ’ όλους τους εχθρούς- τις συμβάσεις ενός αντεστραμμένου ακαδημαϊσμού, όπου αυτοακυρώνονται όλες οι ψευδεπίγραφες προσκλήσεις κι ανατροπές. Από τον ίδιο εξαρτάται αν θα υποταχθεί ή αν θα κερδίσει την ελευθερία του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

Marginalia Poetica (1/2)

sisley-bridge_at_villeneuve-la-garenne.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Προλόγισμα

Όταν μου ζητήθηκε να μιλήσω γενικά περί ποιήσεως από το ίδρυμα Σινόπουλου, αρχικά σκέφθηκα να συντάξω ένα κείμενο πολεμικής, το οποίο θα αναφερόταν στη σημερινή κατάσταση της ποίησης , θα έθιγε πρόσωπα και καταστάσεις, θα καταλόγιζε ευθύνες και εντέλει θα έπροτεινε διεξόδους από το “αδιέξοδο”. Το κείμενο αυτό το έγραψα όντως. Στο διάστημα που μεσολάβησε όμως συνειδητοποίησα την ματαιότητα τέτοιων πολεμικών, μια ματαιότητα, στην οποία και εγώ ενέδωσα κατά καιρούς. Κατάλαβα πως για την ποιητική τέχνη μετράνε μόνο οι εξαιρέσεις, οι οποίες εξουδετερώνουν όλα τα υπόλοιπα κι όχι το αντίθετο, όπως συνήθως πιστεύουμε. Ο νεαρός Σικελιανός είχε συνείδηση αυτού του πράγματος, όταν σ’ αυτές τις σημαντικότατες, όσο και παραγνωρισμένες, συνομιλίες του με τον Rodin απάντησε στις εντάσεις του πρεσβύτη, πως ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη, λέγοντας πως αυτό εξαρτάται από το πώς ερμηνεύουμε μια εποχή. Για μια βαθιά ψυχή ένα χελιδόνι αρκεί.

Προτίμησα να αλλάξω προοπτική. Αντί να επιλέξω μια συγχρονική προοπτική, η οποία θα μου επέβαλε να ασχοληθώ με την παρούσα κατάσταση, κατέληξα σε μια καθολική εποπτεία, που θα μου επέτρεπε να ψηλαφίσω ορισμένα καθολικά αισθητικά ζητήματα, οιονεί εκτός τόπου και χρόνου, αλλά, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, πιο επίκαιρα, αφού κάθε αληθινή καλλιτεχνική πραγμάτωση αίρεται πάνω από τοπικούς και χρονικούς προσδιορισμούς. Ίσως δεν θα ήταν άσκοπο εδώ να σας υπομνήσω εκείνον τον πινδαρικό αετό. Θα σας μιλήσω, λοιπόν, για κάποια αισθητικά ζητήματα, που με έχουν απασχολήσει κατά καιρούς, και ανάμεσα στα οποία, μολονότι δεν υπάρχει άμεση σύνδεση, υφίσταται, εντούτοις, μια βαθύτερη συνάφεια, καθώς όλα μαζί συνθέτουν πτυχές, έστω και αποσπασματικές, μιας ενιαίας εποπτείας. Θα ήθελα να προσθέσω και κάτι άλλο: η καθολική αυτή ματιά με εμποδίζει να εντρυφήσω σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Δεν θα μιλήσω επομένως για τη δική μου ποίηση. Ωστόσο, παραγωγικά, όπως λέμε στη λογική, από αυτά τα σπαράγματα ποιητικής που θα καταθέσω, στο προσεκτικό μάτι, θα διαφανούν οι βασικές αρχές που κατευθύνουν αυτή την ποίηση.

 ~.~

Α. Ενας αρχαίος ορισμός.

