Στάχεις | Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη (επιμέλεια Ηλίας Μαλεβίτης)

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Ως πρώτο βήμα για τη συγκρότηση αυτής της ελλείπουσας ανθολογίας, το ηλεκτρονικό ΝΠ παρουσιάζει μια εκτεταμένη επιλογή των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από Νεοέλληνες ποιητές.

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας | Μεγάλη Παρασκευή

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

 

Το εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος ΕΔΩ

~•~

Μεγάλη Παρασκευή

Πρὸ τοῦ τιμίου Σου σταυροῦ…

Ἦταν μπροστὰ στὸν τίμιο Σου
σταυρὸ ποὺ οἱ στρατιῶτες,
Κύριε, σ᾽ ἀναγελούσανε
κι ἐκεῖ ἀποσβολωμένοι
καὶ σαστισμένοι ἐστέκονταν
οἱ ἄγγελοι, καθὼς βλέπαν
τῆς καταφρόνιας νὰ φορῆς
στεφάνι στὸ κεφάλι,
Σύ, ποὺ τὴν πλάση ἐστόλισες
μὲ χίλια δυὸ λουλούδια·
καὶ Σύ, ποὺ μὲ τὰ σύννεφα
τὸν κόσμο περιντύνεις,
τὴ χλαίνα τοῦ περιπαιγμοῦ
θαμάζαν ποὺ φοροῦσες.
Ἔτσι ντυμένη ἡ Ἀγάπη Σου
πρόβαλε στοὺς ἀνθρώπους.
Ὢ Καλοσύνη ἀπέραντη,
Χριστέ· σὲ Σένα δόξα.

Πρὸ τοῦ τιμίου σου Σταυροῦ,
στρατιωτῶν ἐμπαιζόντων σε Κύριε,
αἱ νοεραὶ στρατιαὶ κατεπλήττοντο,
ἀνεδήσω γὰρ στέφανον ὕβρεως,
ὁ τὴν γῆν ζωγραφήσας τοῖς ἄνθεσι,
καὶ τὴν χλαῖναν χλευαζόμενος ἐφόρεσας,
ὁ νεφέλαις περιβάλλων τὸ στερέωμα,
τοιαύτῃ γὰρ οἰκονομίᾳ,
ἐγνώσθη σου ἡ εὐσπλαγχνία,
Χριστέ, τὸ μέγα ἔλεος, δόξα σοι. (περισσότερα…)

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας | Μεγάλη Πέμπτη

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

 

Το εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος ΕΔΩ

~•~

Μεγάλη Πέμπτη

Σήμερον κρεμᾶται…

Σῆμερ᾽ ἀνακρεμάζεται
στῆς ἀτιμίας τὸ ξύλο
ὁ ποὺ τὴ γῆ ἀνακρέμασε
μὲς στὰ νερά. Στεφάνι
ἀγκάθινο στὸ βασιλιὰ
φοροῦνε τῶν ἀγγέλων.
Μὲ ψεύτικη βασιλικὴ
πορφύρα τόνε ντύνουν,
αὐτὸν ποὺ μὲ τὰ σύννεφα
τὸν οὐρανὸ τυλίγει.
Ράπισμα ἐδέχτη ὁ λυτρωτὴς
τοῦ Ἀδὰμ στὸν Ἰορδάνη.
Τῆς Ἐκκλησίας καρφώνεται
μὲ τὰ καρφιὰ ὁ Νυμφίος.
Τῆς λόγχης δέχεται κεντιὰ
τὸ τέκνο τῆς Παρθένου.
Μ᾽ εὐλάβεια τ᾽ Ἅγια Πάθη Σου,
Χριστέ μου, προσκυνώντας
ποθοῦμε τὴν Ἀνάσταση
νὰ δοῦμε τὴ λαμπρή Σου.

Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου,
ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας.
Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται,
ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς.
Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται,
ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις.
Ῥάπισμα κατεδέξατο, ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ.
Ἣλοις προσηλώθη, ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας.
Λόγχῃ ἐκεντήθη, ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου.
Προσκυνοῦμέν σου τὰ Πάθη Χριστέ.
Δεῖξον ἡμῖν, καὶ τὴν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν. (περισσότερα…)

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας | Μεγάλη Τετάρτη

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

 

Το εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος ΕΔΩ

~•~

Μεγάλη Τετάρτη

Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ…

Στὸ μυστικὸ τραπέζι Σου
σήμερα, Γιὲ τοῦ θεοῦ μου,
συντράπεζό Σου πάρε με
καὶ μήτε στοὺς ἐχθρούς σου
θὰ φανερώσω τὸ τρανὸ
μυστήριο ἐγὼ ποτέ μου
κι οὔτε θὲ νἄχης ἀπὸ μὲ
τὸ φίλημα τοῦ Ἰούδα.

Σὰν τὸν κακοῦργο στὸ σταυρὸ
σιγὰ ξομολογιέμαι·
μὴ μὲ ξεχάσης, βασιλιά,
στῆς βασιλείας τὴ δόξα.

Τοῦ Δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ,
σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε·
οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ Μυστήριον εἴπω·
οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας·
ἀλλ’ ὡς ὁ Λῃστὴς ὁμολογῶ σοι·
Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. (περισσότερα…)

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας | Μεγάλη Τρίτη

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

 

Το εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος ΕΔΩ

~•~

Μεγάλη Τρίτη

Σέ, τὸν τῆς Παρθένου υἱόν…

Γιὸς τῆς Παρθένου, μὰ θεὸν
ἡ πόρνη Σ᾽ εἶχε νιώσει
καὶ μὲς στὰ κλάματα ἔλεγε
θερμὰ παρακαλώντας:

Γιὰ δάκρυα εἶν᾽ ἄξια, Κύριε
τὰ ἔργα ποὔχω πράξει,
μὰ ἔλα, τὸ χρέος σκόρπισε
σὰν τοῦτες τὶς πλεξοῦδες.

