Φώτης Δούσος: Τομπόσο – Στην καρδιά του σκότους

dq1

Η τρίτη έξοδος του δον Κιχώτη, που καταλαμβάνει ολόκληρο τον δεύτερο τόμο του μυθιστορήματος του Θερβάντες, ξεκινάει αισίως ένα πρωινό του πρώιμου φθινοπώρου. Μέσα στην αχλύ της συννεφιασμένης μέρας το πρωταγωνιστικό ζεύγος, δον Κιχώτης και Σάντσο, βάζει πλώρη προς το Τομπόσο, την γενέθλια πόλη της Δουλτσινέας και κατ’ επέκταση την Γη της Επαγγελίας των ερωτικών σκιρτημάτων. Πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε άλλη περιπέτεια ο δον θέλει να αποτίσει φόρο τιμής στην αγαπημένη του και να λάβει την ευλογία της. Ένας ευσεβής πόθος που διατρέχει όλον σχεδόν τον προηγούμενο τόμο, τείνει τώρα προς την εκπλήρωσή του. Φυσικά η επικείμενη συνάντηση δον Κιχώτη – Δουλτσινέας μας γεμίζει με αναγνωστική έξαψη και αδημονία. Ας μην ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια κίνηση που ο δον απέφυγε επιμελώς σε όλο τον πρώτο τόμο. Ίσως τώρα –με την ωριμότητα, την εμπειρία, αλλά και τις εσωτερικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί– να είναι πιο έτοιμος για να αναμετρηθεί με το τέρας, το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του.

Δον Κιχώτης και Σάντσο φτάνουν στην πολιτεία κατά το σούρουπο. Αμφότεροι είναι λίγο νευρικοί και αγχωμένοι. Ο Σάντσο γιατί ενδέχεται να αποκαλυφθεί το ψέμα που είχε πει προ πολλού στον κύριο του (ότι έφερε εις πέρας την αποστολή που του είχε ανατεθεί συναντώντας την Δουλστινέα – την οποία δεν κατάφερε να συναντήσει εν τέλει) και ο δον Κιχώτης γιατί φέρει μια εύλογη ταραχή νευρικού εραστή. Παρ’ όλα αυτά φαίνονται αποφασισμένοι για όλα. Πρωτίστως κινούνται βάσει σχεδίου. Περιμένουν κάτω από κάτι βελανιδιές, λίγο έξω από το Τομπόσο,  όπως αναγράφεται στο κείμενο και, μόλις πέσει το βράδυ, μπαίνουν με άκρα μυστικότητα και με τις απαραίτητες προφυλλάξεις, στην πολιτεία. Αδιαμφισβήτητα το νύχιο πέπλο αρμόζει καλύτερα σε αυτή την επιχείρηση. Υπό το απηνές φως του ηλίου όλα θα ήταν δυσκολότερα. Τώρα κάτω από την ευεργετική επίδραση του σκοταδιού, οι ήρωες μπορούν να κινηθούν ανενόχλητοι μέσα στις άγνωστες συνοικίες. Πρόκειται για μια τυφλή πορεία που προσιδιάζει με επέλαση στις παρυφές της ίδιας της ερωτικής επιθυμίας, εκεί που όλα εκ των πραγμάτων είναι σκιώδη, τα όρια ασαφή, τα περιγράμματα θολά.

Τω όντι, βαδίζοντας και σκοντάφτοντας μέσα στα σοκάκια της πόλης είναι σαν να έχουν εισέλθει στην αχανή, αγεωγράφητη, ξένη και ανοίκεια επικράτεια του ερωτικού συναισθήματος. Το Τομπόσο έχει πια εξαϋλωθεί. Δεν είναι απλώς η ανάπτυξη κάποιου αστικού τοπίου. Είναι η πόλη-μήτρα που γέννησε το αγαπημένο πρόσωπο. Από ένα σημείο και μετά οι διαχωρισμοί είναι δύσκολοι. Τομπόσο και Δουλτσινέα ταυτίζονται. Ή μάλλον καλύτερα Τομπόσο και ερωτικό συναίσθημα προς την Δουλτσινέα ταυτίζονται. Ό,τι είναι κοντά στο αγαπημένο πρόσωπο, ό,τι το περιβάλλει, παίρνει κάτι από την μαγεία του, την χροιά του, την αίγλη του. Πόσο μάλλον το περιβάλλον όπου γεννήθηκε και υπάρχει αυτό. Το Τομπόσο ανανοηματοδοτείται επειδή η Δουλτσινέα ζει και αναπνέει εκεί. Και δεν είναι απλώς η αυλή της, ο χώρος της, ένα εξωτερικό περίβλημα των πράξεων και των κινήσεών της. Η αρχιτεκτονική της πόλης, οι δημόσιοι χώροι, τα κτήρια και οι πλατείες ανασυστήνονται μέσα από την ενέργειά της, μέσα από την επαφή της με αυτά, μοιράζονται κάτι από την ουσία της Δουλτσινέας. Γίνονται αυτή.

Πριν εισέλθει σε αυτή την «ιερή» περιφέρεια, ο δον Κιχώτης θα κάνει όπως είπαμε μια μη αναμενόμενη στάση κάτω από μια συστάδα δέντρων που βρίσκονται εκτός πόλεως. Δεν είναι μια στάση που δηλώνει διστακτικότητα, φόβο ή διβουλία. Ως γνωστόν, ο δον Κιχώτης ξέρει πάντα τι κάνει και γιατί το κάνει ενώ απέναντι στην δράση δεν έχει ποτέ ενδοιασμούς. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορεί, στην κατάσταση που είναι (υπό το κράτος σφοδρού έρωτα δηλαδή) να μην τον ταλανίζουν και κάποιες αμφιβολίες. Θα βρει άραγε ανταπόκριση από το αγαπημένο πρόσωπο; Οι σπονδές και τα σέβη που έρχεται να της υποβάλει θα γίνουν ευμενώς δεκτά; Και ακόμα, θα την βρει; Είναι αλήθεια εκεί; Ποιο είναι το σπίτι της; Έχει ακούσει για αυτόν; Τον αγαπάει; Αλήθεια, μπορεί να τον αγαπάει, χωρίς να τον έχει δει ποτέ; Είναι τόσο αγνή, όσο και αυτός; Καμία εξήγηση δεν δίνεται από τον συγγραφέα. Πίσω από αυτή την εύγλωττη αποσιώπηση συναντάμε και συνάγουμε ένα ευρύ φάσμα εικασιών. Το ενδιαφέρον όμως εστιάζεται στο είδος των δέντρων που αποτελούν και το κεντρικό σημείο αυτής της στάσης. Δεν χρειάζεται ιδιαιτέρως οξεία φροϋδική όραση για να εντοπίσει κανείς τις φαλλικές συνδηλώσεις των βελανιδιών κάτω από τις οποίες ο δον Κιχώτης βρίσκει ανάπαυλα. Η βάλανος και το βελανίδι είναι το ίδιο πράγμα. Η ασυνείδητη ερωτική επιθυμία με όλον της τον ίμερο και την γενετήσια ορμή είναι εδώ. Βοά δε δια της σιωπής της. Ο δον Κιχώτης καθισμένος κάτω από αυτά τα αιωνόβια δέντρα βρίσκεται υπό το κράτος έντονης σωματικής και ψυχικής διέγερσης. Αλλά τίποτα από αυτά δεν φαίνεται. Η εξωτερική νηνεμία κρύβει πολύ επιμελώς τις ένδον ηφαιστειακές εκρήξεις.

Οι δυο οδοιπόροι φτάνουν στο σημείο μηδέν της επιθυμίας την ώρα του λυκόφωτος. Στο μεταίχμιο ανάμεσα στην μέρα και την νύχτα. Αλλά η είσοδός τους στην μικρή πολιτεία θα πραγματοποιηθεί, εύλογα, τα μεσάνυχτα. Το ορόσημο της νύχτας. Την πιο κατάλληλη ώρα. Την ώρα των φαντασμάτων και των ερωτευμένων. Μπαίνουν στην πολιτεία προσεκτικά. Την βαριά σιωπή που απλώνεται παντού, σχίζουν αλυχτήματα σκύλων που ταράζουν έτι περισσότερο τους δυο συντρόφους. Προχωρούν λοιπόν με τις αισθήσεις τεταμένες, σε εγρήγορση, κρυφά, λαθραία, σαν έτοιμοι να επιτελέσουν μια παράνομη πράξη. Σαν να πήγαν εκεί για να κλέψουν, να απαγάγουν, να δολοφονήσουν. Μέσα στο αδιαπέραστο και πυκνό σκοτάδι δεν δύνανται να βρουν τον δρόμο τους προς το σπίτι της Δουλτσινέας. Δεν το γνωρίζουν άλλωστε. Ακόμα και αν επιχειρούσαν να το βρουν κατά την διάρκεια της μέρας θα αποτύγχαναν πάλι: θα έπρεπε να ρωτήσουν κάποιον. Τώρα όμως δεν κυκλοφορεί στους δρόμους ψυχή. Από ένστικτο ίσως, ή λόγω μιας ασυνείδητης κατευθυντικότητας της αστικής ρυμοτομίας οδηγούνται στο κέντρο της πολίχνης εκεί που δεσπόζει η μητρόπολη. Ψηλαφώντας τους τοίχους της και επιθεωρώντας το πανύψηλο οικοδόμημα, ο δον φτάνει σε αυτό το θλιβερό συμπέρασμα. Αντί για το σπίτι της αγαπημένης του έχει βρει τον κεντρικό ναό της πόλης. Πάλι μέσα από το ψυχαναλυτικό λεξιλόγιο μπορούμε να δούμε μια γερή δόση ενοχής που εμφιλοχωρεί σε αυτή την τυφλή και απέλπιδα προσπάθεια προσέγγισης της αγαπημένης. Ο ναός που κόβει τον δρόμο στον κατά φαντασίαν εραστή, ορθώνεται μπροστά του (και) σαν ένα ηθικολογικό φράγμα που τον αναγκάζει να διακόψει την πορεία του. Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της εγκράτειας, των ηθικολογικών ψυχαναγκασμών, των κανόνων δεοντολογίας, των κοινωνικών «πρέπει». Είναι ένα απροσπέλαστο τέρμα. Μια συμβολική απεικόνιση του Υπερεγώ που μοιάζει να ξεπροβάλει από τα έγκατα ενός ταραγμένου ψυχισμού και επιβάλλει παύση, σταμάτημα, αναθεώρηση, επανεκτίμηση της κατάστασης και υποχρεωτική οπισθοχώρηση.

Οι δυο σύντροφοι περιπλανιούνται σε έναν νυχτερινό λαβύρινθο, γεμάτο σκοτεινούς όγκους που αποκλείουν το πέρασμα, αδιέξοδα, πλατώματα, μικρά και μεγάλα δρομάκια. Τον πολυπόθητο μίτο της Αριάδνης αποπειρώνται να βρουν στο πρόσωπο ενός διερχόμενου γεωργού που –εν ώρα όρθρου βαθέος– έχει σηκωθεί για να πάει στην εργασία του. Ο γεωργός έρχεται από το πουθενά, σαν να εκβάλλεται από τα σπλάχνα της νύχτας. Δεν αποτελεί όμως κάποια εχθρική ή επίβουλη δύναμη. Η φιλική προαίρεση του ανθρώπου φαίνεται από το ότι τραγουδάει καθώς τραβάει μοναχικά τον δρόμο του (αν και το τραγούδι που λέει κάνει τον δον Κιχώτη να ανησυχήσει γιατί μιλάει για μια παλιά μάχη και του αφυπνίζει πολεμικά αντανακλαστικά – εφόσον απέτυχε στον έρωτα είναι πάντα έτοιμος για πόλεμο…). Ο περαστικός όμως δεν είναι σε θέση να τους βοηθήσει. Ίσα ίσα μεγεθύνει την αμηχανία και την άγνοιά τους. Ωστόσο παρατηρεί ότι σε λίγο πλησιάζει η αυγή. Αυτό κάνει τον Σάντσο και τον δον Κιχώτη –σαν αστείους βρικόλακες που τρέμουν την έλευση του φωτός– να αναπροσαρμόσουν άμεσα τα σχέδια τους. Δεν θέλουν να συνεχίσουν την ατελέσφορη αναζήτηση κατά την διάρκεια της μέρας. Είναι όμως χαμένοι. Καθώς πελαγοδρομούν υπό καθεστώς απόλυτης σύγχυσης ο γεωργός είναι αυτός που τους δείχνει την έξοδο από τον νυχτερινό τους λαβύρινθο. Και η έξοδος δεν είναι άλλη από την ανατολή του ηλίου, αυτή την χαραμάδα φωτός που καταλύει το σκότάδι. Προς τα κει πάνε λοιπόν, άπραγοι και καταπτοημένοι, αλλά όχι εντελώς απελπισμένοι. Ο Σάντσο αναλαμβάνει να συνεχίσει μόνος την επιχείρηση ανεύρεσης του πολυπόθητου σπιτιού την επομένη.

Μπαίνοντας σε αυτή την αχανή και αγεωγράφητη σκοτεινή επικράτεια, οι δυο φίλοι βρίσκονται ακριβώς εκεί που βρίσκεται η Δουλτσινέα. Αυτό που συναντούν όμως είναι η έλλειψη της Δουλτσινέας. Αντί για το ενδιαίτημα του αγαπημένου προσώπου, βρίσκουν έναν λαβύρινθο. Αντί για το εύρυθμο σχήμα ενός σπιτιού, με τους τέσσερις τοίχους του, με την τετραγωνική διάταξη, την συγκεκριμένη αρχιτεκτονική ανάπτυξη, την λογική και την προστατευτική του επικάλυψη, έρχονται αντιμέτωποι με την πλήρως αποπροσανατολιστική δύναμη μιας χαοτικής επικράτειας. Στην θέση του σπιτιού, βρίσκουν μια χοάνη δομικών όγκων και σχημάτων που οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα ψυχρό και αμίλητο κέντρο, στον καθεδρικό ναό – που μέσα στην κρύα επιφάνεια της νύχτας λαμβάνει απειλητικές και τρομακτικές διαστάσεις. Η αρχιτεκτονική της έλλειψης και η αρχιτεκτονική της απουσίας ενυπάρχουν πολλές φορές στο κέντρο του ερωτικού συναισθήματος. Υπό αυτή την έννοια, το Τομπόσο μετατρέπεται σε μια από τις Αόρατες Πόλεις, που ξέχασε ο Καλβίνο να συμπεριλάβει στην συλλογή του. Είναι η πόλη της ματαιωμένης επιθυμίας και για αυτό είναι συγχρόνως και η ουσία της επιθυμίας. Το Τομπόσο συμπυκνώνει μιαν αρνητική όψη της θηλυκότητας. Αποπνέει κρυψίνοια, εκφράζει το λανθάνον, σχηματοποιεί το μυστικοπαθές. Παίζει με τα δεδομένα της πλάνης, της ζάλης και του αποπροσανατολισμού.

