Σκέψεις για το μέλλον του βιβλίου

*

Εδώ και μια δεκαετία επισκέπτομαι κάθε άνοιξη την Έκθεση Βιβλίου της Λειψίας που είναι η μεγαλύτερη στη Γερμανία μετά από εκείνη της Φραγκφούρτης. Κάθε χρόνο παρατηρώ κάποιες αλλαγές στις αναγνωστικές συνήθειες των ανθρώπων και κάνω σκέψεις για το μέλλον του κόσμου.

Μέσω της οθόνης ο σημερινός άνθρωπος έχει εθιστεί στην κατανάλωση εικόνων τόσο πολύ ώστε να μην είναι σε θέση να διαβάσει σκέτο κείμενο, κείμενο δηλαδή που δεν συνοδεύεται από μια φωτογραφία ή κάποιου είδους εικονογράφηση. Έχει αυξηθεί η κυκλοφορία κόμιξ και graphic novels όπου ένα βιβλίο, κλασσικό ή άλλο, δίνεται σε περίληψη και συνοδεύεται από σκίτσα για να γίνει πιο εύπεπτο. Για τους ίδιους λόγους, μάλλον, υπάρχει στροφή προς τα βιβλία φαντασίας, τα απλοϊκά, ελαφρώς παιδικά μυθιστορήματα με μάγους, ξωτικά, μονόκερους και άλλα φανταστικά πλάσματα που αρέσουν πλέον και στους ενήλικες. Η αρχή έγινε με τον Χάρρυ Πόττερ, ως γνωστόν, που δημιούργησε σχολή. Παραμένουν ακόμα κάπως πιο σοβαροί αναγνώστες και συγγραφείς οι Γάλλοι, οι οποίοι ίσως επειδή κρατάνε με νύχια και με δόντια τη γλώσσα τους χωρίς να υποκύπτουν τόσο εύκολα στην… αμερικανίλα, κρατάνε κατά συνέπεια ακόμα και την δυνατότητα της πιο σύνθετης σκέψης και άρα μπορούν να διαβάζουν πιο απαιτητικά αναγνώσματα. Από την άλλη έχουν παράδοση στα BD, τα κόμιξ, αλλά και αυτά βρίσκω ότι είναι πιο υψηλού επιπέδου απ’ ό,τι σε άλλες χώρες.

Στην Γερμανία που είχε κάποτε πραγματικά σοβαρούς αναγνώστες, οι οποίοι προτιμούσαν τα «δύσκολα» σε λογοτεχνία και φιλοσοφία, τώρα υπερισχύουν τα λεγόμενα Krimis, τα αστυνομικά δηλαδή, στα οποία πρωτοστατεί ο περίφημος Fitzek. Μα πόσα αστυνομικά να διαβάσει κανείς; Το ίδιο και στην γερμανική τηλεόραση, οι αστυνομικές σειρές είναι ως η άμμος της θαλάσσης. Καταλαβαίνω τη γοητεία τους αλλά μέχρι ενός σημείου. Τι να αποκομίσεις πλέον απ’αυτά; Καλά για το καλοκαίρι ίσως ή για λίγη χαλάρωση από την ένταση της δουλειάς τα αστυνομικά, αλλά ώς εκεί. (περισσότερα…)

Με τον τρόπο του J.R.R. Tolkien: Σχόλιο για την τεχνητή νοημοσύνη

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Μέσα από δύο κεφάλαια της γνωστής τριλογίας του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών («Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού», «Οι Δύο Πύργοι», «Η Επιστροφή του Βασιλιά») που αναφέρονται στις μαγικές «βλέπουσες» πέτρες (κρυστάλλινες σφαίρες που δεν καταστρέφονται), μπορούμε να συναγάγουμε ορισμένα βασικά συμπεράσματα για τον ρόλο της σύγχρονης τεχνοεπιστήμης.

Πρώτον. Στο κεφάλαιο ΧΙ του τρίτου βιβλίου του δεύτερου μέρους των «Δύο Πύργων», αναφέρεται ότι επτά πέτρες κατασκευάστηκαν από το αρχαίο ξωτικό Fëanor σε μια πολύ μακρινή εποχή. Οι πέτρες χρησιμοποιήθηκαν από τους ανθρώπους «για να βλέπουν μακριά και να μεταδίδουν τις σκέψεις». Μαζί σχημάτισαν ένα είδος δικτύου που φύλαγε και κρατούσε ενωμένα τα ανθρώπινα βασίλεια. Ο Γκάνταλφ εξηγεί στα χόμπιτ ότι η δύναμη να διερευνάς, να κινείσαι στο χώρο και στο χρόνο και έτσι να συντομεύεις τις αποστάσεις είναι μεγάλος κίνδυνος για όσους τη χρησιμοποιούν. Όμως κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί πραγματικά σ’ αυτόν τον πειρασμό.

