Αλέξανδρος Κορδάς: Για τις ποιητικές εκδηλώσεις

imagmicr

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Οι ποιητικές εκδηλώσεις των ημερών μας, οι οποίες συνοδεύονται και από μουσική, καταλήγουν κατά κανόνα σε μνημειώδεις αποτυχίες. Αυτό συμβαίνει γιατί τις περισσότερες φορές δεν έχει προηγηθεί καμία προετοιμασία, με αποτέλεσμα το μουσικό μέλος να μην συμβαδίζει με το ποιητικό και το μήνυμα να μη βρίσκει τελικά τον αποδέκτη του. Η ποίηση είναι μια τέχνη που αποσκοπεί στο να κεντρίσει τη σκέψη και το συναίσθημα του ακροατή της, απαιτεί λοιπόν την τέλεια συγκέντρωσή του ~ δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται το χαλί για οποιαδήποτε μουσική φράση, αλλά μάλλον το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει, η μουσική πρέπει να υποτάσσεται στην ποίηση, για να επιτευχθεί αυτό όμως απαιτείται κοπιώδης προεργασία, ειδάλλως είναι προτιμότερο να γίνεται μια απλή ανάγνωση του κειμένου χωρίς τη συνοδεία μουσικής. Οι ποιητικές εκδηλώσεις εν γένει, πάσχουν ακριβώς απ’ αυτό: αδιαφορούν εντελώς για το κοινό τους! Στοχεύουν ως επί το πλείστον στη ναρκισσιστική προβολή των συμμετεχόντων τους και στην ανταλλαγή κούφιων φιλοφρονήσεων μετά το πέρας της βραδιάς. Αν το κοινό ήταν πεπαιδευμένο θα γιουχάιζε άγρια αυτούς τους μασκαράδες, που τους κοροϊδεύουν μες τα μούτρα του, αντ’ αυτού τους χειροκροτεί επιτείνοντας με αυτό τον τρόπο την πνευματική τους εξαχρείωση. Όσοι έχουν παραβρεθεί σε αρκετές εκδηλώσεις αυτού του είδους θα έχουν διαπιστώσει ότι ανάμεσα στους απαγγέλοντες υπάρχει πάντα, τουλάχιστον μία βαριά ψυχιατρική περίπτωση, κι από κει και πέρα το πράγμα παρουσιάζει μια διακύμανση, η οποία όμως δεν φτάνει σχεδόν ποτέ στα όρια του φυσιολογικού. Ευτυχώς που υπάρχουν και λίγοι φωτισμένοι άνθρωποι που ανεβάζουν κάπως τον μέσο όρο με την αξιοπρεπή παρουσία τους, η κατανομή ωστόσο παραμένει ασύμμετρη. Λύση στο πρόβλημα αυτό θα μπορέσει να δοθεί όταν οι καλλιτέχνες αρχίσουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για το κοινό τους, για το πως θέλουν να το κάνουν να αισθανθεί με το έργο τους και την παρουσίασή του. Γιατί όπως εύστοχα σημειώνει και ο Άλαν Μουρ «το κοινό δεν ξέρει τι θέλει, αν ήξερε τι θέλει δεν θα ήταν το κοινό, θα ήταν ο καλλιτέχνης».

Μαρκ Τουέην: Η προσευχή του πολέμου

0424_-_second

του ΜΑΡΚ ΤΟΥΕΗΝ

Μετάφραση
Αχιλλέας Κατσαρός

Ήταν μια περίοδος μεγάλων πανηγυρισμών και συγκίνησης. Η χώρα είχε πάρει τα όπλα, ο πόλεμος είχε ξεκινήσει, σε κάθε στήθος έκαιγε η ιερή φλόγα του πατριωτισμού. Τα τύμπανα ηχούσαν, οι μπάντες παιάνιζαν, τα παιδικά πιστολάκια κροτάλιζαν, τα σφιχτοδεμένα βαρελότα σφύριζαν και πέταγαν σπίθες.

Σε κάθε χέρι, σε όλες τις στέγες και τα μπαλκόνια, που χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα, ένα δάσος από σημαίες ανέμιζαν και άστραφταν στον ήλιο. Κάθε μέρα οι νεαροί εθελοντές έκαναν παρέλαση στην πλατιά λεωφόρο, χαρούμενοι και όμορφοι με τις καινούριες τους στολές, οι πατεράδες και οι μητέρες και οι αδελφές και οι αγαπημένες, γεμάτοι περηφάνια ζητωκραύγαζαν με φωνές πνιγμένες από συγκίνηση και ευτυχία καθώς περνούσαν μπροστά τους. Κάθε βράδυ τα στοιβαγμένα ακροατήρια σε μαζικές συναθροίσεις άκουγαν, λαχανιασμένα, την πατριωτική ρητορεία που συγκινούσε και τα πιο άδυτα βάθη των ψυχών τους. Και διέκοπταν αυτή τη ρητορεία κατά σύντομα διαστήματα με κυκλώνες από χειροκροτήματα, ενώ πάνω στα μάγουλά τους έτρεχαν τα δάκρυα. Στις εκκλησίες οι πάστορες κήρυσσαν την αφοσίωση στη σημαία και στην πατρίδα και επικαλούνταν το Θεό των Μαχών, ικετεύοντας την παροχή της βοηθείας Του στον καλό μας αγώνα με χείμαρρους από φλογερή ευφράδεια για να συγκινηθεί κάθε ακροατής. Ήταν πραγματικά μια χαρούμενη και ευγενική στιγμή, και όσες άφρονες ψυχές τόλμησαν να αποδοκιμάσουν τον πόλεμο και να προβάλλουν αμφιβολίες για το ότι ήταν άδικος, αμέσως δέχτηκαν αυστηρή και οργισμένη προειδοποίηση ώστε για χάρη της προσωπικής τους ασφάλειας γρήγορα ζάρωσαν μακριά από τα βλέμματα του κόσμου και δεν προκάλεσαν ξανά με αυτόν τον τρόπο. Ήρθε το πρωί της Κυριακής. Την επόμενη μέρα τα τάγματα θα έφευγαν για το μέτωπο. Η εκκλησία ήταν γεμάτη. Οι εθελοντές ήταν εκεί, τα πρόσωπά τους ξαναμμένα από στρατιωτικά όνειρα. Οράματα της σταθερής προέλασης με αυξανόμενη ορμή, της χειμαρρώδους επίθεσης, των λαμπερών σπαθιών, της φυγής του εχθρού, του ορυμαγδού, της αναμενόμενης κάπνας, της άγριας καταδίωξης, της παράδοσης! Και μετά από τον πόλεμο, πίσω στην πατρίδα, ήρωες παρασημοφορημένοι, καλοδεχούμενοι, λατρεμένοι, βαφτισμένοι σε χρυσές θάλασσες δόξας!

Η λειτουργία προχωρούσε. Διαβάστηκε ένα πολεμικό κεφάλαιο από την Παλαιά Διαθήκη. Είπαν την πρώτη προσευχή. Την ακολούθησε μια βροντή από το αρμόνιο που συντάραξε το κτίριο, και με μια ενστικτώδη κίνηση σηκώθηκε όλο το εκκλησίασμα, με απαστράπτοντα μάτια και παλλόμενες καρδιές, και αναφώνησε με ορμή εκείνη τη φοβερή παράκληση:

«Ω Θεέ, ο με κάθε τρόπο τρομερός! Εσύ που προστάζεις. Βροντή η σάλπιγγά σου και κεραυνός η ρομφαία σου».

Μετά ακολούθησε η «μεγάλη» προσευχή. Κανένας δεν μπορούσε να θυμηθεί από τα παλιά ανάλογη προσευχή με τόσο φλογερή παράκληση και τόσο συγκινητική και όμορφη γλώσσα. Η ουσία της ικεσίας της ήταν, ότι ένας φιλεύσπλαχνος και πανάγαθος Πατέρας πάντων ημών, θα προστατεύει τους αγνούς νεαρούς στρατιώτες μας και θα τους βοηθάει, θα τους παρηγορεί και θα τους ενθαρρύνει στο πατριωτικό τους έργο. Θα τους ευλογεί, θα τους προστατεύει την ημέρα της μάχης και την ώρα του κίνδυνου, θα τους κρατάει στο παντοδύναμο χέρι του, θα τους κάνει δυνατούς και θαρραλέους, αήττητους κατά την αιματηρή επίθεση. Θα τους βοηθήσει να συντρίψουν τον εχθρό, θα δώσει σε αυτούς και στη σημαία τους και στην πατρίδα τους αιώνια τιμή και δόξα. Ένας ηλικιωμένος ξένος μπήκε στην εκκλησία και με αργά και αθόρυβα βήματα προχώρησε στον κύριο διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στον ιερέα. Το υψηλό του σώμα ήταν ντυμένο με χιτώνα που έφτανε μέχρι τα πόδια του, το κεφάλι του ήταν ακάλυπτο, τα άσπρα του μαλλιά έφταναν μέχρι τους ώμους του σαν ένας αφρισμένος καταρράκτης, το ρυτιδωμένο του πρόσωπο ήταν αφύσικα χλωμό , τόσο χλωμό που έδειχνε σταχτί. Ενώ όλα τα μάτια τον παρακολουθούσαν με απορία, αυτός συνέχισε τη σιωπηλή πορεία του. Χωρίς να σταματήσει, ανέβηκε στον άμβωνα και στάθηκε δίπλα στον ιεροκήρυκα και έμεινε εκεί όρθιος, περιμένοντας. Με κλεισμένα τα βλέφαρα ο ιεροκήρυκας, χωρίς να έχει αντιληφθεί την παρουσία του ξένου, συνέχισε τη συγκινητική του προσευχή, την οποία και τέλειωσε με την φλογερή παράκληση:

«Ευλόγησε τα όπλα μας, δώσε μας τη νίκη, Ω Κύριε που είσαι ο Θεός μας, ο Πατέρας μας και ο Προστάτης της χώρας μας και της σημαίας μας!»

Ο ξένος τού άγγιξε τον βραχίονα, του έγνεψε να παραμερίσει, πράγμα που έκανε ξαφνιασμένος ο ιερωμένος και πήρε τη θέση του. Για μερικές στιγμές ερεύνησε το εκστατικό ακροατήριο με σοβαρά μάτια, μέσα στα οποία έκαιγε ένα παράξενο φως. Κατόπιν με μια βαθιά φωνή είπε:

«Έρχομαι από το Θρόνο, φέρνοντας μήνυμα από τον Παντοδύναμο Θεό!»

Τα λόγια αναστάτωσαν το εκκλησίασμα. Ο ξένος δεν έδωσε σημασία, αν και είχε καταλάβει την ταραχή.

«Εκείνος άκουσε την προσευχή του δούλου Του και ποιμένα σας, και θα την εκπληρώσει, εάν αυτή είναι η επιθυμία σας, αφού όμως πρώτα εγώ ο αγγελιοφόρος Του, σας έχω εξηγήσει τη σημασία της, την πλήρη σημασία της. Γιατί όπως πολλές από τις προσευχές των ανθρώπων, ζητάει κι αυτή περισσότερα από όσα έχει επίγνωση αυτός που την αρθρώνει, χωρίς να σταθεί και να σκεφτεί. Ο δούλος του Θεού και δικός σας δούλος ολοκλήρωσε την προσευχή του. Σταμάτησε όμως να σκεφτεί; Είναι μόνο μία προσευχή; Όχι, είναι δύο. Η μια εκφωνήθηκε, η άλλη όχι. Και οι δύο όμως έφθασαν στο αυτί Του, Αυτού του Οποίου ακούει όλες τις παρακλήσεις, αυτές που εκφωνήθηκαν και αυτές που δεν εκφωνήθηκαν. Στοχασθείτε το εξής και κρατήστε το στο νου σας. Εάν ικετεύσετε κάποια ευλογία για τον εαυτό σας, προσέξτε! Για να μην, χωρίς τη δική σας πρόθεση, επικαλείσθε συγχρόνως να πέσει κατάρα στο γείτονά σας. Εάν εσείς ζητάτε με την προσευχή σας την ευλογία της βροχής για τα σπαρτά σας, γιατί τη χρειάζονται, με αυτή σας την πράξη πιθανώς προσεύχεστε να πέσει κατάρα στα σπαρτά του γείτονά σας που ίσως δεν χρειάζονται τη βροχή και μπορεί να βλαφτούν από αυτήν. Ακούσατε την προσευχή του δούλου σας. Το μέρος που εκφωνήθηκε. Είμαι εντεταλμένος από το Θεό να εκφράσω με λόγια το άλλο της μέρος. Εκείνο το μέρος με το οποίο ο πάστορας σας, όπως και εσείς μέσα στις καρδιές σας, προσευχηθήκατε εν σιωπή μετά θέρμης. Και εν αγνοία και άνευ στοχασμού. Ο Θεός να δώσει να ήταν έτσι! Ακούσατε αυτές τις λέξεις:

‘Δώσε μας τη νίκη, Ω Κύριε που είσαι ο Θεός μας!’

Αυτό είναι αρκετό. Το όλο της εκφωνηθείσης προσευχής βρίσκεται συμπυκνωμένο σε αυτές τις φορτισμένες λέξεις. Περαιτέρω ανάπτυξη δεν είναι απαραίτητη. Όταν προσευχηθήκατε για τη νίκη, προσευχηθήκατε και για μη τις αναφερθείσες επιπτώσεις που συνοδεύουν τη νίκη. Πρέπει να την συνοδεύουν. Δεν μπορεί παρά να την συνοδεύουν. Στο ευήκοον πνεύμα του Θεού και Πατρός έφτασε επίσης και η μη εκφωνηθείσα προσευχή. Μου εδόθη εντολή από Αυτόν να την εκφράσω με λόγους. Ακούσατε!

«Ω Κύριε και Πάτερά μας, οι νεαροί μας πατριώτες, τα ινδάλματά μας, ξεκινάνε για τη μάχη. Είθε Εσύ να είσαι κοντά τους! Μετ’ αυτών, εν πνεύματι, ξεκινάμε και εμείς από την γλυκιά ειρήνη των προσφιλών μας εστιών για να συντρίψουμε τον εχθρό.

Ω Κύριε και Πάτερά μας, βοήθησέ μας να ξεσκίσουμε τους στρατιώτες του εχθρού σε αιματοβαμμένα κομμάτια με τις οβίδες μας.

Βοήθησέ μας να σκεπάσουμε τα χαμογελαστά τους λιβάδια με τις ωχρές μορφές των γεμάτων πατριωτισμό νεκρών τους.

Βοήθησέ μας να πνίξουμε τη βροντή των κανονιών με τα ουρλιαχτά των τραυματιών τους, καθώς θα σφαδάζουν από τον πόνο.

Βοήθησέ μας να ισοπεδώσουμε τα ταπεινά τους σπίτια με θύελλες από φωτιά.

Βοήθησέ μας να γεμίσουμε τις καρδιές των χαροκαμένων γυναικών, οι οποίες δε φταίνε σε τίποτα με μάταια θλίψη.

Βοήθησέ μας να τις πετάξουμε έξω, άστεγες να περιπλανώνται με τα μικρά παιδιά τους, χωρίς φίλους στους ερημότοπους της ρημαγμένης χώρας τους, μέσα σε κουρέλια να πεινούν και να διψούν, με κομματιασμένη την ψυχή τους, τσακισμένες από την οδύνη να Σε εκλιπαρούν να τους δώσεις το καταφύγιο του τάφου και Εσύ να τους αρνείσαι. Για το δικό μας χατίρι οι οποίοι Σε λατρεύουμε, Κύριε, γκρέμισε τις ελπίδες τους, γνωρίζανε τη ζωή τους, παράτεινε την πικρή τους πορεία, κάνε να βαρύνουν τα βήματά τους, πότισε το δρόμο τους με δάκρυα, βάψε το λευκό χιόνι με το αίμα από τα πληγωμένα ποδιά τους!

Το ζητάμε από Εσένα, με το πνεύμα της αγάπης, απ’ Αυτόν που είναι η Πηγή της Αγάπης, και ο Οποίος είναι το αιώνια πιστό καταφύγιο και ο φίλος όλων όσων είναι οικτρά βασανισμένοι και αποζητούν τη βοήθεια Του με ταπεινές και συντετριμμένες καρδιές. Αμήν.»

[Μετά από παύση] Εσείς προσευχηθήκατε να γίνει τούτο. Εάν ακόμη το επιθυμείτε, πέστε το! Ο αγγελιαφόρος του Ύψιστου αναμένει.»