Στον στωικό φιλόσοφο Ποσειδώνιο από την Απάμεια οφείλουμε έναν ενδιαφέροντα ορισμό της ποίησης. Έγραφε ο Ποσειδώνιος σε μια, χαμένη σήμερα, «Περί Λέξεως» πραγματεία του: «Ποίημα δέ εστιν λέξις έμμετρος ή ένρυθμος μετά σκευής το λογοειδές εκβεβηκυία. Ποίησις δέ εστι σημαντικόν ποίημα, μίμησιν παρέχον θείων και ανθρωπείων». Το «ποίημα», λοιπόν, είναι γλωσσική έκφραση έμμετρη ή έρρυθμη, η οποία με την έντεχνη κατασκευή της ξεφεύγει από τον πεζό λόγο. Η «ποίησις», πάλι, είναι ποίημα που έχει νόημα, που σημαίνει κάτι και αναπαριστά τα θεία και τα ανθρώπινα πράγματα. Ενδιαφέρων ο διαχωρισμός ανάμεσα στην ποίηση και το ποίημα, που ουσιαστικά είναι διαχωρισμός ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο της ποίησης.

Το έντεχνο, το έμμετρο ή το ρυθμικό στοιχείο που προχωρά πέρα από τον πεζό λόγο είναι η ειδοποιός διαφορά που χαρακτηρίζει τον ποιητικό λόγο, που τον καθιστά τέτοιο. Για να γίνει όμως ο ποιητικός λόγος ποίηση, πρέπει να αφηγείται ή να εκφράζει θεία και ανθρώπινα: προφανώς ο Ποσειδώνιος δεν θα θεωρούσε ως ποίηση μια στιχουργημένη μετεωρολογική ή ιατρική πραγματεία. Αντίθετα, το έπος, η λυρική ποίηση, η τραγωδία και η κωμωδία, αφού μιμούνται «θεία και ανθρώπεια», είναι ποιήσεις. Το μιμητικό στοιχείο, όμως, από μόνο του δεν αρκεί. Για να είναι ποίηση τα μιμητικά είδη, πρέπει να είναι γραμμένα σε ποιητικό λόγο. Οι διάλογοι λ. χ. του Λουκιανού δεν είναι ποίηση, αφού δεν είναι καν ποιήματα, με την έννοια που δίνει ο στωικός φιλόσοφος σ’ αυτή τη λέξη.

Πολλούς αιώνες αργότερα, ο Ρεμπώ, διακηρύσσοντας πως επιδιώκει να γίνει «voyant», δηλαδή να δει προφητικά οράματα, θεωρεί ως βασικό στοιχείο της ποίησης το ενορατικό στοιχείο και με βάση αυτό αξιολογεί την ευρωπαϊκή ποίηση ώς τις μέρες του. Το συμπέρασμά του είναι πως μέχρι τους ρομαντικούς ποίηση ουσιαστικά, δηλαδή ενορατική ποίηση που, κατά την άποψή του, είναι κι η μόνη πραγματική, δεν υπήρξε. Στην πραγματικότητα, μέχρι τότε οι ποιητές υπήρξαν απλοί λόγιοι και στιχοπλόκοι. Ο Ρεμπώ αξιολογεί τους ποιητές του καιρού του ανάλογα με την ενορατική τους ικανότητα: ο Ουγκώ στους τελευταίους του τόμους είδε καλά, ο Λαμαρτίνος είναι κάποτε ενορατικός, ο Μπωντλαίρ είναι ο πρώτος πραγματικός «voyant».

Νομίζω πως βρισκόμαστε σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις του ποιητικού φαινομένου. Για τους αρχαίους, η ποίηση είναι η ύψιστη μορφή του έντεχνου, αρμονικού λόγου. Μέτρο, ρυθμός, τεχνική κατασκευή, όταν υπάρχουν σε έναν ανώτερο βαθμό, εξυψώσουν τον λόγο πάνω απ’ το «λογοειδές» και τον καθιστούν ποιητικό. Για τον σύγχρονο, ποίηση είναι η ύψιστη μορφή του ενορατικού λόγου, δηλαδή ενός λόγου που δεν αναπαριστά απλώς το ορατό, αλλά το αλλοιώνει και το ανασυνθέτει στο όραμα ενός άλλου κόσμου. Το ενορατικό αυτό στοιχείο έχει πολλές διαβαθμίσεις: ξεκινά από την δημιουργία μιας ονειρικής ατμόσφαιρας και φτάνει μέχρι τον παραισθητικό παροξυσμό.