Οι πέτρες που βλέπουν το μέλλον φαίνεται ότι δεν είναι άσχετες με την καταστροφή των βασιλείων των ανθρώπων που τις χρησιμοποίησαν με στόχο να πετύχουν την ευημερία τους. Το ίδιο «διερευνητικό με εξονυχιστικό τρόπο μάτι του Σάρουμαν»[1], που κατέχει κρυφά μια πέτρα Παλαντίρ[2], όταν όλοι σε μια νέα εποχή έχουν ξεχάσει την ύπαρξή του, «παγιδεύεται και υπνωτίζεται». Ο ισχυρός μάγος γίνεται σκλάβος αυτού που βλέπει, τη στιγμή που προσπαθεί να συντομεύσει τις αποστάσεις και να γίνει κύριος του χώρου και του χρόνου. Στην πραγματικότητα, αυτός που κοιτά μέσα στο Παλαντίρ δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί. Στην αρχή βλέπει «μόνο μικρές εικόνες μακρινών πραγμάτων και απομακρυσμένων ημερών». Μετά πηγαίνει σε αναζήτηση του άγνωστου. Και σε αυτή την αναζήτηση της γνώσης, ο ερευνητής συναντά κάτι πολύ βαθύ για να το κρατήσει το βλέμμα του. (περισσότερα…)

1988: Εριβάν, Αρμενία

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης Δευτέρας προσγειωθήκαμε στο Εριβάν. Αυτοκίνητο με οδηγό μάς περίμενε και οδηγηθήκαμε στο ξενοδοχείο μας. Είχα διαβάσει αρκετά για την ιστορία αυτού του πραγματικά κατατρεγμένου έθνους τους τελευταίους δυο-τρεις αιώνες. «Ψαρεύω» στο διαδίκτυο:

«Στις αρχές του 4ου αιώνα η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία που υιοθέτησε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ χριστιανικές κοινότητες είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από το 40 μ.Χ. Υπήρχαν επίσης και παγανιστικές κοινότητες, όμως προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό από τους πολυάριθμους ιεραπόστολους που έδρασαν στην Αρμενία. Ο Τιριδάτης Γ΄ έγινε ο πρώτος μονάρχης που εκχριστιάνισε επίσημα τους υπηκόους του, δέκα χρόνια πριν την παύση των διώξεων από τον Γαλέριο και τριάντα χρόνια πριν βαπτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος.»

Ακολούθησαν κατακτήσεις από Πέρσες, Βυζαντινούς, Σελτζούκους Τούρκους, Μογγόλους, και πάλι Πέρσες, Ρώσους για να καταλήξουν στο τέλος υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σκληρά χρόνια, διακρίσεις, καταπιέσεις που οδήγησαν στο Αρμενικό Ζήτημα και στις σφαγές 150.000 Αρμενίων από τον Σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ Β΄ τη διετία 1894-1896. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι συγκρουσιακές αντιδικίες Ρώσων και Οθωμανών και ομάδες Αρμένιων εθελοντών που είχαν ενσωματωθεί με τους Ρώσους έδωσαν την αφορμή και την ευκαιρία στους Τούρκους να επιχειρήσουν νέες βάρβαρες επιδρομές οι οποίες κατέληξαν στη φρικτή γενοκτονία εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων και σε έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό κατατρεγμένων προσφύγων.  Στις 12 Μαρτίου 1922, η Αρμενία ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση και μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν συγκρότησαν την Ομοσπονδία Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης σήμανε οριστικά τη δημιουργία του νεότερου ανεξάρτητου κράτους της Αρμενίας. Η Χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Αυγούστου του 1991.

Το Εριβάν ή Γερεβάν ή Ερεβάν είναι η πρωτεύουσα της Αρμενίας. Οι παγκόσμιοι επισκέπτες της την αποκαλούν «Ροζ Πόλη». Διάφορες αποχρώσεις του ροζ κυριαρχούν σε πολλά κτίρια της πόλης προσδίδοντάς της μια πρωτότυπη και οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα εικόνα. Οι Αρμένηδες είναι χαρούμενοι, ανοιχτόκαρδοι και ιδιαίτερα φιλικοί άνθρωποι. Επηρεασμένος από την ιστορία της Αρμενίας, την πρώτη τουλάχιστον μέρα της επίσκεψής μου, έβλεπα τους πάντες σκυθρωπούς, σιωπηλούς και μια απροσδιόριστη θλίψη να χρωματίζει τα πρόσωπα κοινωνικών ομάδων, ανδρών και γυναικών που συναντούσα και παρατηρούσα στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα γραφεία που επισκεπτόμουνα, παντού. Μόνο τα παιδιά φαινόταν να διαφοροποιούνται απ’ αυτό το γκρίζο χρώμα που κυριαρχούσε στην αρμένικη ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας. Φωνές, τρεξίματα, πατίνια, ποδήλατα, μαμάδες να τσιρίζουν και να τα κυνηγούν, εικόνες οικείες, δικής μας επαρχιακής πόλης. (περισσότερα…)

