«Διαφορετικότητα»: Μια λέξη-μασκαράς

*

Έχουμε συχνά αναφερθεί στην ειρωνεία του πράγματος: Eνώ η λέξη «διαφορετικότητα» παπαγαλίζεται παντού, είναι το αντίθετό της, η αποβλακωτική ομοιογένεια, που επιβάλλεται στην πράξη.

Τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα είναι εδώ το κλασικό παράδειγμα. Υπάρχει κολλέγιο ή πανεπιστήμιο που σέβεται τον εαυτό του και δεν διατυμπανίζει τη στράτευσή του υπέρ της «ποικιλομορφίας» στις μέρες μας; Είναι αδύνατο να ξεφυλίσσετε τα διαφημιστικά φυλλάδια οποιουδήποτε τυπικού κολλεγίου, πόσο μάλλον να πατήσετε το πόδι σας στην πανεπιστημιούπολη, χωρίς να κατακλυστείτε από διαβεβαιώσεις ότι η διαφορετικότητα εδώ είναι η πιο αγαπημένη αξία, το ιδεώδες στο οποίο υποτάσσεται κάθε άλλη επιδίωξη.

Αλλά όταν εξετάζετε τι πράγματι διδάσκουν και κηρύττουν αυτά τα πανεπιστήμια (και πόσο μεγάλο μέρος της διδασκαλίας τους δεν είναι στην πράξη παρά ένα κοσμικό κήρυγμα, δηλαδή ένα είδος κατήχησης), αποδεικνύεται ότι η άκαμπτη συμμόρφωση είναι το ζητούμενο. Συνηθίζαμε να γελάμε με ανθρώπους των οποίων ο τίτλος ήταν κάποια παραλλαγή του «Αντιπρύτανης επί ζητημάτων διαφορετικότητας». «Αστειεύεστε, έτσι;» ήταν η απάντηση. «Τι κάνει ένας αντιπρύτανης της διαφορετικότητας;»

Τώρα κανείς δεν γελάει. Παρά την πρόγκα, η συναίνεση του γουοκισμού συνεχίζει απτόητη, αν και όχι εντελώς ανυπότακτη, τη βασιλεία της.

Το συμπέρασμα είναι ότι σε ένα ολοένα και ευρύτερο φάσμα θεμάτων μόνο μια γνώμη δικαιούται την πατέντα της διαφορετικότητας. Οι πανεπιστημιακοί αξιωματούχοι αυτού του είδους δεν είναι εκεί για να επιβλέπουν την ακαδημαϊκή αριστεία αλλά για να επιβάλλουν την κοινωνική και ηθική συμμόρφωση. Η φιλοδοξία τους δεν είναι πρωτότυπη. Οι Γερμανοί στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα επινόησαν έναν όρο για την όλη διαδικασία: Gleichschaltung, «ευθυγράμμιση» ή συμμόρφωση κάθε πτυχής της ζωής προς την κυρίαρχη ιδεολογία. Οι κομισάριοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μιας νέας Gleichschaltung. Αλλά οι Αμερικανοί αριστερίζοντες έχουν αποδειχθεί ταχείς μαθητές τους και έχουν φτάσει ή ξεπεράσει τους μέντορές τους στην επιβολή της συμμόρφωσης. (περισσότερα…)

Crash-test etc.

*

τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

.~.

CRASH-TEST

Καὶ ἐπανέρχομαι στὸ θέμα λέγοντας τὸ ἑξῆς.

Ὅτι πρὶν συναντηϑοῦν δύο ἄνϑρωποι
κι ἑνώσουν τὶς ζωές τους καὶ προχωρήσουν
δὲν γνώριζαν τίποτα ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον
ἀμήχανα τὰ σώματα κυκλοφοροῦσαν
σπὸρ-ἁμάξια τρέχοντας μανικὰ στὶς λεωφόρους
παρ’ ὅλα αὐτὰ μ’ ἕναν τρόπο μεταφυσικὸ
οἱ ψυχὲς ἐπικοινωνοῦσαν κρυφίως
συντονίζονταν ὥστε ὑπὸ κατάλληλες συνϑῆκες
ἐλλιπὴ σήμανση κι ὁδόστρωμα ὀλισϑηρὸ
νὰ χτυπήσουν βίαια μετωπικὰ μὲ ϕόρα
πόδια χέρια σπάζοντας τὰ ὀχήματα σμπαράλια
κι ἔτσι ἐπιτέλους νὰ λάϐει χώρα τὸ συμϐὰν
ν’ ἀνταλλαγοῦν διευϑύνσεις τηλέφωνα
καὶ τὸ πράγμα νὰ πάρει ὁμαλὰ τὸν δρόμο του
ϕταίω ἐγὼ συγγνώμη ναὶ μὰ δὲν σᾶς εἶδα
καὶ προσκολληϑήσεται ἄνϑρωπος πρὸς ἄνϑρωπον
καὶ ἔσονται αἱ δύο ϕεράρι εἰς λαμαρίνα μίαν.
Ἂν τηρηϑοῦν πιστὰ οἱ ἀρχὲς τοῦ ὁδικοῦ κώδικα
τὸ ἀτύχημα δὲν μεταπίπτει σὲ δυστύχημα
καὶ ἡ ἀμηχανία ὡς ἐκ θαύματος διὰ μαγείας παύει
δρώμενο τροχαῖο ἱλαροτραγικῆς πλοκῆς
ὅτι κάπου κυκλοφορεῖ ἕνας ἀσυνείδητος ὁδηγὸς
μὲ καφὲ στὸ χέρι ἀφηρημένος στὸ τιμόνι
ποὺ τρέχει ἀντίϑετα παραϐιάζει ϕανάρια στὸπ
ἕτοιμος μὲ ὁρμὴ κι ἀκάϑεκτος νὰ πέσει πάνω μας.

.~.