Ὡς Σ᾽ ἀγαπάω, ἀγάπησε
τὴ δίκια μισημένη
καὶ στοὺς τελῶνες διαλαλῶ
τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Σου.

Σὲ τὸν τῆς Παρθένου Υἱόν,
Πόρνη ἐπιγνοῦσα Θεὸν ἔλεγεν,
ἐν κλαυθμῷ δυσωποῦσα,
ὡς δακρύων ἄξια πράξασα.
Διάλυσον τὸ χρέος,
ὡς κἀγὼ τοὺς πλοκάμους,
ἀγάπησον φιλοῦσαν,
τὴν δικαίως μισουμένην,
καὶ πλησίον τελωνῶν σε κηρύξω,
Εὐεργέτα φιλάνθρωπε. (περισσότερα…)

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας | Μεγάλη Δευτέρα

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

 

Το εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος ΕΔΩ

~•~

Μεγάλη Δευτέρα

Τὸν Νυμφίον, ἀδελφοί…

Στὸ Νυμφίο, ἀδελφοί μου,
τὴν ἀγάπη μας ὅλη.
Τὰ κεριὰ τῆς ψυχῆς μας
στολισμένα, λαμπρά.
Φωτεινὲς οἱ ἀρετές μας
ὁλοκάθαρη ἡ πίστη,
γιὰ νὰ μποῦμε μαζί του
στὸ γιορτάσι τοῦ γάμου,
μὲ τὶς φρόνιμες ὅμοιοι
τοῦ Χριστοῦ τὶς παρθένες.
Ὁ Νυμφίος χαρίζει
σὰ θεὸς πλούσιο δῶρο,
τὸ στεφάνι τ᾽ ἀμάραντο
σ᾽ ὅσους νικοῦνε.

Τὸν Νυμφίον ἀδελφοὶ ἀγαπήσωμεν,
τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν εὐτρεπίσωμεν,
ἐν ἀρεταῖς ἐκλάμποντες καὶ πίστει ὀρθῇ,
ἵνα ὡς αἱ φρόνιμοι, τοῦ Κυρίου παρθένοι,
ἕτοιμοι εἰσέλθωμεν, σὺν αὐτῷ εἰς τοὺς γάμους·
ὁ γὰρ Νυμφίος δῶρον ὡς Θεός,
πᾶσι παρέχει τὸν ἄφθαρτον στέφανον. (περισσότερα…)

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας | Κυριακή των Βαΐων

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

Ο Ιγνάτιος Σακαλής (Λέσβος, 1922 – Αθήνα, 2011) υπήρξε εγκρατής φιλόλογος και χαλκέντερος μεταφραστής πολλών και σημαντικών έργων της Κλασσικής και της Πατερικής Γραμματείας. Έχει μεταφράσει τραγωδίες του Ευριπίδη και του Σοφοκλή και την Απολογία Σωκράτους του Πλάτωνα, μα και τον νεοπλατωνικό Πρόκλο (Στοιχείωσις Θεολογική). Ενδεικτικό όμως της τόλμης μα και της υψηλής ποιότητας της εργασίας του είναι οι αποδόσεις δύσβατων και δυσανάβατων κειμένων της πατερικής –και δη της νηπτικής και μυστικής– γραμματείας, όπως τα έργα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη, του Γρηγορίου Νύσσης, του Μάξιμου Ομολογητού κ.ά. Ιδιαίτερη θέση στο μεταφραστικό του έργο κατέχουν οι –ποιητικές, (αν όχι ως πρόθεση, σίγουρα ως αποτέλεσμα)– μεταφράσεις τού ποιητικού corpus του Γρηγορίου Ναζιανζηνού και του Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Τύχῃ ἀγαθῇ, όταν καταπιάστηκα με τη μεταφορά των αποδόσεων του έργου του για την Βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη, εδώ στο ΝΠ, ήρθα σε επικοινωνία με την θυγατέρα του, η οποία μου έκανε γνωστό ένα έργο του, που απολησμονήθηκε και πέρασε στην αφάνεια. Μεσούσης της αλήστου μνήμης –καθαρευούσης– δικτατορίας, το 1968, ο Ιγνάτιος Σακαλής εξέδωσε ένα μικρό βιβλιαράκι (80 σελίδων), υπό τον τίτλο Σιγησάτω. Μέσα εκεί έχει επιλέξει και αποδώσει με τη δική του γλωσσική και ποιητική ευαισθησία (μα και με το άρωμα της εποχής του) στη δημοτική γλώσσα ορισμένους από τους πλέον συγκινητικούς, αριστουργηματικούς ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας. (Χαρακτηριστικό του ήθους και της σεμνότητας του ανθρώπου είναι η έλλειψη αναγραφής και του ονόματός του στο βιβλίο· μνημονεύεται μόνον από τον π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλο, στην σύντομη εισαγωγή). Αυτές τις αποδόσεις λοιπόν, από το μακρινό 1968, ανθολογούμε τούτο το Μεγαλοβδόμαδο, σαν δέσμη από αγριολούλουδα μικρά και ταπεινά στο ανοιξιάτικο επιτάφιο και σταυροαναστάσιμο δράμα του θνήσκοντος κι αναστημένου Θεού.

ΥΓ. Ρωτώντας μόλις χθες την θυγατέρα του Ι. Σακαλή για τη χρονολογία εκδημίας του πατέρα της, μου απάντησε με αυτά τα λόγια: «17 Απριλίου 2011, σαν αύριο, ξημερώματα της Κυριακής των Βαΐων»…

Το πήρα σαν ένα νεύμα χαροποιό από την αντίπερα όχθη.

