*
Έχουμε συχνά αναφερθεί στην ειρωνεία του πράγματος: Eνώ η λέξη «διαφορετικότητα» παπαγαλίζεται παντού, είναι το αντίθετό της, η αποβλακωτική ομοιογένεια, που επιβάλλεται στην πράξη.
Τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα είναι εδώ το κλασικό παράδειγμα. Υπάρχει κολλέγιο ή πανεπιστήμιο που σέβεται τον εαυτό του και δεν διατυμπανίζει τη στράτευσή του υπέρ της «ποικιλομορφίας» στις μέρες μας; Είναι αδύνατο να ξεφυλίσσετε τα διαφημιστικά φυλλάδια οποιουδήποτε τυπικού κολλεγίου, πόσο μάλλον να πατήσετε το πόδι σας στην πανεπιστημιούπολη, χωρίς να κατακλυστείτε από διαβεβαιώσεις ότι η διαφορετικότητα εδώ είναι η πιο αγαπημένη αξία, το ιδεώδες στο οποίο υποτάσσεται κάθε άλλη επιδίωξη.
Αλλά όταν εξετάζετε τι πράγματι διδάσκουν και κηρύττουν αυτά τα πανεπιστήμια (και πόσο μεγάλο μέρος της διδασκαλίας τους δεν είναι στην πράξη παρά ένα κοσμικό κήρυγμα, δηλαδή ένα είδος κατήχησης), αποδεικνύεται ότι η άκαμπτη συμμόρφωση είναι το ζητούμενο. Συνηθίζαμε να γελάμε με ανθρώπους των οποίων ο τίτλος ήταν κάποια παραλλαγή του «Αντιπρύτανης επί ζητημάτων διαφορετικότητας». «Αστειεύεστε, έτσι;» ήταν η απάντηση. «Τι κάνει ένας αντιπρύτανης της διαφορετικότητας;»
Τώρα κανείς δεν γελάει. Παρά την πρόγκα, η συναίνεση του γουοκισμού συνεχίζει απτόητη, αν και όχι εντελώς ανυπότακτη, τη βασιλεία της.
Το συμπέρασμα είναι ότι σε ένα ολοένα και ευρύτερο φάσμα θεμάτων μόνο μια γνώμη δικαιούται την πατέντα της διαφορετικότητας. Οι πανεπιστημιακοί αξιωματούχοι αυτού του είδους δεν είναι εκεί για να επιβλέπουν την ακαδημαϊκή αριστεία αλλά για να επιβάλλουν την κοινωνική και ηθική συμμόρφωση. Η φιλοδοξία τους δεν είναι πρωτότυπη. Οι Γερμανοί στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα επινόησαν έναν όρο για την όλη διαδικασία: Gleichschaltung, «ευθυγράμμιση» ή συμμόρφωση κάθε πτυχής της ζωής προς την κυρίαρχη ιδεολογία. Οι κομισάριοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μιας νέας Gleichschaltung. Αλλά οι Αμερικανοί αριστερίζοντες έχουν αποδειχθεί ταχείς μαθητές τους και έχουν φτάσει ή ξεπεράσει τους μέντορές τους στην επιβολή της συμμόρφωσης.
Γλωσσικά, αυτό που βλέπουμε είναι ο θρίαμβος των ειρωνικών εισαγωγικών. Ο καθένας μπορεί να εκτιμήσει τη διαφορά ανάμεσα στο φρέσκο ψάρι και στο “φρέσκο” ψάρι. Αν ψάχνετε για δείπνο, αποφύγετε το δεύτερο. Παρομοίως, αν ακούσετε έναν πανεπιστημιακό ή ένα πανεπιστημιακό στέλεχος (ή ακόμη, ως προς το θέμα μας, έναν κυβερνητικό γραφειοκράτη) να διακηρύσσει τη δέσμευσή του στη διαφορετικότητα, μπορείτε να είστε σίγουροι ότι εννοεί τη δέσμευσή του στη “διαφορετικότητα”, δηλαδή τη συμμόρφωση που μασκαρεύεται σε ποικιλομορφία.
