Αντίο, Μαρία

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

Μάριο Μπανούσι, Goodbye, Lindita
Εθνικό Θέατρο, Σκηνή Ρεξ

Από μήνες είχα ακούσει από λόγια καλά ώς λόγια ενθουσιώδη, μέχρι που βρέθηκα πια στο Εθνικό Θέατρο της Πανεπιστημίου. Αναφέρομαι στην καλή περφόρμανς Goodbye, Lindita, του νεότατου Μάριο Μπανούσι (γεν. 1998). Είχε προηγηθεί μια ολόκληρη χρονιά πολύ πετυχημένη εισπρακτικά και κριτικά, κατά την οποία η παράσταση έφτασε ν’ ανηφορίσει για τη Θεσσαλονίκη και για τα Βαλκάνια. Άλλωστε η απουσία διαλόγων και η εξαιρετική δύναμη της βαλκανικής και χριστιανορθόδοξης εικονοποιίας διευκόλυναν μια τέτοια περιοδεία. Και, ήδη από πέρσι, το 2023, η κριτική στη χώρα μας επισήμανε τα θέματα της περφόρμανς του Μπανούσι: η απώλεια, το πένθος, η τελετή, το τραύμα. Από τις πλέον καίριες παρατηρήσεις, εκείνη της Λουίζας Αρκουμανέα στη Lifo, η οποία παραθέτει τον Νίτσε. «Πώς να παρηγορηθούμε, τώρα που ο Θεός πέθανε;».

Πράγματι, στο Goodbye, Lindita το θρησκευτικό και μεταφυσικό στοιχείο εμφανίζεται πιότερο ως βασανισμένο αίτημα παρά ως μια βιωμένη εμπειρία της παραδοσιακής κοινότητας του χωριού. Η προσφιλής νεκρή (Αλεξάνδρα Χασάνι) δεν βρίσκεται θαμμένη εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, αλλά παραμονεύει σαν ανοιχτή πληγή μέσα στο κομό της οικογένειας (Χρυσή Βιδαλάκη, Μπάμπης Γαλιατσάτος, Μανταλένα Καραβάτου, Αφροδίτη Κατσαρού, Ευτυχία Στεφάνου και Άννα Συμεωνίδου). Το άνοιγμα του επίπλου και η αποκάλυψη του πτώματος, σκηνή σαν από ταινία τρόμου, σηματοδοτεί την προσπάθεια της οικογένειας να αντικρίσει το γεγονός και να το επενδύσει τελετουργικά. Κάπως έτσι διανοίγεται ένα άλλο πεδίο χρόνου, ένα πεδίο όπου οι τελετές του θανάτου μπλέκονται με κείνες της ζωής και αντιστρόφως. Το πλύσιμο της πεθαμένης γίνεται βάφτιση, το ντύσιμο της σωρού για το ξόδι μοιάζει ντύσιμο με ρούχα βαφτιστικά και, καταπώς αρμόζει, η πορεία προς τον τάφο γίνεται πορεία γάμου. Σε μια στιγμή έντασης, ήχοι κροτίδων μάς παραπέμπουν στην Ανάσταση κι οι χαροκαμένοι συγγενείς ορθώνουν τη νεκρή λες και θέλουν να τη ζωντανέψουν. Η μάσκα, την οποία της έχουνε φορέσει στο μεταξύ, φαντάζει σαν νεκρική προσωπίδα μα και σαν προσωπίδα από κάποια παραδοσιακή Αποκριά των Βαλκανίων. Το θέαμα είναι γκροτέσκο – άλλη μια νότα ταινίας τρόμου, απ’ αυτές με τις κούκλες που ζωντανεύουν. (περισσότερα…)

