ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Η δική μου βιολογία

*

του ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΟΥΖΑΚΗ

Βρίσκομαι σε μια υπέροχη αίθουσα ενός ιστορικού σχολείου. Στην αιχμή απολήξεως της συνέντευξης ερωτώμαι γιατί ένας μαθητής πρέπει να παρακολουθήσει το μάθημά μου. Στο νου μου έρχεται η παιδική μου εικόνα, πολύ πριν η βιολογία έρθει στη ζωή μου.

Μισούσα τον αριθμό δεκατρία επειδή ήταν γρουσούζικος. Δε γνώριζα, όμως, ότι ο Μπ. Φ. Σκίννερ έκλεισε περιστέρια σε κλουβιά που περιείχαν ένα πλήκτρο, το οποίο, όταν πατιόταν από τους ράμφος τους, έστελνε τροφή μες στο κλουβί˙ αγνοούσα ότι ο νους των περιστεριών ανακάλυψε αυτό το μηχανισμό τροφοδοσίας, οπότε τα πτηνά πατούσαν το κουμπί για να σβήσουν την πείνα τους. Όταν, όμως, ο επιστήμονας αποσυνέδεσε την παροχή τροφής από το πάτημα του κουμπιού, τα περιστέρια άρχισαν να συνδέουν άλλες συμπεριφορές τους με την παροχή τροφής. Νόμιζε το περιστέρι ότι το πού κοιτούσε σχετιζόταν με την παροχή τροφής˙ όμως έκανε λάθος. Ο νους του περιστεριού, όπως κι ο νους του ανθρώπου, αναζητά αυθόρμητα συσχετίσεις. Οι λανθασμένες συσχετίσεις είναι οι προλήψεις που όλοι γνωρίζουμε: μοχθηροί αριθμοί, μαύρες γάτες, σπασμένοι καθρέφτες: ανοησίες που η βιολογία αποδόμησε μέσα μου με κρότο.

Μισούσα κάθε πεντάμορφη που απορρίπτει το τέρας. Αγνοούσα, όμως, ότι η έλξη δεν είναι επιλογή, αλλά δύναμη επιβίωσης και πρόκρισης γονιδίων που σχετίζονται με την αντίσταση σε ασθένειες, την αναπτυξιακή σταθερότητα, τη σωματική ευρωστία, κι ότι σχετίζεται άμεσα με τη γενετική ιδιοσυστασία. Το πείραμα της Τζούντιθ Λανγκλουά που έδειξε ότι βρέφη προσηλώνουν στατιστικώς σημαντικά περισσότερο το βλέμμα τους σε προεπιλεγμένες ως ελκυστικές φωτογραφίες ενηλίκων σε σχέση με προεπιλεγμένες ως μη ελκυστικές ζύμωσε μέσα μου ό,τι θεωρούσα σκληρότητα και ξιπασιά σε έναν ωκεανό κατανόησης για εκείνη. Όχι, η πεντάμορφη που απορρίπτει το τέρας δεν ήταν άκαρδη, δεν ήταν καν ελεύθερη, απλώς εν αγνοία της έτεινε να εξυπηρετήσει την επιβίωση του είδους με έναν τρόπο που, παρεμπιπτόντως, πλήγωνε το τέρας. (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εβδομηκοστό Τέταρτο

*

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΒΔΟΜΗΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Σχεδόν Έπος

Τον είδα να ’ρχεται, σαν φλόγα
του κεριού μέσα στην νύχτα·
κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό:
ημέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή,
διάφανη μήτρα των μικρών
θεών, που αστράφτουν μεσημέρι
απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο
ύπνο των κράμων.
Προσπέρασε θαμπά
τις νεκρικές πυρές· ένα σκυλί,
τρέκλισε την αγρύπνια του·
άνοιξε το στόμα να γαυγίσει:
αιμόφυρτη σιωπή,
ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του
– σωριάστηκε, σπαρτάρησε.
Τρεμόπαιξε η φλόγα.
Δυο τρύπες σκοτεινές στην θέση των ματιών.
Στην πλάτη ένα καβούκι
χελώνας· θα μπορούσε
να ήταν καβούκι του, αν του έλειπαν
οι χορδές και τα στριφτάρια.

― Τελειώσαμε;
― Τελειώνει ο άνθρωπος με μια σφαγή; (περισσότερα…)

Κικὴ Δημουλᾶ, Δύο χρόνια ἀπό τον θάνατό της

*

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς

ΣΥΝΑΔΕΛΦΙΚΟΤΗΣ
( σὰν σήμερα )

Φωτογραφία. Ἀποδρομὴ στὸ παρελθόν.
Κίνδυνος ϑάνατος, ποιητικός ―
προσοχή !