Σε μερικά από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα της σύγχρονης ποίησης η τεχνική κατασκευή αλλά και το ρυθμικό στοιχείο υποχωρούν, έρχονται σε δεύτερη μοίρα, για να αποτυπωθούν το όραμα, ο εφιάλτης, η παραίσθηση. Ας σκεφθούμε τις «Εκλάμψεις», την «Έρημη Χώρα», τα «Ελεγεία του Ντουίνο».

Διερωτώμαι όμως αν θα μπορούσαμε να δούμε αυτές τις δύο τόσο διαφορετικές θεωρήσεις της ποίησης (δηλαδή την ποίηση ως τον κατ’ εξοχήν αρμονικό λόγο και την ποίηση ως τον κατεξοχήν ενορατικό λόγο) όχι μόνον αντιθετικά αλλά και ως τα δύο άκρα μιας νοητής γραμμής, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονται άπειρα σημεία, δηλαδή πάμπολλες ποιητικές πραγματώσεις και δυνατότητες πραγματώσεων. Και φυσικά, πάμπολλες συνθέσεις και ωσμώσεις.

~.~

Β. Το ρυθμικό όραμα του κόσμου.

Ένας από τους καλύτερους τρόποuς για να καταλάβουμε ένα λογοτεχνικό, μουσικό ή εικαστικό έργο είναι να το συγκρίνουμε με ένα άλλο λογοτεχνικό, μουσικό ή εικαστικό έργο. Το ένα έργο φωτίζει το άλλο, οι ομοιότητες κι οι διαφορές προβάλλουν ανάγλυφες, οι πρωτοτυπίες κι οι κοινοτοπίες γίνονται φανερές, οι αρετές και τα ψεγάδια ξεσκεπάζονται. Δεν υπάρχει εγκυρότερη Λυδία λίθος για την κριτική αποτίμηση, την ερμηνεία και την κατανόηση των ανθρώπινων καλλιτεχνημάτων από τη συσσωρευμένη πείρα που κατακτάται με τη γνώση της καλλιτεχνικής δημιουργίας του παρελθόντος.

Αν τώρα θέλαμε να κατανοήσουμε όχι ένα συγκεκριμένο έργο αλλά μια ολόκληρη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης- στην περίπτωσή μας την ποίηση- , φρονώ πως θα έπρεπε να ακολουθήσουμε μια παρόμοια μέθοδο, δηλαδή να τη συγκρίνουμε με άλλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Μια τέτοια σύγκριση υπονοεί πως πέρα από τις ειδοποιούς διαφορές τους, τις οποίες οφείλουμε να εξετάσουμε, όλες οι μορφές τέχνης ακόμα κι οι πιο απομακρυσμένες, όπως η μουσική κι η ζωγραφική, έχουν ένα κοινό υπόστρωμα. Όταν μιλάμε για αρμονία σε έναν ζωγραφικό πίνακα ή για χρώμα σε μια μουσική σύνθεση κάνουμε κάτι περισσότερο από μια μεταφορά. Τελικά η τέχνη, στην απόλυτη, ιδεατή μορφή της είναι μία και όλες οι επιμέρους τέχνες φωτίζουν κάθε φορά μια πλευρά της, πίσω απ’ την οποία, διακρίνονται, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο, οι υπόλοιπες.

tree-in-flower-near-vetheuil.jpg

Ας ξεκινήσουμε με την υπόθεση εργασίας πως η ποίηση βρίσκεται ανάμεσα στη μουσική και τη ζωγραφική.