Για την απρόσμενη κυριαρχία της αρχαίας βιολογίας 

*

του ΤΖΙ ΜΑΝΚ ΤΙ

Το τέλος του αιώνα μας και η αρχή της νέας Καλωδίωσης[1] απέδειξαν για μια ακόμη οδυνηρή φορά πως όσα επιτεύγματα και αν έχουμε πετύχει σε επίπεδο τεχνολογικό, ο βαθύτερος φόβος για το ανεφάρμοστο τους στην σφαίρα των υπαρξιακών απαιτήσεων παραμένει ενεργός και αδηφάγος: ήταν αλώστε πρώτος ο Nεξ Μεξ[2] που έδειξε με σαφήνεια πως η απεριόριστη αύξηση του προσδόκιμου ζωής καθώς και η ψηφιοποίηση του Χρυσού Πτηνού[3] δε θα μπορούσε να σταματήσει με τίποτα τον μέγα υπονομευτή των προσπαθειών μας: εκείνο, το Άθλιο.

Θυμάμαι πρόσφατα πως περπατώντας προς την συνοικία μου αντίκρισα μια γυναικά που μου φώναζε για τις επικείμενες μετατροπές· με ρώτησε: «είμαστε στ’ αλήθεια αβοήθητοι;» και άρχισε να κλαίει. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω (ένας διανοούμενος δυστυχώς δε ξέρει ποτέ τι να απαντήσει) και το μόνο που παρατήρησα ήταν πως τα μάτια της συσπώνταν. Με αγωνία, ανίκανα να παράξουν εκείνο το υγρό που οι Αρχαίοι μας αναφέρουν ως «δάκρυα» και οι Μεσαίοι ως «καθαρτικό υγρό», τα ματιά της έμοιαζαν έτοιμα να εκραγούν απ’ την υπερπροσπάθεια. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον ήταν το γεγονός πως η κυρία αυτή, την ώρα που φώναζε με απελπισία πως καταφτάνει το τέλος, έτριβε με τις παλάμες της τα ζυγωματικά της. Ήταν ξεκάθαρο πως αυτή η κίνηση γινόταν αντανακλαστικά: μέσα μου γεννήθηκε το αίσθημα μιας αρχέγονης συμπεριφοράς, ξεχασμένης από καιρό, η οποία τώρα αναβίωνε χωρίς προφανή αιτία πάνω στο πρόσωπο της· η απελπισμένη αυτή κυρία σκούπιζε το ανύπαρκτο υγρό από πάνω της, με τον ίδιο τρόπο που μια μητέρα της αρχαιότητας έκανε το ίδιο στο μωρό παιδί της. Ετούτη η εμπειρία, μου έφερε στο κεφάλι –με τον τρόπο ενός πυρακτωμένου σίδερου ή μιας ατσάλινης rsd– πως πάρα τις αλλαγές που έχει υποστεί το ανθρώπινο σώμα, προς χάριν της μηχανικής του βελτίωσης, οι βαθύτερες ανάγκες μας, όπως εκείνη των «καθαρτικών υγρών», εξακολουθούν να κυριαρχούν, με τρόπο υπόγειο, κρυμμένο, και εν τελεί ολοκληρωτικό. Είναι γεγονός πως η παραφροσύνη που μας κατέκλυσε τα τελευταία χρονιά, δεν είναι παρά φυσικό επακόλουθο της αδυναμίας να δούμε καταπρόσωπο εκείνο που αδιάκοπα θάβουμε κάτω απ’ τα νέα μοντέλα αιώρησης και ζιγκλισμού[4]. Πάρα ταύτα θα ήταν αδύνατον να μην παρατηρήσουμε πως πίσω απ’ τις παρανοϊκές εξαγγελίες περί Γενικού Τερματισμού[5] που συνόδευσαν την αρχή της νέας Καλωδίωσης, υπήρχε πάντοτε μια ανάγκη για επιστροφή σε ορισμένες βασικές βιολογικές δομές –τις οποίες όλοι μας νιώθουμε απαραίτητες για να συνεχίσουμε ν’ αντέχουμε τον σύγχρονο τρόπο ζωής. (περισσότερα…)

Μια σημείωση από αφορμή τη χτεσινή μέρα

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Τρίτη 30 Μάρτη του 1943, από το Κάϊρο, έγραφε ο Σεφέρης στο ημερολόγιό του:

«Ιωάννου συγγραφέως της Κλίμακος, λέει το εορτολόγιο. Τί να ήταν άραγε αυτός  ο άγνωστός μου συγγραφέας; Ίσως η χάρη του μ’ έκανε να ξαναδιαβάσω σήμερα τον “Βασιλιά της Ασίνης”».