Δεν έχει άδικο που επιλέγει τη νύχτα για την εκτέλεση της μυστικής του αποστολής ο δον Κιχώτης, πέρα από όσα ειπώθηκαν, και για έναν ακόμη λόγο. Μέχρι αυτό το σημείο, ποτέ δεν χρειάστηκε την συνδρομή και την επικάλυψη της νύχτας για να δικαιώσει τις ονειροφαντασίες του. Το λοξό κοίταγμα της πραγματικότητας που επιχειρεί, λαμβάνει χώρα στο φως της ημέρας. Ο δον Κιχώτης συνηθίζει να στέκεται ως ένας εναντίον όλων όσον αφορά ζητήματα αντίληψης και ερμηνείας της πραγματικότητας. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτός ο έμπλεος αυτοπεποίθησης και μεγαλομανίας ιππότης συρρικνώνεται και γίνεται ένας αδαής του έρωτα. Μπαίνει σε μια επικράτεια ανασφάλειας και ασάφειας. Δεν μπορεί να προχωρήσει παρά μόνο με την συνεπικουρία της νύχιας κάλυψης. Στο φως είναι εκτεθημένος, τρωτός, ευάλωτος. Η πανοπλία και η θωράκισή του δεν επαρκούν σε αυτή την «μάχη» που είναι να δοθεί. Χρειάζεται επιπλέον προστασία που κάποιες φορές μόνο ο νυχτερινός μανδύας δύναται να προσφέρει: αορατότητα. Αυτή η προσέγγιση στην νυχτερινή κλίνη του αγαπημένου προσώπου λαμβάνει και χαρακτηριστικά σεξουαλικής φαντασίωσης, με κεκαλυμμένο τρόπο φυσικά. Έτσι ο δον Κιχώτης ετοιμάζεται για μια από τις πιο σκληρές μάχες της ζωής του, μια μάχη που φαίνεται καταδικασμένη από την αρχή. Μια μάχη που τελικά θα αποφύγει και δεν θα δώσει ποτέ…

Την επόμενη μέρα, έξω από την «επικίνδυνη» ζώνη του Τομπόσο, έχουμε για πρώτη φορά μια αξιομνημόνευτη αντιστροφή. Ο Σάντσο, αντιγράφοντας συμπεριφορές του κυρίου του παρουσιάζει τις τρεις εργάτριες που έρχονται (τυχαία) πάνω στα γαϊδουράκια τους, ως την Δουλτσινέα και τις ακολούθους της, ενώ ο δον Κιχώτης τις βλέπει όπως ακριβώς είναι. Αναρωτιόμαστε ξαφνικά πώς και γιατί υπνώττουν τόσο κατάφωρα οι μυθοποιητικοί μηχανισμοί της αχαλίνωτης φαντασίας του δον Κιχώτη! Ίσως είναι η επώδυνη και επίμοχθη εμπειρία της προηγούμενης νύχτας. Ίσως πάλι οι μη προβλέψιμες τροχιές της τρέλας του που άλλοτε καταλαγιάζουν και άλλοτε φουντώνουν. Πάντως βλέπουμε ξαφνικά έναν δον Κιχώτη ριζωμένο στέρεα σε μια πλευρά της πραγματικότητας (την «αντικειμενική») όπου δεν τον έχουμε συνηθίσει καθόλου.

Με την έλευση της καινούργιας μέρας η πόλη, ως τεράστιος συμβιωτικός οργανισμός που κινείται όμως στους ρυθμούς της Δουλτσινέας, αλλάζει στάση απέναντι στους δυο φίλους που ξέβρασε το προηγούμενο βράδυ από τα σπλάχνα της. Συνεχίζει το παιχνίδι της διάδρασης με τους δυο συντρόφους, αλλά με πιο ευνοϊκές διαθέσεις αυτή την φορά. Με φιλεύσπλαχνη προαίρεση στέλνει στον απελπισμένο σκουταριώτη τρεις κόρες της για να του λύσουν το προβλημα. Αυτός δράττεται της ευκαιρίας και στήνει την μικρή και αθώα του παγίδα στον ανυποψίαστο κύριό του.

Ελαφρά τη καρδία παίρνει ο δον Κιχώτης την καταστροφική έκβαση αυτής της πρώτης (μη) συνάντησης με την αγαπημένη του. Οικτίρει λίγο τον εαυτό του για την κακοδαιμονία του και τα βάζει γενικώς και αορίστως με τους μάγους που τον κατατρέχουν αδιαλείπτως. Πολύ εύκολα παραδίδει τα όπλα και συνεχίζει απτόητος τον δρόμο του. Είναι γενικός κανόνας στις περιπέτειές του να μην καταλήγουν σε αίσιο αποτέλεσμα, αλλά αυτή την φορά τα πράγματα πήραν ιδιαίτερα δραματική τροπή. Αναδείχτηκε με τον πιο γλαφυρό τρόπο το ανέφικτο και το αδύνατον μιας συνάντησης. Έτσι το Τομπόσο γίνεται ο θάνατος και η ταφόπλακα του έρωτα, τουλάχιστον όσον αφορά στην φυσική του ολοκλήρωση.

Παρ’ όλα αυτά ο αξιοθαύμαστος δον Κιχώτης θα διασώσει αλώβητο τον έρωτά του. Με μια μικρή μετατόπιση οπτικής, δέχεται την εκδοχή του Σάντσο και συνεχίζει ανέμελος τον δρόμο του, σαν να μη συνέβη τίποτα (η Δουλτσινέα είναι μεταμορφωμένη από κακούς μάγους σε χωριατοπούλα –οπότε δεν θα τον αναγνωρίσει αν την προσεγγίσει– άρα δεν έχει νόημα μια τέτοια συνάντηση). Δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε ότι αυτή είναι άλλη μια ηρωική πράξη του βασανισμένου ιππότη. Μέσα από τις συμπληγάδες του Τομπόσο, διασώζεται και αυτός και η φανταστική ερωμένη του

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Παύλος Σιλβέστρος: Μνήμης συγκομιδή

dimoula.jpg

Για τη «Χλόη θερμοκηπίου» της Κικής Δημουλά

Πρωτοδημοσιευμένο το 2005 (Ίκαρος), το βιβλίο αυτό της Κικής Δημουλά διαδραματίζει κατά κάποιον τρόπο τον ρόλο ενός «θερμοκηπίου» της μνήμης: διαφυλάσσει από τον Χειμώνα της ζωής, τον –άλλοτε– φυσικό προάγγελο της Άνοιξης, τη χλόη, η οποία λειτουργεί ως αναμνηστικό σύμβολο της –περασμένης πλέον– νεότητας. Σε αυτό συνδράμει και ο υπόρρητος χωροχρονικός προσδιορισμός της χλόης στον τίτλο, που σημαίνει: αφενός, ότι είναι εκτός εποχής –παράκαιρη– (ενδεχομένως και ανεπίκαιρη) και, αφετέρου, πως είναι περιορισμένη (ανελεύθερη/εξαρτημένη)· ωστόσο ευρισκόμενη εντός του θερμοκηπίου μπορεί και ξεγελά τον κρύο θάνατο. Αντίστοιχα, η καταγραφή των αναμνήσεων και η αποτύπωση γενικά της πνευματικής παραγωγής της ποιήτριας στη συλλογή (θερμοκήπιο) χαρίζει μια κάποια μορφή αφθαρσίας. Αυτή κατά τη γνώμη μας, είναι μια πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση του τίτλου: Χλόη θερμοκηπίου.

Γενικότερα, στην ποίηση της Κικής Δημουλά, κυριαρχούν τα βαθύτερα και ουσιαστικότερα θέματα, όπως: o χρόνος, η φθορά, η μνήμη, η λήθη, η απώλεια,  η θλίψη, η μοναξιά, η μοίρα, ο θάνατος και φυσικά ο έρωτας. Εν ολίγοις, τα κατεξοχήν διαχρονικά, καθολικά και υπαρξιακά διακυβεύματα, τα οποία –όπως θα ανέμενε κανείς– βρίσκονται σε περίοπτη θέση και σε αυτή τη συλλογή (ενδεικτικά αναφέρουμε τα εξής ποιήματα: «Διδακτική ύλη», «Ανακινήστε καλά προ της χρήσεως», «Δια της εις άτοπον λήθης», «Η αγριοφωνάρα», «Εφόδια τα τραύματα», «Προστιθέμενη αξία», «Δεν έχεις τι να χάσεις», «Μην εμπιστεύεσαι ούτε την ψυχή σου»). Στα τριάντα επτά ποιήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, ο λόγος της ποιήτριας εκδιπλώνεται με νηφάλια στοχαστικότητα και λιτή αποφθεγματικότητα, λαμβάνοντας ακόμη και τη μορφή γνωμικών – ενδεικτικά: «Αβέβαια ζήσε / Τίμα την προέλευσή σου. // Κατάλαβέ το, ερχόμαστε από μια / παροδική αβεβαιότητα του θανάτου», «ο διάβολος, το άγνωστο, η ελπίδα κι ο Θεός / μπορεί να έχουνε τον ίδιο δικηγόρο.», «Μη φοβάστε. Ο φόβος παχαίνει / περιέχει πείνα. / Μη μασουλάτε αισθήσεις. Πολλές θερμίδες. / Σ’ αυτές οφείλεται το πάχος των στερήσεων».

Σε αντίθεση, με τη θεά Δήμητρα-Χλόη (ανθρωπόμορφη θεότητα της γεωργίας και της ελεύθερης βλάστησης), που ήταν γνωστή ως απόμακρη και ακατάδεκτη, η Κ. Δημουλά παρουσιάζει εδώ μιαν αναστοχαζόμενη εσωτερικότητα («Εσωκλείονται οδηγίες»), γεγονός που την καθιστά εξομολογητικότερη και, περισσότερο από ποτέ, απολογιστική των πεπραγμένων της ζωής και του έργου της – βλέπε κυρίως: «Επώδυνη Αποκάλυψη» και «Η αγριοφωνάρα», τα οποία παράλληλα αποτελούν έξοχα ποιήματα ποιητικής περιγράφοντας ένα είδος “πανουργίας» του (γραπτού) λόγου, που έρχεται ως ακούσιο αποτέλεσμα της παραμορφωτικής διαμεσολάβησης της γραφής. Σε προθετικό επίπεδο, τα παραπάνω, δηλώνονται ήδη στην πρώτη στροφή του εναρκτήριου ποιήματος της συλλογής: «Χρόνε / τη διατριβή μου σου υποβάλλω / με θέμα της εσένα βασικά / γιατί αυτό που είμαι τώρα / εσύ το έφτασες εδώ».

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ύφους και της τεχνικής της ποιήτριας είναι ο ελεύθερος στίχος, η αμφισημία, η λεπτή ειρωνεία και ένα διαρκές παίγνιο με τις λέξεις που επιτυγχάνεται μέσω της λεξιπλαστικής της ικανότητας και της απροσδόκητης σύνδεσης –φαινομενικά– αταίριαστων λέξεων, προκαλώντας έτσι, συχνά, ένα ευχάριστο ξάφνιασμα στον αναγνώστη, αλλά και αποκαλύπτοντας νέους γλωσσικούς ορίζοντες: «Η ήττα είναι παράδοση / μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται», «τα χου ιζ χου / και τα χους εις χουν…», «αναπάντητο χορτάριασμα», «εισόδημα πικρίας», «δακτυλικά αποτυπώματα σιωπής», κληρονομική η πραγματικότης;». «καλά κάνεις και δεν κρατάς αναμνηστικά. / Κατάλοιπο πιο σαρκοβόρο δεν υπάρχει», «τηλαισθαντικός αεροπειρατής», «άπιστους πιστούς / περίεργους μα πιο πολύ αναγκεμένους», «Τα ματάκια κλειστά παρακαλώ τελείως / όχι χαραμάδες παρεξηγήσιμες / όχι γλειφιτζούρια φωτός. / Εκπέμπουν υπεριώδη νοσταλγία», «Κλειδωμένη η αμφίβια πόρτα», «χρονιάρας λέξης», «επικλινής ευδαιμονία», «ξενώνες των αρμών πετρονιάζοντας / του ταβανιού το κατωσέντονο / και τα απόκρυφα εσώρουχα των τοίχων», «της περηφάνιας μου έγινα επίκτητος βιαστής / έστελνα την ενάρετη ντροπή μου να εκδίδεται / σε τρόπους που δεν είχαν μετρητοίς / κι όλο με επιταγές ακάλυπτων ονείρων / την καιροπέταγαν». Με άλλα λόγια, η γραφή της είναι μοντέρνα και η θεματολογία της πολυποίκιλη κυμαίνεται από διαχρονικούς μέχρι σύγχρονους προβληματισμούς, έχοντας πάντα ως κέντρο βάρους: την ερριμένη εν-τω-κόσμω ανθρώπινη ύπαρξη – «τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων».

Αφετηρία της έμπνευσης της Δημουλά είναι το οικείο, το καθημερινό, το ερωτικό βίωμα και ο άνθρωπος που ως «είναι προς θάνατον» διαπερνάται και καθορίζεται από τη σχέση του με το μηδέν. Αυτή η –ρητή κι άλλοτε υφέρπουσα– αναμέτρηση με την αναπόδραστη και απόλυτη βεβαιότητα του θανάτου, αφυπνίζεται λαμβάνοντας την έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας: «παιδί μου πώς θα ζήσεις χωρίς τρωτά σημεία / χωρίς της αγωνίας τα εφόδια», εν μέσω της οποίας βιώνεται η απώλεια νοήματος («πώς θ’ αναθρέψεις την απώλεια»), ήτοι ο “κόσμος” χάνει τη σημασία του: «με τη μέθοδο του άνευ μεγαλώνοντας / σμικρύνομαι σαστίζω απορώ / πώς άλλαξαν ακόμα και τα άνευ / τόσο συχνά δεν ήταν // πώς άλλαξε ο θάνατος / τόσο συχνός δεν ήταν / όταν ενθέρμως μου τον σύστησε η αγάπη». Σε αυτά τα υπαρξιακά αδιέξοδα-απορ(ε)ίες: «Κι ενώ με επιμέλεια απορούσα / το απορώντας μου έβαζε μηδέν. / Διόρθωνα το βαθμό εκ νέου απορώντας / με την άνευ λόγου μέθοδό σου / χρόνε …», μία προσωρινή διέξοδο – απάντηση δίνει: η μνήμη· η οποία ορθώνεται ως μια σταθερά νοήματος –χάρη στην αποκρυσταλλωτική της δύναμη– έναντι της εκμηδενιστικής επέλασης του χρόνου. Ο χρόνος  που παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του προλειαίνει παράλληλα και το έδαφος για τη λήθη.

Σε αυτό το σημείο να παρατηρήσουμε ότι εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η οντολογική πραγμάτευση της λήθης που επιχειρείται στο «Δια της εις άτοπον λήθης»:

Αλλά η λήθη περιέργως λυπάται τα κενά
που πότε η ζωή πότε η ίδια αφήνει.
Κι απ’ το συρτάρι όπου φυλάσσονται
τα αζήτητα
παίρνει στην τύχη ένα
το προσαρμόζει στο κενό σου
και ώ του θαύματος ευρέθη να θυμάσαι
[…]
Ναι, δροσερά συμπεριφέρεται
σαν καλή Σαμαρείτις
στο διψασμένο ξέχασμα η λήθη.
Προληπτικά, ας την πιστέψουμε πώς είναι
μια παρεξηγημένη μνήμη κατά βάθος
Αν και θα ξεχαστούμε.
Όπως βλέπουμε από τους παραπάνω στίχους, η ποιήτρια αναδεικνύει τον ζωτικό ρόλο που έχει η λήθη στη ζωή μας, υπό το πρίσμα μιας διαλεκτικής σχέσης που –κατά βάθος– έχει με τη μνήμη, φτάνει μάλιστα στο σημείο να την ορίσει πρωτότυπα και πολύ εύστοχα ως «παρεξηγημένη μνήμη».