~•~

Κυριακή Βαΐων εσπέρας

Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…

Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος! Ἔρχεται
μὲς στὴν καρδιὰ τῆς Νύχτας
καλότυχος θὲ νἆναι αὐτὸς
ποὺ ἄγρυπνο θὰ τὸν εὕρη
κι ἀνάξιος πάλι ὁ ποὺ πιαστῆ
στὴ ραθυμία δοσμένος.
Βαρὺς ὁ ὕπνος κι ἔρχεται,
ψυχὴ μου, μὴ λυγίσης·
σὲ ἁρπάζει ὁ θάνατος μὲ μιὰ
κι ἡ βασιλεία χαμένη.
Ξύπνα λοιπὸν καὶ φώναξε,
«Τρισάγιος ὁ θεός μας».
Μὲ τίς εὐχὲς τῆς Δέσποινας
ὅλους ἐμᾶς σπλαχνίσου. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις των Μ. Στασινόπουλου, Ντ. Χριστιανόπουλου και Α. Καλογερόπουλου

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Ποιητικά αποσπάσματα

Αποδόσεις των Μιχαήλ Στασινόπουλου,
Ντίνου Χριστιανόπουλου και Άγγελου Καλογερόπουλου

 

Η σημερινή ανθολόγηση αντλεί, τα μικρά αποσπάσματα της ποίησης του Γρηγορίου που παρουσιάζει, από τρεις διαφορετικές πηγές: τον Μιχαήλ Στασινόπουλο, τον πρώτο προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά την Μεταπολίτευση, δικαστικό, συγγραφέα και ποιητή· τον προσφάτως εκδημήσαντα Θεσσαλονικιό ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο· και τον συγκαιρινό μας ποιητή Άγγελο Καλογερόπουλο.

*

Μιχαήλ Στασινόπουλος

Νἄμουν ἀγριοπερίστερο, μὲ τὰ πλατειὰ φτερά του
ἢ χελιδόνι γρήγορο, νὰ φύγω ἀπ᾽ τοὺς ἀνθρώπους
νὰ πάω στὴν ἔρημο, μαζὶ μὲ τ᾽ ἄγρια ζῶα, ποὺ εἶναι
κι᾽ ἀπ᾽ τοὺς ἀνθρώπους πιὸ πιστὰ ―νὰ ζῶ χωρὶς φροντίδα,
καὶ θλίψεις καὶ κατατρεγμούς, τ᾽ ἀστάχυα νὰ μὲ τρέφουν,
στὸ Θεό μου νἄμαι πιὸ κοντά― καὶ μιὰ ζωὴ γαλήνια
νὰ μοῦ φωτίζη ὁ οὐρανός, μὲ τὸ αἰώνιο φῶς του. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (4/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Περὶ τῶν τοῦ βίου ὁδῶν

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (4/4)

 

Τίς εἶμαι; Πόθεν δὲ ἐγὼ ς᾽ τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον;
Ἀφοῦ δὲ λάβῃ με ἡ γῆ κι᾽ ἀναστηθῶ κατόπιν
ἀπὸ τὴν κόνιν, τίς ἐγὼ θὰ εἶμαι τότε πάλιν;
Ποῦ θὰ μὲ θέση ὁ Θεός; Ἆρά γε θὰ μὲ σώσῃ;
ἀφοῦ μὲ λάβῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, εἰς εὔδιον λιμένα;

Πολλαὶ βεβαίως αἱ ὁδοὶ τοῦ πολυτλήτου βίου.
Ἄλλος μὲ ἄλλας θλίψεις του συμφύρεται καὶ πάθη,
κι᾽ οὐδὲν καλὸν ς᾽ τὸν ἄνθρωπον χωρὶς κακὸν ὑπάρχει.
Εἴθε δὲ μὴ τὰ λυπηρὰ πλεῖον μέρος κατεῖχον!

Ὁ πλοῦτος εἶνε ἄπιστος. Ἓν ὄνειρον ὁ θρόνος.
Πόνος ἐστὶ τὸ ἄρχεσθαι. Εἱρκτὴ δὲ ἡ πενία.
Τὸ κάλλος δὲ ταχύπτερον, μιᾶς ἀστραπῆς ἡ λάμψις.
Βράσμα τοῦ χρόνου, μαρασμός, ὑπάρχει ἡ νεότης.
Τὸ γῆρας πλῆρες θλίψεων, τοῦ βίου μας ἡ δύσις.
Οἱ λόγοι δέ, πτερόεντες. Τὸ κλέος καὶ τὸ αἷμα
τὸ παλαιόν, οἱ εὐγενεῖς γονεῖς μας, ὅλα ταῦτα,
ἕνας ἀέρας. Ἡ ἰσχὺς τοῦ σώματός μας πάλιν,
συὸς ἀγρίου δύναμις. Καὶ ὑβριστής, ὁ κόρος.
Δεσμός, ὁ γάμος βέβαια. Ἡ εὐτεκνία πάλιν
εἶν᾽ ἀναγκαία τις φροντίς. Ἡ δυστεκνία νόσος.
Αἱ ἀγοραί, τὰ βήματα, μέριμναι τῆς κακίας.
Ἡ ἠρεμία πάλιν δέ, ἀδράνεια ὑπάρχει.
Αἱ τέχναι, ἀποβλέπουσιν εἰς θεραπείαν πάντων
τῶν χαμαιζήλων καὶ φθαρτῶν. Στενὸς ὁ ξένος ἄρτος.
Τὸ νὰ ὀργόνης δὲ τὴν γῆν, μόχθος. Τῶν ποντοπόρων
μέρος τὸ περισσότερον, εὑρίσκεται εἰς ᾍδην.
Ἡ δὲ πατρίς, ἓν βάραθρον, οἰκεῖον. Ὄνειδός δε,
ἡ ξενιτεία. Ἅπαντα τὰ τῶν θνητῶν ἐνταῦθα
μόχθος καὶ πόνος. Ἅπαντα τὰ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ
γέλως ὑπάρχουν, χνοῦς, σκιά, φάσμα, πνοὴ καὶ δρόσος,
πτερόν, ἀτμὶς καὶ ὄνειρον, ροῦς ποταμοῦ καὶ κῦμα,
ἴχνη νεὼς καὶ αὖρα δὲ καὶ κόνις. Ἕνας κύκλος
τῳόντι ἀεικίνητος ὁποὺ ὁμοίως πάντα
κατακυλίει καὶ ἐστὼς καὶ τρέχων ἢ καὶ μένων
πάγιος, ἢ λυόμενος, εἴς τε τὰς περιόδους
τοῦ χρόνου, εἰς ἡμέρας τε καὶ νύκτας, εἰς τοὺς πόνους,
εἰς τοὺς θανάτους, ἔτι δὲ εἰς τὰς ἀνίας πάσας,
εἰς τὰς χαράς, τὰς νόσους μας, εἰς τε τὰς δυσπραγίας
καὶ εὐδρομίας, ὄλβους τε ἅμα καὶ δυστυχίας.