Όλοι το βλέπουμε. Είναι μέρος αυτού που ο Άντονυ Τρόλλοπ αποκάλεσε «ο σημερινός τρόπος του ζην». Είναι μια από τις μεγάλες ειρωνείες της εποχής μας. Κάποιοι μπορεί να αντιτείνουν ότι στην πραγματικότητα είναι απλώς μια από τις μεγάλες υποκρισίες της εποχής. Και υπάρχει μια αλήθεια αυτό. Μια μεγάλη δόση υποκρισίας υπάρχει σίγουρα σ’ όλα αυτά. Όμως θυμόμαστε την παρατήρηση του Λα Ροσφουκώ ότι «l’hypocrisie est un hommage que le vice rend à la vertu». Αυτό που εννοούσε ήταν ότι η υποκρισία, παρότι λυπηρή, τουλάχιστον αναγνώριζε τις αξιώσεις της αρετής που υποκρινόταν ότι ενσάρκωνε.
Η τέλεια μισαλλοδοξία που τροφοδοτεί τη σημερινή κουλτούρα της ψευδοδιαφορετικότητας δεν έχει χώρο για τέτοιες αναγνωρίσεις ή ελαφρυντικά. Συμμόρφωση και ευθυγράμμιση είναι οι στόχοι της Gleichschaltung, ακόμη και αν αμπαλάρονται στη γλυκερή ρητορεία της ποικιλομορφίας. Πριν από λίγα μόλις χρόνια, όταν κανείς περιέγραφε αυτού του είδους τα άτομα ή τις συμπεριφορές, ο κόσμος χαμογελούσε. Όπως και πολλές άλλες πνευματικές τοξίνες, ο γουοκισμός ξεκίνησε τη ζωή του ως φάρσα. Οι άνθρωποι αδυνατούσαν να τον πάρουν στα σοβαρά, οπότε γελούσαν με δαύτον. Ήταν τόσο γελοίος, που παρέβλεψαν ολότελα το γεγονός ότι είχε νύχια.
Το ίδιο συνέβη και με την πολιτική ορθότητα, η οποία ξεκίνησε τη ζωή της στις σατιρικές σελίδες μιας φοιτητικής έκδοσης του Πανεπιστημίου Μπράουν τη δεκαετία του 1980. Τώρα μας κόπηκε το γέλιο. Και όχι επειδή όλα αυτά έπαψαν να είναι κωμικά. Είναι. Απλώς συχνά η γελοιότητα συνυπάρχει άψογα με την κακοβουλία, γεγονός που παραθεωρούμε ή πάντως είμαστε έτοιμοι να το δικαιολογήσουμε. Μήπως έτσι δεν αντιδρούσαμε στα καραγκιοζιλίκια της «δεκαετίας του ’60»; «Ω, αυτά τα παιδιά, με την επαναστατική μουσική τους, τα εξωφρενικά ρούχα και τον αφελή πολιτικό “ιδεαλισμό” τους!»
Ήταν εύκολο να τα απορρίψει κανείς όλα αυτά ως τυπικά γεννήματα της αυταρέσκειας και της ευμάρειας. Ήταν κομμάτι της ιστορίας μας. Αλλά η ξαφνική αλλαγή στα ήθη και τα έθιμα πυροδοτήθηκε επίσης από κάτι βαθύτερο, πιο σκοτεινό και λιγότερο χαμογελαστό. Η κουλτούρα των ναρκωτικών και η σεξουαλική ελευθεριότητα ήταν οι κορυφές αυτού του παγόβουνου. Πίσω τους καραδοκούσε η ζοφερή, απειλητική «μακρά πορεία μέσ’ απ’ τους θεσμούς», αυτή η φαύλη στρατηγική που συνέλαβε ο Ιταλός μαρξιστής Αντόνιο Γκράμσι. Και οι περί ου ο λόγος θεσμοί κάλυπταν όλο το φάσμα, από την οικογένεια και τις εκκλησίες μέχρι τα σχολεία, τα κολλέγια, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και, τέλος, τις εταιρικές και κυβερνητικές γραφειοκρατίες.