Μέρες Δ΄, Ίκαρος, Αθήνα 1977

Όταν είχα πρωτοδιαβάσει αυτό το απόσπασμα από το ημερολόγιο του Σεφέρη, ομολογώ ότι είχα εντυπωσιαστεί από την εκθαμβωτική άγνοια (του Ιωάννη της Κλίμακος) και την ανερυθρίαστη αλαζονεία του ποιητή (να γράφει πως η χάρη του άγνωστου Ιωάννη τον οδήγησε να ξαναδιαβάσει τον δικό του «Βασιλιά της Ασίνης»). Έτσι νόμιζα για καιρό πολύ, κι όχι απολύτως αβάσιμα. Στην πορεία όμως είδα πως τα πράγματα και οι περιπλανήσεις των ιδεών μπορεί να ακολουθούν τελείως διαφορετικά, κι εν πολλοίς ασύνειδα, μονοπάτια από όσα είτε εμείς οι αναγνώστες είτε πολύ περισσότερο οι ίδιοι οι δημιουργοί είμαστε διατεθειμένοι ή μπορούμε να καταλάβουμε.

Και πρώτα απ’ όλα, μάλλον είχε κάθε δίκιο εκείνη την εποχή ο Σεφέρης να μιλά για τον Ιωάννη της Κλίμακος και το έργο του ως άγνωστο, καθώς είτε θα έπρεπε να στραφεί στην Πατρολογία του Migne (και με ποιαν αφορμή, παραπομπή ή εντυχούσα μνεία άλλωστε;) ή να ανατρέξει παλαιότερες ελληνικές αποδόσεις του 17ου ή και του 19ου αιώνα, που κινούνταν όμως εντός ενός εκκλησιαστικού και μοναστικού περιβάλλοντος. Ή πάλι να στραφεί σε γαλλικές μεταφράσεις (μία μάλιστα εξ αυτών καμωμένη από τους γιανσενιστές που εξόχως εκτίμησαν την Κλίμακα του Σιναΐτη Ιωάννη). Και πάλι όμως, έλειπαν οι εξωτερικές αφορμήσεις, θες ντόπιες θες αλλοδαπές. (περισσότερα…)

Ένα ερωτικό θρίλερ στον αμερικανικό Νότο

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Η εικόνα του αμερικάνικου Νότου στην επαρχιακή του εκδοχή είναι γνωστή και τυπική στον κινηματογράφο. Προκαταλήψεις, μικρόνοια, μικροπρέπεια, κακοφορμισμένα μυστικά, ασφυκτικές για τα άτομα που θέλουν να ζήσουν μιαν ανεξάρτητη ζωή συνθήκες: όλες αυτές οι εκρηκτικές ύλες μπορούν κάποτε να οδηγήσουν σε ένα ξέσπασμα βίας. Μιας βίας που υφέρπει μέσα στις καθημερινές καταστάσεις και στις συμβάσεις τους. Μιας βίας που έχει επενδυθεί στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις με τρόπο που να μη γίνεται ορατή, να μην αναγνωρίζεται ως τέτοια‒ για το καλό της κοινωνικής ισορροπίας βέβαια!