Δύο στίχοι από τον Ακάθιστο Ύμνο

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Ταξίαρχος των Επουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων, κατερχόμενος επί γης διά να ευαγγελίσει τη Θεοτόκο, έτεινε με το χέρι του προς το παρθενικό της Άγιο πρόσωπο ένα κρίνο με ζακχαρώδη λευκότητα. Η σκέψη μου απλώς μόνο τείνει στην εκδοχή ότι κρίνο κάλλιστα μπορεί να ’ταν το ίδιο το χέρι της Ασώματης Δύναμης.
ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής

Στον Συναξαριστή διαβάζουμε ότι η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό συνιστά το προοίμιο του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Η Άννα και ο Ιωακείμ σε προχωρημένη ηλικία, ζήτησαν από το Θεό ένα παιδί, με την προϋπόθεση να Του το αφιερώσουν. Γι’ αυτό, όταν έγινε τριών χρονών, την πήραν οι γονείς της και την πρόσφεραν στο ναό κατά την ημέρα που την γιορτάζουμε ως ημέρα των Εισοδίων, όπως είχαν υποσχεθεί.

Την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία και αυτός την έβαλε στο πιο εσωτερικό μέρος του ναού, εκεί όπου εισερχόταν αυτός μόνος μια φορά τον χρόνο. Η Μαρία έμεινε εκεί μέσα δώδεκα χρόνια, τρεφόμενη από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ με ουράνια τροφή, λέει ο Συναξαριστής. Κι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο καιρός δηλαδή του θείου Ευαγγελισμού, εξήλθε από τα άγια των Αγίων και παραδόθηκε στον μνήστορα Ιωσήφ για να ακολουθήσει η φυγή στην Αίγυπτο, η γέννηση του Σωτήρα και η επάνοδος στο Ισραήλ.

Ο Ν. Γ. Πεντζίκης (Σύναξη, τ. 38 του 1991), μιλώντας για την Παναγία λέει ότι ο

«Κύριος ήρθε και ενωθείς με τη μητέρα Του (γιατί ως έμβρυο ήρθε και ως έμβρυο έφυγε στην Ανάληψη) δια της Παναγίας επιτρέπει και σε μας να ενωθούμε μαζί Του».

Και παρακάτω λέει πράγματα που οι περισσότεροι χριστιανοί είτε έχουμε λησμονήσει, είτε αγνοούμε, είτε δεν καταλαβαίνουμε. Λέει ότι

«ο ρόλος της [Παναγίας] είναι όλη η γη. Η Παρθενία είναι νέκρωση και ο νεκρός είναι ολάκερη η γη. Από εκεί ξεκινάμε. Δια της Παναγίας καταλαβαίνουμε ότι η ζωή είναι αιώνια, γιατί η Παναγία είναι νεκρή. Δηλαδή είναι η ηγέτις μορφή, αφού αξιώνεται να γεννήσει το Χριστό, δηλαδή (τί να γεννήσει;) τη νέα ζωή».

Και προσθέτει:

«Πάντως η Παναγία και μάλιστα αυτό το γεγονός ότι είναι Βρεφοκρατούσα, πρέπει να είναι ‘ο άρτος ημών ο επιούσιος’. Γιατί όλος ο κόσμος χωρά μέσα στην Εκκλησία, αλλά κανένας δεν χωρά αν δεν υπάρχει η Παναγία».

Αυτά θα μπορούσαν να είναι προκαταρκτικά στα σχετικά με το δίστιχο από τον Ακάθιστο Ύμνο για το οποίο θα μιλήσουμε. Αλλά ας πούμε δυο λόγια για τον Ύμνο πρώτα. Αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους δηλαδή στροφές σε αλφαβητική ακροστιχίδα από το Α ως το Ω. Συνολικά πρόκειται για 144 χαίρε, κάπως σαν ποιητική προέκταση που περιλαμβάνει ωστόσο θεολογικά και δογματικά στοιχεία, του Χαίρε κεχαριτωμένη που απηύθυνε ο Γαβριήλ στην Παρθένο. (περισσότερα…)

Το πρώτιστο στη μάχη

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Βαυκαλίζεται η ΕΕ ότι αν ξοδέψει μερικές εκατοντάδες δισ. ευρώ σε εξοπλισμούς θα αντιμετωπίσει το αμυντικό της έλλειμμα, τώρα που οι Αμερικανοί του Τραμπ της στρέφουν την πλάτη. Αυτό που κανείς από τους ιθύνοντές της δεν θέλει να δει είναι ότι ο στρατός και τα όπλα του είναι πράγματα δευτερεύοντα. Το πρώτιστο στη μάχη είναι αυτό που παλιά ονομάζαμε πολεμικό φρόνημα, η στρατιωτική κουλτούρα δηλαδή με την πιο ευρεία της έννοια, που ξεκινάει από τη γαλούχηση των μικρών παιδιών, ιδίως των αγοριών, και φτάνει στην προβολή ιδεωδών όπως ο πατριωτισμός και η αυτοθυσία.