Όλοι ήταν σίγουροι ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν τρελός, γιατί δεν υπήρχε νόημα σε αυτά που είπε.

–––––––––––––––––––––––

«Η προσευχή του πολέμου» μικρή ιστορία ή πεζό ποίημα του Μαρκ Τουέην, αποτελεί καυστικό κατηγορητήριο κατά του πολέμου, και ιδιαίτερα κατά του τυφλού πατριωτικού και θρησκευτικού ζήλου ως κίνητρα για τον πόλεμο. Το κείμενο έμεινε αδημοσίευτο από τον Μαρκ Τουέην ως τον θάνατό του, τον Απρίλιο του 1910. Δημοσιεύθηκε τελικά στην ανθολογία του 1923 Europe and Elsewhere. Το παρόν αντλήθηκε και μεταφράστηκε από το βιβλίο Peace, Love and Liberty του Tom Palmer, κεφ. 12, σελ. 132-135.

Ο Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς, καλύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο ως Μαρκ Τουέην, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά έργα του ξεχωρίζουν Οι περιπέτειες του Τομ Σώγιερ και Οι περιπέτειες του Χάκλμπερυ Φιν.

Δημήτρης Αγαθοκλής: Παθολογία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης

863_2

Παθολογία τής σύγχρονης ελληνικής
ποίησης ή κλαδεύοντας το ποιητικό όραμα

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

Όλοι οι αμέσως ή εμμέσως ασχολούμενοι με την ποίηση —ποιητές, κριτικοί αλλά και αναγνωστικό κοινό— ομολογούν λίγο ή πολύ την κρίση στην οποίαν βρίσκεται ο ελληνικός στίχος. Ως κύριος υπαίτιος δεικνύεται ο επονομαζόμενος ελεύθερος στίχος και η αποκλειστική χρήση του στην ποιητική έκφραση. Είναι όμως ακριβώς έτσι; Κι αν ναι, σε ποιό βαθμό;

ΟΡΘΩΣ, ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟ, έχει διαγνωσθεί από πάσαν κατεύθυνση ότι η ελληνική ποίηση βρίσκεται καθηλωμένη και πυρέσσουσα στην κλίνη τού ασθενούς, χωρίς την προοπτική ταχείας ανάνηψης αφού, δυστυχώς, κανένα σημείο βελτίωσης δεν διαγράφεται στον κοντινό ή έστω μακρινό ορίζοντα. Κύριο σύμπτωμα τής (ανίατης;) αυτής κατάστασης αποτελεί ο «ποιητικός ντιλετταντισμός»1 τού εσμού των ποιητών που πολλαπλασιάζονται γεωμετρικώς και ξεπηδούν σαν τις κεφαλές τής Λερναίας  Ύδρας, και η ελαφρότητα με την οποίαν αυτοί —αλλά και αρκετοί οι οποίοι ασχολούνται με την συγγραφή εν γένει στην χώρα μας— αντιμετωπίζουν την ελληνική ποίηση, μεταφέροντας το παιχνίδι από το γήπεδο των Μουσών σε αυτό των Χόμπυ2. Ως αίτιο τούτης τής συμπεριφοράς, πέρα από την γενική διαπίστωση τής ιδιάζουσας σύγχυσης των αξιών που είναι πράγματι ορατή σήμερα σε πολλούς τομείς τού δημόσιου βίου, έχει επισημανθεί η αθρόα και αλόγιστη χρήση τού ελεύθερου στίχου και ο σχεδόν παντελής εξοστρακισμός τού έμμετρου από τις πέννες των επίδοξων νέων συγγραφέων3. Σκοπός μας εδώ δεν είναι να αποκρούσουμε αυτήν την άποψη – η οποία μάς  βρίσκει εν πολλοίς συμφώνους. Θεωρούμε όμως άδικο ο ελεύθερος στίχος (ανισοσύλλαβος στην πραγματικότητα) να φέρει την αποκλειστικότητα για το κατρακύλισμα τού ποιητικού μας λόγου. Το κύριο ζητούμενο για μας είναι να καταλάβουμε πώς η ποίηση σήμερα, ως μέσον έκφρασης, προσλαμβάνεται από τους ποιητές. Άπαξ και ορισθεί αυτό καλώς η προβληματική τίθεται σε νέα βάση. Είναι βέβαια γεγονός πως γι’ αυτήν την οπτική έχει βοηθήσει ο ελεύθερος στίχος – όχι όμως για να την καλλιεργήσει στην αντίληψη τού ποιητή αλλά για να την αναπαραγάγει, αφού πρώτα αυτός την έχει ενστερνιστεί.

Αντί να εισέλθουμε στα εγκεφαλικά άδυτα τού δημιουργού και να ξεδιπλώσουμε σαν λευκοσέντονο τις ποιητικές συνάψεις των νευρώνων του, θα προχωρήσουμε το εγχείρημά μας κάνοντας κάτι πιο απλό: θα κοιτάξουμε να δούμε τί λένε τα έργα του4, προσπαθώντας να εντοπίσουμε και να καταγράψουμε τα κύρια χαρακτηριστικά τής σύγχρονης ελληνικής ποίησης —η οποία αληθώς χρησιμοποιεί τον ελεύθερο στίχο κυρίως—, και μελετώντας την παθολογία της να εξηγήσουμε γιατί ο ποιητής τού σήμερα είναι «χομπίστας» κι έχει υποβιβάσει τον λόγον σε τέτοιο βαθμό. Αριθμός ουκ εστί για το μέγεθος των δημοσιευθέντων σε περιοδικά ποιημάτων αλλά και εκδοθέντων ποιητικών συλλογών κατ’ έτος στον τόπο μας (ο στατιστικός πληθυσμός μας)· σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να καθίσταται σχεδόν αδύνατη η στενή παρακολούθηση τής ποιητικής αυτής παραγωγής. Για το εγχείρημά μας όμως οποιοδήποτε τυχαίο υποσύνολο, χωρίς παραμέτρους ή περιο-ρισμούς σε ηλικία, φύλο κτλ. (το στατιστικό μας δείγμα) είναι ικανό να μάς οδηγήσει στις διαπιστώσεις που ακολουθούν.

ΟΠΩΣ ΚΑΘΕ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ (εικαστικό ή μη) έτσι και η ποίηση στηρίζεται σε δύο πόδες: στην μορφή (ή φόρμα) και στο περιεχόμενο. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι που ορίζουν το ποίημα και τα οποία ο δημιουργός οφείλει να χειρίζεται με μαεστρία ώστε να υπάρξει ισορροπία·  σαν ακροβάτης που βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί. Ο τελικός σκοπός βεβαίως είναι το περιεχόμενο, η ουσία τού έργου τέχνης. Το μέσον είναι η μορφή. Είναι αδύνατον να επιτευχθεί περιεχόμενο χωρίς μορφή ή για να το πούμε διαφορετικά: ένα «γερό» ποίημα θα έχει σίγουρα και μια «γερή» μορφή να το υποστηρίζει. Η μορφή όμως από μόνη της –τα «ποιητικά θεμέλια» θα λέγαμε– δεν αποτελεί και ικανή συνθήκη για ουσιαστικό περιεχόμενο (υποτυπώδες, ίσως). Και φυσικά ο ελεύθερος στίχος δεν αποκλείει την μορφή ούτε όμως ο έμμετρος στίχος την υποστηρίζει πλήρως εξ ορισμού· διότι η φόρμα είναι τόσο εξωτερικό όσο και εσωτερικό στοιχείο. Καλά ποιήματα μάς έχουν χαρίσει και οι δύο κατηγορίες όπως και κακά.

Ας ξεκινήσουμε με την μορφή. Πράγματι, κύριο γνώρισμα σχεδόν όλων των ποιημάτων που γράφονται σήμερα είναι ότι χρησιμοποιούν τον ελεύθερο στίχο· που σημαίνει ανισο-σύλλαβη παράταξη γραμμών, απουσία (τακτικών) στροφών και συνήθως απουσία ομοιοκαταληξίας. Πρόκειται δηλαδή για ανισοσύλλαβο, ανομοιοκατάληκτο και άστροφο στίχο (που καταχρηστικά καλούμε «ελεύθερο»), όχι όμως και άρρυθμο κατ’ ανάγκη. Η σχέση ρυθμού και μέτρου δεν είναι σχέση ισοδυναμίας. Αλλά και η σχέση συνεπαγωγής δεν είναι πάντοτε «ισχυρή» (δηλ. το μέτρο συνεπάγεται ρυθμό όχι όμως αναγκαστικά «καλό» ρυθμό). Αυτά έχουν ήδη αναλυθεί σε βάθος από έγκριτους μελετητές και δεν θα μάς απασχολήσουν εδώ. Για την περίπτωσή μας, αυτό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι στα σημερινά ποιητικά κείμενα, δυστυχώς, ο ελεύθερος στίχος υποβαθμίζεται από τρία επί πλέον στοιχεία τα οποία, είτε όλα μαζί είτε μεμονωμένα, υποσκάπτουν την δυναμική του και δεν τον αφήνουν να επιτελέσει τον ρόλο του, αφού τού αφαιρούν το εργαλείο πλάσεως τής φόρμας. Αυτά είναι: η απουσία σημείων στίξεως, η βραχύτητα των στίχων, η βραχύτητα των ποιημάτων.

Εάν μελετήσουμε τον ελεύθερο στίχο των μεγάλων μας ποιητών που τον υπηρέτησαν (Σεφέρης, Ρίτσος, Παπατζώνης κτλ.) παρατηρούμε ότι ο στίχος τους εν γένει απλώνεται σε πολλές συλλαβές, αρκετές φορές άνω των 15 που μπορεί κανείς να διαβάσει απνευστί (με μια εισπνοή δηλαδή — βλέπε παραδοσιακό 15σύλλαβο), όμως με κατάλληλες τομές  ώστε τελικά να καθίσταται εφικτό. Αντιθέτως, θα λέγαμε, ο σύγχρονος ελεύθερος στίχος προσομοιάζει περισσότερο στον στίχο τού Σαχτούρη (σαχτούρειος στίχος)· σύντομος και κοφτός χωρίς πολλούς διασκελισμούς. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και η απουσία σημείων στίξεως. Ο δημιουργός πλέον δεν θεωρεί σημαντικό για την αρτιότητα τού έργου του τα κόμματα, τις τελείες, τις άνω τελείες, τις παύλες (ενωτικές, μεσαίες, διαλόγου κτλ.), τις παρενθέσεις, τα κεφαλαία ή μικρά γράμματα κοκ. Που σημαίνει ότι δεν το θεωρεί βασικό στοιχείο για την ορθή απαγγελία των στίχων, μιας και οι στίχοι πρέπει (και) να μπορούν να απαγγέλλονται. Αρκεί να αναφέρουμε την γνωστή περίπτωση μελοποίησης τής ΑΡΝΗΣΗΣ τού Σεφέρη, όπου η άνω τελεία στον στίχο «πήραμε την ζωή μας· λάθος» δεν αποδόθηκε σωστά κατά την εκτέλεση, κάνοντας τον ποιητή έξω φρενών. Σε όλα τα παραπάνω έγκειται η αποδόμηση τού εσωτερικού ρυθμού τού ελεύθερου στίχου· η χαλάρωση των θεμελιωδών εσωτερικών του συνεπειών5. Ο στίχος πλέον καθίσταται βαρύς, δεν μπορεί να ξεδιπλωθεί ώστε να αναπτύξει τα νοήματα για τα οποία έχει επιλεγεί με αποτέλεσμα να μετατρέπεται από «ελεύθερο» στίχο σε «άμορφο» στίχο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να διακρίνει πλέον τον ποιητή πίσω από έναν στίχο· διότι όλοι οι στίχοι, ως άμορφοι, είναι ίδιοι – χωρίς ταυτότητα! Την βραχύτητα των στίχων έρχεται να συμπληρώσει και η βραχύτητα τού όλου ποιήματος. Σίγουρα, το ποίημα δεν είναι φιλοσοφική πραγματεία ούτε έχει σκοπό να αναλύει κοινωνικοπολιτικά θέματα εις βάθος, ώστε να απλώνεται σε εκατοντάδες γραμμές (υπάρχει και αυτό το είδος αλλά ανήκει σε άλλη κατηγορία). Δεν μπορεί όμως και από την άλλη να αποτελεί τηλεγράφημα ή διαφημιστικό σποτ ολίγων γραμμών που τις περισσότερες φορές ελαχιστοποιείται σε μία «ευφυολογική» ατάκα· μπορεί να είναι επιτυχημένο, δεν αντιλέγουμε, δεν θα χαρακτηρίζεται όμως ως ποίημα. Και για να υπερβάλουμε λίγο· το ποίημα είναι ένας ζων οργανισμός! Κι ως τέτοιος χρειάζεται τον χώρο του για να αναπνεύσει και να αναπτύξει τα κύρια μέρη του: την αρχή, το μέσο και το τέλος. Και εδώ ακριβώς αγγίζουμε την παθολογία τού περιεχομένου.

ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ των ποιητών σήμερα έγκειται στο ότι δεν έχουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, ένα «ποιητικό όραμα» το οποίο να μεταφέρουν στο χαρτί. Ίσως αυτή η έκφραση να ακούγεται βαρύγδουπη, πομπώδης ή ακόμα και ρομαντική χωρίς καμμία ουσία, θα πουν μερικοί. Αυτό που εννοούμε, για να επαναδιατυπώσουμε και να μην παρεξηγηθούμε, είναι ότι ο δημιουργός πρέπει να έχει έναν «αντικειμενικό σκοπό» κατά την δημιουργία τού (επί μέρους εν αρχή, συνολικού κατόπιν) έργου του. Το κάθε ποίημά του πρέπει κάπου να οδηγεί, να έχει έναν τελικό προορισμό. Ένας κύριος κορμός πρέπει να συνέχει το έργο, οι στίχοι τού ποιήματος να διαπνέονται από μία κεντρική ιδέα6. Αυτό προηγείται τής μορφής, έχει να κάνει με την διανοητική σύλληψη τού έργου (και κάθε καλλιτεχνικού έργου) και δεν επηρεάζεται πρωτογενώς από τον ελεύθερο ή μη στίχο. Για  να απλουστεύσουμε έτι περισσότερο, θεωρούμε πως κάθε ποίημα πρέπει να απαντάει σε τρία ερωτήματα, τα οποία να έχει θέσει και ο δημιουργός, κάποια στιγμή, στον εαυτό του. Αυτά είναι: τί, τίς, τίνι τρόπω;

Στο παρόν κείμενο υποστηρίζουμε ότι η αστοχία των σημερινών ποιητών να αρθρώσουν ποιητικό λόγο δεν έγκειται μόνον στην μονομερή απάντηση τού τρίτου ερωτήματος «τίνι τρόπω», όπου σχεδόν άπαντες απαντούν με την ελλειμματική τής «μορφής» όπως την αναλύσαμε παραπάνω, αλλά και με την αδυναμία να δώσουν μια πειστική απάντηση μέσα από τα γραφόμενά τους στο πρώτο ερώτημα, που είναι και η καρδιά τού περιεχομένου: «τί» δηλαδή «για ποιό πράγμα». Ας τα δούμε λίγο αυτά.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΡΕΠΕΙ να πει μια ιστορία. Αυτό περιμένει ο αναγνώστης και αυτό οφείλει να πράξει ο ίδιος. Ποιητής δεν είναι αυτός που εμπνέεται αλλά αυτός που εμπνέει7. Το πόσο «καλά» θα μιλήσει ο ποιητής για το θέμα που τον απασχολεί θα δείξει και τον βαθμό στον οποίον έχει κάνει κτήμα του το «ποιητικό όραμά» του ώστε, κατόπιν, να λάβει και την θέση που τού αναλογεί μεταξύ των ομοτέχνων του. Βέβαια, όλα αυτά έχουν επισημανθεί τόσες και τόσες φορές· απ’ τον ορισμό τού Αριστοτέλη για την «τραγωδία», την συνέμπτωσι έπους και πάθους απ’ τον Λογγίνο, την σχέση ύπαρξης-αντίληψης και αντίληψης-έκφρασης από τον Σέλλεϋ, τον συντονισμό ευαισθησίας και ποιητικού ρήματος απ’ τον Σεφέρη 8  κοκ. Όπως και να το πούμε, το ζητούμενο παραμένει: πως απαιτείται μία σπονδυλική στήλη που να κρατάει το ποίημα όρθιο. Αυτό έχει ξεχαστεί σήμερα ή σκοπίμως παραγκωνισθεί ως πλεονάζον (ίσως και να αποτελεί μία «αρνητική συνεισφορά» τού υπερρεαλισμού). Και ο ελεύθερος στίχος, εν αγνοία του, διατηρεί αυτήν την άρνηση/λήθη στην αντίληψη των ποιητών. Δεν υποστηρίζουμε βέβαια ότι συνεκτικός κορμός εμφανίζεται μόνον στα ποιήματα που είναι πλήρως κατανοητά στην νοηματική τους πρόσληψη. Κάθε άλλο. Διαβάζοντας για παράδειγμα το ποίημα τού Τάκη Παπατζώνη «Το απροσδόκητο θέμα»9, ενώ έχουμε την αίσθηση ενός συγκροτημένου ποιήματος με τόσο έντονες εικόνες και περιγραφές, αν μάς ρώταγαν ποιό είναι το κύριο θέμα που πραγματεύεται ο ποιητής, θα δυσκολευόμασταν να απαντήσουμε· ίσως και να λέγαμε ότι το θέμα είναι ακριβώς η απουσία θέματος! Όπως και να είναι, εν προκειμένω, ο ποιητής δείχνει φανερά ότι κατέχει το ποιητικό του όραμα, το οποίο μετέφερε στο χαρτί υπό μία συγκεκριμένη (εσωτερική και εξωτερική) φόρμα.