Ως προς το πρώτο μέρος του συσχετισμού δεν χωράει καμιά αμφιβολία. Λόγος και μέλος υπήρξαν αρχικά αδιαχώριστοι, ενώ και αργότερα δεν έπαψαν να συγχρωτίζονται. Αυτή η μακροχρόνια συνοδοιπορία δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε μια συγγένεια εσωτερική. Το βασικό γνώρισμα της ποίησης και της μουσικής είναι ο ρυθμός. Η ποίηση κι η μουσική μαζί με το χορό απαρτίζουν την τριανδρία των ρυθμικών τεχνών. Αν θέλουμε να θυμηθούμε τον διαχωρισμό ανάμεσα στις τέχνες του χώρου και τις τέχνες του χρόνου, τότε οι τρεις ρυθμικές τέχνες είναι οι κατεξοχήν τέχνες του χρόνου. Ο ρυθμός εκτυλίσσεται εν τω χρόνω. Η ειδοποιός διαφορά της ποίησης με τις άλλες δύο ρυθμικές τέχνες είναι πως χρησιμοποιεί τον λόγο. Ποίηση είναι η υψηλότερη έκφανση του ρυθμικού λόγου. Ποίηση είναι λόγος που δεν περπατά, αλλά χορεύει, που δεν μιλά, αλλά τραγουδά (ακόμα κι όταν μόνον απαγγέλλεται).

Από την άλλη μεριά, το περίφημο ρητό ut pictura poesis υπαινίσσεται μια βαθύτερη ομοιότητα ανάμεσα στην ποίηση και τη ζωγραφική. Πράγματι, τόσο η ποίηση όσο κι η ζωγραφική απεικονίζουν. Η εικονοπλαστική δύναμη χαρακτηρίζει και των δυο τεχνών την ουσία. Δεν θα δυσκολευόμαστε, άλλωστε, να απαριθμήσουμε κάμποσους ποιητές-ζωγράφους ή ζωγράφους-ποιητές.

Ωστόσο, οι εικόνες της ποίησης και της ζωγραφικής είναι ριζικά διαφορετικές. Η πρώτη διαφορά μεταξύ τους είναι αυτονόητη. Οι εικόνες της ποίησης υφίστανται μόνο στη φαντασία. Οι εικόνες της ζωγραφικής έχουν υπόσταση υλική. Η δεύτερη διαφορά αφορά στον δυναμικό χαρακτήρα της ποιητικής εικονοποιίας, σε αντίθεση με τη στατικότητα που διακρίνει τη ζωγραφική. Στην ποίηση η εικόνα αναπτύσσεται μέσα στον χρόνο. Αν η ζωγραφική αποσπά τις εικόνες από τη ροή του χρόνου, παγώνει τον χρόνο, η ποίηση αποδίδει την αέναη μεταβολή των εικόνων μέσα στον χρόνο.

Η ποιητική εικόνα όμως κάνει πολύ περισσότερα: συνενώνει τις διεστώσες όψεις του κόσμου, συναιρεί το συγκεκριμένο και το αφηρημένο, το αισθητό και το νοητό, το ορατό και το αόρατο. Μέσα σε μια ποιητική εικόνα τέμνονται διαφορετικά επίπεδα του πραγματικού. Σε ετούτο δεν μπορεί να τη μιμηθεί καμιά τέχνη. Έτσι η ποίηση παρομοιάζει τον πολεμιστή που πεθαίνει με λουλούδι που λυγίζει από τις στάλες της βροχής ( Όμηρος), τους καθρέφτες με παγωμένο νερό ή κάθετες λίμνες (Μαλλαρμέ, Ρίτσος) το μάτι με ναό της Αθηνάς ( Βαλερύ). Μόνο στην ποίηση ο χρόνος από τον πολύ ουρανό κυλάει ρόδινος (Ελύτης), το κερί της αθανασίας λιώνει (Μαντελστάμ) κι ένα νεκρό αγαπημένο σώμα μεταμορφώνεται σε «αρχάγγελο της παγωνιάς» (Λόρκα).

Επομένως, μπορούμε εξ ίσου να ορίσουμε την ποίηση ως την υψηλότερη μορφή του εικονοπλαστικού λόγου.

Οι δύο αυτοί ορισμοί δε αλληλοαναιρούνται, αλλά συμπληρώνονται . Το εικονοπλαστικό και το ρυθμικό στοιχείο αντιπροσωπεύουν τους δύο πόλους της ποιητικής δημιουργίας, που βέβαια, στις επιμέρους πραγματώσεις της σπάνια διατηρούνται ισοδύναμοι, αφού άλλοτε υπερισχύει ο ένας κι άλλοτε ο άλλος.