Για λόγους που δεν είναι της στιγμής, ο δυτικός λιμπεραλισμός από τη δεκαετία του 1960 και μετά προέγραψε σταδιακά αυτά τα ιδεώδη, δωρίζοντάς τα στην νεοδεξιά, και συντελώντας έτσι τα μάλα στη γιγάντωσή της. Αρκεί να δει κανείς τα σχολικά εγχειρίδια, και εδώ σε μας, για να το διαπιστώσει. Και αρκεί να τα αντιπαραβάλλει με τα ανάλογά τους σε κράτη όπως το Ισραήλ, η Ρωσσία, η Ουκρανία, η Τουρκία, η Κίνα. Ακόμη και η ίδια η έννοια «πολεμικό φρόνημα» σήμερα εκλαμβάνεται ως «φασιστική» – σε πλήρη αγνόηση της ιστορίας, αφού τον αληθινό φασισμό το πολεμικό φρόνημα των λαών της Ανατολής και της Δύσης ήταν που τον συνέτριψε…

Δεν είναι τυχαίο ότι παρά την οικονομική και τεχνολογική τους υπεροχή οι ΗΠΑ δεν έχουν νικήσει σε κανέναν από τους μείζονες πολέμους στους οποίους συμμετείχαν τις τελευταίες δεκαετίες. Ούτε βέβαια ότι η Ευρώπη, από την κρίση του Σουέζ και εντεύθεν, με την εξαίρεση ίσως του πολέμου στα Φώκλαντ, εκπαραθυρώνεται από παντού – τελευταία οι Γάλλοι από την υποσαχάρια Αφρική.

Ποιοι θα κληθούν να χειριστούν όλα αυτά τα πανάκριβα εξοπλιστικά «πακέτα», αυτό είναι το ερώτημα. Για την ώρα, οι Ευρωπαίοι ούτε τους τωρινούς αναιμικούς στρατούς τους δεν καταφέρνουν να στελεχώσουν…

///

Ο θεός αγάπη εστί, διδάσκει ο Ιωάννης. Και η αγάπη; Αδυναμία! τον συμπληρώνει, εκ πείρας, ο Μπρεχτ. Σημαίνει άραγε αυτό ότι ο Θεός της Αγάπης δεν μπορεί να είναι παρά εκ φύσεως αδύναμος; Πράγματι, «παντοαδύναμο» τον αποκαλεί σ’ έναν στίχο του ο Ηλίας Λάγιος.

(Ότι τον κόσμο ολόκληρο τον έφτιαξε η ανημπόρια ενός ερωτευμένου, τι όμορφη σκέψη ωστόσο…)

///

Ποιο υπήρξε ιστορικά το σημαντικότερο θέμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Αν το ερώτημα ακούγεται ερεθιστικό, ωχριά εμπρός στην απάντηση: η εκδίκηση.

Τι άλλο είναι η Ιλιάδα, αν όχι μια αρμαθιά εκδικήσεων; Οι Έλληνες εκδικούνται τους Τρώες, ο Μενέλαος τον Πάρη, ο Αχιλλέας τον Αγαμέμνονα, ο Αχιλλέας τον Έκτορα, κ.ο.κ., κ.ο.κ. Τι είναι η Οδύσσεια παρά η ιστορία μιας εκδίκησης; Του Ποσειδώνα εις βάρος του πολυμήχανου βασιλιά της Ιθάκης γιατί τύφλωσε τον προσφιλή του γιο Πολύφημο. Και μιας δεύτερης: του ίδιου του Οδυσσέα αυτή τη φορά κατά των Μνηστήρων. Ποιο είναι το θέμα της Ορέστειας, της Μήδειας, της Εκάβης, του Αίαντα, της Ηλέκτρας, τόσων και τόσων τραγωδιών; Ποιο είναι το θέμα των Ιερών Γραφών του μονοθεϊσμού, από τη σφαγή του Χρυσού Μόσχου ώς τις παραινέσεις του Κορανίου για την εξολόθρευση των ειδωλολατρών, αν όχι μια διαρκής εκδίκηση; Τι άλλο είναι η εκδίωξη των Πρωτοπλάστων, τι άλλο είναι η Κόλαση η ίδια, εκείνη των Χριστιανών ή του Δάντη, παρά η εκδίκηση του Θεού για την απείθεια των ανθρώπων; Τι άλλο μας αφηγούνται ο Άμλετ και ο Ληρ, ο Θούριος του Ρήγα και ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη και ο Κόμης Μοντεχρίστος, το Έγκλημα και Τιμωρία και ο Μόμπυ Ντικ, η Φόνισσα και ο Καπετάν Μιχάλης, αν όχι μια σειρά εκδικήσεων μικρών και μεγάλων, ποθεινών και εμπράκτων, οριστικών και ματαιωμένων;

Είτε ως θεία δίκη είτε ως αυτοδικία προσωπική, η εκδίκηση είναι διαρκώς παρούσα στα λόγια των ανθρώπων. Ίσως επειδή η δικαιοσύνη είναι ισόποσα απούσα από τις πράξεις τους.