Στην ταινία Ματωμένος δεσμός (Love lies bleeding) της Ρόουζ Γκλας η υπόκωφη αυτή βία αποτελεί το έρμα της ιστορίας. Έστω κι αν, αρχικά και φαινομενικά, η αφήγηση κινείται γύρω από τον άξονα μιας ερωτικής, και μάλιστα λεσβιακής, σχέσης. Τούτη η τελευταία, βέβαια, αποτελεί ένα επικίνδυνο φορτίο από μόνη της. Τόσο όσον αφορά στη σκοπιά της κοινωνικής αποδοχής όσο και σε εκείνη της διαπροσωπικής ερωτικής ισορροπίας. Από την πρώτη σκοπιά, η Λου (Κρίστεν Στιούαρτ), που διευθύνει ένα τοπικό γυμναστήριο, είναι σχεδόν αποδεκτή στην ερωτική της επιλογή, έστω κι αν αυτή η τελευταία, τοποθετημένη σε μια γκρίζα σχεδόν ζώνη, κινδυνεύει πάντα να ξεφύγει από την ασταθή της ισορροπία: υπονοούμενα, σχόλια, ύβρεις,. Από τη δεύτερη σκοπιά, η Λου καταφέρνει να τυλίξει μέσα σε έναν ερωτικό δεσμό την Τζάκυ (Κάτυ Ο’ Μπράιαν), μια φιλόδοξη μπόντι μπίλντερ, που προετοιμάζεται για τους αγώνες του Λας Βέγκας, και που, παρότι άστεγη και χωρίς πόρους, χαμένη μέσα σε έναν πλάνητα βίο, κάνοντας ευκαιριακό σεξ για χρήματα, θα βρει ένα είδος ισορροπίας μέσα στη σχέση της με τη Λου. Ο χώρος του γυμναστηρίου θα τους ενώσει περισσότερο, η ερωτική επιθυμία και το σεξουαλικό γούστο θα κάνει την εφήμερη επαφή ένα γερό ερωτικό κόλλημα. Τα όποια μικροπροβλήματα φαίνεται να ξεπερνιούνται εύκολα: η ερωτική ένταση έχει ένα καταλυτικό σθένος. (περισσότερα…)

«Αόρατες πέρασαν»

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου
Τα κόκκινα ελάφια, Βακχικόν 2023

Η νουβέλα Τα κόκκινα ελάφια της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, ποιήτρας με εφτά συλλογές στο ενεργητικό της, δεν αποτελεί την πρώτη πεζογραφική απόπειρα της συγγραφέως, αλλά προϋποθέτει την εμπειρία συγγραφής ενός ακόμη μυθιστορήματος (Χωρίς την Αριάδνη στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση, Γκοβόστης, 2006) και ενός παιδικού βιβλίου (Φίλε μου εγώ δεν είμαι σαν εσένα, το γράμμα ενός μοναχικού παιδιού, 2006). Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που στην ανά χείρας, καλαίσθητη εκδοτικά, νουβέλα, η συγγραφέας βασισμένη στο ιστορικό γεγονός του πνιγμού της κυρά Φροσύνης-Ευφροσύνης Βασιλείου και άλλων δεκαέξι γυναικών στη λίμνη Παμβώτιδα από τον Αλή πασά το 1801, κινείται με μαεστρία τόσο ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα όσο και ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, καθώς η αδιάλειπτη και παραπληρωματική συνύπαρξη του αφηγηματικού με τον λυρικό-ποιητικό τρόπο δημιουργούν ένα δυναμικό λογοτεχνικό σύμπαν όπου οι δύο αυτοί τρόποι συνυφαίνονται αρμονικά και γίνονται ένας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Το βιβλίο δομείται σε έξι μέρη-κεφάλαια, στα οποία δεσπόζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση τριών γυναικών: Η κυρίαρχη, αλλά και εκτενέστερη αφήγηση της Ευφροσύνης Βασιλείου, υπό τη μορφή ενός σπαρακτικού γράμματος αφενός προς τον αγαπημένο της, αλλά και τους σύγχρονους ή και μεταγενέστερους κατακριτές της, αναπτύσσεται στο πρώτο και τρίτο κεφάλαιο («Έρως αντεθνικός», «Αιώνιο λίκνο της παρεξήγησης»). Στο μέσο της κυρίαρχης αφήγησης της Ευφροσύνης Βασιλείου, παρεμβάλλεται, όχι τυχαία, κατά την άποψή μου, ο μονόλογος της αδελφής του πασά των Ιωαννίνων˙ μονόλογος ο οποίος φωτίζει αφηγηματικά τόσο την οπτική μιας γυναίκας που τον αγαπά όσο και σημαντικές πτυχές της σκοτεινής προσωπικότητας και της παιδικής ηλικίας του βίαιου και αδίστακτου πασά, που έδωσε την εντολή για να δολοφονηθούν οι 17 γυναίκες είτε εξαιτίας του παράνομου δεσμού που διατηρούσε η Ευφροσύνη με τον γιο του είτε ακόμη γιατί η Ευφροσύνη απέρριψε τον ίδιο τον πασά ερωτικά. (περισσότερα…)