Καὶ ὅμως τοῦτο εἶνε δὰ τῆς Σῆς Σοφίας, Λόγε
Γενέτωρ, ὅλα τὰ ἐδῶ ἄστατα νὰ ὑπάρχουν,
ἵνα μὲ ἔρωτα βαθὺν τὰ στάσιμα ποθῶμεν.
Τὰ πάντα μὲ τὰς πτέρυγας διέρχονται τοῦ νοῦ μας
τροχάδην, ὅσα παλαιὰ καὶ ὅσα αὖθις νέα.
Κανὲν οὐτιδανώτερον ἄλλο δὲν εἶνε μᾶλλον
ἀπὸ αὐτὰ τὰ μάταια καὶ τὰ φθαρτὰ τοῦ κόσμου.

Εἰς τοὺς ἀνθρώπους μόνον ἓν καλὸν ὄντως ὑπάρχει
καὶ στερεὸν καὶ μόνιμον· τῆς γῆς νὰ ἀποσπῶνται,
τὸν τοῦ Κυρίου αἴροντες Σταυρὸν ἀγαλλιῶντες.
Καὶ δάκρυα καὶ στεναγμοί, νοῦς μελετῶν τὰ θεῖα.
Ἐλπὶς καὶ λάμψις ἔκλαμπρος Τριάδος οὐρανίας,
τοῖς καθαροῖς τε καὶ ἁγνοῖς μόνοις συμμιγνυμένης.
Τοῦ ἀστοχάστου τοῦ χοὸς λύσις. Ἡ ἀφθαρσία
Εἰκόνος ἣν ἐλάβομεν παρὰ Θεοῦ οἱ πάντες.
Νὰ ζῶμεν ἕνα βίον δὲ ἀλλότριον καὶ ξένον
τῆς ζωῆς ταύτης. Καὶ ἀντὶ τοῦ κόσμου τοῦ παρόντος
κόσμον ἄλλον νὰ λάβωμεν. Τὰ ἄχθη καὶ τὰς θλίψεις
ὅλας νὰ ὑπομένωμεν μὲ γενναιοψυχίαν.

~•~

Πρὸς ἑαυτόν

(Κατ’ Ἐρώτησιν καὶ Ἀπόκρισιν)