ΕΥΚΟΛΙΑ

Δύσκολα σὲ πλησίασα
καὶ δύσκολα ἀπέσπασα τὸ ναί

ὅσο δύσκολα σὲ ἔπεισα
νὰ μπαρκάρουμε

νὰ κωπηλατήσουμε
σὲ καιρὸ δύσκολο ἀργοναυτία (περισσότερα…)

Πώς εξαφανίστηκαν οι πρόγονοι των αρχαίων Ελλήνων;

Thomas Cole, The Course of Empire Desolation (1836)

*

του ΝΙΚΟΛΑ ΓΚΙΜΠΙΡΙΤΗ

Γεννήθηκα την εποχή του Χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκέπασαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα
ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ, Ποιήματα, 1987

~.~

Καταρρευσιολογία και πρωτοελλαδικοί πολιτισμοί

Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα απ’ τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια στους επιστημονικούς κλάδους της ιστορίας, της αρχαιολογίας και της ανθρωπολογίας είναι τα χνάρια που αφήνουν πίσω τους όσοι παράγοντες έσπρωξαν έναν πολιτισμό στον γκρεμό.

Πράγματι, γεννιέται το ερώτημα: είναι η κοινωνική κατάρρευση αναπόφευκτη, εγγεγραμμένη στη μοίρα κάθε πολιτισμού, ή μήπως υπάρχουν σημάδια που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στους ανθρώπους, καλώντας τους με αυτόν τον τρόπο να αναπροσανατολίσουν τη ζωή τους, εάν θέλουν να σωθούν; Και τι είναι τελικά η «κατάρρευση»; Μπορεί, παρεμπιπτόντως, να συσταθεί μία θεωρία μελέτης που θα την προβλέπει; Πώς μπορεί, αφενός, να εξηγήσει κανείς τα φαινόμενα της κατάρρευσης και, αφετέρου, να μην υποκύψει στο δέλεαρ μιας προοδευτικής αφήγησης της Ιστορίας; Θα μπορούσε η θεωρία της κοινωνικής κατάρρευσης να εμπλουτίσει την αρχαιολογική γνώση και να χρησιμεύσει γενικώς σαν αντίληψη θέασης των πραγμάτων;

Αυτά είναι μερικά απ’ τα ερωτήματα που καταπιάνεται και έρχεται να απαντήσει το βιβλίο του Αθανάσιου Γεωργιλά Η κατάρρευση του πολιτισμού: Η παρακμή και η πτώση των ανακτορικών κοινωνιών στο Αιγαίο της Εποχής του Χαλκού (εκδ. Νησίδες, 2024). Ορμώμενο απ’ τα αρχαιολογικά ευρήματα του Μινωικού, του Μυκηναϊκού και του Κυκλαδικού πολιτισμού της Εποχής του Χαλκού (χοντρικά, απ’ τα μέσα της τρίτης χιλιετηρίδας μέχρι το 1050 π.Χ.), το πόνημα εξάγει εξαιρετικά χρήσιμα συμπεράσματα ανθρωπολογικής υφής και μας καλεί να ξανασκεφτούμε τους λόγους που καταρρέουν οι πολιτισμοί.

Τρεις είναι οι καινοτομίες της παρούσας ερευνητικής εργασίας, έτσι όπως την παρουσιάζει ο Γεωργιλάς σε μελετητές και λοιπούς ενδιαφερόμενους:

Α. Εξετάζει την εγκυρότητα της θεωρίας της κοινωνικής κατάρρευσης βάσει του αρχαιολογικού υλικού που έχουμε στη διάθεσή μας για τις κοινωνίες της αιγαιακής λεκάνης από το 2.200 π.Χ. μέχρι το 1050 π.Χ. Συνηγορούν τα ευρήματα υπέρ της εφαρμογής της εν λόγω θεωρίας, ή τελικά, ο κρητομυκηναϊκός πολιτισμός δεν δύναται να ενταχθεί στην άτυπη σχολή της καταρρευσιολογίας [collapsologie], και θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού ενδεχομένως τα ερμηνευτικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τους λόγους αφανισμού του ανακτορικού συστήματος; Όπως γνωρίζουμε, η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη μέχρι σήμερα πάνω στο φαινόμενο της «εξαφάνισης των πολιτισμών» πηγάζει από τη θεωρία του καταστροφισμού. Η πτώση ενός πολιτισμού δεν οφείλεται στην αδυναμία των ελίτ να ανταποκριθούν στις προσδοκώμενες απαιτήσεις για τη διατήρηση του συστήματος διακυβέρνησης, αλλά, αντίθετα –πάντα σύμφωνα με την πεποίθηση του καταστροφισμού– υπάρχει κάποιος πολεμοχαρής εξωτερικός εισβολέας, με ανώτερη τεχνολογία οπλισμού και πολέμου, όπου κατέκτησε και εξολόθρευσε τους γηγενείς πληθυσμούς για να επιβάλλει το δικό του πολιτισμικό σχήμα. (περισσότερα…)

Η μοναρχία στην Ελλάδα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η συμπλήρωση πενήντα χρόνων αβασίλευτης δημοκρατίας, μετά την οριστική ως φαίνεται λύση του πολιτειακού ζητήματος, επιτρέπει πλέον μια νηφάλια αποτίμηση της μοναρχίας στη νεότερη Ελλάδα, στο πεδίο της ιστορικής πράξης και ως προς τα κοινωνικά της θεμέλια, πέραν των θεωρητικών απόψεων για τον θεσμό ή τη λαϊκή του απήχηση. Απήχηση που, όπως το αδιάβλητο (τουλάχιστον σε σχέση με όσα προηγήθηκαν κατά τον εικοστό αιώνα: 1924, 1935, 1946, 1973) δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 κατέδειξε, παρέμεινε υψηλή (σχεδόν 31%) παρά την πληθώρα πολιτικών λαθών και τις εθνικές κρίσεις που επανειλημμένα προκάλεσαν οι αποφάσεις της δυναστείας η οποία υπήρξε ο φορέας του θεσμού.