Άλλο παράδειγμα. Όταν ο αρχαίος τραγωδός στην ΑΝΤΙΓΟΝΗ γράφει το περίφημο: «Ἔρως ἀνίκατε μάχαν / Ἔρως, ὅς ἐν κτήμασι πίπτεις, / ὅς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις» κτλ., και κατόπιν παίρνει την σκυτάλη ο Robert Burns, το 1794, για να πει με απλότητα: “O my Luve’s like a red, red rose / That’s newly sprung in June”, και μετά η Κική Δημουλά στην ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ της μάς αιφνιδιάζει με το «Μέρες ούτε ξέρω πόσες / έχει να χτυπήσει το τηλέφωνο. / Το κινητό σου αίσθημα φραγή», όλοι αυτοί οι ποιητές μιλάνε λίγο-πολύ για το ίδιο πράγμα αλλά ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο κορμός τού ποιήματος όμως είναι εκεί, ορατός για όσους θέλουν να τον δουν, μόνο που ο κάθε ποιητής τον έχει αναπτύξει διαφορετικά· σαν ένας κορμός πόας ή δένδρου που ο κάθε κηπουρός-τεχνίτης ποιητής περιποιείται διαφορετικά, δίνοντάς του με μικρές και προσεκτικές ψαλιδιές την μορφή που ο αυτός αισθάνεται να ταιριάζει στο ίδιο το ποίημα-δένδρο (κλαδεύοντας το ποιητικό όραμα). Κι έτσι σιγά-σιγά, ανεπαισθήτως θα λέγαμε, ο ποιητής αφήνει, αλλά δεν εγκαταλείπει, το πρώτο ερώτημα τού «τί» για να προχωρήσει στο δεύτερο και τρίτο – τα οποία σχετίζονται αρχικά με την μορφή και τα οποία θα μπορούσαν, χωρίς βλάβη τής γενικότητας, να συγχωνευτούν σε ένα ερώτημα.

ΦΑΝΕΡΑ ΤΟ «ΤΙΣ» έχει να κάνει με το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί στην ποιητική ιστορία. Καθόλου αμελητέα ποσότητα· αλλάζοντας το πρόσωπο αλλάζει πλήρως το ποίημα! Μιλάει ο ποιητής ή κάποιος άλλος σε πρώτο πρόσωπο («Τώρα, μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ’ το λοιμό…», Μ. Αναγνωστάκης)· είναι το αόριστο γ’ ενικό ή  γ’ πληθυντικό («Αυτός, που, ακούγοντας το βήμα των συντρόφων του / να ξεμακραίνει πάνω στα χαλίκια…», Γ. Ρίτσος) · είναι το ουδέτερο αλλά όχι αποστασιοποιημένο α’ πληθυντικό («Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε…», Γ. Σεφέρης) · ή το αρκετά πιο απαιτητικό β’ ενικό («Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη…» , Κ. Καβάφης); Φυσικά, το θέμα τού προσώπου είναι κι αυτό σύνθετο και δεν εξαντλείται στα παραδείγματα που δώσαμε. Κρατάμε όμως τις επιφυλάξεις μας  για το κατά πόσον εγκύπτουν σε αυτήν την σημαντική παράμετρο οι νέοι ποιητές. Αξίζει κανείς να πειραματιστεί αλλάζοντας την οπτική τού «ήρωα» σε ένα ποίημα. Τα αποτελέσματα μπορεί να καταστούν πολύ διαφωτιστικά για την σχέση μορφής-περιεχομένου. Αλλά όπως είπαμε, το θέμα τού προσώπου μπορεί κάλλιστα να ενταχθεί ως υποερώτημα στο κεντρικό πρόβλημα τού «τίνι τρόπω».

Στο τρίτο αυτό ερώτημα, ακροβατούμε για άλλη μια φορά μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Τα όρια είναι συγκεχυμένα σαν να έχει διαχυθεί ομηρική αχλύς επί τού ποιητικού πεδίου. Και αυτό, διότι το ερώτημα «τίνι τρόπω» έχει δύο διαβαθμίσεις, δύο σκαλοπάτια. Το πρώτο έχει να κάνει με την εξωτερική φόρμα· πολύ απλά, αν ο ποιητής θα επιλέξει έμμετρο ή ελεύθερο στίχο – όπου έχουμε και την αρχή τής παρεξηγήσεως. Η επιλογή εννοείται συνεχίζει στις υποκατηγορίες τού κάθε είδους (με τον ελεύθερο να είναι περισσότερο πλαστικός στις επιλογές) αλλά δεν χρειάζεται να πάμε τόσο βαθειά. Σε δεύτερο επίπεδο είναι η εσωτερική φόρμα. Το πώς θα προσεγγίσει το θέμα του ο ποιητής, τί λεξιλόγιο θα χρησιμοποιήσει, πώς θα αρμόσει τις λέξεις και τα νοήματα μεταξύ τους, όλα όσα τέλος πάντων θα προσδώσουν  στον καλλιτέχνη το προσωπικό του ύφος. Και για να είμαστε πιο συνεπείς με τον τίτλο τού άρθρου: πώς ο ποιητής θα κλαδέψει το ποιητικό του όραμα.

ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΚΟΠΙΜΟ εδώ για την ανάλυσή μας να δώσουμε κάποιο παράδειγμα. Ας παραθέσουμε λοιπόν δύο ποιήματα, για να δούμε ακριβώς την διαφορά στην εσωτερική/εξωτερική μορφή (το κλάδεμα) ενός θέματος (ποιητικού οράματος) το οποίο, ας μας επιτραπεί η απλούστευση, εν προκειμένω μοιάζει να είναι συγγενές στους δύο ποιητές που ακολουθούν: η απώλεια ενός ανθρώπου, στρατιώτη ή μη· ο βίαιος θάνατος. Το πρώτο ποίημα είναι τού Μανόλη Αναγνωστάκη από την συλλογή ΕΠΟΧΕΣ (1945) και το δεύτερο τού Robert Lee Frost από την συλλογή MOUNTAIN INTERVAL (1920). Ακολουθούν τα ποιήματα10.

Χάρης 1944

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ’ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Μια μέρα μάς σφύριξε κάποιος στ’ αυτί: «Πέθανε ο Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θά ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά τής καινούριας ζωής μας
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει
…Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μάς ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μάς δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

Range-Finding

The battle rent a cobweb diamond-strung
And cut a flower beside a ground bird’s nest
Before it stained a single human breast.
The stricken flower bent double and so hung.
And still the bird revisited her young.
A butterfly its fall had dispossessed
A moment sought in air his flower of rest,
Then lightly stooped to it and fluttering clung.

On the bare upland pasture there had spread
O’ernight ‘twixt mullein stalks a wheel of thread
And straining cables wet with silver dew.
A sudden passing bullet shook it dry.
The indwelling spider ran to greet the fly,
But finding nothing, sullenly withdrew.

Δεν θα προβούμε σε συγκριτική ανάλυση των δύο ποιημάτων, δεν τα παραθέσαμε γι’ αυτόν τον λόγο. Σκοπός είναι να δούμε πώς οι ποιητές «κλάδεψαν» το ποιητικό τους όραμα ο καθένας· πώς απάντησαν στο κύριο ερώτημα τού περιεχομένου, το «τί», και πώς το υπηρέτησαν απαντώντας κατόπιν (ή ταυτοχρόνως) στο «τίνι τρόπω». Η αντίθεση είναι πολύ χαρακτηριστική, με τους ποιητές να εστιάζουν σε διαφορετικό σημείο έκαστος, για να μάς πουν στην πραγματικότητα ότι ξεκίνησε να λέει κι ο Όμηρος στο Π τής Ιλιάδος· τον άδικο χαμό τού γενναίου Πατρόκλου που πίπτει στην δίνη ενός κρυόεντος πολέμου, «τηλόθι πάτρης»· απλά, με άλλον τρόπο. Παραπάνω από φανερή είναι και η επιλογή τού ελεύθερου στίχου από τον Αναγνωστάκη και τού έμμετρου στίχου, υπό μορφήν πέντε ιαμβικών ποδών σονέτου, από τον Frost. Και αυτό που είναι ενδιαφέρον και αποκαλύπτεται στον προσεκτικό αναγνώστη, είναι η διαπίστωση ότι τελικώς η μορφή, υπό την καθοδήγηση πάντοτε μιας ακονισμένης στην ποιητική κονίστρα πέννας, καθίσταται και αυτή περιεχόμενο! Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. «Στην ποίηση, μορφή και περιεχόμενο είναι το ίδιο πράγμα, γιατί όταν αλλάζει η μορφή αλλάζει και το περιεχόμενο», θα μάς πει ο Σεφέρης στις Δοκιμές του. Και η δική μας θέση σε τούτο το αξίωμα είναι η πεποίθηση ότι αυτή η αλληλεξάρτηση μορφής και περιεχομένου είναι εξ ορισμού κατά τι πιο έντονη, πιο ορατή, όταν ο στίχος είναι έμμετρος/ομοιοκατάληκτος απ’ ότι όταν είναι ελεύθερος. Όταν δε ο ελεύθερος στίχος καθίσταται «άμορφος» στίχος, όπως τον περιγράψαμε παραπάνω, τότε η δυναμική αυτής τής σχέσης διαρρηγνύεται σχεδόν ολοκληρωτικά! Και εκεί θεωρούμε πως βρίσκεται το κύριο σύμπτωμα τής παθολογικής ασθένειας που ταλανίζει την σημερινή μας ποίηση.

Μέχρι τώρα δηλαδή, υποστηρίξαμε ότι το πρώτο λάθος των νέων ποιητών είναι η απουσία «ποιητικού οράματος», ας πούμε «θέματος» για να το απλοποιήσουμε. Το δεύτερο λάθος που τελείται εκ μέρους των, είναι η επιλογή τού ελεύθερου (άμορφου) στίχου, ο οποίος εκ γενετής (ή εκ κατασκευής) δεν μπορεί να σώσει την κατάσταση και να προσδώσει περιεχόμενο στο ποίημα. Είναι η χειρότερη επιλογή μετά το πρώτο ατόπημα τής απουσίας «θέματος»· ο χειρότερος δυνατόν συνδυασμός. Ο έμμετρος στίχος, εδώ, θα μπορούσε να καταστεί θετικά καταλυτικός. Λόγω τής πολύ αυστηρής του μορφής, λόγω τής ενδεχόμενης ομοιοκαταληξίας; Ίσως· το θέμα είναι ότι ο επίδοξος ποιητής, παλεύοντας με το μέτρο/ρίμα και προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του(ς), τελικά θα έδινε περιεχόμενο στο ποίημά του, έστω ταπεινό ή παιδαριώδες· ακόμα και αν αυτό δεν προηγήθηκε, σε πρώτη φάση, τής δημιουργίας. Το ποίημα μπορεί να είναι κακό, πιθανώτατα όμως θα είναι ποίημα. Είναι πολύ πιο εύκολο να «φλυαρήσει» κανείς με τον ελεύθερο στίχο απ’ ότι με τον (ομοιοκατάληκτο) έμμετρο· με τον δε άμορφο ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό και παρ’ όλο που ο Σεφέρης γράφει στις Μέρες του ότι: «Αν όλοι οι ποιητές τού κόσμου δεν είχαν την άδεια να μεταχειριστούν παρά μια μόνη λέξη, την ίδια λέξη – οι καλοί ποιητές πάλι θά’ βρισκαν τρόπο να ξεχωρίσουν ο ένας τον άλλον και να κάνουν μ’ αυτή τη μοναδική λέξη διαφορετικά προσωπικά ποιήματα. (1946)», σήμερα δυστυχώς δεν μπορούμε να το υποστηρίξουμε αυτό για την μαζική ποιητική μας παραγωγή, αφού ο στίχος που χρησιμοποιείται είναι άμορφος και χωρίς περιεχόμενο. Και μία λέξη να έχεις κατά Σεφέρη, πρέπει να τής προσδώσεις περιεχόμενο για να ξεχωρίσει. Εάν είσαι καλός ποιητής.

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ άραγε, τί ποίηση θα έκανε ο Οδυσσέας Ελύτης εάν έγραφε αποκλειστικά στο παραδοσιακό ύφος ή ο Ρόμπερτ Φροστ, που προαναφέραμε, εάν ο στίχος του ήταν μόνον ελεύθερος; Ερωτήματα χωρίς απαντήσεις αλλά και χωρίς ουσία βέβαια. Σίγουρα όμως θα ήταν κάτι διαφορετικό, μιας και οι μορφολογικές επιλογές θα οδηγούσαν τους δημιουργούς σε άλλους ποιητικούς δρόμους. «Στερνός σκοπός τού ποιητή δεν είναι να περιγράφει τα πράγματα αλλά να τα δημιουργεί ονομάζοντάς τα», μάς υπαγορεύει το γνωστό ποιητικό θεώρημα τού Σεφέρη. Και αν πράγματι αυτός παραμένει ο σκοπός, τότε  τα δύο βέλη τής μορφής («κλαδευτήρι») και τού περιεχομένου («ποιητικό όραμα») αποτελούν αναγκαία εξάρτυση κάθε ποιητικής φαρέτρας. Όσο πιο αρμονικά συνεργάζονται αυτά τα δύο, τόσο πιο αρμονικός είναι και ο «ταυτισμός» τού ποιητή με τα πράγματα11. Όσο λιγότερο επιτυχής η ταύτιση, τόσο πιο έντονα τα συμπτώματα τής ασθενούσης ποίησης. Ομολογουμένως, σήμερα, η απουσία συντονισμού των δύο αυτών στοιχείων («ετεροφωνία» για να εισαγάγουμε ένα νέον όρο) είναι πάρα πολύ έντονη. Και το κύριο βάρος τής ευθύνης πέφτει στον ελεύθερο στίχο. Η θέση αυτή δεν είναι λανθασμένη· αντιθέτως, ενέχει μεγάλο μέρος τής αλήθειας. Τον βαθμό αυτό συμμετοχής ευθύνης προσπαθήσαμε να διερευνήσουμε στην παρούσα εργασία.