Αυτή η «μακρά πορεία» ξεκίνησε στο περιθώριο της κουλτούρας στα τέλη της δεκαετίας του 1950, πριν μετακινηθεί προς το κέντρο της τη δεκαετία του ’60 και του ’70. Προχώρησε διασπείροντας καρπερούς αλλά και δηλητηριώδεις σπόρους που χρειάστηκαν χρόνια για να βλαστήσουν και να αναπτυχθούν. Τώρα, έχουν ανθίσει πλήρως, όπως μας θυμίζουν φρασούλες του τύπου «drag-queen story hour», «transsexual bathrooms» και «white supremacy». Ποιος θα μπορούσε να προβλέψει ότι η Bud Light, η κατ’ εξοχήν μπύρα του Αμερικανού εργάτη, θα υιοθετούσε έναν θηλυπρεπή τρανσέξουαλ ως μασκότ της; Ο ιστορικός Πωλ Γκόττφρηντ έχει δίκιο: «Εταιρείες “αφυπνισμένες” δεν υπάρχουν μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες», σημειώνει,
«είναι πλέον ο κανόνας σε ολόκληρο τον Δυτικό κόσμο. Όπως οι ιατρικές και νομικές σχολές ή ο στρατός μας, τα στελέχη των εταιρειών κατηχούν τους εργαζομένους τους στην κρατική ιδεολογία και επιβάλλουν τη δογματική τους συμμόρφωση στους χώρους εργασίας. Αυτό που δεσπόζει τώρα σε όλη τη “δημοκρατική Δύση” είναι ένα σύστημα ελέγχου της σκέψης, εξίσου καταπιεστικό με εκείνο της πρώην σοβιετικής αυτοκρατορίας. Όμως, σε αντίθεση με εκείνο, τούτη η νέα μορφή ελέγχου επιβάλλεται μέσω ενός προηγμένου και δικτυωμένου παντού μηχανισμού διάπλασης της συνείδησης και λειτουργεί άψογα χωρίς τη βιαιότητα που χαρακτήριζε τα παλαιότερα πρωτόγονα ολοκληρωτικά μοντέλα.»
Αν κάποιος έπεφτε σε ύπνο Ριπ Βαν Γουίνκλ το 1963, πιστεύετε ότι θα αναγνώριζε τη χώρα του ξυπνώντας εξήντα χρόνια αργότερα, το 2023; Αμφιβάλλουμε. Κανείς δεν έχει εξηγήσει πλήρως πώς προέκυψε αυτή η μετάλλαξη του πολιτισμού μας. Αναμφίβολα, υπάρχουν πολλές αιτίες που συνέβαλαν σε αυτό. Μια από τις πιο πρωτότυπες προσπάθειες να εξηγηθεί η μονολιθική φύση του θηρίου δημοσιεύθηκε τον περασμένο χειμώνα από τον Γκλεν Χάρλαν Ρέυνολντς σε ένα άρθρο του στο Substack υπό τον τίτλο «Σκέψεις για τη μονοκαλλιέργεια της άρχουσας τάξης μας».
Ο Ρέυνολντς ξεκινάει από μια πρόσφατη παρατήρηση του Έλον Μασκ ότι η wokeness ισοδυναμεί με ένα είδος εξουθενωτικού «ιού του εγκεφάλου». Ο Μασκ υπογράμμιζε τη σοβαρότητα και την επικοινωνιακότητα του φαινομένου. Ο θρίαμβος του θα σήμαινε την έκλειψη της ατομικής ελευθερίας και της ελεύθερης πρόσβασής μας στο παρελθόν. Ο Τζωρτζ Όργουελ είχε πει ότι τότε μόνο θα καταλάβουμε πως ο Μεγάλος Αδελφός και η Νέα Γλώσσα έχουν τελικά επικρατήσει όταν
«κάθε αρχείο θα έχει καταστραφεί ή παραποιηθεί, κάθε βιβλίο θα έχει ξαναγραφτεί, κάθε πίνακας θα έχει ξαναζωγραφιστεί, κάθε άγαλμα και δρόμος και κτίριο θα έχουν μετονομαστεί, κάθε ημερομηνία θα έχει αλλάξει».