Ένα από τα μεγαλύτερα ατυχήματα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας αποτέλεσε ίσως η έλλειψη εθνικής δυναστείας, την εποχή που σε όλη την Ευρώπη η μορφή αυτού του πολιτεύματος εθεωρείτο αυτονόητη αρχή νομιμότητας. Μια έλλειψη η οποία υπήρξε απότοκος της γενικής καταστροφής της ελληνόφωνης ηγέτιδας τάξης, συνεπεία της διάλυσης της ανατολικής χριστιανορωμαϊκής αυτοκρατορίας, πριν αυτή εξελιχθεί φυσιολογικά, όπως συνέβη στη Δύση, προς τα νεώτερα εθνικά κράτη. Η τουρκοκρατία δεν απορφάνισε το υπόδουλο γένος μόνο από τη φυσική του αριστοκρατία ή τις προϋποθέσεις συγκρότησης εθνικής αστικής τάξης (όπως θα διαφανεί αργότερα), αλλά και από τη νόμιμη διαδοχή. Οι δύο αδελφοί και τυπικοί διάδοχοι του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου αποδείχθηκαν ανάξιοι των ιστορικών τους καθηκόντων, εκχωρώντας ο ένας στη Δύση και ο άλλος στον Σουλτάνο τα δικαιώματά τους, προκειμένου να παρατείνουν με κάποιαν άνεση τη θλιβερή ύπαρξή τους, θεωρώντας άνευ περιεχομένου την ιδέα της θυσίας, η οποία σφράγισε τη ζωή και τη δράση του αδελφού τους.

Όταν, μετά από αιώνες, έφτασε η ώρα της Επανάστασης και της Παλιγγενεσίας, οι λαϊκοί θρύλοι που ενίσχυαν το φρόνημα αντίστασης των Ελλήνων κατά την τουρκοκρατία, δεν είχαν σαφή αναφορά σε έναν υποψήφιο βασιλέα. Η δημοκρατική ιδέα άλλωστε ήταν κυρίαρχη στις διακηρύξεις αλλά και την ιδεολογία όλων των επαναστατών- πολιτικών, στρατιωτικών ή διανοουμένων. Δύο δυνητικοί υποψήφιοι για το Θρόνο, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Καποδίστριας, ήταν αδύνατο (όπως αποδείχθηκε) να γίνουν αποδεκτοί από τους επαναστάτες και εξέλιπαν πρόωρα. Ο πρώτος στα κελιά της Αυστροουγγαρίας (ενώ η Φιλική Εταιρία είχε εξοβελιστεί από κάθε αναφορά της επαναστατικής ηγεσίας) και ο δεύτερος από ελληνικά χέρια, και μάλιστα (τι ειρωνεία) από χέρια τα οποία είλκυαν την καταγωγή τους από το μετέπειτα «κάστρο» της μοναρχίας στη νεότερη Ελλάδα. (περισσότερα…)

Ο μπαρμπα-Κώστας

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Κατέβασε τα πόδια του απ’ το κρεβάτι. Έξω δεν είχε για τα καλά ακόμα νυχτώσει και το ’χε καταλάβει. Τα πουλιά τέτοια ώρα είχανε πια λουφάξει ανάμεσα στα δέντρα και κουρνιάζανε στα κλαριά μακάρια με το πτωχό τους πνεύμα.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» σκέφτηκε και αναστέναξε. Τα είχε πριν από ώρα ακούσει που κάνανε αυτό τον ήχο όλα μαζί, σαν το ένα να τραβά το άλλο να κελαηδούν και να μαζεύονται προτού χαθεί το φως της μέρας. Ήταν ένας ήχος αλλόκοτος, του προξενούσε μια θλίψη κάθε φορά, σαν τον καλούσανε κοντά τους. Τώρα ακουγόντουσαν φωνές.

Με το που ακούμπησε τις ξεκάλτσωτες πατούσες του στο τσιμεντένιο πάτωμα ασύνειδα τις ξανασήκωσε για ένα εκατοστό. Τόσο, όσο να συνηθίσει τη παγωνιά κάτω απ’ τα ποδάρια του. Έτριψε το αριστερό του μάτι, λες, και ήθελε να του μαδήσει τα τσίνορα ενώ σηκώθηκε. Οι φωνές όλο και δυνάμωναν.

Γι’ αρχή στηρίχτηκε στη κεφαλή του κρεβατιού. Στάθηκε ευθεία, κάμποσα βήματα μπροστά του και κοίταξε τη φωτογραφία της Σοφίας, της γυναίκας του, σα να ήταν έτοιμη και πάλι να τον μαλώσει γιατί σηκώθηκε γι’ ακόμη μια φορά ξεκάλτσωτος. Τη ρώτησε φωναχτά: «Ποιος να’ ναι Σοφία έξω;» κι εκείνη λες και του ’γνέψε: «Τράβα μόνος σου να δεις!»

Τα ενενήντα τέσσερά του χρόνια τού επέτρεπαν να προχωράει αθόρυβα στηριζόμενος κάθε τόσο ανάμεσα στα έπιπλα. Πέρασε πρώτα από το δωμάτιο που κοιμόταν και ψαχούλεψε δειλά να βρει το τραπέζι στο σκοτάδι, ανάμεσα του κρεβατιού και της ανοιχτής του πόρτας. Κατέβηκε τα δυο σκαλιά που οδηγούσαν στο μικρό του σαλονάκι. Χαιρέτησε τον γιό του το Γιωργή με το που ακούμπησε το χέρι του στο διακόπτη και άνοιξε το φως. Ταυτόχρονα. Χάιδεψε μια μια τις φωτογραφίες επάνω στη τραπεζαρία του γιού του. Του Γιωργή. (περισσότερα…)