Επιχειρήσαμε δηλαδή, εντοπίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά τής σύγχρονης ελληνικής ποίησης, να αναλύσουμε την παθολογία της και να διαγνώσουμε την παθογένειά της διότι πέραν κάθε αμφιβολίας, η ελληνική ποίηση νοσεί. Η επικρατούσα άποψη ρίχνει το ανάθεμα στην αποκλειστική χρήση τού ελεύθερου στίχου, όπως αυτός λανθασμένα χρησιμοποιείται από τα ανειδίκευτα ποιητικά χέρια. Η θέση αυτή δεν αντικρούστηκε αλλά μάλλον ενισχύθηκε στο παρόν κείμενο με ένα επί πλέον δεδομένο. Ότι πίσω από αυτήν την προβληματική κρύβεται και ένα έτερο στοιχείο που έχει να κάνει εξ ίσου με το περιεχόμενο των ποιημάτων όσο και με την μορφή τους. Υποστηρίξαμε δηλαδή ότι ο πυρήνας τού «ντιλετταντισμού» όλως αυτών των hobby-ποιητών που κυκλοφορούν οφείλεται εν αρχή στην απουσία «ποιητικού οράματος» εκ μέρους των, και εν συνεχεία ή εν παραλλήλω, λόγω μη τριβής με τον έμμετρο/ομοιοκατάληκτο στίχο, στην επιλογή τού «κλαδευτικού εργαλείου» που καλείται ελεύθερος-άμορφος στίχος, προκειμένου να δώσουν μορφή στο ποιητικό τους όραμα – που δεν έχουν! Εάν αντιθέτως επιλεγόταν ο πρώτος, το πρόβλημα δεν θα ήταν τόσο οξυμένο, λόγω τής στενότερης σχέσης που έχει αυτός με το περιεχόμενο. Αλλά εάν οι νέοι ποιητές προτιμούσαν (και) το παραδοσιακό ύφος για να υπηρετήσουν την τέχνη τους, μάλλον θα ήταν πιο υποψιασμένοι και δεν θα κάναμε αυτήν την συζήτηση εξ αρχής.

Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν κομίζουμε γλαύκας εις Αθήνας. Στα θέματα αυτά έχουν αναφερθεί, στο κοντινό παρελθόν, εμβριθέστεροι μελετητές που έχουν κρούσει τον κώδωνα τού κινδύνου σχετικά με τις αδυναμίες τής ποιητικής έκφρασης στον τόπο μας12. Ας ελπίσουμε ότι δια τής επαναλήψεως (ως «μητέρα τής μαθήσεως») θα επιτευχθεί η εμπέδωση τού προβλήματος. Πάντοτε, σε τέτοιες περιπτώσεις, το πρώτο αποφασιστικό βήμα είναι η ομολογία τού πάσχοντος ότι πάσχει. Από κει και πέρα, η ίαση είναι θέμα χρόνου.

——————————

1, 2 Κώστας Κουτσουρέλης: Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπυ – Ντιλετταντισμού εγκώμιον
(εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 9/12/2012)

3 Ν. Βαγενάς: Η κρίση τού ποιητικού λόγου (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 14/01/2001)

4 «Ανάμεσα στους πολλούς τρόπους που υπάρχουν για να μελετούμε τους ποιητές, ο απλούστερος μού φαίνεται, είναι ο καλύτερος: να κοιτάζουμε τί μάς δείχνουν τα έργα τους. Και δεν είναι απίθανο πως μάς δείχνουν πράγματα που γυρεύαμε». (Γ. Σεφέρης – Ημερολόγιο, Μέρες)

5 Ν. Βαγενάς: Το εκφραστικό αδιέξοδο τής ποίησης (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 26/11/2000)

6 Επί τού θέματος, κατατοπιστικότατο το κείμενο τού Άρη Μπερλή: Ο διδακτισμός στην λογοτεχνία» (εκδ. Ύψιλον/βιβλία, σελ. 110)

7 “Le poète est celui qui inspire bien plus que celui qui est inspiré”. (Paul Elyard – L’ évidence
poétique, 1937, p. 515, éd. Pléiade, t. I)

8 Βλέπε «Η αναζήτηση μιας ποιητικής θεωρίας» από τον Νάσο Βαγενά (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/02/2000)

9 Τ. Παπατζώνης – Το απροσδόκητο θέμα (Ανθολογία ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ, 11η έκδ.  Τα Νέα Ελληνικά, σελ. 1007)

Σήμερα, ύστερ’ από τα τόσα σκολιά μονοπάτια,
τις τόσες περιδιάβασες, τα τόσα περιπλανήματα,
έρχεται στην επιφάνεια το μεγάλο, το απροσδόκητο θέμα!..
Δεν θέλω με τούτο να ισχυριστώ
πως δεν συνάντησα βιολέττα ώσαμε τώρα
ή πως δεν άνθισε μπροστά μου τριανταφυλλιά –
απ’ τις ολοκκόκινες εκείνες, με τα πελώρια, τα φλογώδη,
τ’ αρωματισμένα ρόδα τού Μαγιού – αλλα είναι εν τούτοις
απροσδόκητο, είναι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη,
που τού αντριεύει τους μυκηθμούς το λυώσιμο των χιονιών
στη μέση τής μεγάλης περιδιάβασης τής ζωής
ν’ αποκαλύφτεται εμπρός σου, κατά τα βουνά,
σε ύψος πολύ, ένα οροπέδιο τής αιθρίας!
Με θέα όλες τις λίμνες από κει πάνου –
ατάραχους δίσκους ασημένιους, με ατμούς προς το θεό
των δρυμών και τής ανοίξεως!.. Ένα οροπέδιο τής γαλήνης,
με την χλωρίδα των Άλπεων, με τα πλούτια
τού κήπου – ακόμα και τού θερμοκηπίου –
να διατρυπούν τα χιόνια• μια βλάστηση ολωσδιόλου
χρωμάτων τής ανάπαψης – εκείνα τα μαβιά
η εκείνα τα ωραία τα κίτρινα – με την απόλυτη προσφορά
τής βεβαιότητας πως τ’ άγγιξες πια το ύψος,
πως ψαύεις τον μεγάλον ουρανό!..

Κάτι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη… και όμως –
τί ασαφείς οι έννοιες, τί ατυχείς, τί μισερές οι παρομοιώσεις! –
αντίθετο αλλά και τρισόμοιο προς την ουσία τού καταρράχτη,
προς τον παιάνα τού καταρράχτη!.. Όσο για ορμή, όσο για βουή,
όσο για δύναμη πρώτου στοιχείου, όσο για λαμποκόπημα
στο ζέοντα ήλιο ή όσο για το άφρισμα τής δροσιάς,
το θέμα το απροσδόκητο που ανάβλυσε μεμιάς
είναι το θέμα τής ο υ σ ί α ς τού καταρράχτη!
Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..

10 Μανόλης Αναγνωστάκης – Τα Ποιήματα 1941-1971 (εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, σελ. 37)
Robert Lee Frost – Collected poems (HALCYON HOUSE, 1942, σελ. 159)

11 Γιώργος Σεφέρης – Μονόλογος πάνω στην ποίηση, Δοκιμές Α΄, Ίκαρος, 1974, σελ. 139

12 Για παράδειγμα, ήδη από το 2000 ο Νάσος Βαγενάς έχει αναφερθεί στην «προβληματική χρήση   τού διανοητικού νοήματος των λέξεων» και πως χρειαζόμαστε «μια νέα εμμετροποίηση τού ελεύθερου στίχου» (Ν. Βαγενάς: Η επαναμάγευση τού ποιητικού λόγου – εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/03/2001).

Γ. Ηλιόπουλος-Δ. Ελέας: Σχόλιο στον Στέλιο Ράμφο

Για το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, το σχετικό με τον Παναγιώτη Κονδύλη, που προδημοσιεύσαμε τον Μάιο, λάβαμε επιστολικώς και αναρτούμε το ακόλουθο κείμενο.  

* * *

Ο Ράμφος ως οικοδεσπότης και το χρέος της μεγαλοφυΐας

των ΓΙΩΡΓΟΥ Η. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΑ

Μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου του Στέλιου Ράμφου για τον Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), το οποίο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ΝΠ, ήταν σίγουρο ότι θα ακολουθούσε και επόμενη ανάγνωση μετά την πρώτη δυσάρεστη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη του Μαΐου, εξ άλλου, είχε ανέβει απότομα κι ο υδράργυρος… Ο ίδιος ο Ράμφος μιλώντας για τον Κονδύλη, καταφέρνει αρίστως να μιλάει για έναν σημαίνοντα εκλιπόντα, καταφέρνοντας συνάμα να πνίγεται μέσα στην θάλασσα του κονδυλικού έργου ή, αν δεν συμβαίνει αυτό (ανθρώπινο είναι να κάνουμε λάθος), τότε ο Ράμφος μιλάει για τον Κονδύλη, όπως μιλάει ο θείος αναφερόμενος στον ξεροκέφαλο ανιψιό του.

Η Τίνα Μανδηλαρά που σαφώς ένιωσε την ίδια έκπληξη, έγραψε σε ένα κοινωνικό δίκτυο την 6η Μαΐου του 2015: «Να μην έχεις καταλάβει λέξη από Κονδύλη και να θες να ασκείς και κριτική. Ας μαζέψει κάποιος τον Ράμφο επιτέλους!!». Είναι, ασφαλώς, υπερβολή να ισχυριστεί κανείς κυριολεκτώντας ότι ο Στέλιος Ράμφος «δεν έχει καταλάβει ούτε μία λέξη». Στη διάρκεια της υπερτριακονταετούς γνωριμίας και σχέσης τους δεν μπορεί, κάτι θα έπιασε. Το πρόβλημα δεν είναι η αφομοιωτική ικανότητα του «φίλου Στέλιου» (για τον Κονδύλη είναι βέβαιο ότι η όποια προσωπική φιλία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «φιλτέρα της αληθείας»). Το πρόβλημα είναι ότι στη μονομερή κατανόηση του κονδυλικού έργου (στο εσωτερικό του οποίου ο Ράμφος εντοπίζει, με σχετική ευστοχία, αντινομίες και όρια) ο ίδιος δεν έχει να αντιτάξει παρά μόνο κάποιες δογματικές τοποθετήσεις, προβληματικές, αν μη τι άλλο, εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκφέρονται. Το θεμελιώδες πρόβλημα της επιφανειακής κριτικής του στον Κονδύλη, από την άλλη, έγκειται στην αδυναμία του να εντοπίσει τη δύναμη του κονδυλικού έργου ακόμη και στα σημεία – κατά μείζονα λόγο, ίσως, σ’ αυτά – όπου εμφαίνονται αδυναμίες. Και τούτο διότι ο Κονδύλης, δεν πρέπει να λησμονούμε, ήταν κατ’ εξοχήν ένας στοχαστής που δεν δίστασε να αναμετρηθεί με ερωτήματα κρίσιμα και οριακά για κάθε στοχαστική προσέγγιση ερωτημάτων της πρακτικής, κυρίως, φιλοσοφίας.

Στο κείμενό του ο κύριος Ράμφος προσπαθεί να πλέξει τις λέξεις – και οι λέξεις είναι καλό να πλέκονται όταν παράγεται κρυστάλλινο νόημα και όχι νόημα που είναι είτε διφορούμενο μέσα στην ομίχλη, είτε νόημα απαξιωτικό για τον Κονδύλη. Ο Ράμφος καταφέρνει και εξισώνει τον εαυτό του με τον Κονδύλη. Έτσι απλώνονται σαν τραχανάς μέσα στο κείμενο διάφορες «χαριτωμένες και παροδικές αστοχίες». Ο Κορνήλιος Καστοριάδης λέει ρητώς σε ένα κείμενό του «το να σκέφτομαι δεν σημαίνει οικοδομώ Παρθενώνες», ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν κάνει λόγο για «κουταμάρες με τη σέσουλα» που είναι καλές για να περνάει η ώρα και μόνο, αλλά και ο ίδιος ο Κονδύλης διαπιστώνοντας απουσία εργασιακού ήθους στο χώρο του πνεύματος μίλησε για τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακισμού και της ημιμάθειας». Έτσι είναι λυπηρό, μα από την άλλη φυσιολογικό κι αναμενόμενο, που στην πνευματική δημοσιότητα της Ελλάδας δεσπόζουν ρητορεύουσες και δημοσιοσχεσίτικες ασημαντότητες. Δεσπόζουν οι μίμοι, οι ψυχικά κλονισμένοι γελωτοποιοί και οι νοσοκόμοι τρελοκομείου που δηλώνουν διανοούμενοι.

Μια σημαντική ιδιοφυΐα – όπως υπήρξε ο Κονδύλης, με τη συγκρότηση του αναλυτικού και του στρατηγικού νου που είχε – δεν μπορεί να είναι σε κατάσταση ταραχής, όπως διεπίστωσε ο Ράμφος ως οικοδεσπότης. Θυμίζουμε πως ήδη είχε γράψει και εκδώσει το opus Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αλλά και την επιμελημένη ελληνόγλωσση έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου με το περίφημο επίμετρο υπό τον τίτλο: «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Μήπως ταραχή ένιωθε ο οικοδεσπότης; Μήπως διάβασε, κατά λάθος, την ψυχική του κατάσταση εκείνη την ημέρα στο πρόσωπο του φιλοξενούμενου Κονδύλη; Ας μην ξεχνάμε πως ο ίδιος ο Σίγκμουντ Φρόυντ, όταν συναντούσε τον κύριο ανταγωνιστή του Καρλ Γιουνγκ, κάνα δυο φορές έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε μπροστά του.

Ο Ράμφος ακόμη και στα πιο στοχαστικά του κείμενα μπορεί να διαβαστεί ως ποιητής και ως συγγραφέας, αλλά μέχρι εκεί. Η ερμηνευτική του ελληνισμού μέσα στην σύνολη εργασία του δεν στερείται γραπτού πολυτονικού όγκου, αλλά στερείται πραγματικής ουσίας ή και πρωτοτυπίας. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα το πώς ο ίδιος αναγιγνώσκει τον εαυτό του. Το κάνει άραγε από καιρού εις καιρόν; Εμείς πάντως ακολουθούμε μια ανάγνωση στο έργο του Ράμφου, και σεβόμαστε την προσπαθειά του, αλλά σαφώς βλέπουμε ότι τα πνευματικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ή υπαινίσσεται, υπολείπονται κατά πολύ των εργαλείων που έριξε στη μάχη των ιδεών ο Κονδύλης. Και με βάση τα εργαλεία αυτά, της παλαίστρας του κληρονομημένου λόγου δηλαδή (που ο Καντ τα σφυρηλατούσε κάθε πρωί για δεκαετίες, με πυξίδα το λατινικό μότο Sapere aude πριν τις διαλέξεις που έδινε στο Πανεπιστήμιο του Königsberg) δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε να σταθεί το όποιο έργο του Στέλιου Ράμφου δίπλα στο αξιόλογο και ρηξικέλευθο έργο του Κονδύλη. Το να τα βάλουμε και εμείς, δίπλα-δίπλα, είναι ένα αστείο ατόπημα που θα ισοδυναμούσε με το να αγοράζαμε εισιτήριο πρώτης θέσης στον Τιτανικό. Δεν το κάνουμε και είναι καιρός να σκεφτούν σοβαρά επί του θέματος όσοι είναι ακόλουθοι του Ράμφου ή και συνομιλητές του ακόμη, για ένα μικρό ποσοστό φήμης ποτισμένης με θλιβερή ματαιότητα στις όχθες του Ρουβίκωνα.

Ο Ράμφος «διαδηλώνει» πως έχει ακολουθήσει τον μονήρη βίο του στοχαστή, ως ακόλουθο προνόμιο κρατάει σφιχτά για τον εαυτό του την «πνευματική διάσταση του νοήματος». Ο Κονδύλης από τη μεριά του έπραττε ουσιαστικά το ίδιο και δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να το διαλαλήσει στο πανελλήνιο. Όσο ζούσε ο Κονδύλης, δεν υπήρχε καλά-καλά ούτε δημοσιευμένη φωτογραφία του και ο Κονδύλης για να γίνει Κονδύλης «έφτυσε αίμα», προπαντός στη Γερμανία όπου και έλαμψε. Ο Ράμφος, εν αντιθέσει, επιζητεί την εν Αθήναις δημοσιότητα και καλά θα κάνει να συνεχίσει τις διαλέξεις του και να συνεχίσει να εναγκαλίζεται και να θωπεύει τη βυζαντινή σκέψη και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αφού, αν μη τι άλλο, η ζεστή αγκαλιά τους είναι σαν παρηγοριά. Μακάρι αυτή η αυστηρή πορεία του «πιστού» Ράμφου να ήταν πραγματικά στοχαστική και ανατρεπτική και όχι μια πορεία που καταλήγει στην εκκλησιαστική πεπατημένη. Διότι, δυστυχώς, είναι αμφίβολο αν μέσα από την όποια δογματική ορθοδοξία μπορούν να εξασφαλιστούν τα νοητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για μια ουσιαστική ανάγνωση και εις βάθος κατανόηση του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη: πρόκειται για το έργο ενός στοχαστή που δίνει αυθεντικό νόημα στη λέξη ιδιοφυΐα. Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας, ο Κονδύλης έχει ανάγκη από υπεράσπιση, καθώς το έργο του είναι αφ’ εαυτού δυσπρόσιτο, αγγλιστί «a tough nut to crack» και μπορεί εύκολα να πέφτει θύμα κακομεταχείρισης.