Ούτε από αυτή τη συλλογή λείπουν τα θρησκευτικά θέματα (βλ. κυρίως τα εξής δύο ποιήματα: «Συμβουλές της Μεγάλης Παρασκευής», «Μεγάλο Σάββατο»). Η γνώση της εθιμοτυπίας, του εκκλησιαστικού λόγου, της Αγίας Γραφής και γενικότερα της ελληνικής παράδοσης και της λαϊκής κουλτούρας (παλαιότερης και σύγχρονης) εκ μέρους της ποιήτριας είναι εμφανής: «Ευχές κροτίδες φιλήματα ανταλλάσσουν / οι άγιες μέρες μεταξύ τους», «από το ύψος ευγενέστατης ευχής / Καλή Ανάσταση», «συμπαρασύρουν σε ανάσταση / κι άλλα εσταυρωμένα χώματα», «Και πότε ο έχων δύο έδωσε ποτέ το ένα / στο Θείο Εκείνο κήρυγμα», «Μάντις η θρήσκα – religiosa […] κατά τρόπον ομοιάζοντα προς την στάσιν προσευχομένου.», «Εκκλησάκι έρημο εγκαταλειμμένο πιστευτό», «τάχα θαυματουργή εικόνα πού δακρύζει / με το παραμικρό», «στο γυαλί της τηλεόρασης / ώρες προσκολλάται με ανοιχτό / το μαύρο ράσο των φτερών της / κι αμαρτωλή να ξαναγίνεται φιλώντας / κάποιας ερωτικής σκηνής τα χείλη», «ήταν από τα κέρματα πού ρίχνουμε / στο δίσκο του εθίμου;», «πίνω περιπατητικόν φραπέ / γουλιές θορύβου προκαλώ». Να επισημάνουμε ότι πολλές φορές η θρησκευτική παράδοση λειτουργεί ως μέσο για να φτάσει η ποιήτρια στον στόχο της και δεν είναι αυτοσκοπός: «γύψινα εκκλησάκια για μικρούλη / παιδιάστικο Θεό», «χωρίς ανάσταση κρεμάται ο λαιμός μου / επί του σταυρού σου», «άηχο πρόσωπο μιας καμπάνας.» (βλ. ειδικότερα τα ποιήματα: «Ω έντομο σκοτεινό αναδυόμενο», «Επισκευαστικά δάνεια»).

Επιπλέον, έκδηλη είναι η αρχαιογνωσία της ποιήτριας όπως και η γνώση της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας την οποία αξιοποιεί στο έπακρο για να μεταδώσει τις ιδέες της και να εκφράσει τους συμβολισμούς της: «Πήγαινα κάποτε συχνά / στην Ολυμπία τις Μυκήνες τους Δελφούς», «Αγαμέμνονα χαίρε· το ερώτημά μου / ποιο το κρυμμένο νόημα / της νεκρικής σου προσωπίδας», «Οι οδηγοί τεθρίππων στ’ αετώματα», «το θείο του Αντίνοου προφίλ», «Θα ’χουν αλλάξει κομμωτή οι σιταρόχροες βόστρυχοι», «απ’ τη θνητή επάλειψη του γιού της / του Αχιλλέα». Ακόμη, παρατηρούμε την παρουσία διαφόρων αγαλμάτων που είναι προσωποποιημένα (άνθρωποι ή/και θεοί) έχοντας χαρακτήρα, και έτσι μπορούν να ομιλούν, να σκέφτονται, να αντιδρούν και να συναισθάνονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προσδίδεται μια ζωντάνια και θεατρικότητα στην ποιητική αφήγηση: «Θα λένε τα αγάλματα / και η καχύποπτη των τάφων βασιλεία», «σαν κάτι να ‘χει αλλάξει κι απ’ τη μεριά των αγαλμάτων που αγάπησα». Τέλος, η ποιήτρια θεματοποιεί γνώριμα στοιχεία από την προγενέστερη ποίησή της, όπως τη φύση, το σώμα και τα όνειρα: «Εξώδικο», «Μην εμπιστεύεσαι ούτε την ψυχή σου», «Τίνος ονείρου τ΄ όνειρο». Παρουσιάζει ενδιαφέρον η αφιέρωση ενός ολόκληρου ποιήματος στους καπνιστές («Για καπνιστές»): «το ’να φουγάρο ανάβω τ’ άλλο σβήνω / ζήτημα αν έχουν μείνει / ένα δυό καράβια στο πακέτο μου», «μα είχες ήδη μπει στο ένα από τα δύο / καράβια που είχαν μείνει στο πακέτο μου / και το τελευταίο μου το έκανε τράκα / το όνειρο που είδα».

Κατά την άποψή μας, ο νατουραλιστικής χροιάς υπαρξισμός που διαπνέει τη συλλογή είναι εμβριθής και πολυπρισματικός. Η φύση και το σώμα αξιοποιούνται άψογα ως μέσα προσέγγισης της καθολικότητας του θανάτου και της φθοράς που προπορεύεται αυτού με όχημα πάντα τον χρόνο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη συλλογή υπάρχει ένα απόσταγμα σοφίας, απόρροια της πείρας που απέκτησε η ποιήτρια μέσω της τριβής της με τον χρόνο, το οποίο συνιστά μια πλούσια «διδακτική ύλη» για τον προσεχτικό αναγνώστη. Επιπλέον, οι υπαρξιακοί προβληματισμοί συνοδεύονται από πρωτότυπες λεξιπλασίες και απροσδόκητους λεκτικούς συνδυασμούς, με τη βοήθεια των οποίων επιτυγχάνονται ρωγμές στη στερεότυπη χρήση των λέξεων, αποκαλύπτοντάς μας νέες γλωσσικές και εκφραστικές δυνατότητες και, κατ’ επέκταση, νέους τρόπους θεώρησης των καθιερωμένων. Ακόμη, παρά τον ελεύθερο στίχο, ενυπάρχουν ρυθμικά στοιχεία, τα οποία αφήνουν την αίσθηση ενός «αφαιρετικού λυρισμού».  Περνώντας στα λίγα αρνητικά να αναφέρουμε την εκτίμησή μας ότι η συλλογή είναι εμπροσθοβαρής, δηλαδή το πρώτο περίπου τρίτο της κυμαίνεται αισθητά σε  υψηλότερα επίπεδα από το υπόλοιπο –συμπεριλαμβανομένων κάποιων λαμπρών εξαιρέσεων–, στο οποίο συναντάμε ορισμένα πληθωρικά, επαναλαμβανόμενα και μέτρια –εν συγκρίσει με τα υπόλοιπά της– ποιήματα, τα οποία ωστόσο χάρις στον χειρισμό της  ελληνικής γλώσσας διατηρούν  μιαν αναγνωστική αξία – ίσως, και κάτι περισσότερο. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για συλλογή στην οποία παγιώνεται η στροφή της Κικής Δημουλά προς τα «μέσα» και προς τον άνθρωπο, στροφή η οποία ξεκίνησε από το αμέσως προηγούμενο βιβλίο της (Ήχος απομακρύνσεων, 2001).

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ

Μαρία Μπλάνα: Δώδεκα χα·ι·κού

Εικονογράφηση:
ΕΥΘΥΜΙΑ ΖΑΧΟΥ
* * *
10474253_10152508515248897_2090070417804566502_n
* * *
Όλες οι φυλές
σε κυνήγι θησαυρού.
Πόλη, μπλοφάρεις;
* * *
 * * *
11015888_10152856041098897_935330583_n
 * * *
Κόκκινα φώτα 
είσοδος ελεύθερη
έξοδος κλειστή
 * * *
11063238_10152856042713897_1213949992_n
* * *
Η αρκούδα κρατά 
το ψάρι στα δόντια της
ξύλινο γλυπτό
 * * *
* * *
11063346_10152856042688897_598472843_n.jpg
 * * *
Η μέρα σβήνει
τον ήλιο τεμαχίζει
το συρματόπλεγμα
 * * *
11068762_10152856041443897_2063743582_n.jpg
 * * *
Το περιστέρι 
κάθισε στη φαλάκρα
του αγάλματος
 * * *
11073421_10152856041358897_1057371137_n
 * * *
Νέα σώματα
παλιώνουν πιο γρήγορα 
απ’ τα στρώματα
* * *
12064270_10153321158228897_221719409_n.jpg
 * * *
Μέσα στο πλήθος 
μου σφίγγεις την παλάμη
κανείς δε βλέπει
 
* * * 
Ποπ ειδώλια
με τα χέρια δεμένα
γοφούς ανοιχτούς
 * * *
12084005_10153321158263897_288724770_n
 * * *
Εύκολος στίχος
φιλοθεάμον κοινό
πυροτέχνημα
* * *
Μια πεταλούδα
στην εφημερίδα μου
επικαιρότης
* * *
Ένας άστεγος
πλένεται στο ρυάκι
Εθνικός Κήπος
* * *
Η πανσέληνος
στα σύρματα της ΔΕΗ
αλλάζει τόνο
 

Φώτης Δούσος: Ανοιχτό γράμμα προς φίλους (και μη) ποιητές

smf

Τείνουμε να στηλιτεύουμε την οκνηρία και την ολιγωρία ως εκφράσεις ανθρώπινης συμπεριφοράς. Και είναι λογικό. Σε μια εποχή που  πριμοδοτεί το κέρδος, την παραγωγικότητα, τον ανταγωνισμό και απαιτεί εγρήγορση και άμεσες αντιδράσεις, τα παραπάνω χαρακτηριστικά φαίνονται άκρως ελαττωματικά. Δεν μπορούμε να πούμε όμως ότι κάτι τέτοιο πρέπει αναγκαστικά να ισχύει σε όλους τους τομείς. Στην λογοτεχνία για παράδειγμα, τα πράγματα είναι καλύτερο να τρέχουν στον δικό τους ρυθμό.

Παλαιότερα ένα πνευματικό κατασκεύασμα (ας πούμε ένα ποίημα) έπαιρνε τον χρόνο του στο συρτάρι ή στο γραφείο του δημιουργού του και αφηνόταν στις διηθήσεις και στις μεταλλάξεις που επιφέρει το πέρασμα του καιρού. Καθώς απλωνόταν στον χρόνο (και όχι στον χώρο!) το δημιούργημα ωρίμαζε, αποκτούσε βάθος και επέτρεπε να βγουν στην επιφάνεια οι όποιες αδυναμίες του. Κάτι τέτοιο έδινε την ευκαιρία στον δημιουργό του να το επεξεργαστεί εκ νέου, να το σμιλεύσει πιο περίτεχνα, και να δώσει έμφαση σε λεπτομέρειες και σε λεπτές αποχρώσεις. Τώρα, με την ευκολία της άμεσης δημοσίευσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το φρεσκομαγειρεμένο ποίημα (άνοστο συνήθως, λόγω ταχύτητας, αλλά και λόγω ενδεχόμενης έλλειψης ταλέντου του πνευματικού του πατέρα),  δεν προλαβαίνει καν να κρυώσει και σερβίρεται στα πιάτα των αδηφάγων αναγνωστών. Το σερβίρισμα ακολουθείται κατά κανόνα από μια χιονοστιβάδα φιλοφρονήσεων που σε κάνουν να απορείς με την ευγένεια, την καλοπροαίρετη διάθεση, αλλά και τον ενθουσιασμό αυτών που διαβάζουν (αλήθεια διαβάζουν;), ενώ τελικά όλα αυτά τα στοιχεία σε οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, πλέον,  έχουν δημιουργηθεί πλήθη αναγνωστών-αυλικών, που αλαλάζουν ευφρόσυνα, άκριτα και τυφλά στην φανταστική αυλή του facebook (κυρίως), με μια υστεροβουλία σχεδόν εμμονική…

Η αγαπημένη μας ηλεκτρονική πλατφόρμα έχει αρχίσει να διαδραματίζει ρόλο έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού (και από όσο γνωρίζω, ως χώρα δεν στερούμεθα εντύπων και ηλεκτρονικών λογοτεχνικών περιοδικών). Έτσι, ενώ παλιότερα το facebook ήταν ένα μέσο για να κάνεις γνωριμίες ή να βρεις παλιούς ξεχασμένους φίλους ή να εκμεταλλευθείς κάποιες δυνατότητες ευκαιριακού σεξ ή ακόμα και για να συναντήσεις τον έρωτα της ζωής σου, τώρα έχει εκπέσει στην θλιβερή διάσταση του καταλόγου πρόχειρων, δήθεν συναισθηματικών, δήθεν πνευματικών στιχουργημάτων.

Αλλά όλα αυτά είναι γνωστά. Το καλύτερο που έχει να κάνει ένας δημιουργός τώρα, είναι να σταθεί με ψυχραιμία απέναντι σε όλη αυτή την οχλοβοή. Να αντισταθεί στις σειρήνες των like και των ελαφρών “εύγε” και να επιστρέψει για λίγο στην ένδον παρατήρηση. Μη καθιστάτε τα ποιήματά σας βορά ενός αναγνωστικού κοινού που διακρίνεται από συμπεριφορές βδέλλας. Αφήστε τους πεινασμένους: μη στεναχωριέστε, δεν θα πάθουν τίποτε.

Ένας “οκνηρός” δημιουργός που δεν σπεύδει να ολοκληρώσει και να θέσει αυθωρεί και παραχρήμα στην κρίση του κόσμου το πόνημά του, έχει πιο πολλές πιθανότητες να διασωθεί μέσα στον ιντερνετικό Αρμαγεδδώνα (συγχωρέστε μου την πομπώδη έκφραση, αλλά στα μάτια μου όλος αυτός ο ορυμαγδός, η σπατάλη λόγου, το update του τίποτα, μοιάζει κάποιες φορές με απειλή τελεολογικού χαρακτήρα…). Καλύτερα οκνηρία και ολιγωρία λοιπόν. Ας μην ανεβάσουμε σήμερα το γραπτό μας, ας αναβάλουμε το γαϊτανάκι των επαίνων, ας ασχοληθούμε με κάτι άλλο που μπορεί να μην ικανοποιεί τον υπερτροφικό ναρκισσισμό μας, αλλά θα μας κάνει σίγουρα καλό. Αντί να πληκτρογραφούμε, ας πάμε μια βόλτα στην λιακάδα και ας αφήσουμε τις ιδέες, τα ποιήματα, τα πεζά, να ωριμάσουν λίγο παραπάνω μέσα στα κελάρια τους.

ΦΩΤΗΣ  ΔΟΥΣΟΣ

Μὰρκ Λίλλα: Ἀπὸ τὶς αὐταπάτες στὸ χάος

Ἀλλὰ ἂν οἱ μόνες ἐπιλογὲς ποὺ μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε εἶναι ἡ δημοκρατία ἢ τὸ χάος, ἀποκλείουμε τὴ δυνατότητα νὰ βελτιώσουμε τὴν κατάσταση στὰ μὴ δημοκρατικὰ καθεστῶτα χωρὶς νὰ τὰ μετασχηματίσουμε διὰ τῆς βίας (ἀμερικανικὴ μέθοδος) ἢ τρέφοντας τὴ μάταιη ἐλπίδα (εὐρωπαϊκὴ μέθοδος) ὅτι οἱ συνθῆκες γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, οἱ ἀνθρωπιστικὲς ἐπεμβάσεις, οἱ νομικὲς κυρώσεις, ἡ δράση τῶν ΜΚΟ καὶ οἱ μπλόγκερ μὲ τὰ i-phone θὰ κάνουν κάποτε τὴ διαφορά. Πρόκειται γιὰ αὐταπάτες τῶν δύο ἡπείρων μας ἄκρως χαρακτηριστικὲς.