Έρασμος του Ρόττερνταμ, Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον Παράδεισο [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Τον Φεβρουάριο του 1513 πεθαίνει ο πάπας Ιούλιος Β΄, ο πιο διαβόητος και κακόφημος ποντίφικας μιας εποχής περικλεούς παπικής παντοκρατορίας. Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του αρειμάνιου πάπα, άρχισαν να κυκλοφορούν στα κρυφά, χειρόγραφα αντίτυπα ενός ανώνυμου διαλόγου πρωτοφανούς ανευλάβειας απέναντι στο πρόσωπο του. Ο ξεκαρδιστικός διάλογος κατέληξε να φέρει παραδοσιακά τον τίτλο «Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον παράδεισο». Στο έργο, ο Ιούλιος λογομαχεί με τον Άγιο Πέτρο μπροστά στις πύλες του παραδείσου, διότι ο πρώτος βικάριος του Χριστού δεν είναι ούτε στο ελάχιστο διατεθειμένος να επιτρέψει σε έναν τόσο διεφθαρμένο διάδοχό του να εισέλθει στους ουρανούς. […]

Η συνέχεια του εισαγωγικού σημειώματος και το Α΄ Μέρος της μετάφρασης εδώ.

~.~

ΕΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΡΟΤΤΕΡΝΤΑΜ

Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον Παράδεισο

 

Μέρος Β΄

Πέτρος. Αλλά αν ο Χριστός είχε κάνει το ίδιο, τότε αυτή η εκκλησία, για την οποία είσαι τόσο περήφανος που την κυβέρνησες, δεν θα υπήρχε τώρα. Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ο άνδρας που χαίρεται να αποκαλείται Βικάριος του Χριστού να βαδίζει σε τόσο διαφορετικά μονοπάτια από εκείνον. Εξήγησέ μου, τώρα, με ποιο τέχνασμα κατάφερες να αποτρέψεις εκείνη τη «σχισματική» -όπως την αποκάλεσες- σύνοδο.

Ιούλιος. Πολύ καλά, λοιπόν, θα σου πω. Μόνον φρόντισε να με ακούσεις προσεκτικά. Παρόλο που ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός (αυτό είναι το όνομά του, αν και στην πραγματικότητα ο άνθρωπος αυτός με έχει δυσκολέψει ελάχιστα[1], και λιγότερο από κάθε άλλον) είχε συγκαλέσει με κάθε επισημότητα τη σύνοδο, εντούτοις τον κατάφερα να υποχωρήσει -δεν θα σου πω τι μεθόδους χρησιμοποίησα. Πάντως παρόμοιες μεθόδους χρησιμοποίησα για να μεταπείσω ορισμένους καρδιναλίους. Τούτοι είχαν θέσει σε ισχύ τη σύνοδο με δημόσια πρακτικά, ωστόσο εγώ τους έκανα να τα ανακαλέσουν με τη βοήθεια δικηγόρων και μαρτύρων.

Πέτρος. Μα γίνεται αυτό;

Ιούλιος. Γιατί να μην γίνεται, αφού το εγκρίνει ο ανώτατος ποντίφικας; Αν το θέλει αυτός, ο όρκος δεν είναι όρκος, μιας και έχει όλη τη δύναμη να απαλλάξει κάποιον από τη δέσμευσή του. Βέβαια, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην προκειμένη περίπτωση το παρατράβηξα, αλλά δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Αντιλαμβανόμουν ξεκάθαρα τι θα γινόταν: θα βρίσκονταν ορισμένοι να πουν ότι αντιμετώπιζα κακόπιστα τη σύνοδο, ιδίως αφού τούτη είχε συγκληθεί κατά τρόπο που δεν με απέκλειε. Άλλωστε, με είχαν προσκαλέσει και μου είχαν ζητήσει να προεδρεύσω. Άκου, λοιπόν, τι τέχνασμα χρησιμοποίησα. Ακολουθώντας το παράδειγμα των προκατόχων μου, ανήγγειλα με τη σειρά μου σύνοδο, προφασιζόμενος ότι ο χρόνος και ο τόπος που είχαν επιλεγεί ήταν ακατάλληλοι. Συγκάλεσα άρον άρον σύνοδο στη Ρώμη[2], θεωρώντας ότι δεν θα ερχόταν κανείς που να μην ήταν φιλικά διακείμενος προς τον Ιούλιο, ή, τουλάχιστον κανείς που θα του εναντιωνόταν (τους το είχα διαμηνύσει αυτό με πολλούς τρόπους) και ευθύς όρισα νέους καρδιναλίους που θα συμβάδιζαν με τα σχέδιά μου.

Πνεύμα. …μιλάμε για τα μεγαλύτερα λαμόγια… (περισσότερα…)

Έρασμος του Ρόττερνταμ, Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον Παράδεισο [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Τον Φεβρουάριο του 1513 πεθαίνει ο πάπας Ιούλιος Β΄, ο πιο διαβόητος και κακόφημος ποντίφικας μιας εποχής περικλεούς παπικής παντοκρατορίας. Έναν χρόνο μετά τον θάνατο του αρειμάνιου πάπα, άρχισαν να κυκλοφορούν στα κρυφά, χειρόγραφα αντίτυπα ενός ανώνυμου διαλόγου πρωτοφανούς ανευλάβειας απέναντι στο πρόσωπο του. Ο ξεκαρδιστικός διάλογος κατέληξε να φέρει παραδοσιακά τον τίτλο «Ο Ιούλιος αποκλεισμένος από τον παράδεισο». Στο έργο, ο Ιούλιος λογομαχεί με τον Άγιο Πέτρο μπροστά στις πύλες του παραδείσου, διότι ο πρώτος βικάριος του Χριστού δεν είναι ούτε στο ελάχιστο διατεθειμένος να επιτρέψει σε έναν τόσο διεφθαρμένο διάδοχό του να εισέλθει στους ουρανούς.