Οι υπογράφοντες χαιρετούμε και ασπαζόμαστε την παρέα του Κονδύλη στον «Κάτω Κόσμο» και με δέος «φανταζόμαστε» τις διαλεκτικές του αναζητήσεις με στοχαστές σημαντικού διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως: Θουκυδίδη, Μακιαβέλλι, Χέγκελ, Κλαούζεβιτς, Μαρξ, Βέμπερ και άλλους. Τα πράγματα στον «Πάνω Κόσμο», και δη τον ελληνικό και πνευματικό, είναι τα ίδια όπως τα άφησε, αν δεν είναι ήδη και χειρότερα, καθώς κυριαρχούνται από τις εναλλαγές και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις εμπαθείς κριτικές και τις άκριτες εξυμνήσεις («λιβανωτούς»): Διότι όσο απορριπτέα είναι η ανεύθυνη και αδόκιμη κριτική, το ίδιο απορριπτέο είναι και το «λιβάνισμα» που, αφρόνως, με τη μορφή «παρασιτικού σχολιασμού» και «ύπουλης αυθεντίας», εκδηλώνεται ενίοτε στη δική του μνήμη και στο όνομά του. Το όνομά του, πάντως, θα παραμένει ορισμός αυτού που πραγματικά οφείλει να είναι το χρέος της μεγαλοφυΐας: το χρέος ενός homo universalis, ενός κριτικού στοχαστή και πρωτότυπου διανοουμένου στην Ευρώπη και τον άτακτο κόσμο του σήμερα με τα οικονομικά, τα γεωπολιτικά, τα οικολογικά του προβλήματα και, προπαντός, τα προβλήματα στο ψυχικό απόθεμα των ανθρώπων και στην πνευματική συγκρότησή τους.

Αλέξανδρος Κορδάς: Στον ορίζοντα της τήξης

557630_4114779500877_2021037900_n

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Πριν δύο χρόνια κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λυκόφως η Τήξη του Ερέβους, ένα βιβλίο ποίησης, το πρώτο που μας δίνει ο ποιητής Χρήστος Κατρούτσος. Αρχικά λοιπόν, μιλούμε για μια προσπάθεια, άλλοτε επιτυχημένη, άλλοτε λιγότερο επιτυχημένη, αλλά πάντως για μια προσπάθεια που αξίζει της προσοχής μας. Ένα πρώτο ερώτημα τίθεται ήδη εδώ, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας; Το ερώτημα αυτό είναι οδηγητικό, κι έτσι θα καταπιαστούμε μαζί του κατά το μήκος του κειμένου, με σκοπό να το διαλευκάνουμε, αν όχι να το απαντήσουμε.

Ο τίτλος ενός βιβλίου είναι κάτι απ’ το οποίο οι άνθρωποι συνηθίζουν να πιάνονται με σκοπό να πάρουν μια πρώτη ιδέα γι’ αυτό, μια πρώτη γεύση, όπως λέμε. Ο τίτλος του βιβλίου που συζητούμε μοιάζει, απ’ αυτή τη ματιά, σκοτεινός: τι θα πει δηλαδή «τήξη του Ερέβους»; Ανατρέχοντας στη θεωρία, θυμίζω στον εαυτό μου, και σ’ εσάς, ότι τήξη είναι μια φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα στέρεο υλικό μετατρέπεται σε υγρό. Αυτή η διευκρίνηση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα αφού αυτό το οποίο τήκεται είναι το Έρεβος, μια οντότητα κατ’ εξοχήν ποιητική. Ο Ησίοδος, που θα πρέπει πάντοτε να παίρνουμε τη γνώμη του σε τέτοια ζητήματα μας βεβαιώνει ότι το Έρεβος προήλθε από το σμίξιμο του Χάους και της Γαίας και έχει αδελφή του τη Νύχτα. Περιμένουμε λοιπόν ότι μ’ ένα τέτοιο συγγενολόι, το Έρεβος θα πρέπει να ’ναι κάτι αρκετά συγκεχυμένο, κάτι τι, ας πούμε, το άμορφο. Όμως το άμορφο, γινόμενο ρευστό, αποκτά μορφή, είναι πλέον κάτι. Διαβάζοντας την Τήξη του Ερέβους, ένας χείμαρρος λέξεων, πολλές φορές δυσνόητων, μας παρασύρει στις περιδινήσεις του, έτσι που δυσκολευόμαστε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα για το τι ακριβώς συμβαίνει.

Στο σημείο αυτό, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πάρουμε μια απόσταση, και να σταθούμε κριτικά. Να πούμε τι δεν μας αρέσει, κι αφού ταχτοποιήσουμε λίγο αυτό, ίσως να μπορέσουμε ν’ ανακαλύψουμε και τι μας αρέσει, μένοντας έτσι πιστοί στο οδηγητικό μας ερώτημα, που σας υπενθυμίζω ότι ήταν, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας. Ξεδιπλώνεται λοιπόν, μπροστά μας μια σειρά από προβλήματα, που μας εμποδίζουν να τοποθετήσουμε το βιβλίο στο σωστό του ράφι μέσα στη βιβλιοθήκη του μυαλού μας. Μια πρώτη παρατήρηση, που θα έκανε ένας προσεχτικός αναγνώστης, είναι ότι το βιβλίο δεν έχει υποστεί επιμέλεια: θαυμαστικά και αποσιωπητικά είναι διάσπαρτα παντού, αρκετά ποιήματα είναι μεγαλύτερα απ’ όσο θα έπρεπε, ενώ συχνά βλέπουμε λέξεις βαρύγδουπες και ακατάλληλους συνδυασμούς λέξεων. Όλο αυτό το σκηνικό μας προκαλεί μια κάποια δυσφορία, έτσι που λέμε, τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Περί τίνος πρόκειται; Την εικόνα αυτή επιδεινώνουν κάποια αφηρημένα, αντιποιητικά σχήματα, και κάποιοι ρηχοί συναισθηματισμοί.

Αυτό το πρώτο βραχυκύκλωμα θα πρέπει κανείς να το υπερβεί – δεν είναι υποχρεωτικό βέβαια, μπορεί να πει: εγώ θέλω ένα κείμενο που δεν θα πέφτει λέξη, που κάθε κόμμα θα είναι στη θέση του. Αν κάνουμε όμως ένα βήμα πέρα από τη λογική αυτού που σέρνεται πίσω από κόμματα, θα δούμε κάποιον που προσπαθεί εναγωνίως να φτιάξει την ιδιόλεκτο του, παλεύοντας με το χαρτί. Διότι το χαρτί παρουσιάζει την τάση να θέλει να παραμείνει χαρτί• με όμοιο τρόπο, το ποίημα θέλει να παραμείνει στο χαρτί. Το ποίημα θέλει; πόσο συχνά οι λέξεις μας ξεγελούν; Το ποίημα δεν θέλει, είναι, για την ακρίβεια είναι στο χαρτί. Εκείνος που θέλει είναι ο ποιητής, και αυτό που θέλει είναι να κατοικεί και να κατοικείται από τη γλώσσα, δηλαδή να διαλέγεται: «γιατί μπορεί και μια τελεία/ για να γλυτώσει αφορισμούς που την πληγώνουν/ να κυλιστεί σε καταφύγιο διαλόγου», απόσπασμα από το ποίημα «Σαν άκουσες σημεία των καιρών», όπου γίνεται ένας εύστοχος συγκερασμός ποίησης και σημειωτικής. Ενώ σε επόμενη σελίδα ο ποιητής παλεύοντας ανάμεσα στις παύλες ενός διαλόγου, θα μας πει: «κι ας ζω μες στα χαμηλοτάβανα,/ μα τώρα, έτοιμος να συνθλιβώ,/ μοιάζει η οροφή να χαμηλώνει,/ η μία παύλα να συμπίπτει με την άλλη/ -Ρε μήπως και μονολογώ;/ Μίλα μου κι όρθιος πάλι να σταθώ, πες μου μια Καλημέρα» («Καταφύγιο διαλόγου»). Αυτή η αγωνία για διάλογο, που είναι ακριβώς τόσο μεγάλη όσο η έλλειψή του, μεγαλώνει διαρκώς, καθώς φυσά και ρήμα συναιρείται (…) «σα λόγος συρρικνώνεται μες σε καιρούς πολυγλωσσίας,/ καιρούς που οι ανάσες είναι μετρημένες/ και δεν αποθησαύρισα ούτε μια φυσαλίδα οξυγόνου./ Λίγο κρυμμένο άνεμο που είχα τον παρέδωσα/ σ’ ένα φιλί να παρασύρει τα λόγια τα ξερά/ στα στεγνωμένα μας πνευμόνια/ και μοιάζουμε μπαλόνια άδεια πια/ καθώς απέδρασε το παιδικό μας όνειρο στο μύθο».

Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα «Μέδουσες και αχινοί», μας θυμίζει αυτή την αρχαϊκή εικόνα της Βαβυλωνίας των γλωσσών, για την οποία μας μιλάει η Βίβλος. Αυτό το αρχέγονο πρόβλημα συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, έχει παγιοποιηθεί, σχεδόν συστηματοποιηθεί στους δυο αιώνες μαζοποιήσης, ανάμεσα στους οποίους έλαχε να βρεθούμε. «Σ’ αυτή την πυρκαγιά/ Αιώνες τρεις χιλιάδες έλιωσαν/ από σπινθήρα λόγου ξύλινου/ στη νύχτα των κρυστάλλινων ελάτων./ Ρωτώ: τη στάχτη αυτή ποιος θα την κάνει σαπούνι της αηδίας, και παρακάτω: Τι πνιγεροί καιροί/ σα Μέλλον γέμει ενοχών/ και άμποτη κατοπινά με τρικυμία των ενόχων» (από το ποίημα «Στα έλατα δακρύων»). Εδώ ο Κατρούτσος βάζει κυριολεκτικά σ’ ένα τσουβάλι όλες τις πληγές του 20ου αιώνα, τις εκκαθαρίσεις των Ναζί, την προπαγάνδα, τη δική τους και των υπολοίπων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που τα ονόματα τους ηχούν σαν συμπυκνώσεις στο χώρο του κακού. Το ερώτημα που απηχεί στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι εκείνο του Hölderlin, που μετά τον Celan είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε: προς τι να είσαι ποιητής σε σκοτεινούς καιρούς; Δόξα τω Θεώ το ερώτημα απαντάται από μόνο του, στο βαθμό που συνεχίζεται να γράφεται ποίηση. Αλλά ακριβώς σε αυτό συνίσταται η πάλη του ποιητή με το χαρτί, διότι η συνείδηση του ανθρώπου δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι το ποίημα θα παραμείνει ένα αξεδιάλυτο υπόλειμμα λόγου εγγεγραμμένο στο χαρτί κι ως εκ τούτου δεν θα έχει καμία δύναμη μπροστά στη φρίκη που έρχεται από τα έξω.

Αυτό που προτείνει μετ’ επιτάσεως ο Κατρούτσος, τόσο στην Τήξη του Ερέβους, όσο και στα θεωρητικά κείμενα που την ακολούθησαν, είναι μια προσπάθεια διάσωσης της ετερότητας. Πρόταση που δεν την εισηγείται βέβαια ο ίδιος, αλλά που είναι πόρισμα των συζητήσεων που προέκυψαν στην Ευρώπη στα μεταπολεμικά χρόνια, και που στην πατρίδα μας ήρθε μέσα απ’ τα γραπτά των λεγόμενων νεο-ορθοδόξων. Αυτή η σχολή σκέψης έχει επηρεάσει αρκετά το φίλο μας, τόσο, ώστε τόπους τόπους βλέπουμε να υιοθετεί την προβληματική της. Το ζητούμενο είναι, να βρεθεί μια έξοδος από το εγώ στο Άλλο, όπου Άλλο εννοούμε, οτιδήποτε πέραν του εγώ, χωρίς όμως ν’ ακυρώνεται η προσωπική ετερότητα.

Γυρνώντας πάλι απ’ τη δουλειά

μετά το μεροκάματο της άνεργής μου σκέψης,
κλειδιά να ψάχνω που συνέλεγα,
για σπίτι, τ’ αυτοκίνητο, της αγωνίας το ερμάρι.
Τις οδοντώσεις όλες είχα μάθει
μη φτιάξω ένα κλειδί που όλα να τ’ ανοίγει,
το ναι μου ξεκλειδώνοντας,
γιατί το όχι μου ακούστηκε
με σθένος στις καρδιές του ξημερώματος
από λαρύγγι που διαλάμπει πόνος και σιωπή,
μήπως και προσληφθώ σαν έσχατος
στην τήξη του ερέβους.

Το ποίημα αυτό, που το θεωρώ το καλύτερο της συλλογής, μας παρουσιάζει κάτι συγκεκριμένο, έναν άνθρωπο άνεργο, που γυρίζει στο σπίτι του νωρίς το πρωί. Το τι έχει προηγηθεί δεν το ξέρουμε, όπως δεν ξέρουμε και το τι έπεται. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο άνθρωπος αυτός επιστρέφει στο σπίτι του χωρίς να έχει το νου του την εργασία του, ακριβώς επειδή δεν έχει εργασία. Τη στιγμή που γυρίζει το κλειδί της πόρτας, ζυγίζει μέσα του το βάρος της υπαρξιακής αγωνίας. Αυτό που αποφασίζει είναι να σταθεί με ελπίδα μπροστά στο κενό που τον ζυγώνει. Η εναγώνια κραυγή του γίνεται ακουστή απ’ όλες τις καρδιές του ξημερώματος, όλους τους ανθρώπους δηλαδή που όμοια μ’ εκείνον, ζυγίζουν την αγωνία μέσα τους, μόνο και μόνο για να την υπερβούν. Ένα βίωμα μυστικό, που απλώνεται σε κύκλους γύρω από τον άνθρωπο που το εκφράζει, τον άνθρωπο που τυχαίνει να είναι ποιητής. Κι αυτό είναι διπλή ατυχία για κάποιον που θέλει να είναι συνεπής, αφού θα πρέπει διαρκώς να παλεύει ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Την πάλη αυτή ο Χρήστος Κατρούτσος την πραγματεύεται και στο ποίημα «Μετέωρη γραφή»:

Επέστρεψα στη Γη καθώς η σκέψη βάρυνε
και γυμνητεύοντας σε κόσμο πιο πυκνό,
η μνήμη εξερράΓη του άγνωστου πλανήτη,
βρισκόμενος μετέωρα κομμάτια πια να ψυθιρίζουνε
χωρίς βαρύτητα καμιά πατρίδα.
Βαρύτητα δεν έχεις σαν κυνηγάς το όνειρο
και ύπνο βιάζεις στη διαδρομή ως άγρυπνος
σα μάζευες ξερόκλαδα στου άστρου σου τη θράκα
μη σβήσουν προσμονές που σιγοκαίγανε.
Στη διαδρομή που όρθιος πρέπει να σταθείς
ξεχνάς το εισιτήριο να χτυπήσεις,
στην τράπεζα που την αγνή σου πρόθεση τοκίζει
ξεχνάς τη στάση, κοιτάζοντας με τα μισόκλειστα σου μάτια
ημιλιπόθυμα τα κτήρια όπου έσυραν σαν άχρηστο ερμάρι,
ονειροπόλων δώματα, ψηφίδες ουρανού αφήνοντας και πάλι.

Ζούμε σ’ έναν αιώνα όπου τα όνειρα των επίγειων παραδείσων βαδίζουν πίσω μας, καμιά πατρίδα δεν φαίνεται να έχει βαρύτητα. Οι τράπεζες μάς δεσμεύουν τα όνειρα που χτίσαμε σε μια εποχή ευμάρειας. Μέσα απ’ τους τάφους τους ορισμένοι ψελλίζουν ευχολόγια, άλλοι υπόσχονται να μας φέρουν πίσω αυτά που απωλέσθηκαν, δημοκόποι αισχροί, στηρίζονται σε μια ελπίδα στερημένη από αλήθεια, δηλαδή ακριβώς σ’ ένα ψέμα. Χρέος του ποιητή σ’ ένα τέτοιο κόσμο είναι να γυμνητεύει, όπως ο γέρο-Ηράκλειτος, να γυρίζει ανάμεσα στα παιδιά, να θίγει τα κακώς κείμενα, κρατώντας στη φουχτίτσα του τα ψήγματα των ουρανών, που διέσωσε απ’ την κρίση. Χρέος του ποιητή είναι ν’ ανέχεται τις πτώσεις ώστε μετά πιο δυνατός να μιλά για τ’ άρρητα ρήματα της πραγματικής ελπίδας που βρίσκεται στο πέραν: «Κι ας σκοντάψει τ’ όνειρο/ στην ξηρασία που ’σπειρε η πείρα./ Ας πέσω να ματώσω αγκώνες, γόνατα/ σαν το οδηγώ αφού, γνωρίζω πια,/ παιδί μπορεί και πτήση να φυλά/ και πτώση να ανέχεται…» («Ν’ ανεχτείς την πτώση»).