Ποῦ δὲ οἱ λόγ’ οἱ πτερωτοί, πετῶντες εἰς ἀέρα;
Ποῦ τῆς ἐμῆς νεότητος τὸ ἄνθος τὸ ὡραῖον;
―Ἐχάθη φεῦ! ὁλοτελῶς. ―Ἡ δόξα δὲ ἡ τόση;
―Ἄφαντος ἔγεινε κι᾽ αὐτή. ―Ἀλλὰ καὶ ποῦ τὸ σθένος
τῶν εὐπαγέων μου μελῶν; ―Τὸ ἔκαμψεν ἡ νόσος.
―Ὁ πλοῦτος καὶ τὰ κτήματα ποῦ εἶνε τώρα πλέον;
―Τὰ ἔχει ὁ Θεὸς αὐτά. Ἄλλα δὲ εἰς παλάμας
ἁρπακτικὰς τῶν ἀσεβῶν παρέδωκεν ὁ φθόνος.
―Οἱ δὲ γονεῖς μου οἱ καλοὶ καὶ ἡ τῶν αὐταδέλφων
σεπτὴ δυὰς καὶ ἱερά; ―Κατῆλθον εἰς τὸν τάφον…
Καὶ μόνη μοῦ ἀπέμεινεν ἡ γλυκερὰ πατρίς μου.
Ἀλλὰ ἐπῆλθε κ’ ἐπ’ αὐτὴν ὁ βάσκανος ὁ δαίμων
σηκώσας κῦμα κελαινόν. Καὶ τώρα ξένος εἶμαι
καὶ ἔρημος, πλανώμενος εἰς χώραν ἀλλοτρίαν,
σύρων ζωήν τε λυπηρὰν κι’ ἀσθενικὸν τὸ γῆρας.
Ἄθρονός τε καὶ ἄπολις καὶ ἄπαις γε, μὴ ἔχων
τέκνα ποὺ νὰ φροντίζωσι νὰ μὲ γηροκομῶσι,
ζὼν ὅλας τὰς ἡμέρας μου μ’ ἀειπλανεῖς τοὺς πόδας.
Ποῦ νὰ τὸ ρίψω τοῦτό μου τὸ σῶμα; Ποῖον τέλος
θέλει μὲ εὕρει ἄρά γε καὶ ποία γῆ; Τίς τάφος
θὰ μὲ δεχθῇ φιλόξενος καὶ θὰ μὲ συγκαλύψῃ;
Τὰ ὄμματά μου ποῖος δέ, ὅταν θὰ βασιλεύουν,
ἠρέμα μὲ τὰ δάκτυλα ποῖος θὰ μοῦ τὰ κλείσῃ;
Ἄρά γε φίλος τοῦ Χριστοῦ καὶ εὐσεβὴς θὰ ἦνε
αὐτὸς βεβαίως, ἢ κανεὶς ἐκ τῶν κακίστων ἴσως;
Αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς μοῦ φέρει
ἡ αὔρα, καὶ ἡ μέριμνα αὐτὴ μόνον ὑπάρχει
τῆς νηπιώδους μου φρενός. Εἴτε εἰς τάφον δώσῃ
κανεὶς τὸ σῶμα τὸ ἐμόν, ἕν ἄπνουν ἄχθος πλέον,
εἴτε καὶ ἄταφον αὐτὸ διόλου τῶν θηρίων
γείνη βορά, ἢ σπάραγμα θηρῶν τε καὶ κυνῶν τε
καὶ σαρκοφάγων πετεινῶν. Ἀνίσως δὲ καὶ θέλῃς,
πυρίκαυστον συσκόρπισον αὐτὸ εἰς τὸν ἀέρα,
ἢ ἄταφον ἀπόρριψον αὐτὸ κατὰ σκοπέλων,
ἢ μέσα εἰς τοὺς ποταμοὺς ἂς σήπεται, ἢ μέσα
ς᾽ τῶν ὑετῶν τὰ ρεύματα· διότι δὲν θὰ ἦμαι
μόνος ἐγὼ ὁ ἄγνωστος κ᾽ ἐξωκκλησιασμένος.
Εἴθε καλλίτερον αὐτὸ πολλοῖς θνητοῖς νὰ ἦτο!
Ἀλλ᾽ ὅμως ἅπαντας ὁμοῦ τὰ νεύματα τὰ θεῖα
ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς εἰς ἓν ὁμοῦ συνάγουν
ἐκείνην τὴν ὑστάτην δὰ ἡμέραν τὴν μεγάλην,
ἔστω κι᾽ ἂν ἔγεινε κανεὶς σποδὸς ἴσως καὶ κόνις,
ἢ κι᾽ ἂν ἐξηφανίσθησαν τὰ μέλη του ἐκ νόσου.
Ἕνα δὲ μόνον τοῦτο δὰ μυρολογῶ στενάζων,
καὶ τοῦ Θεοῦ τρέμω πολὺ τὸ Βῆμα, τοὺς πυρίνους
τοὺς ποταμοὺς καὶ τ᾽ ἀφεγγῆ τὰ βάραθρα ἐκεῖνα.
Ἀλλ᾽, ὦ Χριστέ μου βασιλεῦ, σὺ εἶσαι ἡ πατρίς μου,
τὸ σθένος μου, ὁ ὄλβος μου, τὸ πᾶν. Καὶ εἰς ἐσένα
εἴθε ἀνάπαυσιν καλὴν κι᾽ ἀναψυχὴν νὰ εὕρω,
ὅταν ἀφήσω τὴν ζωήν, τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πόνους.

~•~

Θρηνητικὸν ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς

Ἀρτίγαμός τις νεαρὰ τὸν περιπόθητόν της
νυμφίον ἀπολέσασα, νεκρὸν αὐτὸν προθεῖσα
μέσα εἰς τοὺς παρθενικοὺς θαλάμους της ἀκόμη,
ἀρχίζει μυρολόγιον σπαρακτικόν, στιλπνή τε
καὶ ὡραιόμορφος· αἱ δὲ δμωαὶ αὐτῆς καὶ ἄλλαι
γυναῖκες συνομήλικες, ἔνθεν αὐτῆς καὶ ἔνθεν
ἱστάμεναι, ἀμοιβαδὸν μὲ γόους καταπίκρους
κραυγάζουν, μίαν ἀρωγήν, μίαν παρηγορίαν
νὰ δώσουν εἰς τὴν κλαίουσαν γυναῖκα προσπαθοῦσαι.

Καὶ πάλιν μήτηρ δυστυχὴς υἱόν της τὸν νεόχνουν
θανόντα κλαίει καὶ θρηνεῖ, ς᾽ τὰς παλαιὰς ὠδῖνας
νέας ὠδῖνας ἔχουσα. Καὶ ἄλλος τὴν πατρίδα
τὴν γλυκεράν του ἔκλαυσε μ᾽ ὀλοφυρμοὺς μεγάλους,
ἣν Ἄρης ἐξεπόρθησεν ὁ φοβερός· καὶ ἄλλος
κλαίει φεῦ! τὴν οἰκίαν του, ἣν φλὸξ ἡ οὐρανία
πανοίκτιστα κατέκαυσε καὶ ἐκεραύνωσέ την.

Ἀλλ᾽ εἰς ἐσένα, ὦ ψυχή, εἰπέ μου, ποῖος γόος
ἐπάξιος ὑπάρχει σοι, ἥνπερ αὐτὸς ὁ ὄφις
ὁ σκολιὸς ἐφόνευσε, ς᾽ τὴν θείαν δὲ Εἰκόνα
θάνατον ἐνετύπωσε πικρότατον τῳόντι;