Το 1517 εμφανίζεται η editio princeps, και το έργο γνωρίζει έντεκα εκδόσεις μέσα σε διάστημα μόλις τριών ετών. Για το έργο μιλά σύσσωμη η ανθρωπιστική Ευρώπη και οι εικασίες, φυσικά, για την ταυτότητα του συγγραφέα πληθαίνουν. Το ευρύ αναγνωστικό κοινό, όμως, υιοθετεί σχεδόν άμεσα την πιο εύλογη υπόθεση. Ο συγγραφέας δεν ήταν άλλος από τον πιο πολυδιαβασμένο και επιδραστικό διανοούμενο της εποχής: τον Έρασμο του Ρόττερνταμ. Ο ίδιος ο Έρασμος, πάντως, αποκηρύσσει επανειλημμένως και δημοσίως το έργο και διατυμπανίζει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι δεν το έχει συντάξει εκείνος. Σε χρόνους κατά τους οποίους η dictio erasmica αποτελούσε το απόλυτο πρότυπο πρόζας σε όλη την Ευρώπη, θα ήταν εύκολο να πιστέψει κανείς ότι το έργο γράφτηκε κατά μίμηση του Έρασμου, και όχι από την ίδια την πένα του Ολλανδού ανθρωπιστή. Ωστόσο, αν και η συζήτηση περί της πατρότητας του έργου συνεχίζεται έως και σήμερα, ελάχιστοι είναι πια εκείνοι που αμφισβητούν -ιδίως μετά την κριτική έκδοση του 2013- ότι η διαίσθηση των πρώτων αναγνωστών ήταν απολύτως ορθή: το έργο το συνέταξε πράγματι ο Έρασμος από το 1513 έως το 1514 στην Αγγλία, προορίζοντάς το για έναν πολύ στενό και έμπιστο κύκλο φίλων ανθρωπιστών. Eίναι δε βέβαιο ότι δεν επιμελήθηκε ο ίδιος την πρώτη του έκδοση, τρία χρόνια αργότερα. Το διάστημα πάντως αυτό ήταν αρκετό για να μεταβάλει ριζικά την πρόσληψη και ερμηνεία του διαλόγου. Ένα έργο που γράφτηκε με εμφανώς κωμική διάθεση και με σκοπό να αποτυπώσει ανάγλυφα -και ακραία- τα ιδεώδη του χριστιανικού ανθρωπισμού και της επιστροφής στην ecclesia primitiva, τυπώνεται τελικά όταν άρχεται η άνοδος του προτεσταντισμού και φθάνει να ερμηνεύεται και να αξιοποιείται ως ανελέητο σφυροκόπημα της Ρώμης και του παπισμού.

Στον διάλογο λαμβάνουν μέρος τρεις μορφές: ο Πέτρος, ο Ιούλιος και το «Πνεύμα»-προστάτης του Ιουλίου. Το Πνεύμα παρεμβάλλει κυρίως σκωπτικά σχόλια εναντίον του Ιουλίου, αλλά δεν μετέχει ουσιαστικά στον διάλογο. Τούτος αναπτύσσεται ως αυστηρός «έλεγχος» του Ιουλίου από τον Πέτρο, με τον Έρασμο να μας χαρίζει μια πρώτης τάξης ανάλυση των κινήτρων και των ενεργειών ενός πάπα που οδήγησε όλη την Ευρώπη σε πόλεμο. Η αναπαράσταση των διαφορών των δύο ανδρών μέσα στον διάλογο είναι ανεπανάληπτη και καταλήγει στο μόνο δυνατό αποτέλεσμα: την απολάκτιση του Ιουλίου από τη βασιλεία των ουρανών.

Η μετάφραση του έργου θα δημοσιευθεί στο ΝΠ σε δύο συναπτές αναρτήσεις, στις 7 και 8 Δεκεμβρίου.

(περισσότερα…)

Ένα κρανίο και 206 οστά

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 ~.~

1

Το νεκροταφείο του χωριού επεκτάθηκε πρόσφατα. Δεν περνά μέρα χωρίς κηδεία. Χιλιάδες συγχωριανοί μου βρίσκονται θαμμένοι εκεί: γνωστοί και άγνωστοι, συγγενείς και φίλοι, ανάμεσά τους και πολλοί νέοι άνθρωποι που χτυπήθηκαν ξαφνικά από αρρώστιες και άλλοι που σκοτώθηκαν σε τροχαία δυστυχήματα. Τόσες χαμένες ζωές, τόσες τραγωδίες, τόσα σχέδια που έμειναν ορφανά και ανολοκλήρωτα: ποιο το νόημα; Το ίδιο αναρωτιέμαι και όταν στέκομαι μπροστά στον τάφο των γονιών μου. Φαντάζομαι τα οστά και τα κρανία τους και αναρωτιέμαι «αυτό είναι όλο;». Δεν ξέρω. Εκείνη τη στιγμή όλα μου φαίνονται το ίδιο τραγικά όσο και γελοία. Θα ήθελα, μόλις βγω απ’ το νεκροταφείο, να τα παρατήσω όλα, κάθε προσπάθεια, κάθε στόχο, επιτέλους να ζήσω την απλούστερη δυνατή ζωή, την πιο ήσυχη, την πιο λιτή, απαλλαγμένη απ’ όλες τις μάταιες συνήθειες και τις καθιερωμένες ανοησίες. Αλλά δεν είμαι ακόμα απόλυτα έτοιμος για μια τέτοια κατάκτηση.

2

Ενώπιον του τάφου θεωρίες, προσχήματα και αυταπάτες καταρρέουν. Δεν είναι αστείο πράγμα ο λάκκος. Δεν ξέρω αν εκεί μέσα τελειώνουν όλα ή αν υπάρχει συνέχεια. Ωστόσο, μια φωνή μέσα μου, σαν εσωτερικός υποβολέας, μου υπενθυμίζει διαρκώς: και πριν στον τάφο κατεβείς, πρόσεξε πώς θα πορευτείς.