Βέβαια, η ποίηση, μιας και χρησιμοποιεί τον λόγο, συμμερίζεται όλες τις δυνατότητές του. Έτσι μπορεί να στοχάζεται, να αφηγείται, να εκφράζει τα πάθη, τις λαχτάρες και τους καημούς των ανθρώπων. Η ποίηση μπορεί να γίνει ο καθρέφτης όλου του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου.

Πιστεύω όμως πως οι εικόνες κι ο ρυθμός (ο ισχυρότερος συμπυκνωτής του λόγου) συνιστούν τα δύο μεγαλύτερα όπλα και θέλγητρα της ποίησης. Όλα τα υπόλοιπα ( σκέψεις, αισθήματα, ιστορίες κτλ.) μεταμορφώνονται σε ποίηση, όταν τα αγγίξει η μαγεία των ρυθμών και των εικόνων. Ο στοχαστικός πεζογράφος θα μας πει πως ο θάνατος εμφωλεύει στην ίδια την καρδιά της ζωής. Μόνο όμως ένας ποιητής θα πει «μύρισα τον θάνατο σ’ ένα ρόδο» (Έλιοτ). Αν συναιρούσαμε τους δύο ορισμούς σε έναν θα λέγαμε πως ποίηση είναι το ρυθμικό όραμα του κόσμου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

(Δείτε το δεύτερο μέρος)

Ελένη Χαϊμάνη, Πέντε ποιήματα

8 (2).jpg

~.~

Στον Παλαμά

Ζω σε μία φυλακή. Μολύβι, σκέψη και χαρτί
και όλο γράφω· και μπορώ έτσι να υπομένω
μια-μια τις φάσεις της Σελήνης,
της λεύκας, της αγριελιάς τον ίσκιο να διαλέγω,
σε τέλεια μοναξιά και σιωπή.
Το κοίταγμά μου άγριο, μια άσχημη εικόνα,
έχοντας μάτια κόκκινα, δάχτυλα για θηρία
πάνω στην πιο λεπτή χορδή, κυλάω
και περνάω τη δοξαριά μες την οπή
μ’ εφτάπορο αυλό στην μία μου παλάμη.
Με ύπνο και με όνειρα σκέπασα την ψυχή μου
κι ορθωνόσουν δίπλα μου πύρινη και πυκνή,
απλωνόσουνα σε σκόνη, αστρική·
το φως τ’ απρόσιτο δεν είναι μακρινό
κι ύστερα από τον σάλαγο της μάχης, Σιωπή…

~. ~

Μαρασμός

«ανάθεμα τα γράμματα Χριστέ, και οπού τα θέλει»
στ. 19, 4ον ποίημα, Πτωχοπροδρομικά

Οι άνθρωποι γυρίζουνε, στο σπίτι τους το βράδυ
και βρίσκουν το τσουκάλι τους να βράζει στη γωνία·
παλεύουν να χορτάσουνε τη πείνα στο σκοτάδι,
μένουν ασάλευτοι στη συντριβή και πάσα ειρωνεία·

και ξεγελούν την πείνα τους με δεκαπεντασυλλάβους
πηγαίνουν έρχονται, μετρούν των στίχων τα ποδάρια
σαν ταχτικούς, υπεύθυνους κι a punto εργολάβους
που δένουνε τους μεταξύ ξεγόφιαστους· κι ανάρια

οι ζωντανοί, οι άνθρωποι με ζωντανή τη γλώσσα
απ’ τις σκιές του φεγγαριού διαλέγαν να πατήσουν·
με λόγια να πουν όσα ποθούν και τόσα,
που να δηλώνουν σταθερά τον Εαυτό να στήσουν

πριχού τα χείλη τους στεγνά κι η γλώσσα ξεραμένη
να σπάσουνε τα είδωλα με όπλο τους το στίχο·
από αυτή τους τη ζωή, αυτό που αναμένει
είν’ το βαθύ τους νόημα, με πιο καθάριο ήχο.