/// (περισσότερα…)

Κέρινη ομοιότητα

***

ΚΕΡΙΝΗ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ

Αν μιμούμαι κάτι, αυτό δεν είναι η ζωή, είναι τα πράγματα.
Αυτό που είμαι ο ίδιος, είναι διαφορά από τη ζωή
–πράγμα ασήμαντο γιατί ζωή είναι όλα εκτός από μένα–
κι ένα ανάθεμα στον ανθρώπινο πόνο.

Τα πράγματα προσπαθώ να τα μιμούμαι γιατί μοιάζουνε.
Μία προθήκη με (τα) κέρινα πρόσωπα (τους ο κόσμος).
Το λέω έτσι γιατί κάθε πρόταση είναι παρένθεση σε κάτι που σιωπά.

Τα αντικατοπτρίζω κι ύστερα επιτρέπω το αποτύπωμά τους πάνω μου
γιατί η βούληση είναι μια δικαιολογία για την απουσία του πρωτοτύπου
που ενθαρρύνει τη μοίρα να με υποβιβάζει σε αδιάκοπο ενεργούμενό τους.

Η ομοιότητα δεν είναι μόνο το πράγμα που είναι
αλλά και εκείνο που του απομένει.
Ένα υπόλοιπο.
Κάθε πράγμα είναι και εκείνο που του απομένει.
Που αξίζει να το μιμηθώ όταν είναι πιο δύσκολο σε χαρτί.
Και πολύ πιο δύσκολο σε χάρτινη φιγούρα
σαν αυτές που φυσάνε γύρω μου πριν λιώσουν στην ανακύκλωση.

Το υπόλοιπο της ομοιότητας είναι πρωτίστως μια αντίστιξη
ανάμεσα στην ύπαρξη και στον έρωτα.
Γιατί όλα υπάρχουν ώστε να ερωτεύονται ώστε να υπάρχουν.
Το υπόλοιπο είναι το ένα του άλλου –
μια μίμηση της μίμησης που είναι ο κόσμος.
Και ο Θεός μια μίμηση του κόσμου μέσα μου,
που απέχει από το πράγμα όσο ο χώρος που του απομένει. (περισσότερα…)

Η καρδιά της λεύκας

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.iii.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΣ

«Εσύ να έχεις πάντα τον ήλιο στην καρδιά σου», μου είπε η λεύκα, δείχνοντας το πώς. Μου το είπε, το είδα, μου έμεινε.

*

* (περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

Hölderlin Reparatur

*

Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια
ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

«Μιὰ συντομία μου δυὸ λόγων»

Ἐπιδιόρθωση Χαίλντερλιν  ἢ  Ἐπισκευάζοντας τὸν Χαίλντερλιν. Πρῶτα ἕνας παράδοξος τίτλος ποιητικῆς συλλογῆς (Hölderlin Reparatur, Berlin Verlag, 2008), ἀλλὰ ἂς κάνουμε ὑπομονή. Οἱ πολλὲς παραδοξότητες βρίσκονται στὰ ποιήματα, τὶς λέξεις, τὶς φράσεις, τὶς εἰκόνες τοῦ ἐκκεντρικοῦ (μᾶλλον, ἔκκεντρου) διανοούμενου, θεατρικοῦ συγγραφέα, ἐπιμελητῆ ἐκδόσεων, ἀνθολόγου, ταξιδευτῆ καὶ πρὸ πάντων ποιητῆ, Gerhard Falkner, γεννημένου στὸ Σβάμπαχ τῆς Γερμανίας τὸ 1951.

Ἐπιδιορθώνεται ὁ Χαίλντερλιν; Αὐτὴ ἡ λατινογενὴς «Reparatur» ταιριάζει περισσότερο σὲ ἕνα διαταραγμένο λογισμικό, σὲ δημιουργικὴ τακτοποίηση τοῦ χάους (τιθασεύεται τὸ χάος;). Ὁ (κάθε) ποιητής, ἄλλωστε δὲν εἶναι πλέον πολλοί, προσπαθεῖ νὰ βάλει σὲ τάξη τὸ χάος τῶν λέξεων. Ἂν ὁ Χαίλντερλιν εἶδε τοὺς μίζερους, μικρόψυχους καιρούς (πῶς ἀλλιῶς νὰ ἀποδώσουμε τὸ «dürftige Zeit»; ὁ Μητροπολίτης Χίου μοῦ ψιθύρισε: «ὀρφανούς), πῶς βλέπουν σήμερα οἱ καιροὶ τὸν ποιητή; Χρήζοντα ἐπισκευῆς; Αὐτὸ διατείνεται ὁ Φάλκνερ. Ἔχει πάρει μαθήματα ἀπὸ τοὺς σημειολόγους, τοὺς στρουκτουραλιστές, τὸν Ρολὰν Μπάρτ (μεσουρανοῦσε στὴν ἐφηβεία τοῦ ποιητῆ). Τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ διαμαρτύρεται (μὲ τὴ σωκρατικὴ εἰρωνικὴ προσχώρηση στὴ ρητορεία τοῦ συνομιλητῆ) γιὰ τὴν κυρίαρχη γλώσσα τῶν χρηστῶν τοῦ διαδικτύου (ἢ τοῦ διαδικτύου ποὺ τιθασεύει τοὺς χρῆστες). Τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ τὸν Φάλκνερ; Τὴν πρόκληση μιᾶς ἀνάγνωσης τῶν καιρῶν του ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Ρομαντισμοῦ. Σκέφτεται ἕναν Χαίλντερλιν νὰ πληκτρολογεῖ σὲ Windows μὲ Times New Roman τὸν ὕμνο «Ἄρτος καὶ Οἶνος».