Νομίζω ότι είναι πλέον εμφανές ότι το έργο για το οποίο μιλούμε, πέρα από τα όποια ελαττώματα και τις αστοχίες του, έχει ένα σπάνιο πλεονέκτημα, εγείρει το ερωτάν. Διότι ο ρόλος του ποιητή, όπως και του φιλοσόφου δεν είναι απλώς να ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από εικόνες, αλλά ν’ ανασκαλεύει ερωτήματα. Κι ο ρόλος αυτός έχει πρωτεύουσα κοινωνική σημασία, εφόσον διεγείρει το υποκείμενο ν’ αναστοχαστεί θέσεις και στάσεις που αποδέχεται άκριτα. Αν αντίθετα ο ποιητής ή ο φιλόσοφος τροφοδοτεί με το έργο του τις αγκυλώσεις του υποκειμένου, το εγκαταλείπει έρμαιο στο υπαρξιακό του τέλμα. Στο βαθμό λοιπόν που ο ποιητής δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις, συνεργεί σε αυτό που αποκαλούμε Τήξη του Ερέβους, διάλυση της σκοτεινιάς που τυλίγει το υποκείμενο. Τη δική του μερίδα αυτού του εγχειρήματος ο Χρήστος Κατρούτσος φαίνεται διατεθειμένος να την αναλάβει. Την Τήξη του Ερέβους ακολούθησαν οι δημοσιεύσεις μερικών λεπτοδουλεμένων ποιημάτων και δοκιμίων με έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Το corpus αυτό συνιστά τον ορίζοντα της Τήξης, την ελπίδα ότι μέσα απ’ όλα αυτά κάτι θ’ αναδυθεί.

Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον Χρήστο Κατρούτσο

Έντυπη:

Ποίηση, Μανδραγόρας, τεύχος 51,
Κουκούτσι, τεύχος 10

Ηλεκτρονική:

Ποίηση, Ανυπέρβλητο, Μαστίγιο και Μάστιγα, το παιδί της στείρας:
http://poema.gr/poem.php?id=545

Η μοναξιά μου έλος, Οι πιγκουίνοι, Ευλογία αφασίας:
http://frear.gr/?p=4595

Δοκίμιο, Φιλοσοφία και Τέχνη στη γραμμική αντίληψη:
http://poema.gr/dokimio.php?id=388&pid=

Το Πολυτεχνείο Ψυχορραγεί: http://frear.gr/?p=8854

Η δόμηση του χώρου (δομή στο χώρο και διάπλαση του ανθρώπινου χαρακτήρα στην προνεωτερική εποχή): http://www.antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1/5079-%CE%B7-%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1.html

Κριτική, «Σταγόνες από αγκάθι και κεντρί», σημείωμα της Άγγελας Γαβρίλη για το βιβλίο:
http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1388_2041

Στην Τήξη του Ερέβους, σημείωμα του Μανώλη Σιμιτσάκη:
https://www.goodreads.com/review/show/891229348

THXH_EREVOUS_EXO-500x500

«Αγρίμια κι αγριμάκια μου»

1902052_1382480022021073_1610780076_n

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

“SEXUS”
του Θεοδόση Βολκώφ
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
2015

«Σαν τον Λύκο να διψάω πάντα το αίμα/ κι απ’ τα στήθη σου που γδέρνω να το πίνω»: Οι δύο πρώτοι στίχοι της πιο πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Βολκώφ δεν αφορούν μόνο τον έρωτα απέναντι σε ένα ποιητικό Εσύ. Στην πραγματικότητα συνιστούν επίκληση στην ίδια την Ποίηση και τη Ζωή, μια επίκληση γεμάτη πάθος και άσβεστη δίψα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη συλλογή.

Μετά την απολαυστικά κωμική και καυστική, αλλά και μαστορικά δουλεμένη συλλογή σονέτων με τις ιστορίες του Pietro Aretino εν έτει 2013, την οποία η κριτική επιδεικτικά αγνόησε, ο Βολκώφ ανακτά το οικείο του ποιητικό πρόσωπο, σοβαρό και στιβαρό, για να γράψει για τον Έρωτα: έναν έρωτα πιστό ή άπιστο, σταθερό ή πρόσκαιρο, πάντως έναν έρωτα σαρκικό, λάγνο και ακόρεστο. Εξού και ο τίτλος της συλλογής, δοσμένος στα λατινικά κατά την προσφιλή συνήθεια του ποιητή. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί ―/ πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο» ή αλλού «Αυτή που υποτάσσεται προστάζει,/ της λείας λεία αυτός που κυνηγά. (…)/ το σώμα το αντρίκειο πώς σπαράζει/ και της γυναίκας το κορμί πώς σπαρταρά…».

Ποιητικές συλλογές με θέμα τον έρωτα υπάρχουν πάμπολλες ―πώς αλλιώς, αφού ένα πολύ μεγάλο μέρος της ποίησης μιλά για τον έρωτα και το θάνατο, τα δύο βασικά θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο. Ούτε και η πρώτη φορά είναι που ο ίδιος ο Βολκώφ καταπιάνεται με το θέμα αυτό, το οποίο ο αναγνώστης του εντοπίζει τόσο στα πρωτόλεια Τραγούδια της ψυχής και της κόρης, όσο και στη μεταγενέστερη Missa Brevis. Επαναλαμβάνεται, λοιπόν, και κοινοτοπεί ο ποιητής; Κάθε άλλο. Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει αυτή τη συλλογή από άλλες, είναι η αρρενωπότητά της, ή αλλιώς, το γεγονός ότι περιλαμβάνει μια ποίηση ‘αρσενική’. Τόσο καιρό ακούμε για ‘γυναικεία ποίηση’, έναν όρο που χρησιμοποιείται υποτιμητικά, μην κατορθώνοντας να ορίσει το προφανές: τον διαφορετικό –ούτε ανώτερο ούτε όμως κατώτερο– τρόπο έκφρασης που εκπηγάζει από τον διαφορετικό τρόπο βίωσης της πραγματικότητας, λόγω των συγκεκριμένων βιολογικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών κάθε φύλου. Λέμε, λοιπόν, ότι η ποίηση του Βολκώφ στο Sexus είναι ‘αρσενική’, με την έννοια ότι είναι διαποτισμένη από ένα χαρακτηριστικό καθαρά ανδρικό, παρόλο που σήμερα κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι διαμαρτύρονται ότι έχει ατονήσει ή αναληφθεί έως και αυτό από τη γυναίκα. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι άλλο από τον άνδρα-κυνηγό, τον άνδρα-αρχηγό της αγέλης, κατ’ επέκταση ισχυρό και επικρατές αρσενικό, και άρα το αρσενικό με το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής και διαιώνησης του είδους. Ο Βολκώφ γράφει για τον άντρα με τους όρους –βιολογικούς και κοινωνικούς– άλλων θηλαστικών που βρίσκονται ψηλά στην τροφική αλυσίδα, όπως το λιοντάρι ή ο λύκος. Γι’ αυτό, ούτε και η επιλογή του συγκεκριμένου ζώου-alter ego του ποιητή στο πρώτο ποίημα της συλλογής –όπως και σε άλλα– είναι τυχαία. Ομοίως, οι στίχοι «σας έχω όλες με τον τρόπο μου αγαπήσει» ή «ο καθένας θέλει (…) όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί» παραπέμπουν στις αγέλες των λιονταριών όπου το επικρατές αρσενικό λιοντάρι έχει το δικαίωμα γονιμοποίησης όλων των θηλυκών.

Ένα δεύτερο στοιχείο που διακρίνει τη συγκεκριμένη συλλογή από άλλες του είδους και ενυπάρχει ως αντίποδας του ζωικού ενστίκτου που επισημάναμε, είναι η πίστη σε μια δύναμη ανώτερη. Αυτή η δύναμη δηλώνεται στις σελίδες του βιβλίου άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, εκφράζοντας τις έντονες υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητή. Ήδη στο τέταρτο ποίημα της συλλογής καταλήγει: «Απόψε ο Θεός είναι στα φύλλα». Για το άλμα ώς το «φύλο» με ένα «λ», η προσπάθεια που καλείται να καταβάλει ο αναγνώστης είναι αμελητέα. Έτσι, Θεός ονομάζεται συχνότατα και ο ίδιος ο φτερωτός θεός: «Αδέρφια μου στον Έρωτα, θα σας τ’ ομολογήσω/ αδέρφια μου, στον Έναν μας Θεό θα τ’ ορκιστώ». Πολύ παρακάτω μάλιστα, το ομολογεί ευθέως: «Έτσι θρησκεύομαι –ένορχος, καβάλα» ή «Στο σώμα σου, κτιστέ ναέ ναών, ποιος Άγγελος φιλά ποιον Σατανά και στων κτηνών που σμίγουν το Ωσαννά (…)/ ποιος φίλερως εκμαίνεται Θεός…».

Η προσέγγιση του έρωτα από τον Βολκώφ είναι ρεαλιστική, σχεδόν κατά το αρχαιοελληνικό πρότυπο, εξού και οι σχετικές νότες στους τίτλους «Εκτόρειος ίππος», «Αχιλλέας και Πάτροκλος» κλπ. Εδώ όμως δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη ρεαλιστική περιγραφή ερωτικών σκηνών, αλλά και στη ρεαλιστική –και κωμικά δοσμένη– αποτύπωση της κοινωνίας του 2015 στο τιτλοφορούμενο ποίημα «Γυναίκες άλλων»: «Θεέ μου, όχι πάλι αυτό» (…) «να κλέβεις έχεις κουραστεί γυναίκες άλλων». Ο ποιητής δεν αρκείται όμως σε ένα ποίημα, αντιθέτως προσθέτει εν είδει επιμέτρου χωριστή ενότητα με τίτλο «Τα μοιχικά», αποτελούμενη από δώδεκα σονέτα, δύο εκ των οποίων λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος της ενότητας και εμφανίζουν ίδια ανάπτυξη.

Ο στίχος στο Sexus πληροί τις προϋποθέσεις που ο ίδιος ο ποιητής έχει θέσει για την ποίησή του και οι οποίες είναι εμφανείς σε όλες του τις συλλογές. Πρόκειται για στίχο με ένταση και πάθος, με ένα ρωμαλέο σφρίγος που τον διαπερνά είτε περιγράφει την καταστροφή του κόσμου και τη δημιουργία του εξ αρχής (στο Γιουβενάλη) είτε αποδίδει την ηδονή και την πλήρωση της ερωτικής στιγμής (εδώ). Απαραγνώριστο στοιχείο του στίχου αυτού είναι το γεγονός ότι υπακούει στις φόρμες και τα μέτρα που υπαγορεύουν η παράδοση και οι χιλιετίες της λυρικής ποίησης: πάντα στίχος έμμετρος, σχεδόν πάντα ομοιοκατάληκτος, δομημένος συχνότατα σε σονέτα και παραλλαγές τους, αλλά και σε μπαλάντες και πλήθος άλλων μορφών. Τι λέει γι’ αυτό ο ποιητής στον αναγνώστη; «Κι αν θέλεις λόγια που ηχούν σαν πιο μοντέρνα/ πιο σύμφωνα με τους ρυθμούς της εποχής/ στην παραδίπλα σύρε την ταβέρνα/ όμως εδώ καθόλου μη σταθείς». Αφενός ο εκφραστικός Τρόπος, αφετέρου η ειλικρίνεια και η σοβαρότητα με τις οποίες ο Βολκώφ αντιμετωπίζει την ποίηση και το γεγονός της γραφής, μας παραπέμπουν στον Παλαμά. Για τη γέφυρα με το σήμερα φροντίζει εν προκειμένω η θεματολογία του, η οποία μπορεί μεν να είναι διαχρονική, αλλά στον τρόπο έκφρασής της και το εύρος που υπονοεί, συνιστά καθρέφτη της σημερινής πραγματικότητας. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να είναι χαρακτηριστικότερη η ύπαρξη των «Μοιχικών».

Με την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή του, ο Βολκώφ, αυτός ο κοσμοκαλόγερος που προτιμά την απομόνωση του γραφείου από τα λογοτεχνικά σαλόνια, αποδεικνύει έμπρακτα ότι συνιστά εξαιρετική περίπτωση και σε ένα άλλο επίπεδο, το πλέον ουσιώδες: είναι φορέας μιας ποίησης συνεπούς και ενιαίας και, προπάντων, είναι φορέας Ποίησης.

Αθήνα, 15 Ιουνίου 2015

sexussexus-2

Οι «Πλανόδιοι» για τον Δημήτρη Αρμάο, 5.6.2015

armaos

Οι Πλανόδιοι
17:00 – 18:00

Η σημερινή μας εκπομπή, 5.6., είναι αφιερωμένη στη μνήμη και το έργο του ποιητή και φιλόλογου Δημήτρη Αρμάου. Για τον Αρμάο συζητούν με τον Κώστα Κουτσουρέλη ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ξενοφών Μπρουντζάκης και ο τυπογράφος και επιμελητής των εκδόσεων Gutenberg Γιάννης Μαμάης.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Τις προηγούμενες εκπομπές μας τις ακούτε από το Αρχείο του TPP:

– 15.5, για τον Στέλιο Ράμφο και τον Παναγιώτη Κονδύλη με καλεσμένο τον Ηλία Παπαγιαννόπουλο

– 22.5. για την ελληνική λογοτεχνία και τη μετάφραση με καλεσμένο τον Νικόλα Κροτσέττι

– 29.5. για τον Γιώργο Ιωάννου

Οι «Πλανόδιοι» για τον Γιώργο Ιωάννου, 29.5.2015

Οι Πλανόδιοι
17:00 – 18:00

Κάθε Παρασκευή, το ΝΠ έχει πλέον ραδιοφωνική παρουσία. «Οι Πλανόδιοι» λοιπόν, από τις 5 έως τις 6 το απόγευμα, από τις διαδικτυακές συχνότητες του Τhe Press Project και με ποικίλα θέματα από τον κόσμο του λόγου και των ιδεών. Στο στούντιο ο Κωνσταντίνος Πουλής και ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Το θέμα της σημερινής εκπομπής, 29.5.: ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Τις προηγούμενες εκπομπές μας τις ακούτε από το Αρχείο του TPP:

– 15.5, για τον Στέλιο Ράμφο και τον Παναγιώτη Κονδύλη με καλεσμένο τον Ηλία Παπαγιαννόπουλο

– 22.5. για την ελληνική λογοτεχνία και τη μετάφραση με καλεσμένο τον Νικόλα Κροτσέττι

«Ο τελευταίος των ηρώων»

 

Από το αντάρτικο πόλης στη θέση του Πρώτου Πολίτη της Ουρουγουάης –
ένας συμβιβασμένος επαναστάτης ή ένας οιονεί επαναστατημένος κομφορμιστής;

*

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Σε συνάντησή του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ομπάμα, δεν διστάζει να τον συμβουλέψει πως ο λαός του θα έπρεπε να καπνίζει λιγότερο και να μαθαίνει και καμιά ξένη γλώσσα. Σε ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη, προτρέπει τους απεσταλμένους να σταματήσουν να συρρέουν σε ανούσιες και πανάκριβες γενικές συνελεύσεις, οι οποίες επιπλέον δεν ωφελούν σε τίποτα. Κάποιοι τον χαρακτηρίζουν ως τον Νέλσον Μαντέλα της Λατινικής Αμερικής ενθυμούμενοι τα χρόνια που πέρασε στις φυλακές, άλλοι τον κατηγορούν για ευφυολογήματα και διάβρωση της ισπανικής γλώσσας, φτάνοντας ώς το σημείο να του επιρρίπτουν ευθύνη ακόμη και για το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’73. Τι ισχύει για τον απελθόντα Πρόεδρο της Ουρουγουάης, Χοσέ Μουχίκα, τον καλούμενον «Πέπε»; Άγιος ή δαίμονας; Ο ίδιος απαντά: «Αν δεν είχα ζήσει όσα έζησα, ίσως να μην ήμουν αυτός που είμαι. Είμαι παιδί της ιστορίας μου».