Δάκρυε, δάκρυε λοιπόν, ἁμαρτωλέ, διότι
αὐτὸ μόνον ἀπέμεινεν εἰς σὲ φάρμακον πλέον.
Ἀφήσωμεν συμπόσια καὶ δεῖπνα καὶ θαλίας,
τοὺς ποθεινοὺς τοὺς φίλους μας καὶ συνομίληκάς μας.
Θ᾽ ἀφήσω δ᾽ οὕτῳ καὶ ἐγὼ τὸ ἐκ τῶν λόγων κλέος
καὶ δόξαν τὴν ὑπέρλαμπρον ἐπὶ τῇ ρητορείᾳ.
Θ᾽ ἀφήσω τὴν εὐγένειαν τὴν τῆς καταγωγῆς μου,
τοὺς οἴκους τοὺς ὑψηρεφεῖς καὶ ὅλον μου τὸν ὄλβον.
Θ᾽ ἀφήσω τὸ γλυκύτατον φῶς τοῦ ἡλίου· ἔτι
τὸν οὐρανὸν μὲ τ᾽ ἄστρα του τὰ ἀκτινοβολοῦντα,
ὁποῦ ὡς ἕνας στέφανος λαμπρὸς τὸν στεφανόνουν.
[…]

Καὶ ὅμως ἡ καρδία μου καὶ οὕτω δὲν φροντίζει
περὶ αὐτῶν, οὐδὲ καλά-καλὰ τὰ λογαριάζει.
Μόνον δὲ τρέμω τοῦ Θεοῦ τὴν πλάστιγγα ἐκείνην,
τὴν καθαρὰν καὶ ἄδολον. Ἀλλοίμονον ς᾽ ἐμένα!
Τί ἔχω τότε δὰ ἐγὼ νὰ πάθω! Πῶς νὰ φύγω
τὴν ἁμαρτίαν; Εἰς τῆς γῆς τὰ βάθη νὰ κατέλθω,
ἢ εἰς τὰ νέφη ν᾽ ἀναβῶ διαλαθὼν τὸν βίον;
Εἴθε καὶ τόπος τις ἐδῶ τῳόντι νὰ ὑπῆρχεν
ἐλεύθερος ἁμαρτιῶν, ὡς λέγουν πὼς ὑπάρχει
χωρὶς θηρία τόπος τις, καὶ χώρα χωρὶς νόσους,
ἵνα ἐξόριστος ἐκεῖ ἀπὸ ἐδῶ ἀπέλθω.
[…]

~•~

Εἰς τὴν ἔξοδον

Παρῆλθον τἄνθη, ὁ καιρὸς προσήγγισε τοῦ θέρους.
Κατελευκάνθη μου ἡ θρίξ, καλεῖ τὸν στάχυν ἅλως.
Ὁ ὄμφαξ πέρασε κι᾽ αὐτός, ἡ δὲ τομὴ πλησίον.
Τῶν δὲ κακῶν μου ὁ ληνὸς ἰδοὺ πατεῖται πλέον.
Ἀλλοίμονον εἰς τὴν κακὴν ἡμέραν μου ἐκείνην!
Καὶ ποῦ νὰ φύγω ἀπ᾽ αὐτήν; Καὶ τί θὰ ἀπογείνω;
Πόσος δὲ φόβος ἐπ᾽ ἐμὲ ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μου!
Φόβος δὲ μὴ ἀναφανῶ ἐξ ἀκανθῶν γεμᾶτος
καὶ τῆς Γομόρρας σταφυλῶν, ὅταν ὁ Χριστὸς ἔλθῃ
κριτής, Θεὸς πρὸς τοὺς θεοὺς τὰ κατ᾽ ἀξίαν νέμων,
Χώραν φωτὸς εἰς ἕκαστον ὅσον ἀντέχ᾽ ἡ ὄψις.
Μία δὲ μόνη μου ἐλπὶς ὑπάρχει, τὰς ἡμέρας
αὐτάς μου τὰς ὀλιγοστάς, τὴ ποδηγίᾳ, Μάκαρ,
τῇ σῇ καθοδηγούμενος, νὰ ἐπιστρέψω πάλιν.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (3/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Από τα γνωμικά και επιγράμματα

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (3/4)

 

Τοῦ βίου σου τὸ πέλαγος γυμνὸς νὰ διασχίζῃς,
μήτε τὸ πλοῖον σου βαρειὰ νὰ εἶνε φορτωμένον,
διότι εἶνε κίνδυνος νὰ καταβυθισθῇ.

Ὅστις εἰς τὰ ἀνθρώπινα ἐμπιστοσύνην ἔχει,
ποὺ ἔρχονται κι’ ἀπέρχονται, πέποιθεν εἰς ἓν ρεῦμα,
ὁποὺ ποτὲ δὲν σταματᾷ.

Ἴσον κακὸν μοῦ φαίνεται ζωὴ κακὴ καὶ λόγος
κακὸς ὁμοίως. Ὅστις δὲ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο
ἔχει τὸ ἕν, αὐτὸς σαφῶς θὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἄλλο.

Δικαιοσύνην ἄκαμπτον ποτέ σου νὰ μὴν ἔχῃς·
ἀλλὰ καὶ μήτε φρόνησιν παμπόνηρον ποτέ σου.
Τὸ μέτρον εἶνε ἄριστον πάντοτε καὶ παντοῦ.

Ἐξέταζε μὲ προσοχὴν μᾶλλον τὸν ἑαυτόν σου
παρὰ τοὺς ἄλλους, φίλε μου. Διότι ἐξ ἐκείνου
σὺ μόνος θὰ ὠφεληθῇς πολύ, ἐκ τούτου δὲ οἱ ἄλλοι.
Καὶ εἶνε προτιμότερον πάντα νὰ λογαριάζῃς
τὰ ἔργα καὶ τὰς πράξεις σου παρὰ τὰ χρήματά σου.
Διότι ταῦτα φθείρονται, ἐκεῖνα δ᾽ ἀπομένουν·

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (2/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

«Περὶ τῆς τοῦ βίου ματαιότητος
καὶ ἀπιστίας καὶ κοινοῦ παντὸς τέλους»

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (2/4)