Πρόσχημα, ἢ ἄλλοθι, γιὰ μιὰ νέα προκλητικὴ ποιητικὴ δημιουργία. Ὁ Φάλκνερ ἐπικαλεῖται καὶ προσκαλεῖ (μαζὶ μὲ τὸν Ἐρημίτη τοῦ Τύμπινγκεν) ὅλα τὰ ποιητικὰ ὁρόσημα πρὶν καὶ μετὰ ἀπ᾿ αὐτόν: Σαπφώ, Ὀρφέα, Μαλλαρμέ, Ρίλκε, Κλόπστοκ, Νοβάλις, Γκαῖτε, Μαίρικε, Τράκλ, Μπένν, Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, Τσέλαν, Μπάχμανν καὶ πολλοὺς ἀκόμη ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ προσέρχονται, ἢ ἄλλους ποὺ ἀδυνατώντας νὰ παραστοῦν (Γερτρούδη Στάιν, Χάινε, Σίλλερ) στέλνουν στίχους τους, γιὰ νὰ παρεντεθοῦν πλαγιωμένοι, ἀνολοκλήρωτα ποιήματα ποὺ θέλουν νὰ «ἐπιδιορθωθοῦν» στὴ δαιμόνια πέννα τοῦ Φάλκνερ.

Τὸ ἴδιο πλούσια εἶναι ἡ ἱστορική, μυθικὴ γεωγραφία τοῦ κύκλου ἀπὸ τὴν Κνωσὸ μέχρι τὸ Στάλινγκραντ, τὸ Heathrow, τὸν Ὄλυμπο, τὸ Neverywhere. Ποιητικὰ κείμενα ποὺ δοκιμάζουν ἀκόμη καὶ τὴν πολυμάθεια ἑνὸς Τζὼρτζ Στάινερ, μὲ γλώσσα πολυστρωματική, λεπτουργημένη καὶ κοινότοπη, ἐπιστημονικὴ καὶ γλώσσα τῆς διαφήμισης, τῆς σύγχρονης πληροφορικῆς, τῆς ἀναλυτικῆς φιλοσοφίας, τῆς τετριμμένης κουβέντας.

Τί ἄλλο νὰ ἐπιδιώκει ὁ πάντοτε ἀπρόβλεπτος Φάλκνερ; Ἴσως ἀκόμη τὴ βίαιη ἔξωση τοῦ Χαίλντερλιν ἀπὸ τὸν «πύργο» του, ὅπου μένει κλεισμένος δύο αἰῶνες, ἀντικείμενο λατρείας καὶ προσκυνήματος τῶν πιστῶν ποὺ ἐπισκέπτονται μὲ δέος τὸ φασματικό του ξόανο στὸ νέο μαυσωλεῖο τῆς ποίησης. Τὴν ἀρχὴ ἔκαναν οἱ Ναζιστὲς τὸ 1943, στὰ ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὑψώνοντας στὸν τάφο του σβάστικες γιὰ τὸν ποιητὴ τῆς «πατρίδας» (Vaterland). Τὴ σκυτάλη πῆρε ὁ Χάιντεγγερ, ὁ ὑπόλογος φιλόσοφος, ὁ ἐπιτιμητὴς τῆς νέας τεχνολογίας, τῆς μεταπολεμικῆς Εὐρώπης. (περισσότερα…)

Niels Bohr, Περί πραγματικότητος

*

Ό,τι καλούμε πραγματικότητα αποτελείται από πράγματα που είναι αδύνατο να παρατηρηθούν απ’ ευθείας.

///

Ειδικός είναι ο άνθρωπος εκείνος που, στο στενότατο πεδίο της ειδίκευσής του, έχει υποπέσει σε όλα τα δυνατά σφάλματα.

///

Η κβαντική θεωρία μάς αναγκάζει να αποχαιρετίσουμε το ιδεώδες της κλασσικής αιτιοκρατίας.