Απνευμάτιστο και πανεπιζήμιο

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Απνευμάτιστο και πανεπιζήμιο

Στα Έξι Μαθήματα για την Παιδεία, ο Νίτσε περιγελά την αξίωση του πανεπιστημίου να θεωρείται ανώτατο πνευματικό ίδρυμα και διαπιστώνει ότι στην μουντή του ατμόσφαιρα μαραίνονται τα καλύτερα άνθη της ευγενικής νεολαίας. Σήμερα, στο καθυστερημένο μνημόσυνο, ενάμιση αιώνα  μετά την άκλαυτη κηδεία του, χύνονται πολλά δάκρυα. Τα περισσότερα ειλικρινή, δεν αντιλέγω, αλλά περιττά εκεί όπου θα αρκούσε ένας πικρός μορφασμός, αφού το δημόσιο πανεπιστήμιο έχει ήδη αλωθεί προ πολλού με τη διαστροφική έκπτωση της γνώσης από αγαθό σε προϊόν και την επιχειρησιακή ανασύνταξη της virtus από τον ελληνικό περίπατο της Αρετής στον στρατιωτικό βηματισμό της Δυνάμεως. Οι σχολές των θετικών επιστημών λειτουργούν ως προπαιδευτικά παραρτήματα της εταιρικής διάρθρωσης του καπιταλισμού, μεριμνώντας για τη σύνδεση των αποφοίτων με την αγορά και όχι με την κοινωνία  και τις ανάγκες της. Ενώ οι θεωρητικές, αντί να ασχολούνται με την καλλιέργεια των προϋποθέσεων της αυθεντικής σκέψης, βγάζουν με το τσουβάλι, ως επιβεβαίωση του Κίρκεγκωρ, «δούλους παραπομπών και αχθοφόρους υποσημειώσεων» — για ν’ αφήσω στην άκρη τα πομφολυγοξεράσματα των «αφυπνισμένων» δικαιωματικών σχολών. Προς τι λοιπόν τόσος θρήνος και τόσος κοπετός; Κουκιά τρώει κανείς, κουκιά μολογάει. Το ότι σήμερα ιδιωτικοποιούνται και επισήμως δεν αλλάζει και πολλά στο πιάτο – που εξακολουθεί να σερβίρεται με τα ίδια υλικά: εξίσου ευτελή αλλά πιο ακριβά.

~.~

Στις ανταύγειες του 1821

Όλες οι ιδέες για τις οποίες αξίζει να μαχηθεί κανείς είναι προορισμένες να ηττηθούν, έτσι τουλάχιστον λέει μελαγχολικά ο Σίλερ στους Ληστές. Οι κλεφταρματολοί του ’21 έδειξαν όμως ότι το αρνητικό πρόσημο αυτού του ρομαντικού προτάγματος μπορεί καμιά φορά να αντιστραφεί. Κάθε ευγενική ιδέα είναι ραγδαία στη σύλληψη, παράτολμη στην εκτέλεση και αβέβαιη στην έκβαση. Γι αυτό η νίκη της ανταμείβεται διπλά και τρίδιπλα στο γραφείο των μεγάλων ιστορικών στοιχημάτων. Και η λάμψη της γίνεται εμφανέστερη στο πρόσωπο όσων δεν πρόλαβαν να τη χαρούν: (περισσότερα…)