Ο Χοσέ Αλμπέρτο Μουχίκα Κορντάνο γεννήθηκε το 1935 στο προάστιο Πάσο ντε λα αρένα (αυτολεξεί «Πέρασμα της άμμου») στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Με προγόνους βασκικής καταγωγής, μετανάστες στην Ουρουγουάη, και μητέρα ιταλικής καταγωγής, έμεινε ορφανός από πατέρα στα οχτώ του χρόνια. Έκτοτε συνέβαλλε ως παιδί στα έσοδα του νοικοκυριού διανέμοντας ψωμί και πουλώντας κρίνα που έβρισκε στο πίσω μέρος της αυλής του σπιτιού του.

Την εποχή εκείνη η Ουρουγουάη γνώριζε πρωτοφανή ανάπτυξη, προμηθεύοντας μαλλί και βοδινό κρέας στην ταλανισμένη από τους πολέμους Ευρώπη. Ήδη το 1930, η μικρή αυτή χώρα, η οποία ποτέ δεν ξεπέρασε τα 3,5 εκατομμύρια πολίτες, συγκαταλέγονταν μεταξύ των δώδεκα πλουσιότερων χωρών του κόσμου βάσει του κατά κεφαλήν εισοδήματος, γεγονός που έκανε κάποιους να την ονομάζουν «Ελβετία της Λατινικής Αμερικής».

Νέος, τότε, ο Μουχίκα εργαζόταν για τον δημοφιλή αριστερό πολιτικό, Ενρίκε Έρρο, ωστόσο σταθμός στη ζωή και την πορεία του υπήρξε η συνάντησή του με τον Τσε Γκεβάρα στην μετεπαναστατική Κούβα. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ο Τσε έφτασε πλέον ως ήρωας, ως ιδανικό, ως σύμβολο τυπωμένο σε σημαίες και μπλουζάκια, όμως δεν είμαστε σε θέση να υποθέσουμε καν το χάρισμα αυτής της προσωπικότητας, κάτι στο οποίο συναινούν σύντροφοι και αντίπαλοί του, ούτε βέβαια τον αντίκτυπο της γνωριμίας μαζί του, κάτι για το οποίο γράφουν ανεξαιρέτως όλοι όσοι τον γνώρισαν, πολιτικοί, ποιητές, συγγραφείς και καθημερινός κόσμος. Ο Μουχίκα περιγράφει τη συνάντησή του με τον μεγάλο επαναστάτη: «Ήταν ανεπανάληπτος, πρωτοπόρος, και σημάδεψε τα νεανικά μας χρόνια». (περισσότερα…)

Elena Stagkouraki: El Último de los Heroes*

jose_mujica_by_robertobizama-d6zq9kn

De la guerrilla urbana al cargo de Primer Ciudadano del Uruguay– un rebelde comprometido o algo así como un conformista cuasi revolucionario?

por ELENA STAGKOURAKI

En un encuentro que mantuvo con el Presidente de EE.UU., Obama, no duda en aconsejarle que su pueblo debería fumar menos y aprender alguna lengua extranjera. En un discurso en las Naciones Unidas, insta a los delegados a que dejen de asistir a asambleas generales carísimas y sin sentido, que además no benefician en nada. Algunos lo caracterizan como el Nelson Mandela de América Latina, al recordar los años que pasó en la cárcel, otros – políticos en su mayoría – lo acusan por la agudeza de sus palabras y la corrosión de la lengua española, llegando al punto de atribuirle responsabilidad por el golpe de estado militar del ’73. ¿Qué es válido acerca del saliente Presidente del Uruguay José Mujica, al que llaman “Pepe”? ¿Ángel o demonio? Él mismo responde: “Si no hubiera vivido lo que viví, quizás no sería el que soy. Soy hijo de mi historia”.

José Alberto Mujica Cordano nació en 1935 en el suburbio de Montevideo Paso de la Arena. Con antepasados vascos, inmigrantes en Uruguay y madre de ascendencia italiana, quedó huérfano de padre a los ocho años de edad. Desde entonces contribuía como niño en los gastos del hogar repartiendo pan y vendiendo lirios que encontraba en el patio del fondo de su casa. En esa época el Uruguay vivía un crecimiento sin precedentes, abasteciendo de lana y carne vacuna a la Europa atormentada por las guerras. Ya en 1930, este pequeño país, el cual nunca superó los 3,5 millones de habitantes, había sido catalogado como uno de los doce más ricos del mundo, según el ingreso per cápita, por lo cual algunos lo llamaron “la Suiza de América”.

De joven, Mujica trabajó para el famoso político de izquierda entonces diputado nacionalista, Enrique Erro, sin embargo, hito en su vida y su trayectoria constituyó su encuentro con Ché Guevara en la Cuba posrevolucionaria. En Europa y en Grecia, el Che ha llegado a ser casi como un héroe, como un ideal, como un símbolo estampado en banderas y camisetas. Sin embargo, no estamos en condiciones de imaginar siquiera el carisma de esta personalidad, asunto sobre el cual coinciden sus camaradas y opositores, ni por supuesto, el resultado de haberlo conocido, sobre lo cual escriben todos los que lo conocieron, políticos, poetas, escritores y personas en general. Mujica describe su encuentro con el gran revolucionario: “Fue irrepetible, pionero y marcó nuestros años de juventud”.

Alrededor de 1970, el Uruguay ya era otro: inflación, pobreza, estancamiento. En 1962-63 habían precedido manifestaciones fascistas, así como la situación del asilo de la Universidad y su ocupación, similar a la de nuestra Universidad Politécnica en 1973. Con el ideal puesto en el Che Guevara y en Cuba, y dada la fisionomía urbana de Montevideo, Mujica, junto con un grupo de su misma ideología, se volcó a la guerrilla ciudadana, dentro de la organización “Tupamaros”, cuya denominación proviene del nombre del revolucionario peruano del siglo XVIII, Túpac Amaru II. Los tupamaros evitaban el dogmatismo y actuaban según el método de ensayo y error. Se caracterizaban por evitar la violencia, por tener una visión objetiva de la justicia y por el simbolismo-teatralidad de sus acciones. De este modo, ingresarían en el domicilio de un juez infame, sólo para quitarle las armas y una máquina de escribir que más tarde devolverían (junto con una amenaza) ya que la usaba el hijo del juez para sus estudios. Ingresarían en un banco de inversión, propiedad de un ministro del gobierno, para arrebatar no sólo una abultada suma, sino también las listas de las que se rumoreaba que contenían transacciones ilegales, las cuales dejarían en la puerta de la fiscalía para que los culpables pudieran ser juzgados y encarcelados. O incluso, efectuarían una redada en el casino de San Rafael y devolverían las propinas a los trabajadores. Por todo eso, el periódico The New York Times los calificó como “guerrilleros de Robin Hood”. Respecto a su participación en el grupo de los tupamaros, Mujica comentará que fue una reacción frente al hecho de que la mitad del Uruguay pertenecía a mil doscientas familias, las cuales eran consideradas más patriotas, exactamente por eso, por ser propietarias de la mitad de la patria. “Nosotros no queríamos ser filósofos charlatanes de boliche”. Pero el que tiene armas, tarde o temprano las usa. En marzo de 1970, un policía reconoció a Mujica, por lo que ambos empuñaron sus armas. Como resultado, dos policías fueron heridos por los disparos de Mujica que fue a parar a la cárcel herido, ya que recibió seis disparos. Como dirá él mismo décadas después, “a la primavera le siguió el crudo invierno”, tanto en lo personal como en lo colectivo. Fue a la cárcel (de la que logró escapar dos veces) por más de una década y conoció el aislamiento en celdas sin retrete que llevaban a la mayoría hasta la locura. Pero la vida pacífica de Montevideo también fue perturbada por los tupamaros, que cometían secuestros, ataques con bombas y ejecuciones que cambiaron la opinión pública sobre ellos. Los disturbios reinaban y entonces se le encargó al ejército el desmantelamiento y exterminio de los tupamaros, hecho que se cumplió con éxito en menos de un año. Entre los últimos que arrestaron, en agosto de 1972, estaba Mujica, a quien encontraron durmiendo con una ametralladora y una granada de mano. Al año siguiente, en 1973, fue el golpe de estado bajo el gobierno de Juan María Bordaberry. Muchos consideraron responsables a los tupamaros.

Cuando salió de la cárcel con la pelela bajo el brazo y orgulloso por su acervo, Mujica ya no era el mismo. No era que hubiera claudicado o renunciado. Sino que más bien en la cárcel se hizo adulto. Eso es a lo que se refirió cuando habló sobre las revoluciones y los levantamientos: “Me gusta esta energía de juventud y la espontaneidad, pero creo no va dirigir a nada si no madura.” Y esto lo dice la misma persona que hizo estallar fábricas de propietarios extranjeros y que mucho más tarde, como Presidente del Uruguay, los beneficiaría reduciendo impuestos. “Necesariamente tiene que funcionar el capitalismo y necesariamente tienen que aumentar los impuestos para poder afrontar los serios problemas que tenemos. El intento de superar todo eso de una sola vez tendría como resultado que sufran las mismas personas por las que se lucha”. Algunos viejos compañeros lo critican: “Algunos dejaron sus ideales en sus celdas”, dirá Jorge Sabalsa. ¿La respuesta de Mujica? “Algunos de los viejos compañeros no entienden, no ven que cada día luchamos contra los problemas de la gente y no entienden que la vida no es una utopía.”

Prefiriendo la participación activa a la marginación, hecho que les permitió contribuir enérgicamente en el desarrollo político, los tupamaros formaron parte del Parlamento y del “Frente Amplio” en 1989. A pesar de eso, para algunos, como el analista político Adolfo Garcé, parecen estar preparados para recordar de un momento a otro el pasado y actuar de manera oculta. En las elecciones de 1994, los tupamaros consiguieron dos escaños en la Cámara de Diputados, uno de los cuales lo obtuvo Mujica.

A partir de ahí, Mujica continuará su trayectoria estable y ascendente en la política, hasta las elecciones del 2009, en las que fue electo Presidente de la República, cargo que asumió y ejerció hasta el año 2014. Incluso la ceremonia de su juramento estará a cargo de la Presidenta del Poder Legislativo, esposa y compañera en las ideas, Lucía Topolanski. Topolanski, proveniente de una familia acomodada, fue también miembro de los tupamaros, desarrollando con una actividad intensa. De niña la llamaban “la Flaca”, sin embargo los tupamaros cambiaron su apodo por el de “la Tronca”, porque era fuerte y dura. Se casó con Mujica recién en 2005, después de veinte años de convivencia y trece años que pasaron presos en cárceles diferentes. La Constitución del Uruguay no permite la reelección sucesiva del Presidente de la República, el cual es votado directamente por el pueblo, y así a Mujica lo sucedió Tabaré Vázquez.

En cuanto a su carácter político, Mujica, aclara: “La gente no me votó porque fui tupamaro, pero tampoco oculté mi pasado”. Y en otra oportunidad dijo: “quizás me votaron porque les digo la verdad sin vueltas, aún cuando no les guste”. Un trago amargo similar habrá sentido el día en que fue electo Presidente, al votarse también el rechazo a la anulación de la amnistía a las personas que ejercieron un rol activo durante la dictadura.

El ex Presidente se auto caracteriza como liberal, considerando como máximo desafío y logro, su mezcla de idealismo y pragmatismo. De este modo, el Mujica pragmático considera inútil la lucha contra la globalización e incluso recurre a la siguiente comparación: “Es algo parecido a cuando me miro al espejo y me veo las arrugas: no me gustan, sin embargo son inevitables.” Por otra parte, como explica, el problema de la globalización no es un fenómeno en sí mismo, sino la falta de voluntad política. “La globalización es un error porque es gobernada por el mercado y no por la política. A los gobiernos sólo les importan las elecciones nacionales, de ahí que nadie se ocupe seriamente de los numerosos problemas del mundo. Esto no significa, claro, que sea inevitable que alguien viva en sistemas capitalistas. Si así fuera, no habría confianza en el hombre, que si bien puede tener muchos defectos, tiene también unas posibilidades impresionantes”.

Según Mujica, de lo que nos debemos ocupar principalmente es del aquí y ahora, del tema de la pobreza y mejorar la vida diaria, mientras que por el contrario, la utopía del idealismo de hecho se orienta hacia el futuro. En cuanto a su propia vida, refuta, la calificación de “el Presidente más pobre del mundo” diciendo, en concordancia con Séneca, que pobre no es el que tiene poco, sino el que quiere cada vez más viviendo consumido por el deseo y sin disfrutar la vida. “Cuanto más se rodea alguien de bienes materiales, más tiempo necesita para administrarlos. Por eso nosotros [él y su esposa] vivimos hoy como hace cuarenta años, en el mismo barrio, con las mismas personas y las mismas cosas. Uno no deja de ser una simple persona por el hecho de haber sido electo Presidente.”

De todos modos, estas palabras en el caso del “Pepe” no fueron dichas en el aire aunque generalmente los políticos no logran superar con éxito el obstáculo que los separa de lo deseable y del compromiso asumido. Durante su presidencia, Mujica rechazó todos los honores que se le ofrecieron en razón de su cargo, desde el palacio presidencial hasta el uso de auto oficial con chofer. En vez de eso, permaneció en su simple casa de tres ambientes en una chacra fuera de Montevideo, donde cultiva flores, que luego vende para ganarse la vida. En vez de un lujoso Mercedes Benz con vidrios oscuros maneja su escarabajo azul del ’70 que él mismo, dentro de lo posible, va reparando. Tampoco le teme al tractor, y las fotos suyas sobre este vehículo dan la vuelta al mundo. Más debería uno temerle a lo que él califica como “pobreza espiritual”: “Nuestra vida se ha vuelto más simple, pero esto trae aparejado la falta de creatividad”.

Además, como Presidente, Mujica hizo lo que habría sido suficiente que hubieran hecho los políticos griegos para convencer a su pueblo sobre la necesidad de asumir los sacrificios que impone la crisis actual. Por iniciativa propia, cedió el 90% de su sueldo al sustento de familias monoparentales como consecuencia del abandono del hogar por el cónyuge. “Las mujeres que con mayor frecuencia son víctimas de la discriminación, son las que viven en condiciones de pobreza. La violencia de género se observa principalmente en las clases sociales más bajas. Las niñas pobres, no son bien tratadas por nuestra sociedad”, reconoce Mujica.

Para el ex presidente, el conflicto de las clases sociales es un hecho. “Sí, se trata sin duda de una guerra. Es absurdo que una mujer se refiera a su empleada doméstica como ‘compañera’, desde el momento en que la primera es la jefa y la otra una sirvienta.” De ahí que uno de los objetivos centrales de la presidencia de Mujica fuera la eliminación de las diferencias sociales y el logro de la igualdad. No de la mal interpretada, por la cual todos son iguales, sino la igualdad de oportunidades que es muy importante y dista mucho de existir en su país, aunque también existe en las sociedades de la mayoría de los países, añadiríamos nosotros.

Las reformas progresistas durante su gobierno hicieron popular a Mujica en todo el mundo, aunque él no se sienta tan entusiasmado por el progreso logrado. “Es posible que estas reformas obedezcan al sentido de justicia y respeto de los derechos humanos, sin embargo la causa del problema sigue siendo y no es otra que el conflicto entre las clases sociales”. El Uruguay ha aprobado recientemente la ley que despenaliza el aborto hasta la décimo segunda semana del embarazo, así como también el matrimonio entre homosexuales. Sin embargo, el Presidente comenta sencillamente que la homosexualidad “es un fenómeno tan viejo como la humanidad. Lo ideal es que cada uno vivía como quiera”.

Vernazza, asesor de Mujica, comentó que en los cuarenta años de su carrera nunca antes había conocido a una persona tan flexible y de tan amplia capacidad de adaptación. Mujica lo había contratado para que normalizara la situación y que las empresas no amenazaran con abandonar el país en caso de que ganara las elecciones. Fue Vernazza quien asesoró al Presidente en el cuidado de su apariencia y lo convenció a peinarse y a usar camisa. De este modo, aunque sin llegar a un total acuerdo con sus ideas y sus costumbres, Mujica adoptó una imagen que le aseguró el cargo de Presidente.