///

Το αντίθετο ενός γεγονότος είναι ένα ψεύδος. Όμως το αντίθετο μιας θεμελιώδους αλήθειας μπορεί κάλλιστα να είναι μια άλλη, εξίσου θεμελιώδης, αλήθεια.

///

Οι φυσικοί είναι απλώς το μέσο διά του οποίου τα άτομα της ύλης παρατηρούν τον εαυτό τους.

///

Αν η κβαντομηχανική δεν σας συντάραξε βαθιά, δεν την έχετε ακόμη καταλάβει.

///

Πρέπει να γίνει σαφές πως όταν μιλάμε για τα ατόμα της ύλης, ένας μόνο τρόπος χρήσης της γλώσσας υπάρχει. Εκείνος της ποίησης. (περισσότερα…)

«Κάποιοι καλοί άνθρωποι»…

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Η φωτογραφία στον κινηματογράφο, ως γνωστόν, δεν είναι μια απλή αισθητική επίφαση. Στις καλύτερες περιπτώσεις μπορεί να μεταφράσει καίρια την κοσμοθεωρία του σκηνοθέτη αλλά και να πλάσει το αντιληπτικό στίγμα της πραγματικότητας που αυτός προσπαθεί να ανασυστήσει. Η φωτογραφία είναι ο αναπόφευκτα παραμορφωτικός υμένας με τον οποίο προβάλλεται η φαντασιακή σήμανση του πραγματικού. Ως εκ τούτου, αποτελεί μια έμμεση και υπόρρητη καθοδήγηση του θεατή, που από την υποκειμενικότητα του φυσικού του βλέμματος πρέπει να μετατοπιστεί στην υποκειμενικότητα της καταγραφής του κόσμου όπως τη «στρεβλώνει» ο φωτογράφος της ταινίας και ο σκηνοθέτης. Βλέποντας οικεία σχήματα, χώρους, φυσιογνωμίες μέσα από το «αποξενωτικό» φίλτρο της όρασης των άλλων, μπορεί να εμπλουτίζουμε ερεθιστικά και δημιουργικά την «πραγματικότητά» μας, συγχρόνως όμως εισπράττουμε και το ρίγος της απόστασης που μας χωρίζει από αυτήν, αλλά και συνειδητοποιούμε την αδιάλλακτη ασυμφωνία της με μας. Η φωτογραφία, καθώς ενέχεται πρωτίστως στην αισθητηριακή πρόσληψη εκ μέρους του θεατή, έχει να κάνει περισσότερο με τις ασυνείδητες δομές αυτού του τελευταίου: συμβαίνει πολλές φορές να παρακολουθούμε την αφηγηματική συνέχεια της ταινίας αλλά η «τονικότητα» της φωτογραφίας να μας ακολουθεί και να μας επηρεάζει, θετικά ή αρνητικά, κατά έναν υπόγειο τρόπο και να συμβάλει στην αποτίμηση των υπόλοιπων παραμέτρων της ταινίας, στη συνολική αντίληψη και κατανόησή της.

Ειδικότερα, η ασπρόμαυρη φωτογραφία, που προηγήθηκε ιστορικά και τρόπον τινά νομιμοποιήθηκε ως «φυσική» και «αυτόχθων» για τον κινηματογραφικό χώρο, με τη «λιτότητά» της, τις εντονότερες αντιθέσεις της αλλά και τον ατοπικό της χαρακτήρα ως συνειδητά «τεχνητής», εικαστικής απόδοσης της κατά κόσμον αντίληψής μας, έχει τη δυνατότητα να πλάθει ένα περισσότερο ομοιογενές φαντασιακό σύμπαν, άρα ένα σύμπαν περισσότερο πειστικό και υπαρκτό, ένα σύμπαν που μπορεί να μιλήσει στην αντιληπτική συνείδηση του θεατή δραστικότερα, ενώ παράλληλα με την επιβεβλημένη διχρωμία της να του υποβάλει την «ξενότητα» των αναπαριστώμενων. Όσο πιο ατοπική τόσο περισσότερο ξένη, όσο πιο ομοιογενής τόσο πιο πειστική…

Έτσι, η ασπρόμαυρη φωτογραφία απλώνεται πάνω στην ταινία του Δανού Μάγκνους φον Χορν Το κορίτσι με τη βελόνα, μεταδίδοντας την αίσθηση μιας απόμακρης, απωθητικής σχεδόν, Κοπεγχάγης των αρχών του 20ου αιώνα. Εσωτερικά σπιτιών αποκρουστικά και ακατοίκητα, αφιλόξενα, βρόμικα, γεμάτα από αποπνικτικές μυρωδιές και ήχους, αλλά και αρουραίους, δρόμοι έρημοι ή με άτακτη κυκλοφορία, περίβολοι εργοστασίων με συνωθούμενους εργάτες, καμπάνες εκκλησιών που ηχούν επίμονα‒ και όχι τυχαία βέβαια‒, υπόνομοι, ακάθαρτα δημόσια λουτρά, βορειοευρωπαϊκή μετεωροπάθεια, διαπλάθουν την εικαστική λογική της ταινίας: έτσι, τα ψυχικά τοπία μπορούν να αναδυθούν αβίαστα από όλα αυτά, και ταυτόχρονα να «στιγματίσουν» την ξενότητα της αναπαριστώμενης πραγματικότητας. Απουσία της ανθρώπινης θαλπωρής συντονισμένη με την τοπικότητα και την εντοπιότητα του χώρου. Κι αυτό νομίζω ότι μπορεί να πιστωθεί στα επιτεύγματα της ταινίας. (περισσότερα…)