Εαρινό

*

Μικρές σκιές φτεροκοπούν στον τοίχο:
πουλιά, που πέρα απ’ τα παράθυρα πετάνε
και αχόρταγα στην κάμαρα στοιβάζει
η καταιγίδα του φωτός τ’ αρνητικά τους.
Μια πέτρα συγκρατεί σονέτα του Πετράρχη
γραμμένα όπως τα θυμόμουν, από στήθους,
με μια βυζαντινή καλλιγραφία κι έτσι
καθώς φυσά στη λιμνοθάλασσα της μνήμης
φέρνει το κύμα ήχους από μάχες:
μνήμη από μάχες τον μήνα του Μάρτη
και οι σκέψεις ζητούν, τι απομένει στον χάρτη
αυτού του κάμπου των απέραντων καιρών που βρίθει
βάλτους με αίμα και άνθρωπο: μόνο
με την καρδιά του ανθρώπου. Νυχτώνει.
Οι χρονοβόροι πλάτανοι επιμένουν να πλουμίζουν
τις φυλλωσιές· το φθισικό φεγγάρι
βαραίνει, μοιάζει έτοιμο να πέσει
κι ένα άστρο ακλόνητο σιμά του, ειρωνεύεται.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

*

*

Πάστα Ντίβα και άλλες ιστορίες

*

Πάστα Ντίβα

Τρελαινόταν για γλυκά. «Από τον ουρανίσκο στον έβδομο ουρανό», έλεγε στους συναδέλφους της, όταν στα καμαρίνια έτρωγε με λαιμαργία τις πάστες, που με περισσή προσοχή έβγαζε από το κουτί του γλυκοπωλείου που είχε στη τσάντα της. Λυρική σοπράνο με μεγάλη καριέρα σε όλα τα λυρικά θέατρα της χώρας. Κλίμακες, τρίλιες, ατελείωτες μελωδίες των Ιταλών συνθετών της όπερας ήταν για εκείνη a piece of cake. Δεν φοβόταν ούτε τις ψηλές νότες, ούτε τους δύσκολους ρόλους, ούτε τη ζάχαρη. «Όταν μπαίνεις στη μάχη, δεν πρέπει να περιμένεις το χειρότερο», είχε πει στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε στο Μιλάνο. Μια βδομάδα μετά την συνέντευξη, την βρήκαν νεκρή στο καμαρίνι της. Δίπλα της βρέθηκε μια μισοφαγωμένη σοκολατίνα.

~.~

(περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #3 Γιώργος Σεφέρης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
1900-1971

-> Από πού να ξεκινήσω;

Κατά τη δεκαετία του 1930, ο Γιώργος Σεφέρης αποκρυσταλλώνει ένα λόγο μοντέρνο που ανοίγει στο σώμα της νεοελληνικής ποίησης τομές κομβικές και πρωτόγνωρες. Κι αυτή η μεταβολή δεν λαμβάνει χώρα τόσο με την περιβόητη (και σε κάθε περίπτωση πολύ αξιόλογη) παρθενική ποιητική συλλογή του, Στροφή, στην οποία ακόμα κυοφορείται αυτό που πάει να γεννηθεί, όσο με το Μυθιστόρημα και το Τετράδιο Γυμνασμάτων, συλλογές που αποτελούν ενδεχομένως και το αντιπροσωπευτικότερο κατώφλι στο ευρύτερο ποιητικό του σύμπαν. Εκεί ο αναγνώστης θα μπορέσει να ανιχνεύσει μοτίβα από την αρχαιότητα και τη μυθολογία αποτυπωμένα μ’ ένα λόγο καθημερινό και με μια ποιητική φωνή που μετέρχεται τη γλώσσα του μοντέρνου κόσμου, ενώ, παράλληλα, θα είναι σε θέση να παρακολουθήσει το διάλογο περί του τι σημαίνει Ελλάδα και πώς μπορεί αυτή να συνομιλήσει με μια ζωή που αλλάζει πλέον στην παγκοσμιότητα σε ραγδαίο βαθμό. Από αυτά τα έργα, μάλιστα, προέρχονται και αρκετές (αν όχι οι περισσότερες) φράσεις του Σεφέρη που έχουν αποκοπεί από τα αρχικά τους συμφραζόμενα και λειτουργούν έκτοτε ως γνωμικά αυτόνομα και υπερχρονικά.