3

Πέθανε ο γάτος μας ο Ερμής. Έντεκα χρόνια έζησε μαζί μας.  Ο πόνος μου ήταν στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. Η γυναίκα μου ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαψε πολλές φορές μέχρι το βράδυ. Έκλαιγε και τις επόμενες μέρες. Ο δικός μου πόνος παρέμεινε στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. (Ερμάκο μου, σε ευχαριστώ για την παρέα και τις χαρές που μας έδωσες. Εύχομαι ολόψυχα να ξαναβρεθούμε).

4

Προσωρινό μέλος της ζωντανής ανθρωπότητας, αργά ή γρήγορα θα γίνω κι εγώ μόνιμο μέλος της νεκρής ανθρωπότητας. Η ατομική μου ιστορία θα χαθεί για πάντα στο αχανές κοιμητήριο της λήθης. Αυτή είναι η βιογραφία μου στην απλούστερη μορφή της. Και με κάποιες διαφορές, και η βιογραφία κάθε ανθρώπου.

5

Μήπως δηλητηριάζω τη ζωή μου συλλογιζόμενος διαρκώς τον θάνατο; Είναι κακό να σκέφτομαι τόσο συχνά ότι κάποτε θα πάψω να υπάρχω; Δεν ξέρω για τους άλλους αλλά για μένα αυτή η ιδεοληψία με τα χρόνια λειτουργεί θετικά. Μόνο συλλογιζόμενος τη θνητότητά μου μπορώ να ζω φυσιολογικά: με βοηθά να μην παίρνω τίποτα στα σοβαρά (με εξαίρεση τον ανθρώπινο πόνο) και μειώνει όσο πρέπει την υπερβολική βούληση για δράση που είναι πάντα η αναγκαία συνθήκη για την εκδήλωση του κακού. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Εἶναι ὁ διάβολος σκεπτικιστής;

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Καί οἱ ἀπεχθέστερες ἀκόμα πράξεις, σάν αὐτές πού τό βάρος τῆς εὐθύνης τους φέρει ὁ διάβολος, εἶναι ὡς πρός τίς συνέπειες λιγότερο ἐπιζήμιες ἀπό τά σκεπτικιστικά ἐπιχειρήματα, ὅταν αὐτά παύουν νά ἀποτελοῦν ἕνα πρός ψυχαγωγία παίγνιο καί καταντοῦν ἔμμονη στάση. Καταστρέφω σημαίνει ὅτι ἀναπτύσσω μιά δράση, ὅτι δημιουργῶ ἀπ’ τήν ἀνάποδη, σημαίνει ὅτι κατά ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο τάσσομαι ἀλληλέγγυος μέ ὅ,τι ὑπάρχει. Ὡς φορέας του μή-ὄντος, τό Κακό παρεμβάλλεται στήν οἰκονομία του ὄντος, εἶναι ἀπαραίτητο, ἐκπληρώνει μιά σημαντική, ἄν ὄχι ζωτική, λειτουργία.

Ποιά λειτουργία ὅμως ἐκπληρώνει ἡ ἀμφιβολία; Σέ ποιά ἀναγκαιότητα ἀνταπαντᾶ; Ποιός, ἐκτός ἀπό τόν ἀμφιβάλλοντα, τήν ἔχει ἀνάγκη; Ἀχρείαστη συμφορά, ἀπόλυτη συντριβή ἐλπίδων, δέν ἀνταποκρίνεται σέ καμιά ἀπό τίς θετικές ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς. Χωρίς εὔλογη αἰτία, θέτει τό ὅλον ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἐνδοιάζει ἀκόμη κι ὅταν ὀνειροπολεῖ.

*

Πρός ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν του, ὁ διάβολος, πνεῦμα δογματικό, μηχανεύεται ἐνίοτε τεχνάσματα σκεπτικιστικά· θέλει νά μᾶς κάνει νά πιστέψουμε ὅτι δέν ἐνδιατρίβει ὁλοψύχως σέ τίποτα, προσποιεῖται τήν ἀμφιβολία, εὐκαιρίας δέ δοθείσης τήν καλεῖ πάντοτε πρός ἐπίρρωση. Ἄν καί τή γνωρίζει καλά, ὡστόσο δέν αἰσθάνεται ποτέ ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση μαζί της, τή φοβᾶται μάλιστα τόσο πολύ πού δέν εἶναι διόλου πεπεισμένος ὅτι θέλει πράγματι νά τή συστήσει ἤ νά τήν ἐπιβάλει στά θύματά του.

Τό δρᾶμα τοῦ ἀμφιβάλλοντος εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τοῦ ἀρνητῆ, ἐπειδή τό νά ζεῖς χωρίς σκοπό εἶναι δυσχερέστερο ἀπό τό νά ζεῖς γιά ἕναν κακό σκοπό. Ὅθεν, ὁ σκεπτικιστής δέν διαπνέεται ἀπό σκοπούς: ὄντες ὅλοι τους εὔθραυστοι ἤ ἀβάσιμοι, ποιόν νά ἐπιλέξει; Ἡ ἄρνηση, ἀπό τήν ἄλλη, ἰσοδυναμεῖ μέ ἕνα πρόγραμμα· καταλαμβάνει τήν ὕπαρξη, ἐκπληρώνει καί τίς πιό ἀπαιτητικές ἀνάγκες της· πλήν αὐτοῦ, εἶναι ὡραῖο νά ἀρνεῖσαι, εἰδικά ὅταν εἶναι ὁ Θεός αὐτός πού πλήττεται: ἡ ἄρνηση συνιστᾶ πληρότητα, ὄχι κενότητα, μιά πληρότητα ἀνήσυχη καί ἐπιθετική. Ἄν ἡ σωτηρία βρίσκεται στήν πράξη, τότε ἡ σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ ἐπέρχεται διά τῆς ἄρνησης, ἀφοῦ χάριν αὐτῆς ἀκολουθῶ ἕνα σχέδιο, διαδραματίζω ἕναν ρόλο. Μποροῦμε νά καταλάβουμε γιατί ὁ σκεπτικιστής, μετανιωμένος πού διάλεξε νά βαδίσει σέ τεντωμένο σχοινί, ζηλοφθονεῖ τόν διάβολο. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι, παρά τίς ὅποιες ἐπιφυλάξεις, ἡ ἄρνηση εἶναι πηγή δράσης καί βεβαιότητας: ὅταν ἀρνούμαστε, ξέρουμε τί θέλουμε· ὅταν ἀμφιβάλλουμε, ὁδηγούμαστε στό νά μήν ξέρουμε πιά.