Τὸ ἑπόμενο Νομπὲλ Εἰρήνης δὲν θὰ ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθεῖ σὲ κάποιον ἀκτιβιστὴ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἢ σὲ κάποιον ἱδρυτὴ ΜΚΟ. Θὰ ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθεῖ στὸν στοχαστὴ ἐκεῖνον ἢ τὸν ἡγέτη ποὺ θὰ παρουσιάσει ἕνα μοντέλο συνταγματικῆς θεοκρατίας ἡ ὁποία θὰ προσέφερε στὶς μουσουλμανικὲς χῶρες ἕναν λογικὸ τρόπο ν’ ἀναγνωρίσουν τοὺς περιορισμοὺς τῆς αὐθεντίας τοῦ θρησκευτικοῦ νόμου καὶ νὰ τὸν καταστήσουν συμβατὸ μὲ τὴ χρηστὴ διακυβέρνηση. Κάτι τέτοιο θὰ ἀποτελοῦσε ἱστορικό, μολονότι ὄχι κι ἀναγκαῖα δημοκρατικό, ἐπίτευγμα.

Φυσικά, κανένα τέτοιο βραβεῖο δὲν πρόκειται νὰ δοθεῖ, καὶ ὄχι μόνο ἐπειδὴ παρόμοιοι στοχαστὲς καὶ ἡγέτες ἐλλείπουν. Ἡ ἀναγνώριση ἑνὸς τέτοιου ἐπιτεύγματος θὰ προϋπέθετε τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ δόγματος ὅτι ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία εἶναι τὸ μόνο ἢ ἀκόμη καὶ τὸ ὕψιστο πολιτικὸ ἀγαθὸ σὲ κάθε ἱστορικὴ συγκυρία, καὶ ἐπίσης τὴν παραδοχὴ ὅτι οἱ συμβιβασμοὶ εἶναι ἀναπόφευκτοι. Θὰ σήμαινε ἀποδοχὴ τοῦ γεγονότος ὅτι ἂν ὑπάρχει δρόμος ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ στὴ δημοκρατία αὐτὸς δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι στρωμένος σὲ μεγάλο τμῆμα του ἀπὸ τὴ μὴ δημοκρατία – ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καὶ στὴ Δύση.

Ἀρχίζω νὰ νιώθω κάποια συμπάθεια γιὰ ἐκείνους τοὺς Ἀμερικανοὺς ἀξιωματούχους ποὺ ἡγήθηκαν τῆς κατάληψης τοῦ Ἀφγανιστὰν καὶ τοῦ Ἰρὰκ πρὶν ἀπὸ δέκα χρόνια καὶ ξεκίνησαν τὴ διάλυση τῶν ὑπαρχόντων πολιτικῶν κομμάτων, τῶν ὑφιστάμενων στρατῶν καὶ τῶν παραδοσιακῶν θεσμῶν πολιτικῆς διαβούλευσης καὶ ἐξουσίας. Ὁ βαθύτερος λόγος γι’ αὐτὴν τὴν κολοσσιαία γκάφα δὲν ἦταν ἡ ἀμερικανικὴ ὕβρις οὔτε ἡ ἀφέλεια, παρ’ ὅλο ποὺ ὑπῆρξε καὶ πολλὴ ἀπὸ δαύτη. Ἀλλὰ ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπινοήσουν καμιὰ ἐναλλακτικὴ λύση ἄν ἤθελαν νὰ ἐπιβάλλουν ἕναν ἄμεσο –καί, ὅπως ἀποδείχτηκε ἔντέλει, ἐπιδερμικὸ–ἐκδημοκρατισμό. Πρὸς τὰ ποῦ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν στραφεῖ; Τίνος τὰ βιβλία θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν διαβάσει; Σὲ ποιό μοντέλο θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν βασιστεῖ;

Τὸ μόνο ποὺ ἤξεραν ἦταν ἡ βασικὴ ἐντολή: σχεδιάστε νέα συντάγματα, ἐγκαθιδρύστε κοινοβούλια καὶ προεδρικοὺς θώκους, προκηρύξτε ἐκλογές. Καὶ μετὰ ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἦρθε πράγματι τὸ χάος.

ΜΑΡΚ ΛΙΛΛΑ, Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὴν ἐλευθεριακὴ ἐποχή μας,
Νέο Πλανόδιον, τχ. 3, σελ. 10​2-103, μτφρ. Ἰ. Ἀβραμίδης (ἀπόσπασμα)

Ἀπὸ τὸ κεντρικὸ Θέμα τοῦ τεύχους: Τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας:
Φιλελευθερισμὸς καὶ Δύση τὸν 21ο αιώνα

Χάρης Βρόντος: Φύλλα ἡμερολογίου

χαρτης βρόντος

τοῦ ΧΑΡΗ ΒΡΟΝΤΟΥ

28. 12. 2008

Σήμερα δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ κίνητρα γιὰ νὰ γράψω μουσική. Ἔχει ἀπομείνει μόνο ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη νὰ ἐκφραστῶ ὅπως μπορῶ: ἂς τὴν ποῦμε ἀνάγκη αὐτοέκφρασης. Σχεδὸν κανεὶς δὲν μᾶς παραγγέλνει ἔργα. Οὔτε ἡ ΕΡΤ, οὔτε οἱ Κρατικὲς Ὀρχῆστρες, οὔτε ἡ Λυρική, οὔτε τὰ φεστιβάλ. Τὸ «Μέγαρο» δίνει ἐλάχιστες παραγγελίες, κυρίως γιὰ μικρὰ σύνολα δωματίου. Εἶμαι 58 ἐτῶν καὶ ἡ Κρατικὴ Ὀρχήστρα Ἀθηνῶν ἔχει παίξει ἔργα μου δύο φορές. Πρὶν ἀπὸ δύο καὶ πρὶν ἀπὸ εἴκοσι δύο χρόνια. Οἱ προηγούμενες γενιὲς συνθετῶν, μέχρι καὶ τὴ δεκαετία τοῦ ’60, μποροῦσαν ν’ ἀκούσουν ἀπ’ αὐτὴ τὴν ὀρχήστρα, ὅσο ζοῦσαν, τουλάχιστον ἕξι μὲ ὀκτὼ ἔργα τους. Ὄχι ὅλοι, πάντως οἱ περισσότεροι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Παλιότερα γινόντουσαν συζητήσεις γύρω ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἔργα. Ὑπῆρχαν μιὰ δεκάδα κριτικῶν μουσικῆς καὶ μιὰ χιλιάδα σταθερῶν μορφωμένων ἀκροατῶν καὶ οἱ πρῶτες παρουσιάσεις δὲν περνάγανε ἀσχολίαστες.

Θὰ πεῖ βεβαίως κάποιος ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐντυπωσιακοί. Ἀλλ’ ἂν τοὺς συγκρίνουμε μὲ τὴ σημερινὴ πραγματικότητα τῆς Ἀθήνας, μ’ ἕναν πληθυσμὸ σχεδὸν τριπλάσιο, μὲ πέντε μόνο κριτικοὺς μουσικῆς καὶ πεντακόσιους περίπου σταθεροὺς ἀκροατὲς σὲ κάθε συναυλία τῆς Κρατικῆς Ὀρχήστρας, τί συμπέρασμα βγαίνει; Ἂν ὑπολογίσουμε μάλιστα ὅτι στὸ μεταξὺ ἔχουν ἀποφοιτήσει ἑκατοντάδες νέοι ἀπ’ τὰ μουσικὰ τμήματα τῶν πανεπιστημίων μας, ἔχουν φτιαχτεῖ δύο Μέγαρα Μουσικῆς, ἀρκετὰ Μουσικὰ Λύκεια καὶ πολλὰ δημοτικὰ ὠδεῖα, ἀναρωτιόμαστε: τί ἀκοῦνε ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τί συζητᾶνε; Πολὺ θά ’θελα νὰ τὸ ξέρω. Πάντως ἐμᾶς δὲν μᾶς ἀκοῦνε.

Οἱ δισκογραφικὲς ἐταιρίες ζητᾶνε πιὰ χρήματα γιὰ νὰ μᾶς ἐκδώσουν καὶ στὰ κρατικὰ ραδιόφωνα ὑπάρχουν μόνο δυὸ-τρεῖς ἐκπομπὲς ποὺ μπορεῖ νὰ τὰ μεταδώσουν. Πῶς μπορεῖ λοιπόν, αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα, ν’ ἀντέξουν μέσα στὸν ἀνηλεὴ «πολιτιστικὸ» βομβαρδισμὸ μιᾶς κοινωνίας παραδομένης στὴ διασκέδαση, στὴ βιτρίνα τοῦ θεαθῆναι, σὲ πόζες λάιφ-στάυλ, ἀλλὰ στὸ βάθος φοβισμένης, συντηρητικῆς καὶ ἀνίκανης γιὰ ὁτιδήποτε οὐσιαστικὸ στὴ σκέψη καὶ στὶς σχέσεις; Οἱ περισσότεροι ζοῦν ἕνα διαρκὲς δῆθεν, ὑποθέτοντας πὼς ὄντας ἰνφορματισμένοι εἶναι καὶ ἐπαρκεῖς κριτές.

30. 12. 2008

Ἡ ἀρρώστια τῆς ἐποχῆς μας εἶναι λοιπὸν ἡ ὑπερπληροφόρηση. Ὅμως, ὅταν δὲν ἔχεις χρόνο νὰ διαβάσεις, ν’ ἀκούσεις, νὰ δεῖς καὶ νὰ σκεφτεῖς, κανένα ἔργο τέχνης δὲν μπορεῖ νὰ σοῦ πεῖ τίποτα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ πραγματικὴ τέχνη ἀφομοιώνεται ἀπὸ λίγους. Οἱ περισσότεροι παραμένουν στὴν πλανερὴ ἐπιφάνεια ποὺ διαμεσολαβεῖται ἀπὸ τὴν κατευθυνόμενη, πληρωμένη ἢ ἐξαγορασμένη ἐνημέρωση ποὺ σερβίρεται ὡς ἀντικειμενικὴ πληροφόρηση. Ἔτσι οἱ δημιουργοὶ οὔτε τὰ ἔργα τους δὲν μποροῦν νὰ προτείνουν στὸ κοινό. Μόνο οἱ λίγοι ποὺ ψάχνουν μποροῦν λοιπὸν νὰ μᾶς βροῦν. Ἂς ἐλπίσουμε ὅτι ἐνδέχεται τὸ ἴντερνετ νὰ μᾶς δώσει τὶς προσβάσεις ποὺ τώρα δὲν διαθέτουμε.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο ποὺ πρέπει ἐπιτέλους, ἴσως γιὰ πρώτη φορά, νὰ εἰπωθεῖ ἐδῶ: ἔχουμε πολλοὺς ἐχθροὺς μέσα στὸ ἴδιο τὸ συνάφι μας. Πολλοὶ μουσικοί, μαέστροι καὶ παράγοντες τοῦ χώρου μας μᾶς μισοῦν. Ὁ φθόνος καὶ ἡ μνησικακία περισσεύουν. Αὐτοὶ κι αὐτὰ ἄλλωστε σκότωσαν τὸν Σκαλκώτα. Τὸ μίσος πρὸς ὅ,τι τοὺς ὑπερβαίνει: ἀφοῦ δὲν τὸ φτάνουν πρέπει νὰ τὸ κόψουν!

Ἔχω φάει κι ἐγὼ πολλὲς τσεκουριές: ὁ μακαρίτης Ἀλέξανδρος Συμεωνίδης, «πρίγκηπας τῶν μαέστρων» (σύμφωνα μὲ τὴν Καθημερινή) ὅταν τοῦ πρότεινα τὴν Πρώτη Συμφωνία μου (ἦταν τότε διευθυντὴς τῆς Κρατικῆς Ὀρχήστρας Ἀθηνῶν), μοῦ ἀπάντησε: «Γιατί νὰ παίξω Βρόντο ἀφοῦ μπορῶ νὰ παίξω Μπετόβεν;» Ἐλπίζω τώρα στὸν τάφο του νὰ παίζει ὅσο Μπετόβεν θέλει. Κι αὐτὸς καὶ ἄλλοι, ποὺ ἐν τῷ μεταξὺ πέθαναν, πρόλαβαν νὰ σνομπάρουν τὶς πρῶτες μας συνθέσεις, πάρ’ ὅτι ἀμείβονταν ἀπ’ τὴν Πολιτεία γιὰ τὸ ἀντίθετο.

Δὲν μπορῶ νὰ τοὺς συγχωρέσω, δὲν ἔχω ἔλεος, δὲν ἔχω λάδι! Ἂς μείνει στὴ μιζέρια της ἡ ἑλληνικὴ μουσική. Ἔχουν περάσει εικόσι έξι χρόνια καὶ ἡ Πρώτη Συμφωνία μου δὲν ἔχει παιχτεῖ ποτὲ στὴν Ἑλλάδα!

31. 12. 08

Ὅλοι σχεδὸν οἱ δίσκοι μὲ ἔργα μας ἔχουν Βούλγαρους, Γιουγκοσλάβους ἢ Ρώσσους ἑρμηνευτές. Βλέπετε οἱ ἑλληνικὲς ὀρχῆστρες περνοῦν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴ Φιλαρμονικὴ τοῦ Βερολίνου ἢ τῆς Νέας Ὑόρκης καὶ ἀπαξιώνουν νὰ μᾶς ἠχογραφήσουν. Οἱ ἑκάστοτε διευθυντές τους, ἀντὶ νὰ ὁδηγήσουν τὶς μέτριες αὐτὲς ὀρχῆστρες σὲ μιὰ σωστὴ στάση ἀπέναντί μας, καλλιεργοῦν ἕνα κλίμα ἀπαξίωσης τῆς μουσικῆς μας, ὅπως ἔκανε ὁ μακαρίτης Συμεωνίδης ποὺ προανέφερα.