(περισσότερα…)

Κίτρινες ανάσες

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.ΙIΙ.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΚΙΤΡΙΝΕΣ ΑΝΑΣΕΣ

Εικόνες από υψόμετρο 1.200 μέτρων. Απροσδόκητες κίτρινες ανάσες της ορεινής χλωρίδας που ενθουσιάζουν κάθε βλέμμα. Εκστασιάζεται κανένας, βλέποντας αυτά τα απλά φυσικά πράγματα, τις ανεμπόδιστες εκβλαστήσεις και τις απόμερες ανθοφορίες. Και η γλώσσα, οδηγημένη από τρυφερές παρορμήσεις κι από άσβηστες μνήμες, καταφεύγει, πού αλλού; στην ποίηση, για να εκφράσει έτσι την απόλυτη ταύτισή της με την εικόνα. Επιτυγχάνει έτσι τον απόλυτο συγχρονισμό της με την άλλη, τη σιωπηλή γλώσσα του όρους, που αναδύεται αυτοφυής μαζί με όλες τις φυσικές εναρθρώσεις της:

νά του βουνού οι βιολέτες
τα μαλάματα του μονοπατιού

ή

μα να δω μπροστά μου του θεού το πρόσωπο
μέσα στα πρωινά λουλούδια;

Πρόκειται για τον μεγαλειώδη και ανά πάσα στιγμή παρόντα Μπατσούο Μπάσο (1644-1694). Τι συγκινητική συντροφιά μέσα στα εγειρόμενα φάσματα του νου.

* (περισσότερα…)

Ουράνιο τόξο

*

του ΤΑΣΣΟΥ ΠΑΓΙΑΣΛΗ

Δημήτρης Μουζάκης,
Ταραήλ, Gutenberg, 2024

ΤαραήλTαραήλτς ή Ταραήλες) είναι το ουράνιο τόξο στα Ποντιακά. Αυτός είναι ο τίτλος της νέας συλλογής του Δημήτρη Μουζάκη.

Η συλλογή ανοίγει με ένα μοντέρνο σονέτο ή, καλυτέρα, μια παραλλαγή του σονέτου του οποίου η ομοιοκαταληξία δεν ακολουθεί αυστηρά τους δομικούς κανόνες. Το σονέτο αφιερωμένο στη Μάρα αναβλύζει συναισθηματική ένταση καθώς περιγράφει τη σχέση μιας μητέρας και της κόρης της. Διαφαίνεται η αρχή της πορείας με τον θηλασμό: «…με το γάλα σου ραίνεις τις πληγές μου» αλλά και τα καταληκτικά μονοπάτια του μέλλοντος: «στο σκότος ταξιδεύουμε μιας κρύπτης.». Ο προφανής συναισθηματικός δεσμός ξεκινάει από το «στήθος» και αγκαλιάζει ζεστά την ανατροφή της Μάρας.

Επτά ποιήματα πριν το τέλος στο ομώνυμο με τον τίτλο της συλλογής ποίημα, ο ποιητής τονίζει στη Μάρα πως το ταξίδι της ζωής σαν ουράνιο τόξο μας φιλοξενεί πάνω σε μια ηλιαχτίδα, υπενθυμίζοντας έτσι και σε εμάς την ταχύτητα με την οποία η ζωή περνά. Και λόγω αυτής της ταχύτητας πολλοί από τους συνοδοιπόρους μας σαν θεατές του ουράνιου τόξου έρχονται και φεύγουν στην παρόρμηση μιας στιγμιαίας στάσης. Μια γραμμή ενώνει την Μάρα με την παροδικότητα του ουράνιου τόξου (ζωής), μια γραμμή λαχτάρας, αναπόλησης, διαλογισμού, ενδοσκόπησης, καημού, μοναξιάς και μελαγχολίας. (περισσότερα…)