En el futuro, el ex Presidente sueña con crear una escuela agraria para jóvenes, ya que “de joven luché por mejorar el mundo y no tuve hijos”. Reservamos para el final la frase que pronunció el hijo del juez aquel, en cuya casa habían irrumpido los tupamaros (incluso en las elecciones presidenciales votó al intruso de aquel entonces): “Quizás debería haber alimentado alguna amargura respecto a él. Sin embargo, es el único maestro que enseña a cumplir la ley”. No se trata de poca cosa, si se tiene en cuenta la terrible dificultad para encontrar un caso similar en Grecia. En cuanto a aquellos que habiendo llegado hasta este punto del texto, se apresuran a encontrar similitudes entre Mujica y recientes falsos héroes –menores y mayores de edad- en Grecia, les aseguramos que no han comprendido este texto en lo más mínimo.

* Según título del documental de Emir Kusturika sobre la vida de José Mujica “El último héroe de la política” (“The last hero of politics”).

******************************************

Adriana Lissidini

Con el motivo de nuestra ocupación con el caso del ex-Presidente José Mujica, comunicamos con la embajadora de la República Oriental del Uruguay en Atenas, señora Adriana Lissidini, quien tuvo la gentileza de contestar nuestras preguntas.

E.S.: Después de dos años en Grecia, ¿en qué características cree usted que coinciden y en cuáles se distinguen los uruguayos de los griegos? Me refiero a elementos de su carácter como pueblo y de su cultura.

A.L.: Como afirmación general diría que existe una afinidad espiritual entre los pueblos griego y uruguayo, una similar forma de pensar y sentir que hace que se puedan entender con facilidad, más allá de los diferentes idiomas. El papel de la familia es central en ambos países. Culturalmente los uruguayos nos hemos formado admirando la Grecia clásica y entre otros aspectos quisiera destacar que somos grandes entusiastas del teatro. La principal diferencia entre ambos pueblos radica en el papel de la religión, que es inseparable del ser griego, mientras que en Uruguay, el laicismo es una característica dominante.

E.S.: En este momento Grecia pasa por una de las crisis más pesadas de su historia y gran parte de los griegos es pesimista. ¿Cuál es la situación contemporánea del Uruguay?

A.L.: Uruguay ha estado creciendo en forma ininterrumpida desde el año 2003, en la década 2003-2013 creció un promedio de 5,2%. Ello se debió a los buenos precios de sus más importantes productos de exportación (carne, granos, madera, celulosa), al desarrollo de otros sectores estratégicos como el turismo, la tecnología de la información, las finanzas, logística y transporte, construcción, entre otros; por una importante inversión extranjera así como por el aumento de la demanda interna.

E.S.: ¿Conoce usted al Presidente Mujica? En caso que sí, ¿cuál es su impresión de él? A.L.: No lo he tratado personalmente. Mi impresión es la de la mayoría de la población: se trata de una persona inteligente, honesta, que vive como predica y por sobre todas las cosas que ha trabajado en pro del arte de convivir.

E.S.: ¿Qué le pareció Mujica durante su mandato como Presidente? ¿Cree usted que el pueblo del Uruguay se quedó contento con él?

A.L.: Mujica terminó su mandato con un porcentaje altísimo de aprobación de su gestión: 68 %, creo que ello responde a su pregunta sin necesidad de ningún agregado.

E.S.: En nuestro texto intentamos dar una respuesta a la pregunta que resulta de las dos opiniones opuestas sobre el Presidente Mujica, es decir, si se trata de un revolucionario desistido o de un conservador de ropa revolucionaria. ¿Cuál es su opinión?

A.L.: Yo lo describiría como una persona que supo mantener sus sueños de juventud al tiempo de adaptarlos a la realidad posible. La preocupación por los más necesitados ha continuado siendo el principal motor de su vida. Quisiera recordar que dona el 90% de su sueldo a distintos proyectos, entre ellos un plan de viviendas para personas humildes. Si ser revolucionario es atreverse a examinar vías diferentes para la solución de problemas, su decisión de legalizar la producción, venta y consumo de marihuana es una medida revolucionaria, siendo el Uruguay el primer país en el mundo en atreverse a probar este nuevo camino.

E.S.: ¿En qué se diferencia su mandato en Grecia de sus funciones en otros países del mundo? ¿Qué aspira usted a conseguir en el tiempo que le queda en Grecia?

A.L.: Hasta ahora todos mis mandatos han sido diferentes entre sí, mi primera sede fue la Misión del Uruguay ante las Naciones Unidas, es decir un puesto multilateral. Mi segundo destino diplomático fue en la Embajada en Roma, que me dio mi primera experiencia consular y el tercero fue Cónsul General en Nueva York en el que el énfasis estaba en la atención a la comunidad compatriota.

En Grecia entonces, tuve la oportunidad por primera vez de ejercer como Embajadora de mi país. Esto me ha dado una responsabilidad mucho mayor a la que tuve antes, al mismo tiempo me ha brindado la oportunidad de tratar directamente con autoridades del país en nombre del Uruguay. Llegué a Grecia en un período muy particular, agosto de 2012, poco después de la asunción de gobierno de Samarás, por lo que he vivido intensamente una situación inédita en la zona euro, que al margen del drama social que encierra, es un punto de inflexión sin precedentes en la historia europea.

En el tiempo que me queda en Grecia, una de mis aspiraciones es contribuir al conocimiento por parte del pueblo griego de aspectos culturales de mi país. Por ello, la Embajada está apoyando este año la publicación y traducción al griego de la obra de nuestra poetisa Idea Vilariño; de la edición de un número especial sobre literatura uruguaya por parte de una revista literaria griega, así como la puesta en escena en Atenas de una obra de teatro sobre la vida de Sócrates, basada en un texto de un escritor uruguayo.

E.S.: Por favor, un mensaje para los lectores de la revista Neo Planodion, es decir para los ciudadanos griegos.

A.L.: A los ciudadanos griegos les digo que aunque muy lejanos geográficamente, los uruguayos nos sentimos muy cerca, no sólo por los motivos afectivos y culturales que expresé anteriormente, sino porque Uruguay ha sufrido durísimas crisis económicas que lo han puesto al borde del abismo en más de una oportunidad. Sin embargo, hemos logrado salir de las mismas con una confianza renovada en nosotros mismos. Como uruguaya deseo todo lo mejor a un pueblo que tanto ha dado al mundo.

Ο Νικόλα Κροτσέττι στους «Πλανόδιους»

Σήμερα στις 5 το απόγευμα στους «Πλανόδιους», την εβδομαδιαία εκπομπή του Νέου Πλανόδιου στο διαδικτυακό ραδιόφωνο του ΤΡΡ, φιλοξενούμε έναν ξεχωριστό άνθρωπο από τον κόσμο της γραφής και της ανάγνωσης: τον Nicola Crocetti, ιδρυτή του ομώνυμου εκδοτικού οίκου του Μιλάνου, διευθυντή ενός από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά της Ευρώπης, και μεταφραστή στα ιταλικά των περισσότερων σημαντικών Νεοελλήνων συγγραφέων και ποιητών, από τον Καζαντζάκη και τον Καβάφη ώς τον Ρίτσο και τον Αναγνωστάκη.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Έλενα Σταγκουράκη: «Επικό θέατρο» στο Παλλάς

newego_LARGE_t_248161_106503997

«Επικό θέατρο» στο Παλλάς

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Ο κύκλος με την κιμωλία»
του Μπέρτολντ Μπρεχτ
σκην. Κων/νος Μαρκουλάκης
Θέατρο Παλλάς
Μάιος 2015

«Τυφλοί στο μεγαλείο τους, λες και θα είναι αιώνιοι»: ο Μπρεχτ καταδικάζει την κοντόφθαλμη εξουσία, όποια και αν είναι αυτή, σε ένα έργο που –όπως το σύνολο των έργων του– είναι αιώνιο και πάντα επίκαιρο. Ο ίδιος βέβαια έβλεπε, και δεν αρνήθηκε ποτέ να πληρώσει το τίμημα αυτής του της ικανότητας και επιλογής.

Ο κύκλος με την κιμωλία, έργο πλέον κλασικό της παγκόσμιας δραματουργίας, γράφτηκε το 1944 και ανέβηκε στο θέατρο του Μπρεχτ, το Berliner Ensemble, το 1954. Η κύρια υπόθεση αφορά μια εξέγερση που οδηγεί στην αντικατάσταση του Κυβερνήτη Αμπασβίλλι, τη σύλληψή του και την άτακτη φυγή της συζύγου και των αυλικών του. Μες στην αναμπουμπούλα, η αυτάρεσκη σύζυγος, Νατάλια, ξεχνά πίσω το γιο της και διάδοχο, Μιχαήλ Αμπασβίλλι, τον οποίο σώζει και παίρνει μαζί της η υπηρέτριά της, Γρούσα. Μετά από πολλές περιπέτειες και κακουχίες, η Γρούσα καταφέρνει να σώσει και να μεγαλώσει το μωρό, ώσπου πάλι «οι καιροί αλλάζουν και οι ελπίδες των λαών ξεσπάνε», οπότε η βιολογική μητέρα θυμάται ξανά και διεκδικεί το γιο της. Ποια από τις δύο γυναίκες λογίζεται για μάνα του Μιχαήλ; Γύρω από αυτόν τον κεντρικό άξονα που παραπέμπει στην ανάλογη κρίση του Σολομώντα της Παλαιάς Διαθήκης, αναπτύσσεται πλήθος επιμέρους ιστοριών και επεισοδίων, τα οποία συμβάλλουν αφενός στην εξωτερίκευση των μηνυμάτων που επιθυμεί να εκφράσει ο Μπρεχτ, αφετέρου στο είδος θεάτρου, το οποίο πρέσβευε, όχι άλλο από το «επικό θέατρο» („episches Theater”).

Υπενθυμίζουμε ότι ο Μπρεχτ ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον συγκεκριμένο όρο, καθώς και κύριος εκπρόσωπος του θεάτρου αυτού, ενός θεάτρου που δίνει έμφαση όχι τόσο στην υπόθεση και την έκβασή της, αλλά στον τρόπο αφήγησής της αυτόν καθαυτόν. Έτσι, χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα, από την περίφημη «αποστασιοποίηση» („Verfremdung“) ώς τα διαφορετικά είδη και μέσα αναπαράστασης (μιμική, λεζάντες, βίντεο κλπ), ένα συγκεκριμένο σύστημα άρθρωσης και κίνησης, τη μουσική κ.ά., στόχευε στην πλήρη και αυτοτελή εξιστόρηση των επιμέρους επεισοδίων. Ο Μπρεχτ υπενθύμιζε στο θεατή του ότι παρακολουθεί θέατρο και όχι μια αληθινή ή αληθοφανή ιστορία, στην οποία θα πρέπει να συμμετέχει και να συμπάσχει. Αντιθέτως, γνωρίζοντας τις διάφορες παραμέτρους, το κοινό όφειλε να λαμβάνει αντικειμενική στάση απέναντι στα τεκταινόμενα και να τα κρίνει έξωθεν.

Αυτά τα χαρακτηριστικά και αυτό το είδος θεάτρου σεβάστηκε πλήρως και απέδωσε στην ολότητά του και με τρόπο θαυμαστό ο Μαρκουλάκης ως σκηνοθέτης της παράστασης, εκφράζοντας όχι τόσο το γράμμα, όσο το πνεύμα του Μπρεχτ. Έτσι, λαμβάνοντας δημιουργικές πρωτοβουλίες, όπως για παράδειγμα την παρουσίαση του ποιητή/αφηγητή ως ανάπηρου σε καροτσάκι –καίριο μήνυμα, στο οποίο πιθανότατα να συμφωνούσε σήμερα ο Μπρεχτ– μένει πιστός στο μπρεχτικό θέατρο και το ύφος του. Το παιχνίδι των σκιών πίσω από το πανί, οι εικόνες της Γρούσας που τρέχει στο βουνό ή περνάει τη γέφυρα, η σκηνή με τον ετοιμοθάνατο και ύστερα λουόμενο Γιουσούφ, η σκηνή της υστερικής αναχώρησης της Νατάλιας Αμπασβίλλι, αλλά και η απόδοση των ξέχωρων χαρακτηριστικών στοιχείων σε καθέναν από τους κύριους χαρακτήρες, αποδεικνύουν τη μαεστρία ενός σκηνοθέτη, ο οποίος είναι σε θέση να δημιουργήσει σεβόμενος και εκμεταλλευόμενος σωστά το υλικό που έχει στα χέρια του, είτε πρόκειται για το έργο είτε για το είδος του θεάτρου είτε για τους ηθοποιούς.

Τη μετάφραση του Κύκλου με την κιμωλία υπογράφει ο Οδυσσέας Ελύτης και τη μουσική του ο Μάνος Χατζιδάκις. Πρόκειται για μετάφραση έξοχη και άκρως ποιητική, η οποία –ομοίως– μένει πιστή κυρίως στο πνεύμα του Μπρεχτ. Σημειώνουμε εδώ ότι ο Ελύτης δεν μετέφρασε το έργο απευθείας από το γερμανικό πρωτότυπο, αλλά από τα γαλλικά, ενώ τους στίχους των τραγουδιών τούς δημιούργησε εξ αρχής ώστε να συμβαδίζουν με τη μουσική του Χατζιδάκι και την ελληνική ταυτότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, μένει πιστός στο πνεύμα του Μπρεχτ, κάτι που τόσο ως γνώστες του Μπρεχτ όσο και γερμανομαθείς μπορούμε να επιβεβαιώσουμε. Η δε μουσική του Χατζιδάκι είναι τόσο μοναδικά χατζιδακική και παραμυθένια, τόσο θαυμαστά ταιριαστή με το έργο. Ελύτης και Χατζιδάκης γίνονται η ελληνική εκδοχή του ζεύγους Μπρεχτ-Βάιλ, δείχνοντας στο σημερινό κοινό πώς θα πρέπει να ήταν το θέατρο την εποχή των Μεγάλων του θεάτρου, της ποίησης και της μουσικής, την εποχή του Κουν, του Γκάτσου, του Θεοδωράκη κλπ. Ευτυχώς, η σκηνοθεσία του Μαρκουλάκη αξιοποίησε στο έπακρο αυτό το θησαυρό και του επέτρεψε να ακουστεί.

Η ομάδα των ηθοποιών πλαισιώνει αρμοστά το έργο. Ξεχωρίζει βέβαια η υπέροχη, συγκινητική και ανθρώπινη, ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαπα στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Γρούσας, μια ερμηνεία τόσο δική της και ταυτόχρονα τόσο αριστοτεχνικά δοσμένη. Εξαιρετικός στο ρόλο του ποιητή/αφηγητή ο δωρικός Δημήτρης Λιγνάδης και απολαυστικά κωμικός ο Κώστας Κορωναίος στους ρόλους του Γιουσούφ και του Πρίγκιπα Κασμπέκι. Λαμπρά υστερική η Ελισάβετ Μουτάφη ως Νατάλια Αμπασβίλλι και έκτακτος ο Γιώργος Παπανδρέου ως ‘γομάρι’ και ως Σωβά.

Τα σκηνικά της Λίλης Πεζανού, με τις τριγύρω σκαλωσιές και τις ολοένα εκ νέου διαμορφούμενες μεταλλικές κατασκευές, σέβονται την επιταγή του Μπρεχτ για εμφανή σκηνικά και συνιστούν διάφανο και έξυπνο φόντο για την εξέλιξη της υπόθεσης. Τα κοστούμια της ίδιας αποτυπώνουν με γλαφυρή παραστατικότητα το ποιόν του κάθε χαρακτήρα.

Τι κρατάμε από αυτήν την παράσταση, την οποία ευχαρίστως θα ξαναβλέπαμε;

«Κανένα πράγμα δεν είναι κανενός – ή, αν όχι,
τότε είναι σίγουρα ’κεινού που το ’χει
μεράκι του, και τ’ αγαπάει και το γνωρίζει.
Ένα παιδάκι ανήκει σ’ όποιον το φροντίζει,
τ’ αμάξι ανήκει στον προσεχτικό οδηγό,
μην τύχει και το ρίξει στο γκρεμό…»

Αθήνα, 17.5.2015