 Ὅταν ἀνεβάστηκε ἡ ὄπερά μου Οἱ Δαιμονισμένοι στὴ Λυρικὴ Σκηνὴ τὸ 2001, ἕνας μουσικὸς τῆς ὀρχήστρας εἶπε στὸν φίλο μου συνθέτη Μπάμπη Κανᾶ: «Τώρα, μὲ τὸ ἔργο τοῦ Βρόντου, γιὰ δεκαπέντε χρόνια καθαρίσαμε μὲ τὴν ἑλληνικὴ ὄπερα»!!! Δὲν εἶναι ὑπέροχη αὐτὴ ἡ ὀπτικὴ γωνία τῶν πραγμάτων; Τόση κακεντρέχεια καὶ μίσος γιὰ τοὺς Ἕλληνες συνθέτες; Γιατί ἄραγε;

Ἀγωνίστηκα, ὅπως κι ἄλλοι, γιὰ νὰ φύγει ἡ δικτατορία καὶ στὴ συνέχεια ἐναντίον τῶν ἀνήθικων πολιτικῶν καὶ τῆς ὑποκριτικῆς ἐκκλησίας καὶ τώρα ἔρχεται μία ἄλλη ἐξουσία, αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ τὸ μανδύα τῆς τέχνης, νὰ μὲ ἐξορίσει στὴν ἀφάνεια καὶ νὰ μὲ καταστρέψει, ἐνῶ ὑποτίθεται πὼς ἔχουμε δημοκρατία! Γιὰ ποιό λόγο ἄραγε;

Οἱ φίλοι μου μοῦ λένε νὰ μὴ μιλάω, ὅπως κάνω, ἀλλὰ ν’ ἀσκῶ πολιτικὴ καὶ διπλωματία. Μοῦ τονίζουν συνεχῶς: ἄσ’ τους νὰ λένε καὶ συνέχισε νὰ γράφεις. Εἴμαστε ὅμως ἢ δὲν εἴμαστε δημιουργοί; Ἄλλωστε, μετὰ τὸν Μπετόβεν, δὲν ἔχει καὶ πολὺ νόημα νὰ γράφεις, παρὰ μόνο ἂν τέχνη γιὰ σένα σημαίνει ἐλευθερία: νὰ μὴ φοβᾶσαι, νὰ μὴν ὑποκύπτεις καὶ νὰ ὑπηρετεῖς τὴν ἀλήθεια μ’ ὅποιο κόστος καὶ συνέπειες.

2. 1. 2009

Εἶναι ὀδυνηρὸ νὰ ξύνεις πληγές, ἀλλὰ καὶ μάταιο. Ὕστερα, τὰ πράγματα, γιὰ νὰ μετακινηθοῦν ἔστω καὶ λίγο, χρειάζεται καιρός – ἄσε ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ μὴ γίνουν ποτὲ καλύτερα.

Γιὰ τὴ μουσική, εὐτυχῶς, μετράει μόνο ὁ ἐσωτερικὸς χρόνος, ὁ ὑποκειμενικός. Αὐτὲς οἱ σταγόνες ποὺ πέφτουν χωρὶς ρυθμὸ καὶ χωρὶς προφανὴ αἰτία, γιὰ νὰ φτιαχτεῖ ἴσως ἕνα καινούργιο ἔργο. Ἀλλιῶς εἶναι μάταιο νὰ ἐκβιάζεις τὴ δουλειά. Ἄλλωστε δὲν ἔχουμε λόγους νὰ τὸ κάνουμε αὐτὸ σήμερα, ἐνῶ ὁ Χάυντν σαφῶς εἶχε, ὅπως ὁ Παλεστρίνα παλιότερα ἢ ὁ Στραβίνσκυ στὸν 20ὸ αἰώνα, στὶς ἀρχές, ὅταν τὸν πίεζαν οἱ παραγγελίες καὶ ἡ σοβαρὴ μουσικὴ μαγνήτιζε τὸ πλατὺ κοινό.

Ἐδῶ μπορεῖς νὰ πάρεις παραγγελία μιὰ φορὰ στὰ πέντε χρόνια καὶ ὄχι βέβαια γιὰ ὄπερα ἢ συμφωνικὸ σύνολο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἐπαγγελματική μας πραγματικότητα. Ὁ Μὰρξ εἶχε δίκιο ποὺ ἔγραφε ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ βάση προσδιορίζει τὸ ἐποικοδόμημα. Ἴσως αὐτὴ ἡ σχέση νὰ μὴν ἰσχύει γιὰ τοὺς ὅρους παραγωγῆς τῆς ποιητικῆς γραφῆς. Γιὰ τὴ μουσικὴ ὅμως εἶναι νόμος. Καβάφης στὴν Αἴγυπτο μπόρεσε νὰ ὑπάρξει. Δὲν θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ ὑπάρξει Σαῖνμπεργκ. Καὶ ὁ Σκαλκώτας ἔγινε ὅ,τι ἔγινε στὸ Βερολίνο τοῦ Μεσοπολέμου. Οἱ διαδρομὲς τῆς ποιητικῆς γλώσσας δὲν εἶναι ἴδιες μὲ τὶς διαδρομὲς τῆς μουσικῆς. Ἡ ποιητικὴ γλώσσα ὀνοματίζει, ἐνῶ ἡ μουσικὴ γλώσσα ὁδηγεῖ στὴν ἀφαίρεση. Οἱ λέξεις ἔχουν καταγωγή, οἱ νότες ὅμως ὄχι. Μὲ τὴ γλώσσα ἀγοράζουμε καὶ πουλᾶμε, κι ὅσο νὰ γίνει ποιητικὴ κρατάει τὶς ρίζες τοῦ γένους της. Τὴ λέξη μπορεῖς νὰ τὴν ἀποφλοιώσεις, ὅπως τὸ κρεμμύδι, ἀλλὰ δὲν θὰ πάψει νὰ μυρίζει. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει στὶς νότες, ὅπου ἰσχύει ἡ παρθενογένεση. Γιὰ τοῦτο αὐτὰ τὰ δύο εἴδη ἕλκονται μοιραῖα συμπληρώνοντας τὸ ἕνα τ’ ἄλλο: τὸ νόημα μορφοποιεῖ τὴν ἀφαίρεση, κι ἔτσι γεννιέται τὸ τραγούδι, ἡ καντάτα, τὸ ὀρατόριο καὶ ἡ ὄπερα.

3. 1. 2009

Ἀλλὰ σήμερα τί γίνεται; Ἐπικρατεῖ δυστυχῶς παντοῦ μιὰ μουσικὴ πολυγλωσσία. Τόσο στὴ λεγόμενη ἐλαφρά, ὅσο καὶ στὴ λεγόμενη σοβαρὴ μουσική. Μὲ λίγα λόγια ὑπάρχει μία Βαβέλ. Ὅμως στὸ πλανητικὸ σοῦπερ μάρκετ πουλιέται μόνο ἡ ἐλαφρὰ μουσική. Τὴν ἄλλη μπορεῖ νὰ τὴ βρεῖς ἴσως σὲ μικρὰ μπακάλικα ποὺ ἐπιβιώνουν κατὰ τύχη καί, βεβαίως, στὸ ἴντερνετ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ψάξει κανεὶς τὸ ὄνομα Βρόντος στὸ ἴντερνετ, πρέπει νὰ ξέρει ἀπὸ κάπου αὐτὸ τὸ ὄνομα. Δηλαδὴ ὁ Βρόντος πρέπει νὰ εἶναι ἤδη γνωστὸς ἀπ’ τὶς ἐφημερίδες, τὸ ραδιόφωνο καὶ τὴν τηλεόραση. Ἀλλιῶς πῶς; Γιατί νὰ τὸν ψάξεις στὸ ἴντερνετ; Εἶναι αὐτὸ δημοκρατία τῶν μέσων;

Ὁ Ντέηβιντ Μπάουι ποὺ ἔβγαλε μόνο στὸ ἴντερνετ τὴν τελευταία δουλειά του εἶναι ἤδη γνωστὸς σ’ ἑκατομμύρια ἀκροατὲς καὶ δὲν διακινδύνευσε –ἀντιθέτως κέρδισε πολλά– παρακάμπτοντας τοὺς μεσάζοντες. Πρὸς τὸ παρὸν λοιπὸν φαίνεται νὰ μὴν ὑπάρχει ἄλλη λύση: κι ἐμεῖς θὰ μποῦμε, ἐκόντες ἄκοντες στὸ ἴντερνετ, ἀλλὰ πάλι ὡς ζητιάνοι.

5. 1. 2009

Τί ζητιανεύουμε ἀκριβῶς; Ἐκεῖνο ποὺ ἦταν αὐτονόητο μέχρι τὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: ὁ αὐτάρκης ζωτικὸς χῶρος. Καὶ τί παίρνουμε; Μόνο δεκάρες καὶ ψίχουλα, μένοντας διαρκῶς μ’ ἁπλωμένο τὸ χέρι. Τί ψυχολογία ἄραγε δημιουργεῖ αὐτὴ ἡ σχέση; Μπορεῖς νὰ τὴν ἀποδεχτεῖς; Ὑπῆρξε ποτὲ ὑποταγμένη τέχνη;

Ἑπομένως ὁ μόνος δρόμος εἶναι ἡ ἐξανάσταση. Εἴμαστε σὰν τοὺς μαύρους ποὺ φτιάχνανε τὴ μουσική τους τὸν καιρὸ τῆς σκλαβιᾶς. Τέχνη μὲ δυναμίτη: ναί! Καὶ μὴν ξεγελιέστε! Ἡ ζωὴ εἶναι μία καὶ μικρή! Ἢ εἶσαι βέλος, ἢ εἶσαι ἕλος! Οἱ ἀποφάσεις ποὺ θὰ πάρεις εἶναι προσωπικὲς καὶ κανεὶς δὲν θὰ σὲ βοηθήσει. Θὰ τὰ χτίσεις ὅλα μόνος σου. Σήμερα γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχουν Ἐστερχάζυ, Λόμπκοβιτς, Μέδικοι, Γκονζάγκα καὶ Λουδοβίκοι. Δὲν ὑπάρχει Περικλῆς, Πτολεμαῖος ἢ Ἐλισάβετ: εἴμαστε γυμνοί, μὲ τὰ κόκκαλά μας. Οὔτε κὰν μᾶς κυνηγάει ἡ Ἱερὰ Ἐξέταση, ὁ Χίτλερ ἢ ὁ Στάλιν, γιὰ νὰ γίνουμε ἥρωες. Ζοῦμε στὴν ἀδιαφορία. Μᾶς καταλαβαίνουν δέκα ἄνθρωποι ἐδῶ καὶ δέκα ἄνθρωποι ἐκεῖ.

Μέχρι ποίου σημείου λοιπὸν μπορεῖς νὰ ὑποχωρήσεις γιὰ νὰ γίνεις ἀρεστός; Καὶ γιατί νὰ γίνεις ἀρεστὸς ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κρατήσεις τὸ πρόσωπό σου; Εἶναι σοφὸ λοιπὸν νὰ προτιμήσεις τὴ μοναξιὰ παρὰ νὰ χάσεις τὴν ψυχή σου.

Παλεύει ὅσο μπορεῖ κανεὶς παίρνοντας κουράγιο ἄπ’ τοὺς δασκάλους ποὺ ἐκτιμάει κι ἄπ’ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαπάει. Γιὰ μένα, στὴν Ἑλλάδα, οἱ δάσκαλοί μου εἶναι τρεῖς, ἀξιολογικά: ὁ Σκαλκώτας, ὁ Χρήστου καὶ ὁ Σισιλιάνος. Πέρ’ ἀπ΄αὐτοὺς ὑπάρχουν λίγα πράγματα ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, ἀλλὰ δὲν συγκροτοῦν σῶμα ἢ ἄποψη. Θὰ μποροῦσα νὰ γράψω γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους δασκάλους μου, αὐτὸ ὅμως δὲν θάδειχνε τίποτ’ ἄλλο παρὰ τοὺς δασκάλους ποὺ εἶχαν οἱ συνθέτες ποὺ ἀνέφερα. Δηλαδὴ τὸν Γιάνατσεκ, τὸν Ντεμπυσσύ, τὸν Μπὲργκ καὶ τὸν Μπάρτοκ: νομίζω πὼς γεννιέται ὁ ἕνας μέσα στὸν ἄλλον. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν πίστεψα ποτὲ στὸν Μαρσὲλ Ντυσάν, στὸν Ξενάκη, στοὺς Μπουλέζ, Μπέριο καὶ Στοκχάουζεν ποὺ ἀποτελοῦν κλασικὸ σύμπτωμα ἄρνησης τῆς ἱστορίας τῆς μουσικῆς, μιᾶς ἄρνησης ποὺ διαφημίστηκε ὡς ἐπανάσταση, ἀλλὰ ποὺ ὁδήγησε στὴ στειρότητα. Ἄν, κυρίες καὶ κύριοι, σᾶς ἀρέσουν οἱ Κέητζ, Κουνέλλης, Μπὶλ Βαϊόλα, Τζὲφ Κούνς, Ἄντυ Γουῶρχολ καὶ Ντέμιαν Χὴρστ (γουρούνια στὴ φορμόλη, ἑκατομμύρια στὸ πορτοφόλι) περαστικά σας! Ἐγὼ ἀποδέχομαι ὅσους μὲ μάθανε νὰ μὴ φτύνω αὐτὰ ποὺ αἰσθάνομαι. Γιατὶ ἂν πράγματι ὁ Στοκχάουζεν ἐρωτεύτηκε διαφορετικὰ ἀπ’ τὸν Μότσαρτ, τότε σίγουρα ἔχω ἐγὼ τὸ πρόβλημα.

ΧΑΡΗΣ ΒΡΟΝΤΟΣ

ΝΠ3 | Δελτίο Τύπου

νπ3 - ταυτότητα

Κ υ κ λ ο φ ο ρ ε ί :

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, τχ. 3, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2015, σ. 264

«Από πού ζει το φιλελεύθερο κράτος;» ρωτούσε το 1964, ο Γερμανός φιλόσοφος του Δικαίου και συνταγματικός δικαστής Ερνστ-Βόλφγκανγκ Μπαικενφαίρντε. Έχοντας διαμέσου της εκκοσμίκευσης αποκοπεί από τις θρησκευτικές και πνευματικές του ρίζες, η ελευθερία που επαγγέλλεται στηρίζεται μήπως σε μια φυσική ηθική; Ή απλώς και μόνο εξαγοράζει τη νομιμοφροσύνη των πολιτών του εγγυούμενο την βιοτική τους ευδαιμονία;  Και τι γίνεται αν η εγγύηση αυτή καταπέσει; Χωρίς δικές του εγγενείς συνεκτικές δυνάμεις, «το φιλελεύθερο, δημοκρατικό και ἐκκοσμικευμένο κράτος ζει από προϋποθέσεις που αυτό το ίδιο δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί.»