«Ἄργειε νά ’λθῃ…»

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

///

«Ἡ Ἑλλάδα πέθανε!» Εἶναι μιὰ φράση ποὺ ἀκούγεται συχνὰ στὴν Εὐρώπη ἀπὸ στόματα πολιτικῶν ἢ πνευματικῶν ἀνθρώπων τὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας.  «Ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει πιά!».

Κι ἄξαφνα γίνεται τὸ θαῦμα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ζωντανὴ καὶ μάχεται καὶ καταπλήσσει. Γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἐπλήξεων, τὸ πράγμα καταντᾶ σχεδὸν ἀπίστευτο.

Τί ἦταν, ἀλήθεια, ἐκεῖνοι ποὺ κάμανε τὴν ἐπανάσταση τοῦ ’21; Ἄνθρωποι πού ’χανε περάσει ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς τους στὴ σκλαβιά. Κι ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι μὰ κι οἱ πατεράδες τους κι οἱ παπποῦδες τους καὶ μιὰ μακρότατη σειρὰ προγόνων ποὺ ἡ ἀρχή τους ἔφτανε ὣς τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰώνα. Σκλάβοι, γιοὶ σκλάβων.

Τετρακόσια χρόνια εἶναι πολὺ μεγάλο διάστημα. Οἱ ξένοι εἴχανε πιστέψει πὼς ὁ λαὸς τούτης τῆς χώρας δὲ θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει τοὺς τέσσερεις αἰῶνες τῆς τυραννίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ σκοταδιοῦ. Θὰ λύγιζε. Θὰ συμβιβαζότανε. Θὰ παραδέχουνταν πὼς ἔτσι ἤτανε καμωμένος ὁ κόσμος, πὼς οἱ ἄνθρωποι εἶναι πλασμένοι ἄλλοι γι’ ἀφέντες κι ἄλλοι γιὰ δοῦλοι καὶ πὼς ἡ δική τους μοῖρα τὸν εἶχε προορίσει γιὰ τὴν πικρὴ ζωὴ τῆς ὑποταγῆς. Θὰ ξεχνοῦσε ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε, τί ἤτανε κάποτε καὶ πῶς βρέθηκε νὰ σκύβει τὴν πλάτη κάτω ἀπ’ τὸ μαστίγιο τοῦ Ἀσιάτη.

Ἡ πραγματικότητα ἀποδείχτηκε διαφορετική. Ὁ λαός μας ἔδειξε μιὰ σπάνια ἀντοχὴ καὶ μιὰ πεισματικὴ προσήλωση στὶς ρίζες του. Χωρὶς πολιτικὴ ἡγεσία καὶ χωρὶς πνευματικοὺς ὁδηγούς, τὸν πρῶτο καιρὸ ὕστερ’ ἀπὸ τὴ διάλυση τῶν ὑπολειμμάτων τῆς ἄλλοτε Μεγάλης Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας,  συσπειρώνεται γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴ μόνη δύναμη ποὺ ἄφησε ἀπείραχτη ὁ σκληρὸς ἀφέντης του. Ἀπ’ αὐτὴ ζητᾶ προστασία καὶ καθοδήγηση. Ἀργότερα θὰ προχωρήσει στὴν κοινοτικὴ ὀργάνωση καὶ στὴν προσπάθεια τοῦ φωτισμοῦ μὲ τὰ γράμματα. Καὶ σὰν ἀπὸ ἔνστιχτο κοιτάζει νὰ φυλάξει ὅ,τι κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς πατεράδες του κι ὅ,τι τὸν ξεχώριζε ἀπὸ τὸν δυνάστη του.

Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε, ὅσο κι ἂν δέχτηκε μερικὲς λέξεις ἀπὸ τὴ γλώσσα τοῦ καταχτητῆ, ἔμεινε πάντα ἡ ἴδια παλιὰ γλώσσα, αὐτὴ ποὺ κάποτε εἶχε δώσει τ’ ἀριστουργήματα τῆς λογοτεχνίας, τῆς φιλοσορίας καὶ τώρα γινόταν ἡ γλώσσα τοῦ πόνου, τοῦ καημοῦ καὶ τῆς ἐλπίδας του, ἡ γλώσσα τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν του. (περισσότερα…)