~.~

raʿāyā

Μπορεί να’ ναι ασάλευτος ο χρόνος όταν τρέχει,
να πέφτει από το άνοιγμα μια αχτίδα φωτεινή·
που να μπορεί, ο άνθρωπος, ο τραγικός ν’ αντέχει
την κάθε φάση της ζωής που είναι σκοτεινή;

Σαν το κοπάδι, βιαστικά, που άβουλο πηγαίνει,
δεν το ’θελε κι η εποχή· δεν το κατανοούσε,
πως τον βοσκό του προτιμά, εκείνον περιμένει
κι όλο γι’ αυτόν ακούγοντας, ενδόμυχα, φθονούσε

που όλα τ’ άφησε εδώ, τις σάρκες και τη σκόνη,
από την ίδια του ψυχή, που ’ταν ανάγκη πάσα·
μεταστροφές και σχήματα επάνω στη σινδόνη
ζυγίζοντας τ’ ανθρωπινά προς θεϊκή ανάσα.

Κανείς δεν φάνηκε να κράξει το θεριό του,
ο στόλος του Ιμπραήμ, φαινόταν, στ’ ανοιχτά,
παραδεχόμενος, κρυφά πάντα, στον εαυτό του
πόσο στο φως ασήμιζε και πόσο στη νυχτιά.

Άγιες και απρόσιτες τούτες οι κορυφές
σα να ηχεί αυλός, ποιμενικός, του Πάνα·
άγιες, απρόσιτες και οι ψυχές αυτές
που πάνω στο μαρτύριο θυμήθηκαν τη Μάνα.

Σταυρός μαρτυρικός και θρόνος του θεού·
κι η φύση ολάκερη, πάθος γεμάτη, φλόγα,
ξεχείλισε τόσο μ’ ενθουσιασμό Αυτού·
που ’πε η Αγάπη διδαχή και νόγα

πως ο θεός μπορεί και να πεθαίνει·
όσο άτρωτος κι ατρόμητος πηγαίνει.

~.~

Δεκαπενταύγουστος

«ανήφορος κατήφορος
είναι το ίδιο πράγμα»
Ηράκλειτος

Ως πότε μ’ ελπίδες μάταιες θ’ αναπετάς στα νέφη·
και ποιος το φεγγερό λαιμό, την ευωδάτη κόμη,
που η καρδιά σου απ’ το μυαλό, παντοτινά σου στρέφει
τ’ ολογεμάτο πρόσωπο, το μέτωπο στη σκόνη·

αρμονική, καλλίγραμμη, λιτή· π’ ασυμμετρία δεν έχεις
με τι σπουδή και πλούσια είν’ ο καρπός να πέσει,
της γης σου ακούω τον γοό· και όμως δεν αντέχεις
που στα θνητά, τα χέρια μου η Λύρα έχει δέσει

κι είν’ όλο κίνηση, έκφραση κι αρμονία·
κάλεσμα ερωτικό, κατάρα κι ευλογία

τ’ άστρα ας είναι μάρτυρες· και της αυγής το δρόσο,
που μοιάζουνε σα χορικά, αρχαίας τραγωδίας.

~.~

Σφαγεία

Δεν είναι μόνο υπάλληλοι του κάθε Δημοσίου,
π’ αισθάνονται τον τράχηλο, στη βάση του λαιμού
υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι ενός βίου αθλίου
για να τραφούν οι προύχοντες σε μια εποχή λοιμού·

σα να περνάει η μάχαιρα στον τόπο του σφαγείου
το αίμα, λες, στο σώμα τους πόσο φριχτά αναβλύζει
στα χέρια ενός, απίστευτου, που μας βαστά ηλιθίου
κι ο κάθε ένας από μας μες στα κρυφά του βρίζει.

Το αίμα στο κορμάκι τους τόσο πολύ πυρώνει·
σφαχτάρια ωραία εύρωστα και μόσχοι σιτευτοί
και νιώθουνε πως βρίσκονται σε τόπο τούτο μόνοι
όπως κρεμιούνται ατάραχα οι κάθ’ ιδιωτικοί.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

*Από τις εκδόσεις Ιωλκός μόλις κυκλοφόρησε η τελευταία ποιητική συλλογή της Ελένης Χαϊμάνη: Οιστρογόνα, 2018.