(περισσότερα…)

Είναι ο συμβολισμός το αντίθετο του ρεαλισμού; (Μέρος Δεύτερο)

*

Θα προσπαθήσω εδώ να δώσω παραδείγματα για όσα υποστήριξα προηγουμένως, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνάψεις και να περιοριστεί η ανάγκη για αναγωγή. Τα παραδείγματα αφορούν στη λειτουργία και τη φύση της συμβολιστικής ποίησης, αλλά και στην ποιότητα του λυρικού εγώ (άτομο ή τύπος ανθρώπου;) στα ποιήματα του συμβολισμού.

Εκκινώ από έναν στίχο του Ρεμπώ, τόσο συμβολιστικά άπεφθο κατ’ εμέ, που θα μπορούσε μόνος του να στέκεται σαν μανιφέστο. Ας σηκώσουμε τα μανίκια: Ύποπτο σήμα πανδοχείου εγώ[1]. Ο Ρεμπώ μάς είχε προειδοποιήσει στις επιστολές του: μην υπογραμμίζετε με τη σκέψη. Όμως, για λίγο θα τον παρακούσουμε προκειμένου να αποδειχτεί κάτι. Ρωτώ, λοιπόν: μπορεί αυτός ο στίχος να εξηγηθεί; Πώς μπορούμε να διαβάσουμε τη συμβολιστική ποίηση; Οι αναγνώστες χωρίζονται χοντρικά σε δύο κατηγορίες: έχουμε τον ενεργητικό αναγνώστη και τον παθητικό. Υπάρχει κι ένας τρίτος; Ναι, αλλά είναι σπάνιος: αυτός που συνενώνει τη φύση των δύο προηγούμενων. Ο πρώτος επιχειρεί να ερμηνεύσει οτιδήποτε διαβάζει, στήνει ενέδρα σε κάθε στίχο, χρησιμοποιεί ως δόκανο τον νου. Θέλει να καταλάβει, να συμμετάσχει διανοητικά. Ο δεύτερος διαβάζει περισσότερο διαισθητικά. Παραδίνεται στο κείμενο, αισθάνεται, και ξετυλίγει το πανί της φαντασίας για χάρη του ποιητικού προτζέκτορα. Συμμετέχει συναισθηματικά. Ας παρακολουθήσουμε, λοιπόν, την αναγνωστική πορεία τους πάνω στον στίχο του Ρεμπώ.

Ο ενεργητικός αναγνώστης ασφαλώς αντιλαμβάνεται ότι το κέντρο βάρους του στίχου είναι το πανδοχείο. Συνεπώς, εύλογα το χρησιμοποιεί ως κλειδί. Αρχίζει να διερευνά τον χώρο των πανδοχείων κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Ζητά να μάθει το εσωτερικό τους, τους θαμώνες, τη λειτουργία τους κτλ. Δεν αργεί να ξεθάψει το σάπιο κουφάρι αυτού του περιβάλλοντος, την παρακμή, τη φτώχεια, το έκφυλο, τη δυσωδία κ.ά. Ύστερα στρέφεται με αυτοπεποίθηση στη λέξη «σήμα». Τι σόι σήμα είναι αυτό; Σινιάλο; Κάτι που δηλώνει μια επικείμενη ανατροπή της τάξης, του νόμου; Είναι μήπως σήμα ανάγκης; Άραγε τα πανδοχεία εκείνη την εποχή παρήγαν κάποιο είδος φωτεινού γλωσσικού κώδικα; Πίσω στις εγκυκλοπαίδειες, πίσω στη μελέτη! Ας υποθέσουμε ότι ο πνευματικός ζήλος του αναγνώστη μας βρίσκει τη λύση. Αμέσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι η αξία της σε σχέση με τον στίχο. Έχει άλλωστε συμβεί ξανά: ένας μελετητής του Ρεμπώ ανακάλυψε ότι η φράση «όχι άλλο γενηθήτω» κατάγεται από τους τάφους των στρατιωτών του Γαλλοπρωσικού πολέμου. Σε πολλούς τέτοιους τάφους υπήρχε η ευλαβής επιγραφή «Γενηθήτω», δηλώνοντας τη χριστιανική ανάσταση των νεκρών. Εξαίρετα. Και τώρα τι; Πώς αυτή η πληροφορία έχει κάτι να προσθέσει στον στίχο; Γιατί δεν είναι μια κειμενική αναφορά του ίδιου του Ρεμπώ; Μήπως επειδή, όπως έγραψα στο πρώτο μέρος, ο συμβολισμός υπαινίσσεται; Η αφαιρετικότητα των συμβολιστών είναι σκόπιμη. Όπως έλεγε ο Μαλλαρμέ, σου μιλούν για ένα λουλούδι δίχως να το ονομάζουν. Γιατί ζητάνε την ουσία του λουλουδιού, γιατί το ίδιο το λουλούδι τούς είναι άχρηστο[2]. Αν σου μιλήσουν ευθέως για ένα λουλούδι, δε θ’ αποκαλύψουν αυτό που κρύβεται πίσω του, δε θα υποβάλουν. Κι ερχόμαστε εμείς, σηκώνουμε τα χεράκια μας και λέμε «κύριε, κύριε, το βρήκα, το βρήκα! Το λουλούδι είναι!». Συγχαρητήρια, αλλά μόλις καταστρέψατε ένα τρυφερό κι ευαίσθητο συμβολιστικό ποίημα, διαλύοντας το μαγνάδι της αφαιρετικότητας. (περισσότερα…)

Φρανσίσκο ντε Αλμέιδα, Μια παρουσίαση και μια συνομιλία με τον Βραζιλιάνο εικαστικό

*

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Από το «brihlo do ceu» ώς την «oracão pra lua»

Το σοκ τής αναμέτρησης με το απρόσμενο. Το δέος τής καταβύθισης στο ποιητικό σύμπαν τού εικαστικού γίγνεσθαι. Το τετελεσμένο τής συνειδητοποιημένης ασυνειδητότητας – της απώλειας του Εγώ, ενώπιον ενός πανδαιμονίου συμβόλων, ενός οργίου εσωτερικότητας, της ανάκτησης του δικαιώματος στην ιεροτελεστία, ενώπιον μιας έκρηξης αστρικής, μιας θηλυκής προσευχής και της προσευχής στη θηλυκότητα: η αναμέτρηση με την «Hφαιστειακή έκρηξη του στήθους».