Για τις «Υπέροχες μέρες» του Βιμ Βέντερς

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Βέντερς με την τελευταία τoυ ταινία αντιπαρατίθεται στον δυτικό κινηματογράφο. Ο ήρωάς του έρχεται από την Ανατολή. Είναι γιαπωνέζος της σιωπής, ακολουθεί τον πολιτισμό της Ασίας που είναι πολιτισμός της σιωπής. Η Δύση είναι του Λόγου. Ενός λόγου που αφού ξεκίνησε ως Σαρκωμένος Λόγος (Ανατολής και Δύσης) αποσαρκώθηκε, έμεινε σκέτος Λόγος (Αναγέννηση, Διαφωτισμός), ύστερα μίκρυνε, πέρασε από το φίλτρο φιλοσόφων και επιστημόνων, προχώρησε σε εκατομμύρια λόγων διανοουμένων ή μη, φλυαρούντων ή μη και στις μέρες μας ξέπεσε αγρίως ώστε να αποθεώνει την ταινία του Λάνθιμου και τη γυμνή παρουσία μιας γυναίκας-ζόμπυ και να ζητοκραυγάζει για «αποδομήσεις» που καταργούν τον άνθρωπο και πολλαπλασιάζουν τα δύο φύλα.

Ο Βέντερς βρίσκεται στους αντίποδες. Ο ήρωάς του παλαιομοδίτης με τα όλα του, δουλεύει καθαριστής δημόσιων τουαλετών (παλαιότερα θα λέγαμε αποχωρητηρίων) και ο φακός καταγράφει τη ζωή του. Ζωή που ο σκηνοθέτης την δείχνει με μικρές αφαιρέσεις. Κάθε επόμενη ημέρα αφαιρεί κάτι. Καθημερινά διασχίζει την μεγαλούπολη (Τόκυο) για να πάει στον προορισμό του. Οι τουαλέτες είναι σωστά κομψοτεχνήματα, βάζουν τα γυαλιά στους δυτικούς. Ωστόσο ο άνθρωπος αυτός δεν καθαρίζει απλώς: γυαλίζει. Επιμελείται με απόλυτη προσήλωση την καθαριότητα λεκάνης, νιπτήρα και του περιβάλλοντος χώρου.

Προσοχή. Ο Βέντερς διαλέγει έναν ήρωα-αντιήρωα, αυτόν που φροντίζει να είναι καθαροί οι τόποι όπου καταθέτουν οι πολίτες της μεγαλούπολης τα απόβλητά τους (να το πούμε κομψά). Θα μπορούσε στη θέση του να είναι και ένας εργάτης απορριμματοφόρου. Μας λέει: κοιτάξτε ποιος είναι εδώ και τι κάνει, που εσείς δεν προσέχετε και δεν σας νοιάζει. Μα ούτε σας μοιάζει! Αυτός βάζει τις κασέτες του οδηγώντας, ακούει τραγούδια δυτικά πασίγνωστα άλλης εποχής (ανάμεσα σ’ αυτά ένα που έχει τραγουδήσει ελληνικά ο Σαββόπουλος) κοιμάται σε μικρό επιδαπέδιο στρωματάκι, διαβάζει το βιβλίο του πριν κοιμηθεί (εδώ διαφημίζεται ο Φώκνερ και η Χάισμιθ), πηγαίνει σε δημόσιο λουτρό και μπανιαρίζεται, χρησιμοποιεί ποδήλατο για τις κοντινές μετακινήσεις του, ασχολείται καθημερινά με τα φυτά του σαν να τα χαϊδεύει και πίνει το ίδιο ποτό που του προσφέρει δωρεάν ο μαγαζάτορας κάποιου καφενείου. (περισσότερα…)