Με αφετηρία την κλασσική μελέτη του Μπαικενφαίρντε, και τίτλο «Φιλελευθερισμός και Δύση – Τα όρια της ελευθερίας», το «Θέμα» του ΝΠ3 περιλαμβάνει κείμενα με τοποθετήσεις που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στον διεθνή διάλογο για το παρόν και το μέλλον των φιλελεύθερων ιδεών. Τέτοια είναι προ πάντων η πολύκροτη πολεμική του Γερμανού πεζογράφου και δραματουργού Μπότο Στράους κατά των φιλελεύθερων διανοουμένων και της ηγεμονίας τους στη δημόσια σφαίρα. Αλλά και η διαπίστωση στην οποία καταλήγει ο διαπρεπής Σκώτος φιλόσοφος Άλασνταιρ ΜακΙντάυρ: «Το πρυτανεύον αγαθόν του φιλελευθερισμού δεν είναι τίποτε άλλο από τη αναπαραγωγή της φιλελεύθερης κοινωνικής και πολιτικής τάξης.» Ο Αμερικανός στοχαστής Μαρκ Λίλλα κάνοντας διάκριση μεταξύ φιλελευθερισμού και ελευθεριασμού, καταδεικνύει νηφάλια τα όρια της ύβρεως στα οποία οι ακραίες επιδιώξεις του τελευταίου προσκόπτουν, ενώ ο  επίσης Αμερικανός Ρίτσαρντ Ρόρτυ, αναζητώντας τον συνεκτικό δεσμό των ποικίλων ρευμάτων του φιλελευθερισμού σήμερα θέτει το ερώτημα των θεμελίων – μήπως αυτά πρέπει να αναζητηθούν όχι στην κοινότητα των απόψεων αλλά στη συμπόνια, στην συναισθηματική μετοχή στα πάθη του άλλου;

Το «Θέμα» του ΝΠ3 συμπληρώνουν συνεισφορές τεσσάρων Ελλήνων συγγραφέων. Ο Νικόλας Σεβαστάκης ανασκοπεί τη «ριζική κριτική» που δέχεται ο φιλελευθερισμός σήμερα και επισημαίνει τους κινδύνους και τις υπερβολές της, ιδίως υπό συνθήκες κρίσεως. Ο Κώστας Χατζηαντωνίου ανατρέχει στην ιστορία και το πολιτικό πρόγραμμα ενός εγχώριου «ελληνικού φιλελευθερισμού», διακριτού εννοιολογικά από τον Δυτικό. Ο Σωτήρης Μητραλέξης συζητά τις σχέσεις του φιλελευθερισμού με τον συντηρητισμό. Τέλος, στην εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη που μας παραχώρησε, ο Νίκος Δήμου, από τους συνεπέστερους προμάχους του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα, ανατρέχει στην προσωπική του διαδρομή και φωτίζει πλευρές της σκέψης του.

Ακόμη, στο ΝΠ3:

  • Μια εκτενής ανθολόγηση από τα σατιρικά ποιήματα του Γιάννη Μπελεσιώτη, του γνωστού και δημοφιλούς από το Διαδίκτυο «Στιχάκια». Ο Γιώργος Πινακούλας στο «Επίμετρο» μας συστήνει μια εντελώς ιδιαίτερη φωνή, έναν ευφυέστατο γελοιογράφο της πραγματικότητας και ανανεωτή της ελληνικής σάτιρας.
  • Ένα από τα πιο πρωτότυπα δοκίμια του Ούγκο φον Χόφμαννσταλ, ο «Διάλογος για τους χαρακτήρες στο δράμα και το μυθιστόρημα», όπου ο κύριος διαλεγόμενος δεν είναι άλλος από τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ.  
  • Ο Κώστας Κουτσουρέλης στον «Θρίαμβο της Κικής Δημουλά», ένα εφ’ όλης της ύλης δοκίμιο για την κορυφαία ποιήτρια, γράφει για το έργο της αλλά και για τις ενστάσεις που μερίδα της κριτικής επιμένει να προβάλλει εναντίον της.
  • Οι Γιάννης Καλιόρης, Φώτης Τερζάκης, Κώστας Δεσποινιάδης, Κωνσταντίνος Πουλής και Λεωνίδας Σταματελόπουλος αντιλέγουν πάνω στα ζητήματα του ολοκληρωτισμού και της τρομοκρατίας σε συνέχεια της συζήτησης που ξεκίνησαν οι δύο τελευταίοι και ο Νικόλας Σεβαστάκης στο προηγούμενο τεύχος.
  • Ο Παναγιώτης Αριστοτελίδης με αφετηρία του τη ζωή και τη λογοτεχνία πραγματεύεται δοκιμιακά τη «Μυθολογία του ξενοδοχείου».

Από τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, στο ΝΠ3 περιέχεται το διήγημα του Σπύρου Τζουβέλη «Το κινητό». Στις μόνιμες στήλες, ο Σπύρος Ν. Παππάς παρουσιάζει τρία άγνωστα μικροϊστορικά τεκμήρια από το ταραγμένο 1944· ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ και ο Ιγουασάκι Γιαταρό, καθένας με τον τρόπο του, σατιρογραφούν· ο Σωτήρης Γουνελάς με αφορμή το «Θέμα» του προηγούμενου τεύχους μας αναρωτιέται «Ανάθεμα στην ποίηση;»· ο Νίκος Γρυπονησιώτης ξαναδιαβάζει τον Ιούλιο Βερν σε παλιές μεταφράσεις· ο Γιώργος Βαρθαλίτης σ’ ένα φιλολογικό εύρημα που θα συζητηθεί φέρνει στο φως τις πηγές ενός γνωστού διηγήματος του Εμμ. Ροΐδη και ο ταξιδιογράφος Γιώργος Βέης περιηγείται την ινδική υποήπειρο.

Στη στήλη του θεάτρου η  Έλενα Σταγκουράκη αποτιμά το πρώτο έτος της θητείας της Μαριάννας Κάλμπαρη στο Θέατρο Τέχνης ενώ οι Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, π. Ευάγγελος Γκανάς, Ειρήνη Γιαννάκη, Νίκος Καλαποθάκος και Κωνσταντίνος Πουλής κρίνουν την πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή.

Τις μεταφράσεις του τεύχους υπογράφουν οι Γιώργος Βαρθαλίτης, Πέτρος Γιατζάκης, Μιχάλης Πάγκαλος, Ιωάννης Αβραμίδης, Έλενα Σταγκουράκη, Ευαγγελία Μουχρίτσα και Κατερίνα Φωτιάδου. Τα κοσμήματα είναι του Δημήτρη Γέρου.

neoplanodion@gmail.com
Κεντρική διάθεση: Σπύρος Μαρίνης και Σία Ο.Ε., Σόλωνος 76, 106 80 Αθήνα
τηλ. 210 3648170, 210 3648197, φαξ 210 3648033

ΝΠ3 | Κυκλοφόρησε !

Παραλάβαμε χθες το ΝΠ3! Ήδη ταχυδρομήθηκαν τα τεύχη για τους συνδρομητές μας. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, το περιοδικό θα κάνει από σήμερα την εμφάνισή του στους πάγκους των κεντρικών βιβλιοπωλείων των Αθηνών.

Γενική διάθεση:
Σπύρος Μαρίνης και Σία Ο.Ε.
Σόλωνος 76, 106 80 Αθήνα
τηλ. 210 3648170, 210 3648197
φαξ 210 3648033

ΝΠ3 εξώφυλλο

Δύο κείμενα γιὰ τὸν Γιῶργο Χαβουτσᾶ

                                                               *    *    *

Σωτήρης Γουνελᾶς

ΠΛΗΣΜΟΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Γιῶργος Χαβουτσᾶς,
Σημεῖο Πετρούπολης,
Πλανόδιον, 2011

Τὸ πρῶτο κείμενο τοῦ Γιώργου Χαβουτσᾶ ποὺ διάβασα ἦταν στὴ Νέα Ἑστία γιὰ τὸν Γιοχάννες Μπομπρόφσκι καὶ τὸ βιβλίο του Ποιήματα (Ἁρμός, 2007) σὲ μετάφραση τοῦ φίλου ποιητῆ Δ. Γκότση. Μοῦ ἔκανε ἐξαιρετικὴ ἐντύπωση καὶ γύρευα νὰ βρῶ τί ἄλλο ἔχει γράψει. Μετὰ ἔπεσε στὰ χέρια μου τὸ βιβλίο του Ἡ φοινικιά, ἐκδομένο στὸν Γαβριηλίδη το 2005, ἑκατὸν εἴκοσι σελίδες ποιήματα, χωρισμένα σὲ ἑνότητες ποὺ οἱ τίτλοι τοὺς ξαφνιάζουν: «Οὐζμπεκιστάν», «Περσικὰ ποιήματα» κ.ἄ. Ὅπως καταλαβαίνετε βρισκόμαστε ἀλλοῦ, εἴμαστε ὁδοιπόροι τῶν καιρῶν καὶ τῶν τόπων ἂν ὄχι καὶ νομάδες, ἔστω κατὰ περιόδους, ἔστω περιστασιακὰ ἢ μέσα ἀπὸ ἕνα κρυμμένο ὑπαρξιακὸ βάθος ποὺ τὸ σκεπάζει ἡ βιοποριστική μας ἐνασχόληση στὸ Ὑπουργεῖο Οἰκονομικῶν (διαβάζω στὸ αὐτὶ τοῦ βιβλίου)!

Ἤδη στὴ Φοινικιά ποὺ γίνεται σκέπη του, ἀφετηρία, σύμβολο, ἔρωτας μέσα ἀπὸ μία καρδιακὴ συνομιλία μὲ τὸ δέντρο, τὰ φύλλα του, τοὺς καρπούς του, τὸν κορμό του, φτάνει σχεδὸν νὰ ταυτιστεῖ ὡς ποιητὴς μὲ τὸ δέντρο, θυμίζοντας τὸν Σολωμὸ καὶ τὴν προτροπή του «ἀκολούθησε… τὴ διαδικασία τοῦ φυτοῦ». Ἄλλωστε, τὶς πρῶτες σελίδες τοῦ βιβλίου κοσμεῖ μιὰ ζωγραφιά, μᾶλλον τοῦ ἴδιου, μὲ δεσπόζουσα τὴ φοινικιὰ στὴ μέση καὶ πιὸ ’κεῖ τὸ κεφάλι μιᾶς καμήλας.

Τροπικὰ κλίματα, ἔρημος, στέπες, ἀπέραντες ἐκτάσεις σιωπῆς, καυτὸς ἥλιος καὶ κάπου ἐκεῖ ἡ φοινικιὰ μὲ τὴ δροσιά της, ὄαση καὶ πηγὴ χυμῶν, μοναχικότητα σὰν κι αὐτὴ ποὺ ἀποζητᾶ κάθε ποιητὴς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὰ περίκλειστα σχήματα τοῦ κόσμου, τῆς κοινωνίας, τῶν ἀνθρώπων, τῶν πραγμάτων.

Ἡ ποίηση τοῦ Χαβουτσᾶ σηματοδοτεῖ κάτι σὰν ὀδύσσεια, ταξίδια μακρινά, στάσεις, περισυλλογές, καταβυθίσεις μὲ μία σπάνια τρυφερότητα κάθε τόσο, θωπεῖες καὶ ἀγγίγματα, μὲ τὸν ἀέρα καὶ τὸ νερό, καὶ ἀνάμεσά τους νὰ ἀναδύεται ἕνας ἔρωτας ἁγνός, σχεδὸν παιδικὲς διεκδικήσεις διάφανες, τέχνη ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀπὸ τῆς Ἀσίας τοὺς ἴσκιους καὶ τὶς σκιές, ἀπὸ τὸ «παιχνίδισμα τῆς σκιᾶς τῶν φύλλων πάνω στὸ ξύλο… λίγο πρὶν δύσει ὁ ἥλιος» (Φοινικιά, σ. 29). Ἀπὸ τοὺς στίχους του σηκώνεται μιὰ πλησμονὴ ὀμορφιᾶς, ποὺ τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ χῶρο, τὴν ἀναζητᾶ μέσα του, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἀποξενώνεται διανοητικά, θέλει νὰ μιλᾶ ἐν ὀνόματι τῆς κτίσης ποὺ τὸν περιβάλλει, θέλει νὰ μιλάει μαζί της, ὄχι νὰ τὴν ὑποκαθιστᾶ ἔστω μὲ αἰσθήματα ἢ ποιητικὲς εἰκόνες.

Στὴν τωρινή του δουλειὰ Σημεῖο Πετρούπολης, ἡ ποίησή του ἐντοπίζεται πιὸ συγκεκριμένα χωρὶς νὰ χάνεται ἡ ἐπαφὴ μὲ τὰ στοιχεῖα, τὸν ἀέρα, τὸ χῶμα, τὴ φωτιά, τὸ νερὸ μέσα σὲ μιὰ πόλη, καὶ μέσα ἀπὸ μιὰ πόλη, μιᾶς χώρας ἀχανοῦς ὅπως εἶναι ἡ Ρωσία. Μέσα σὲ δισέλιδα ἢ τρισέλιδα ποιήματα καταφέρνει «ἀνακράσεις» ποταμῶν καὶ χιόνων καὶ γεφυριῶν, πουλιῶν καὶ ζώων, ἀλλὰ καὶ πολυτίμων λίθων σὰν τὸν «λάπις λάζουλι» (λαζουρίτη λίθο) μιὰ πέτρα μ’ ἕνα βαθυκύανο μπλὲ ὅπου πάνω της ἔγραφαν οἱ Αἰγύπτιοι τὰ κείμενα ἀπὸ τὴ Βίβλο τῶν νεκρῶν καὶ ὁ Χαβουτσᾶς μᾶλλον τὴν ἀντίκρισε νὰ κοσμεῖ τοὺς κίονες στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Πετρούπολης. Νὰ μὴν παραλείψω ὡστόσο νὰ θυμίσω ὅτι ὑπάρχει καὶ ὁμώνυμο ποίημα τοῦ Γέητς.

Οἱ προμετωπίδες του σὲ ὁρισμένα ποιήματα παρμένες ἀπὸ στίχους Ρώσσων κυρίως ποιητῶν (Μάντελσταμ, Ἀχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Γκουμιλιώφ) δὲν ἔχουν μονάχα μιὰ συμβολικὴ σημασία, οὔτε ἀποτελοῦν μονάχα ὀδοδεῖχτες γιὰ νὰ παρακολουθήσει ὁ ἀναγνώστης τὴν ποιητικὴ ροή του ἢ νὰ διαβάσει τὴν ποιητική» του, ἀλλὰ σήματα συνοδοιπορίας, ἐπικλήσεις στὸ «πνεύμα» ἐκείνων, ἐνσωματώσεις τῆς «φωνής» τους στὴν ποίησή του, ἢ ἀκόμη καὶ διάθεση νὰ σμίξει ἡ δική του «φωνὴ» μὲ τὴ δική τους. Πιὸ χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ Γκουμιλιὼφ (παντρεμένου μὲ τὴν Ἀχμάτοβα καὶ ἐκτελεσμένου τὸ 1921 χωρὶς δίκη) γιὰ τὸν ὁποῖο τιτλοφορεῖ ποίημα-ἀφιέρωση. Τὸ λέει: «Στὸν Νικολάι Γκουμιλιώφ». Τὸ ποίημα ἐκείνου «Περσικὴ μινιατούρα» φαίνεται νὰ τοὺς συνδέει. Ὁ Γκουμιλιὼφ στὴν προμετωπίδα ποὺ παραθέτει ὁ Χαβουτσᾶς ἐλπίζει ὅτι «ὁ Πλάστης θὰ μὲ κάνει περσικὴ μινιατούρα», ἀλλὰ πότε; «Ὅταν θὰ πάψω ἐπιτέλους / Νὰ παίζω τὸ κρυφτὸ μὲ τὸν κατσουφιασμένο θάνατο». Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ ποίημα ὁ Χάβουτσᾶς χτίζει τὸ δικό του, ζωγραφίζοντας τὴν οἰκειότητα καὶ τὴ συγγένεια ἀναμεταξύ τους, μετατρέποντας τὴν ὀμορφιὰ τῆς μινιατούρας σὲ ἀπόλυτη ἀπαίτηση, σὲ τελικὸ ἐπίτευγμα, σ’ ἕνα ταξίδι ἔξω ἀπὸ χῶρο καὶ χρόνο (μπορεῖ στὸ πλαίσιο μιᾶς περσικῆς μινιατούρας…), καθὼς ἀναζητᾶ «τὴν ἀδελφὴ ψυχή» σὲ ὑπερκόσμια διάσταση.