Ναι. Οι λέξεις αυτές θα μπορούσαν να είναι μεταμοντέρνες αρλούμπες διανοουμενίστικης απόχρωσης. Δεν είναι. Κάποτε, απλά, τα περιθώρια και της ίδιας της γλώσσας ακόμη στενεύουν. Κάποτε, οι δυνατότητές της πρέπει να επινοηθούν απ’ την αρχή, ειδικά αν καλούνται να αποτυπώσουν νέες και εκ νέου επινοημένες δυνατότητες της τέχνης. Και πώς να περιγράψεις με λέξεις μιαν ηφαιστειακή έκρηξη του στήθους;

Αυτά τα τρία, πάντως, το σοκ, το δέος και η έκσταση είναι που διαδέχτηκαν ακαριαία το ένα το άλλο, όταν, προσερχόμενη ανυποψίαστη σε συναυλία που με είχαν καλέσει στην Πρεσβεία της Βραζιλίας στο Βερολίνο, βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο –σκοντάφτοντας θαρρείς– με την ισομεγέθη Γοργόνα με τα χρυσά φτερά. Το επιφώνημα έγινε αντιληπτό στους γύρω μου που λίγο αργότερα σίγουρα θα αναρωτιούνταν τι να κάνει εκεί τόσην ώρα καρφωμένη στην είσοδο ως άλλη στήλη άλατος η… Βραζιλιάνα(;), τη στιγμή που τα τεκταινόμενα θα συνέβαιναν εντός ολίγου στο βάθος της αίθουσας.

Και όμως, εκεί ήταν το μέρος το σωστό, το ακριβές σημείο όπου, στεκούμενη, συντελέστηκε αυτό που με μία λέξη, εικάζοντας, ονομάζουμε μαγεία. Σαν ωστικό κύμα που αίφνης καταργεί την ακοή σου, σαν σφαλιάρα που ξάφνου σε ‘ξυπνά’, σαν θαλάσσιο κύμα που μεμιάς σε ανατρέπει, αυτή η ξυλογραφία, διαστάσεων 1,85×1,50m έγινε η θύρα εισόδου σε ένα μαγικό και ποιητικό εικαστικό σύμπαν. Ήταν εκεί. (περισσότερα…)

«στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι…»

*

Στις 2 του Δεκέμβρη 1944 «γεννήθηκε στη Σαλονίκη» ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μνεία τιμητική στην επέτειο, ένα απόσπασμα για τον ποιητή από παλιότερο δοκίμιο του Κ. Κουτσουρέλη.

~.~

Ο Διονύσης Σαββόπουλος επηρέασε την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού όσο κανείς άλλος τις τελευταίες δεκαετίες. Για να μην παρεξηγηθώ: δημιουργούς πληρέστερους, πλατύτερους, καθολικότερους εκείνου, η μουσική μας προφανώς διαθέτει. Και μόνο το όνομα του Μίκη εδώ θ’ αρκούσε. Όμως ο Σαββόπουλος δεν είναι ένας απλώς από τους πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού μισόν αιώνα τώρα. Όπως έχει ειπωθεί, είναι ο άνθρωπος που φέρνει στην Ελλάδα τον τύπο του βάρδου της ροκ, που με τη σειρά του αναβιώνει τον παμπάλαιο τύπο του ραψωδού ή του τροβαδούρου. Συνενώνοντας στο πρόσωπό του και τις τρεις ιδιότητες που συνδιαμορφώνουν το τραγούδι, και τη σύνθεση και τη στιχουργική και την ερμηνεία, ο Σαββόπουλος επηρεάζει τους νεώτερούς του τραγουδοποιούς σε βαθμό ανώτερο από κάθε άλλον ομότεχνό του.

Για τους στίχους του Σαββόπουλου μπορεί να μιλάει κανείς για ώρες. Μπορεί να σταθεί στην πολιτική, την κριτική τους πλευρά, λ.χ. αυτήν που σαρκάζει τη δομική ανισορροπία της σύγχρονης ζωής:

σ’ ευχαριστώ ω εταιρία
εν αφθονία μου παρέχεις
στέγη τροφή και προστασία
σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

Ή που διεκτραγωδεί τα εθνικά μας πάθη, όπως στο τραγούδι του 1974 για την Κύπρο:

Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ
δεν έχεις τίποτ’ ακριβό να παραδώσεις
μόν’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις
και κάνα φράγκο στο κουτί που ’ναι στην άκρη. […]

Κι αν λέω ψέματα κι αν λέω παραμύθια
κι η ζητιανιά τα δυο χεράκια μου στραβώνει
μη με μαλώνεις, μόνο δώσε μια βοήθεια
το άδειο μας πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει.

Ή μπορεί πάλι να σταθεί στην ερωτική του πλευρά, στον ποιητή που υμνεί τη γυναικεία μορφή όταν παραδίδεται, θροΐζοντας στην κυριολεξία μέσα από τις αλεπάλληλες συνηχήσεις του θήτα και του ρο, στο αμίμητο λίκνισμα ενός ταγκό: (περισσότερα…)