Βρισκόμαστε σε καλό δρόμο προς τα εκεί, όπως μας υπενθυμίζουν οι συνεχείς αποκαλύψεις για τα δημοφιλή βιβλία που ανασυντάσσονται ή αλλοιώνονται και οι επίμονες εκστρατείες για την απομάκρυνση ή την αντικατάσταση «προσβλητικών» αγαλμάτων και δημόσιων έργων τέχνης, για να μη μιλήσουμε για τις μετονομασίες κολλεγιακών ιδρυμάτων ή προγραμμάτων σπουδών.
Το δεύτερο μάθημα από το δοκίμιο του Ρέυνολντς είναι η διαπίστωσή του ότι η ομοιογένεια της ιδεολογίας του γουοκισμού είναι υποπροϊόν της ομοιομορφίας των ελίτ που προΐστανται του πολιτισμού μας. Σκεφτείτε το Ανώτατο Δικαστήριο. Αποτελείται από εννέα δικαστές. Μέχρι τον διορισμό της Άμυ Κόνευ Μπάρρετ, η οποία φοίτησε στη Νομική Σχολή της Notre Dame, όλοι τους ήταν πτυχιούχοι του Χάρβαρντ ή του Γέηλ. Αυτή η γραφική έκφραση της μονοκαλλιέργειας των ελίτ μας μπορεί να εντοπιστεί σε όλη τη διοικητική γραφειοκρατία που ελέγχει όλο και περισσότερο τη ζωή μας.
Όπως σημειώνει ο Ρέυνολντς, το θέμα αυτό το ανέπτυξε ο αείμνηστος Άντζελο Κονταβίλλα σε ένα κλασικό δοκίμιο για τις ελίτ της Αμερικής το 2010. «Η σημερινή άρχουσα τάξη», έγραψε, «από τη Βοστώνη μέχρι το Σαν Ντιέγκο, διαμορφώθηκε από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξέθεσε τα μέλη της στην επιρροή των ίδιων ιδεών, που τους παρείχε μια εντυπωσιακά ευθυγραμμισμένη αγωγή, ώστε να διαμορφώσουν ανάλογα γούστα και συνήθειες». Και συνέχιζε:
«Όλα αυτά ισοδυναμούν με έναν κοινωνικό κανόνα αξιολόγησης του καλού και του κακού, συμπληρωμένον με μια κοσμική Ιερά Ιστορία, έναν κατάλογο αμαρτιών (κατά των μειονοτήτων και του περιβάλλοντος) και ένα εικονοστάσιο αγίων. Η καθώς πρέπει γλώσσα και η αποφυγή των απαγορευμένων λέξεων χρησιμεύει εδώ ως δήλωση ταυτότητας».
Ο Ρέϋνολντς σημειώνει εν παρόδω ότι η πραγματική, φυσική ποικιλομορφία είναι ένα δραστικό βιολογικό στρατήγημα κατά των επικίνδυνων ιών. Οι υποθέσεις του σχετικά είναι ερεθιστικές και αξίζει να διαβαστούν. Εδώ σημειώνουμε απλώς την πιθανώς ευοίωνη πλευρά των διαπιστώσεών του. Ο γουοκισμός μπορεί να μοιάζει ακαταμάχητος. Όμως η ίδια η μονολιθική του φύση και οι ολοκληρωτικές φιλοδοξίες του τον καθιστούν ευάλωτο. Αν επιτεθεί κανείς επιτυχώς σε ένα στοιχείο της μονοκουλτούρας, ολόκληρο το οικοδόμημά της που μοιάζει με ντόμινο ενδέχεται να σωριαστεί. Αν είχαμε μια πιο ποικιλόμορφη άρχουσα τάξη, σημειώνει ο συγγραφέας,
«οι ιδέες δεν θα εξαπλώνονταν τόσο γρήγορα και δεν θα γίνονταν δεκτές τόσο άκριτα. Θα υπήρχαν αντιγνωμίες και αντιρρήσεις. Θα υπήρχε κριτική και θα διεξαγόταν διάλογος».
Αυτή την έκβαση ευχόμαστε ευλαβώς. Πόσο μάλλον που η εναλλακτική ενδέχεται να αποδειχθεί ολοκληρωτικός εφιάλτης.
.~.
Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε ως editorial του περιοδικού The New Criterion τον Μάιο του 2023. Μετάφραση για το ΝΠ: Βασίλης Πράτσικας.
*
*
*