Ἡ σχέση του μὲ τὸν Γκουμιλιὼφ φαίνεται ἔντονα σὲ ἕνα ἄλλο ποίημά του ‒δὲν ἔχει τίτλο, χωρίζεται σὲ τρία μέρη καὶ φέρει προμετωπίδα ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη‒ ὅπου δένει τοὺς στίχους του μὲ ἄλλο ποίημα ἐκείνου (τὸ ἔχει μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ ὁ Ε. Σοφρὰς (στὸ 1786 τχ. τῆς Νέας Ἑστίας, Φεβρουάριος 2006) μὲ τίτλο «Τρὰμ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο του», ἕνα ὄντως ἐκπληκτικὸ ποίημα). Σωστότερα, μέσα ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ στὸ τρὰμ ἐκείνου, φεύγει μαζί του σ’ ἕνα μεταφυσικὸ ταξίδι, σὲ μιὰ ἀναζήτηση, ὅπου πιὰ δὲν χωροῦν τὰ γήινα περιγράμματα, οὔτε ἐμποδίζουν, ἀλλὰ γίνονται τρόποι ἐξόδου, μιᾶς ἀνύψωσης ἂν ὄχι καὶ μιᾶς ἀνάληψης, λέξη μὲ τὴν ὁποία τελειώνει τὸ ποίημα.

Ἀπὸ τὸ τρισέλιδο ἄτιτλο ποίημα τῶν σ. 40-42 μεταφέρω τοὺς τελευταίους λαμπροὺς στίχους:

Ἀπὸ τὰ πλοῖα ποὺ θὰ περάσουν
δὲν ἔχω, μάνα, χρεία κανενός,
κανένα τους δὲν θὰ μὲ φέρει σὲ σένα,
ἀφοῦ στέκεσαι πλάι μου
τὸ χέρι μου κρατᾶς
τὴ λύπη μου λειαίνεις
μαζὶ τώρα ποὺ ἁρμόζουμε
τὸ ἐκμαγεῖο τῆς Πετρούπολης
στὸ πρόσωπο τῶν ἄστρων.

Παρ’ ὅλο ποὺ τὸ σμίξιμο τοῦ Νέβα μὲ τὸν Ὑμηττὸ δὲν τὸ βρίσκω καὶ τόσο ἐφικτὸ (βλ. «Ἐπιλογικό», σ. 50), ὁ Γιῶργος Χαβουτσᾶς ἀνοίγει νέο δρόμο στὴν ποίηση.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

                                                                *      *      *

Γιῶργος Κασσιτερίδης

ΠΟΙΗΣΗ ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΗ, ΜΑ ΟΧΙ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ

Janina Degutyte, Ποιήματα,
μετάφραση. Γιῶργος Χαβουτσᾶς,
Περισπωμένη, 2013

«Πῶς ἐπιλέγουμε ἕνα βιβλίο;» διερωτᾶται ὁ μεταφραστὴς στὸ ἐπίμετρο τῆς συλλογῆς τῆς Γιανινὰ Ντεκουτίτε. Καὶ ὑπῆρξε στ’ ἀλήθεια «τύχη ἀγαθή», ὅπως γράφει, πρῶτα ἀπ’ ὅλα γιὰ τὸν ἴδιο ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἑλληνόφωνο ἀναγνωστικὸ κοινό, ὅτι στὶς 31 Αὐγούστου τοῦ 2005 σ’ ἕνα βιβλιοπωλεῖο τοῦ Βίλνους ὁ Γιῶργος Χαβουτσᾶς διέκρινε τὴν αὐθεντικότητα τῆς φωνῆς αὐτῆς ποὺ ἀναδύεται ἀπευθείας ἀπὸ τὰ δάση τῆς Βαλτικῆς, καὶ ἀποφάσισε νὰ τὴ μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ χαρίζοντάς μας τὴν εὐκαιρία νὰ προσεγγίσουμε τὰ «ἐξουθενωμένα ἡλιοβασιλέματά».

Ὁ τόνος τοῦ λυρισμοῦ τῆς Γιανινὰ Ντεκουτίτε εἶναι χαμηλός. Ἡ ζωὴ τῆς Λιθουανῆς ποιήτριας συνέπεσε μὲ τὰ χρόνια τῆς σοβιετικῆς κατοχῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ βδελυροῦ καθεστῶτος ποὺ ἐπηρέασε τὴ ζωή της, ἡ ὁποία –ὅπως ἡ ἴδια τὴ χαρακτηρίζει στὴν αὐτοβιογραφία της– ἦταν μιὰ ἀλληλουχία ἀπωλειῶν καὶ στερήσεων.

Ὁ πατέρας της πέθανε τὸ 1942, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ναζιστικῆς κατοχῆς τῆς χώρας της. Τότε ἀναγκάστηκε νὰ ζήσει μὲ τὴν ἀλκοολικὴ μητέρα της, ὑφιστάμενη σωματικὴ καὶ πνευματικὴ βία ἀλλὰ καὶ δημιουργώντας μαζί της δεσμούς, ὡστόσο, ἀναπάντεχους. Βέβαια, ἐρανίσματα τῆς τραγικῆς ζωῆς τῆς ποιήτριας λάνθαναν ἤδη στὰ ποιήματά της πολὺ προτοῦ ἐκδοθεῖ ἡ αὐτοβιογραφία της. Ὅπως ὑπογραμμίζει καὶ ὁ Μπρόντσκι, «δεν ὑπάρχει πραγματικὴ ἀνάγκη νὰ δημιουργηθεῖ ἡ αὐτοβιογραφία ἑνὸς συγγραφέα καθὼς ἡ βιογραφία του διαφαίνεται στὰ παιχνιδίσματα τῆς γλώσσας του».

Ἡ ἁπλότητα τῆς γραφῆς της ἀποδεσμεύει τὰ νοήματά της χαρίζοντάς τους εὐθύτητα καὶ οἰκειότητα. Χτίζει μὲ τὰ ποιήματά της ἕνα σπίτι, ἕνα σπίτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἑνοποιηθεῖ μὲ τὴ φύση καὶ νὰ ἐξαϋλωθεῖ σὲ σύμβολο, στὴ φωνὴ μιᾶς χώρας ποὺ δὲν ἔχει φωνή:

τὸ σπίτι μου εἶναι ἀόρατο
τὸ σπίτι μου εἶναι ἀκαθόριστο.
Οἱ τοῖχοι του φτιαγμένοι ἀπὸ ἄνεμο καὶ πόθο.
Ἀπὸ λέξεις φτερουγίσματα πουλιῶν

Τὸ αἴσθημα τῆς λύπης ὑποβόσκει σὲ ὅλα της σχεδὸν τὰ ποιήματά της, μὰ δίχως ἀμλετισμούς. Σαφῶς, στὰ πλαίσια ποὺ ἔδρασε ἡ Ντεκουτίτε δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ μὴ λάβει ἡ τέχνη της κάποια πολιτικὴ διάσταση. Ἂν καὶ ἀναγκασμένη νὰ συμμορφωθεῖ στὸν «σοβιετικὸ ρεαλισμό» ποὺ προσπαθοῦσε νὰ δημιουργήσει περιχαρακώματα στὴν καλλιτεχνικὴ ἔκφραση, ἡ ἴδια κατάφερε μὲ τὴν αἰσωπική της γλώσσα καὶ μὲ τὸ πέπλο τοῦ ἀθώου νὰ καθρεπτίσει στοὺς στίχους της τὸν πόνο τῆς μητέρας ποὺ χάνει τὸν γιό της, τὸν πόθο τῆς κάθε Ἀντιγόνης νὰ θάψει τοὺς ἀδελφούς της, ἀσεβώντας στοὺς ἀνθρώπινους νόμους, ἀποβλέποντας ὅμως στοὺς οἰκουμενικοὺς ἠθικοὺς κανόνες.

Ἡ φωνὴ τῆς μητρικῆς ὀδύνης σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο μπορεῖ ἴσως νὰ παραλληλιστεῖ μὲ ἐκείνην τῆς Ἀχμάτοβα. Ὡστόσο, ἡ Ντεκουτίτε δὲν ἀντλεῖ πάντα ἀπὸ τὰ προσωπικά της βιώματα, ἀντιθέτως ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰ ποίηση τῶν ἀλλαγῶν καὶ τῶν μεταμορφώσεων, μὲ μιὰ ἔκφραστικὴ γλώσσα ποὺ παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ δέντρου, τοῦ πουλιοῦ, τῆς Ἀντιγόνης. Καίριο σημεῖο τῆς ποιητικῆς τῆς Ντεκουτίτε ἀποτελεῖ ἡ σχέση της μὲ τὸν φυσικὸ κόσμο. Δὲν τοῦ προσδίδει ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ χαρακτηριστικά, ὅπως συνηθίζουν ἀρκετοὶ ποιητές. Ἀντιθέτως, φαίνεται νὰ μιλάει ἡ ἴδια τὴ γλώσσα τῶν δέντρων, νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὰ πουλιὰ καὶ νὰ ἀκούει τὰ σκιρτήματα τῶν φύλλων. Ἡ σημύδα, τὸ πεῦκο καὶ ἄλλα δέντρα τῆς λιθουανικῆς φύσης γίνονται ἐν τέλει στὸ ἔργο της σύμβολα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης· σύμβολα μὲ τὰ ὁποῖα καὶ ἡ ἴδια ταυτίζεται, καθὼς στὸ ἕλος τῆς λογοκρισίας καὶ τῆς σοβιετικῆς καταπίεσης κατάφερε νὰ σταθεῖ μόνη της, ὑψηλὴ καὶ ἀγέρωχη.

Ὅμως καὶ ὁ λαϊκὸς πολιτισμός –παραμύθια, παραδοσιακὰ μοτίβα καὶ μύθοι– διαπερνᾶ έξίσου τὰ ποιήματά της καὶ τοὺς προσδίδει μιὰ διάσταση οἰκουμενική. Οἱ στίχοι της δὲν ἀποτελοῦν προσωπικὲς ἐλεγεῖες, ἀλλὰ εἶναι ἀποστάγματα τοῦ πόνου ἑνὸς λαοῦ. Σταθερὰ ριζωμένη σ’ αὐτὸν τὸν λαϊκὸ πολιτισμὸ καὶ τὴ φύση, ἡ Γιανινὰ Ντεκουτίτε μᾶς δίνει μιὰ ποίηση χαμηλόφωνη, μὰ ὄχι τρεμάμενη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΣΣΙΤΕΡΙΔΗΣ

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς: Ποιήματα

Αγαθοκλής, φωτό 
φωτό Δ. ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(μειδίαμα)

Ἦταν γραφτό, πολὺ πρὶν γεννηθῶ
πρὶν ματώσουν τὰ ϐιβλία
στὸ ψαλίδι τῶν χελιδονιῶν
μικραίνει ἡ μέρα ὁ ἥλιος μικραίνει
(ρόδα στὸ πέρασμά σου)
ϕύγαν πουλιὰ κοπάδια γνέθουν πιὰ
σ’ ἄλλη μηχανή, τὸν ϑρῆνο.
Ἐδῶ, ψήλωσε τὸ καλαμπόκι
καθένας χαράσσει νέα γραμμή· σὰ ϐόιδι.

Ἔτσι, εἰδώλιο λατρευτικό, ἀρχαῖο
μ’ ἕνα σερνάμενο καπίστρι εἶναι γραφτὸ
σ’ αὐτὸ τὸ χῶμα ποὺ μισῶ
—μύθος μακρυά σου— νὰ μείνω.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΒΡΑΔΥ

Φορές, ἔστεκε μὲ κρίνο μαραμένο γνωριμίας
στὴν πλατεία. Περίμενε νὰ σημάνει ἀκριβῶς νὰ πάει
καὶ πέντε καὶ δέκα κι ὅτι μόλις ἑτοιμάζονταν
νὰ στραφεῖ, νά την τρέχοντας ποὺ ὁρμᾶ σὰν πλημυρίδα
μὲ τὴ νύχτα στὰ μαλλιὰ συγγνώμη μὲς στὰ μάτια
νὰ πέφτει πάνω του καὶ νὰ γυρνᾶνε νὰ γυρνᾶνε
νὰ γυρνᾶνε ἐποχές, εἶναι μέρα εἶναι ἄνοιξη ἄνθισε
τὸ λουλούδι — ὁρίστε ποῦ ἤσουν· ἄργησες…


ΕΙΣ ΦΙΛΗΝ ΞΕΝΙΤΕΥΘΕΙΣΑΝ

Γυρίζω ἐδῶ ποὺ τόσο σὲ ὠνειρεύτηκα
νὰ ϐρῶ κάτι δικό σου…
Ἀπ. Μελαχρινὸς

Περνώντας στὰ μέρη σου, τὸν δρόμο
(ὄχι ἀπ’ τὴ δημοσιὰ ἀλλὰ τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο)
ποὺ χορτάριαζε κάθε καλοκαίρι
ϑὰ κοιτάξω νὰ σοῦ κόψω λίγα λουλούδια, μιὰ δραξιὰ
τριαντάφυλλο λεβάντα πικροδάφνη.
Θὰ τὰ σμίξω σὲ μπουκέτο μὲ λεπτὸ μίτο ἄνοιξης
μάρτη ἢ τὸν μαίανδρο ἀπ’ τὸν περίτεχνο κεκρύφαλό σου.
Μετὰ ϑὰ πῶ τὴν προσευχή, νὰ μυρίσεις πρῶτα-πρῶτα
καὶ λίγον οὐρανό, ξέρεις, μαζί της.

Θά ‘ναι ὅπως τότε ποὺ περίμενες στὴ στροφή.

Αὔριο, λοιπόν, σὰν περάσω ὅπου περνῶ κάθε πρωὶ
ϑὰ κοιτάξω νὰ σοῦ στείλω ὅ,τι ζητεῖς
ὑστερόγραφα στὰ γράμματά σου:
κάτι νὰ ϑυμίζει τὸν δρόμο, τὴ δημοσιά, ἐμένα.


ΠΕΡΙΜΕΝΕ

Περίμενε νὰ ὡριμάσει νὰ ὡριμάσει —
νὰ ὡριμάσει πρόσμενε ἕνα χέρι.
Ἔπεσε ἀπ’ τὸ ἀκρόκλωνο σάπισε
πρόσμενε τὸ χάδι στὸν ἥλιο
τώρα δὲν τὸν ἀγγίζει κανείς.

Περιμένει στὸ χῶμα, τὸ ϐράδυ.


ΛΟΞΑ ΣΕΝΑΡΙΑ
(καλὸς κἀγαθὸς)

Ἔφερε λοιπὸν στὸν νοῦ πολλὰ σενάρια.
Πὼς πήδαγε σὲ κτήριο νὰ σώσει ἕνα παιδὶ ϕλέγουσα λαμπάδα
πὼς προσφέρονταν γενναῖα γιὰ ἐκτέλεση-ληστείᾳ τραπέζης
πὼς ἔφευγε καλῶς τὸν πόλεμο ἀφήνοντάς της γράμμα

—τὰ συγχωρεῖ ὅλα!—

πὼς ἐξέπνεε Ἀριστόδημος λέοντας στερνὰ μαραθωνίου λόγια.
Καὶ ἡ κηδεία ἤτανε πάνδημος… Τρεῖς μέρες ἡ χώρα σὲ ἀργία.
Μεσίστιες σημαῖες χωρὶς πράξεις τὰ χρηματιστήρια
καὶ τὰ σχολεῖα, μαῦρες γιορτὲς καὶ ποιήματα.