«Δυὸ ποιήματά μου ἐναυάγησαν γιατὶ δὲ βρῆκα Γρηγόριο Ναζιανζηνὸ στὴν Ἀλεξάνδρεια» είπε κάποτε ο Καβάφης στον Τίμο Μαλάνο, αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων πως η μελέτη του ποιητικού έργου του Γρηγορίου ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση ορισμένων δικών του ποιημάτων (Ο Καβάφης). Γνωστό επίσης παραμένει και το σύντομο σχόλιό του για τον Ναζιανζηνό στο άρθρο του «Οἱ βυζαντινοί ποιηταί», του 1892: «Ἡ χριστιανικὴ ποίησις τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ ἐθαυμἀσθη ὑπὸ τῶν λογίων πασῶν τῶν ἐποχῶν, καὶ ἐν τοῖς καθ᾽ ἡμᾶς χρόνοις συνεκρίθη προς την ποίησιν του… Λαμαρτίνου» (Τα Πεζά)· σχόλιο που αμέσως συμπληρώνει (επεξηγηματικά) ο Αλεξανδρινός με την παράθεση της ακόλουθης κρίσης του Παπαρρηγόπουλου: «Τὰ ἔπη ταῦτα ὠνομάσθησαν ὑπὸ τῆς νεωτέρας κριτικῆς θρησκευτικαὶ μελέται ἐξ ἀναλογίας τῶν Ποιητικῶν Μελετῶν τοῦ Λαμαρτίνου· διότι τῳόντι μεγάλη μὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς φύσεως τῶν δύο ποιητῶν καὶ τῶν χρόνων καθ᾽ οὓς ἑκάτερος ἔζησεν, οὐδὲν ἧττον ὅμως παρετηρήθῃ εὐλόγως, ὅτι τὰ τοῦ Γρηγορίου ἔπη ἔχουσι πολλάκις παράδοξον οἰκειότητα πρὸς τὰς περιπλανήσεις τῆς φαντασίας τοῦ ποιητοῦ ἐκείνου τῆς σκεπτικῆς καὶ κόρου μεστῆς ἡλικίας τοῦ αἰῶνος ἡμῶν. Ὑπάρχουσι μάλιστα τινὰ τῶν ἐπῶν τούτων τὰ ὁποῖα ὁ περὶ τὰ τοιαῦτα τοσοῦτον ἔμπειρος Οὐϊλλεμαῖνος δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποκαλέσῃ προδρόμους τῶν θελκτικοτέρων στεναγμῶν τῆς μελαγχολικῆς τῶν καθ᾽ ἡμᾶς χρόνων μούσης, εἰ καὶ ἀποπνέοντα πίστιν εἰσέτι νεαρὰν καὶ ἀφελῆ ἐν τῷ θορύβῳ αὐτῆς».

Το ενδιαφέρον είναι πως την ίδια ακριβώς κρίση του εθνικού ιστορικού, για την μελαγχολική αποπνοή της ποίησης του Γρηγορίου, ενστερνίζεται και ο Κ. Παλαμάς, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως γέφυρα μετάγουσα από την αρχαία στη νεώτερη ποίηση, αλλά και ως προπαρασκευαστικό σταθμό για την μύηση στην τελευταία: «τινὰ τεμάχια τῶν Πατέρων, ὡς οἱ στίχοι τοῦ Γρηγορίου […] θὰ ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν οἱονεὶ ὡς γέφυραι μεταβάσεως ἀπὸ τῆς δρώσης ζωῆς τῆς ποιήσεως τῶν ἀρχαίων καὶ τῆς  σ ω μ α τ ο ε ι δ ο ῦ ς,  κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ρήτορος, φαντασίας ἐκείνων, εἰς τὴν ἀνήσυχον μελαγχολίαν τῆς Μούσης τῶν νεωτέρων· σταθμὸς θὰ ἔλεγα, προπαρασκευάζων ἡμᾶς ἀπὸ τῆς  γνώσεως τῶν κλασικῶν προτύπων εἰς τῶν ρομαντικῶν ἀριστουργημάτων τὴν μύησιν» (Ἐμπρός, 5/2/1917). Ακόμη περαιτέρω αναγνωρίζει κι εξαίρει την ποιητική ταυτότητα του Γρηγορίου, ιδίως στο περιβάλλον της εποχής της, μ᾽ όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της: «τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν διακρίνον αὐτὸν γνώρισμα εἶνε ἡ πρὸς τὴν θρησκευτικὴν θεωρίαν ροπὴ καὶ –πρᾶγμα σπάνιον διὰ τὸν καιρόν του–  ἡ ποιητικὴ ἀγάπη πρὸς τὴν φύσιν. Ἦτο ποιητής. Καὶ τὰ ποιήματά του […] διαφέρουν τῶν ψυχρῶν καὶ σοφῶν παιγνίων τῶν συγχρόνων του, ἐμπνεύσεις βαθείας θεοσεβείας καὶ αληθοῦς αἰσθήσεως τῆς φύσεως» (Ἐμπρός, 29/1/1917). Ο Μωραϊτίδης, με τους τρόπους και τις δυνατότητές του, μεταφέρει κάτι από αυτή την ιδιάζουσα μελαγχολική διάθεση του Ναζιανζηνού, εδώ που συλλογάται το κοινό πάντων τέλος.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (1/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

«Περὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως»

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (1/4)