Ἔτσι, μὲ σκηνογραφημένη ἔπαρση πὼς κάποιος ϑὰ ϑρηνεῖ
τὶς τελευταῖες του στιγμὲς ξάπλωνε
γιὰ νὰ ξυπνήσει ἄλλη μιὰ μέρα ἐλπίζοντας.

*  *  *

Ὁ Ἀριστόδημος ὑπῆρξε ἕνας ἀπ’ τοὺς 300 τῶν Θερμοπυλῶν, ὁ ὁποῖος
ὅμως γύρισε στὴν Σπάρτη λόγῳ τραυματισμοῦ, ὅπου καὶ περιφρονήθηκε
δεινῶς ἀπ’ τοὺς συμπολίτες του γιὰ τὴν μὴ συμμετοχή του στὴν μάχη.

* * *

ΑΙΣΘΗΣΗ

Γραμμὲς ἀνείπωτης ϑάλασσας γραμμὲς μεθυσμένης νύχτας

Φιλαπόδημα πουλιὰ σχέδια κεντήματος μὲ κρόσσια

Μαλλιὰ ἀνεμίζοντα, προβλήτα καὶ καράβι

Κοχύλια ἄδεια σπιτικὰ πρόσφυγες σ’ ἄλλα δάση

Γεράνια ἄσπρα καὶ μαβιὰ πυρκαϊὰ στὰ παραθύρια

Φωνὴ ψιλὴ τῆς λυγερῆς ἀσημόλευκα καὶ μήνη

Μνήμη γλυκὸ τοῦ κουταλιοῦ ἀσπροσένδοι καθρέφτες

Πλατανόφυλλη καρδιά — κόσκινο κῦμα!

Ἐ λ ε λ ε ῦ   Ἰ ῶ   Ὀ τ ο τ ο τ ο ὶ

Πρώτη ϐροχή, ϑέρος, ἀγριολούλουδο τῆς μοίρας.

* * *

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΤΙΑ

Ἐκεῖ ἐπὶ τῆς κλίνης
μία ματιὰ λίγο πρὶν ϕύγεις
ἦταν ἀρκετὴ νὰ σοῦ ϑυμίσει
πόσο ἐρωτευθήκατε, ἀγαπηθήκατε
ζήσατε τὴ ζωὴ
πόσο πονέσατε, δακρύσατε
γεράσατε μαζί.

Καὶ τὸ δάκρυ τῆς καρδιᾶς
ἀποστάλαμα γυμνὸ ἀντίο
ϕυσάει στερνὸ μιὰ στάλα τόση
νὰ σφαλίσει πῶς οἱ μνῆμες καὶ τὰ χρόνια
ἔφυγαν αἰώνια
Ἅγιοι Παναγιὰ καὶ Θεέ μου! — ϕύλλα
ἀνέμου στὸν καιρό.

[ Ἀπὸ τὴ συλλογὴ Ἄφεσις, http://www.dagathoklis.com ]

Διονύσιος Πλατανιάς: Ποίηση και αυτοέκφραση

1 (2)

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Ο Τ. Σ. Έλιοτ διετύπωσε κάποτε με ακρίβεια και εν είδει αφοριστικής διάγνωσης την ουσία της ποίησης, όταν έγραφε για τον ποιητικό νου ότι :

Μπορεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου να επενεργεί πάνω στην εμπειρία του ανθρώπου· αλλά όσο πιο τέλειος είναι ο καλλιτέχνης, τόσο περισσότερο θα διαχωρίζεται μέσα σε αυτόν ο άνθρωπος που αισθάνεται από τον νου που δημιουργεί· τόσο πιο τέλεια  ο νους θα αφομοιώνει και θα μετασχηματίζει τα πάθη που είναι το υλικό του.

The Sacred Wood:  Essays On Poetry and Criticism, 1921,  σ. 28 – Bartlebycom, 1999

Αυτή ακριβώς είναι η πλέον κρίσιμη ιδιότητα της ποίησης και ως τέτοια καθόλου αυτονόητη για νοοτροπίες όπως εν πολλοίς η πιο σύγχρονη νεοελληνική που καθορίζει αρκετούς ποιητές, όταν φαίνονται να  εγκατέχονται έντονα από το άγχος και την επιθυμία μιας κραυγαλέας ή επιδεικτικής έκφρασης των προσωπικών αισθημάτων και συναισθημάτων τους στο σώμα της γραπτής ποίησης, μη αντιλαμβανόμενοι πόσο αντι-αισθητικό είναι αυτό (ακόμα  και όταν υπάρχουν ψευδαισθήσεις  περί «καλόγουστου») και πόσος μάταιος κόπος διαστίχισης του πεζού λόγου σε ποίηση.

Επειδή τις περισσότερες φορές σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε κάτι άλλο από συσσώρευση ποσότητας πεζού λόγου σε στίχο, αντί μιαν αναγωγή του λόγου σε ποιότητα και ουσία στίχου.

Όμως πρόκειται σαφώς για άλλο είδος διάταξης του λεκτικού χρόνου. Η ποίηση από την φύση και λειτουργία της καταργεί τον χρόνο ενώ ο πεζός λόγος τον προϋποθέτει και δεν υπάρχει πιο «άτσαλη» ποίηση από εκείνη που τελείται «εν χρόνω»  χαμένη στην επιθυμία αναπαραγωγής συναισθημάτων που θα έπρεπε ήδη να έχουν μεταμορφωθεί σε «κάτι άλλο» μέσα από τις διαδικασίες της ποίησης.

Η αυτοέκφραση,τουτέστιν, η τάση εκδήλωσης ή επίδειξης των προσωπικών συναισθημάτων σε βάρος κάθε άλλης παραμέτρου του λόγου ή της γραφής, μπορεί να είναι μόνο έξη ή ανάγκη της ζωής, όχι όμως της ποίησης. Η ποίηση επιδιώκει την «απόσπαση» από τον κόσμο με σκοπό το όσο δυνατόν πλατύτερο ή και πανοραμικό βλέμμα επ’ αυτού, για τον λόγο ότι όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από κάτι, τόσο συνολικότερα μπορείς να το βλέπεις. Από αυτή την άποψη η ποίηση δεν είναι «αυτοέκφραση». Θα έλεγε δε κανείς, πως ούτε καν την εμπεριέχει  ή οφείλει κατ’ ανάγκην να την εμπεριέχει.

Επειδή ακριβώς η αυτοέκφραση στην ποίηση κατά κανόνα είναι καθημερινός λόγος ή λόγος που μην αποτολμώντας να είναι είτε αμιγώς ποιητικός είτε αμιγώς καθημερινός, τείνει προς τις αμηχανίες και των δυο. Η ποίηση από την άλλη αποστρέφεται ή αποφεύγει τον «ενστικτώδη», ανακλαστικό των περιστάσεων λόγο προς όφελος ενός  πιο οργανωμένου και μεταφορικού λόγου.

Ο κακός ή ρηχός ποιητής επιδιώκει μια «ενσωμάτωση» στα γεγονότα, γίνεται «ένα» με το αντικείμενο του, πάσχει, υποφέρει, αναγγέλλει  ή, ακόμα χειρότερα, «φωνάζει» τα συναισθήματά του στους στίχους του·  με λίγα λόγια γράφει σαν να προσπαθεί να προσελκύσει την συμπάθεια ή την αγάπη από αναγνωστικά μάτια. Aυτό είναι το μυστικό της αποτυχίας του: μπερδεύει διαδικασίες της ζωής με διαδικασίες της δημιουργίας του λόγου.

Όμως όταν η ποίηση εκλαμβάνεται ως ο ανακλαστικός δέκτης της ζωής, τότε όχι μόνο διαγιγνώσκεται εκείνη η βαρβαρότητα που χαρακτηρίζει κάθε κακή η παρακμιακή ποίηση, τουτέστιν η εξίσωση της ζωής  με την ποίηση, αλλά κυρίως, σε αυτή την περίπτωση προκαλεί έκπληξη η αδυναμία κατανόησης της ποίησης ως τέχνη στην πλέον ουσιώδη ιδιότητά της:   αν η ζωή μπορούσε να είναι πλήρως «αυθυπόστατο» και «αυτοερμηνευόμενο» φαινόμενο τότε όχι μόνον δεν θα χρειαζόταν την ποίηση αλλά και καμμία άλλη τέχνη. Από την άλλη, εκείνο για το οποίο η ζωή υπεραρκεί, δεν έχει νόημα η ποίηση να το αναπαράγει.

Η ποίηση έρχεται να πει κάτι «παραπάνω» από την ζωή, όχι να την αναπαράγει·  ούτε καν να την αντιστοιχίσει κατ’ ανάγκην με το υποκείμενο της γραφής. Κυρίως, δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με την έκφραση των προσωπικών συναισθημάτων· είναι πάνω απ’ όλα ένας τρόπος να κατανοούμε τον κόσμο και όχι να χαιρόμαστε ή να λυπόμαστε γι’ αυτόν (χωρίς φυσικά να αποκλείεται και αυτό, αλλά έχουν νόημα, στην ποίηση και στα πάντα οι προτεραιότητες ή ο «κεντρικός στόχος»).

Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Spinoza: «Προσπάθησα σκληρά να μην γελάω με τις πράξεις των ανθρώπων, ούτε να κλαίω με αυτές ούτε να τις μισώ, αλλά να τις καταλαβαίνω». (Ηθική, III)

Και αυτό δεν είναι μόνο δουλειά του φιλόσοφου αλλά και του ποιητή, ο καθένας από διαφορετική εποπτεία λόγου και διανοησιαρχική οπτική: Eκεί που η φιλοσοφία αναζητεί, εξάγει και αναστοχάζεται τα universalia από τους συλλογισμούς και τις θεωρητικές διαπιστώσεις της, η ποίηση επιχειρεί να διατυπώσει με μεταφορές την ουσία. Με λίγα λόγια είναι ένας τρόπος για να πειστούμε πως οι ιδιότητες των πραγμάτων δεν είναι συμπτωματικές αλλά ουσιαστικές, στο βαθμό που ποτέ δεν μπορούμε να δούμε την Ουσία άμεσα αλλά έμμεσα, μέσω της σκέψης (ποιητικής στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ποίηση τελείται εν συναισθηματικώ κενώ. Μια τέτοια χοντροκομμένη παρερμηνεία θα ήταν τυπική κάθε παρακμιακής σκέψης που αδυνατεί να ξεφύγει από τις απλοποιήσεις του «είτε-είτε». ‘Ολα τα παραπάνω  στην ουσία υπογραμμίζουν το εξής: ο καλός ποιητής δεν «αφήνει» το συναίσθημα στην ποίηση όπως το νοιώθει (η ζωή έτσι κι αλλιώς αρκεί γι’ αυτό). Κατορθώνει να το μετατρέπει σε κάτι άλλο.

Μπορούμε όμως να συνοψίσουμε την όλη διαφορά ανάμεσα στις δυο αντιλήψεις περί «προσωπικού» στην ποίηση επιγραμματικά ως εξής: ο πραγματικός ποιητής διακρίνεται από το έντονα προσωπικό ύφος  ή στυλ στην ποίησή του· ο κακός από τα προσωπικά «συναισθήματά» του και την σφοδρή επιθυμία έκθεσής τους ως έχουν ή όπως νομίζει ότι έχουν, στην ποίηση. Ο μεν πρώτος μετασχηματίζει την προσωπικότητά του σε αυτό που οφείλει: λογοτεχνία. Ο δε δεύτερος σε συναίσθημα (για την ακρίβεια: σε επίδειξη συναισθήματος)  που δεν έχει τίποτε περισσότερο να κάνει από το να διατυπώνεται απλά σε γραπτό στίχο, σε μια δουλειά έτσι κι αλλιώς για την οποία αρμοδιότερος είναι ο πεζός λόγος.

Είναι δύο διαφορετικοι χειρισμοί της «προσωπικότητας» σε κάθε περίπτωση· ο πρώτος «αποσπασμένα» (απομεμακρυσμένα) στυλιστικός, ο δε δεύτερος απονενοημένα αυτοεκφραστικός.

Ή όπως λέει ο  Έλιοτ:

Στην πραγματικότητα, ο κακός ποιητής είναι συνήθως μη συνειδητός εκεί που θα όφειλε να είναι συνειδητός, και συνειδητός εκεί που θα έπρεπε να είναι μη συνειδητός. Και τα δύο λάθη τείνουν να τον καθιστούν «προσωπικό».  Ποίηση δεν είναι να αφήνεται το συναίσθημα ελεύθερο, αλλά μια απόδραση από το συναίσθημα· δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά μια απόδραση από την προσωπικότητα. Όμως, ασφαλώς, μόνον εκείνοι που έχουν προσωπικότητα και συναισθήματα γνωρίζουν τι  σημαίνει να θέλεις να δραπετεύσεις από αυτά. (ό.π., σ. 30)

Και ξέρουν ακόμα τι σημαίνει να δραπετεύεις από τον Χρόνο, θα συμπλήρωνε κανείς σε αυτά τα λόγια του Τ. Σ. Έλιοτ. Γιατί ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μονάδα μέτρησης της Αχρονίας, αν θα μπορούσε κανείς να το διατυπώσει έτσι.  Εξ αυτού του δημιουργικού παραδόξου προκύπτει η στυλιστική «απόσπασή» του από τον κόσμο κατά την διάρκεια της γραφής, όπως επίσης και η συνάλληλη με αυτήν απογύμνωση του γεγονότος sub specie aeternitatis.

Και αν ερμηνεύσει σωστά κανείς τον Έλιοτ μακριά από χοντροκομμένες προσλήψεις, θα καταλάβει γιατί οι καλοί ποιητές μετασχηματίζουν την προσωπικότητά τους σε έντονα διακριτό «προσωπικό στυλ» ενώ ταυτόχρονα πραγματώνουν εν έργω ένα  όσο το δυνατόν πιο «αποπροσωποποιημένο βλέμμα» ακόμα και όταν «ομιλούν» σε πρώτο ενικό πρόσωπο.

Δεν έχει νόημα, έτσι κι αλλιώς, να δεις δυο φορές στον χρόνο το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο. Την δεύτερη φορά, θα πρέπει να το δεις «αλλιώς». Και η ποίηση αν μη τι άλλο μας επιτρέπει ένα πιο ώριμο, πιο ψύχραιμο βλέμμα επί των ανθρωπίνων, αρκεί φυσικά να υπάρχει και η ίδια ως δραστηριότητα ουσίας και όχι μόνο κατ’ όνομα.

ΝΠ3

Από το οπισθόφυλλο του ΝΠ3 που την άλλη εβδομάδα θα βρίσκεται στο τυπογραφείο. Εκτός αυτών, στο ίδιο τεύχος, κείμενα των Παναγιώτη Αριστοτελίδη, π. Ε. Γκανά, Σπύρου Τζουβέλη, Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, Νίκου Γρυπονησιώτη, Γιώργου Βέη, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Σωτήρη Γουνελά, Σπύρου Ν. Παππά, Ειρήνης Γιαννάκη, Ιγουασάκι Γιαταρό, Έλενας Σταγκουράκη και Νίκου Καλαποθάκου.

ΝΠ3 - τίτλοι