Φύση λεπταίσθητη και μοναχική, ο Γρηγόριος γεννιέται και πεθαίνει στην Αριανζό της Καππαδοκίας (329/330 – π. 390). Στενός φίλος του Βασιλείου, έχοντας συνδεθεί μαζί του κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην Καισάρεια και κατόπιν στην Αθήνα, αποσύρεται μαζί του στην ερημία κι ασκητεύει στα ερημητήρια του Πόντου, μετά –και παρά– τις λαμπρές σπουδές του στα μεγάλα κέντρα της ελληνικής σοφίας (Καισάρεια Παλαιστίνης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα). Απροθύμως προσέρχεται στην ιερωσύνη ύστερα από την επίμονη ώθηση του πατέρα του και γίνεται επίσκοπος Ναζιανζού, εξού και ο τοπωνυμικός προσδιορισμός που έκτοτε τον συνοδεύει. Ανέρχεται εν συνεχεία στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Βασιλεύουσας πόλης, υπερασπιζόμενος την ορθοδοξία της Συνόδου της Νίκαιας έναντι του αρειανισμού που κυριαρχεί στην Κωνσταντινούπολη· από όπου με αποφασιστική προθυμία κι αυτόβουλη διάθεση θα παραιτηθεί, όταν φουντώνουν έριδες, αντιπαλότητες και φρατριασμοί, καθώς «ἐστερεῖτο τῆς ἀδαμάστου καρτερίας καὶ τῆς ἀκορέστου φιλαρχίας, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὸν περὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα ἀσχολούμενον ἄνδρα» (Κ. Παπαρρηγόπουλος). Επέστρεψε για να ζήσει τον επίλοιπο βίο του στην άσημη γενέτειρά του, μέσα στην ησυχία της προσευχής και της ποιητικής συγγραφής, έχοντας βασανιστεί επί χρόνια από βαριά ασθένεια.

Βαθύνους και υψιπέτης θεολόγος, (προσωνύμιο μετ’ οριστικού άρθρου –ο θεολόγος– παγίως συνοδευτικό του ονόματός του, απονεμημένο από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο), διακήρυξε και υπεράσπισε την ορθόδοξη πίστη της Νίκαιας έναντι του αρειανισμού, με τα βαρυσήμαντα θεολογικά και δογματικά γραπτά του –ιδίως με την Πνευματολογία του– τα οποία καθοριστικά επέδρασαν και διαμόρφωσαν τις δογματικές αποφάσεις της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Πολυγράφος συγγραφέας, με έντονη και βαθιά αποτυπωμένη την κλασική του παιδεία στα έργα του, αγωνίστηκε ώστε η κλασική παιδεία να γίνει κτήμα των χριστιανών και κατέλιπε πλήθος Λόγων δογματικών, Ομιλιών αγιολογικών, πανηγυρικών, ηθικών κι επιταφίων μα και πολλές Επιστολές. Ιδιαίτερη θέση στο όλο συγγραφικό του έργο κατέχει όμως η ποίησή του, η οποία περιλαμβάνει τα Επιγράμματά του, που αποτελούν το Η΄ βιβλίο της Ελληνικής (ή Παλατινής) Ανθολογίας, κυρίως όμως και πρωτίστως τα Έπη του (18000 περίπου στίχοι), κατανεμημένα σε Έπη θεολογικά και Έπη ιστορικά. Ο Γρηγόριος στα ποιήματά του «χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά […] τα αρχαία πρότυπα, δηλαδή το εξάμετρο, το ελεγειακό δίστιχο, το ιαμβικό τρίμετρο και (σπανίως) τα ανακρεόντεια. Κατά βάση τηρεί τους κανόνες της προσωδίας, με μερικές σποραδικές εξαιρέσεις, οι οποίες ήδη αντικατοπτρίζουν ελαφρώς τη γλωσσική εξέλιξη της εποχής. Είναι φυσιολογικό που μαζί με το μετρικό σχήμα έχει υιοθετήσει, ως ένα βαθμό, και το λεξιλόγιο των προτύπων: για τους εξαμέτρους το λεξιλόγιο του Ομήρου και για τα ιαμβικά τρίμετρα το λεξιλόγιο των τραγικών, κατά κύριο λόγο του Ευριπίδη» (Wofram Hörandner).

Ποιητής με βαθύτατα λυρικό και προσωπικό ύφος ο Γρηγόριος αποδέχεται το κάλεσμα της ποίησης (την ποιητική μανία των Ελλήνων) ως προφητική αποστολή, όπως αποτυπώνεται στην Παλαιά Διαθήκη κι ιδίως στον Δαβίδ. Παρά τον διδακτικό τόνο πολλών ποιημάτων του (κι ιδίως των θεολογικών), ο διάχυτος λυρισμός του διαφέρει από των αρχαίων αλλά και συγκινεί τους νεώτερους αναγνώστες ως τις ημέρες μας, καθώς εκφράζεται με μία θλίψη και μυστηριώδη μελαγχολία προσωπική (υποκειμενική), παντελώς σχεδόν άγνωστη στους αρχαίους (Παπαρρηγόπουλος), κυριαρχεί η αυτοπαρατήρηση (H.-G. Beck), η εκμυστήρευση και η εξομολόγηση. Διόλου τυχαία εξάλλου, στο πρόσωπο του Γρηγορίου έχουν αναγνωρίσει οι μελετητές την ενσάρκωση της στροφής της πρώιμης βυζαντινής λογοτεχνίας προς την αυτοβιογραφία.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο εξάδελφος του Παπαδιαμάντη, καταπιάστηκε ενωρίς να μεταφράσει εμμέτρως τμήματα από το ποιητικό έργο του Γρηγορίου, σε δύο τεύχη: το 1914 δύο μακρά ποιήματα περί Παρθενίας, και (πιθανότατα) το 1925 μία μεγαλύτερη εκλογή από τα Έπη. Τις αποδόσεις αυτές ξεκινούμε σήμερα, ανήμερα της μνήμης του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού (του θεολόγου και ποιητή), να σταχυολογούμε στην ανθολογία μας.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ε΄: Συμεών ο Νέος Θεολόγος | Μετάφραση Στέλιος Ράμφος

 

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

* (περισσότερα…)