μὴ διαβεῖς τὴν πραγματικότητα
μὴ ξεχαστεῖς στὴν παραλία τῆς νιότης
μὴ κλείσει πίσω σου τὸ ἄλμπουμ

κι ἀναγκαστεῖς
νὰ κάνεις τὸν γύρο, ἐπιστροφὴ
ἀπὸ δρόμους δύσβατους
ὀλισθηροὺς

μέχρι νὰ ϕτάσεις
στὸ σύνορο σὲ ὅ,τι περιφράσσει
τὸ ἀσπρόμαυρο κάδρο τῆς μνήμης,
τῆς ἀναπόλησης
ἡ τέχνη ―

τὸ ὑψηλῆς τάσεως συρματόπλεγμα
συναδέλφου Κικῆς
ὁ στίχος.

*

Η μοκέτα του «Ιανού»

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Έντονες αντιδράσεις προκάλεσε η διαρροή του e-mail από την υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού της γνωστής αλυσίδας ΙΑΝΟΣ που καλούσε τον διαχειριστή του κτηρίου στην οδό Σταδίου να βρέχει το βράδυ την μοκέτα της εισόδου, προκειμένου να αποτρέψει τους άστεγους από το να περνούν την νύχτα τους εκεί, ενώ αναφέρει ότι οι άστεγοι πλέον κοιμούνται πάνω στην βρεγμένη μοκέτα και κάνει λόγο για αναγκαίους ‘security’ που θα διώχνουν τους ανθρώπους από την βιτρίνα του καταστήματος ενώ μάλιστα προειδοποιεί ότι το κατάστημα θα βάλει μπροστά ακόμα και σειρήνα».  (in.gr, ethnos.gr)

Βρέξαν κι απόψε την μοκέτα
στην είσοδο του Ιανού,
τους άστεγους ζεσταίνουν τώρα
μόνο τ’ αστέρια τ’ ουρανού.

Πολιτισμού είναι αλυσίδα
και του βιβλίου η κιβωτός
ή απανθρωπιάς μαύρη σελίδα
και για το χρήμα ένας ναός;

Και οι ανθρώποι των Γραμμάτων
διπρόσωποι όπως ο Ιανός,
βρέχουν κι αυτοί… το σωβρακάκι –
φωνή ακούτε κανενός;

Θεέ μου εσύ, ποιητή των όλων,
μοκέτα κι η ζωή βρεγμένη.
Κι οι ποιητές, θεοί των κώλων,
απ’ τα σκατά είναι πιο σκατένιοι!

Ω, ναι, χωρίς αμφιβολία,
για να στεγνώσει η μοκέτα
κάψτε ένα-ένα τα βιβλία
κι α, γαμηθείτε – νέτα σκέτα!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

 

*

Πάτροκλος Λεβεντόπουλος, Χάικου

~ . ~

ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ

Σπαράζω στο φως
Ο ήλιος λαθροθήρας
Εγώ η λεία ;

~ . ~

ΔΙΛΗΜΜΑ

Στάχτη στο τζάκι
Ο Μάρτης αντιφάσκει
Ποιος κελαηδεί ;

~ . ~

ΕΠΙΡΡΟΗ

α
Λύχνε της σκέψης
Στη διάβαση του μηδενός
Ξυλάρμενο φωτός.

β
Λύχνε της σκέψης
Κι αν παντού δεν φτάνεις
Λάμψε στις λέξεις !

γ
Λύχνε της σκέψης
Στο φως που εκπέμπεις
Να πιστέψεις !

~ . ~

ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Φως ή σκοτάδι ;
Προτιμώ το ημίφως
Και αμφιβάλλω.

~ . ~ (περισσότερα…)

Τόνια Κοβαλένκο, Το έξυπνο μαξιλάρι

*

Οκτώ παραλλαγές για το ίδιο ποίημα

Να θέλεις να γεράσεις
να μη θες να γεράσεις:
αυτή η αντικρουόμενη επιθυμία
πανίσχυρη και στις δυο όψεις της
τι αντίκρισμα να έχει
στην τράπεζα της ύπαρξης;
Σα να ποντάρεις ταυτόχρονα
το ίδιο ποσό
στο κόκκινο και το μαύρο –
κανείς δεν κερδίζει
ούτε το καζίνο, ούτε εσύ

*

Δεν ξέρω να γράφω
παρά για τον εαυτό μου
κι ο εαυτός μου λιγοστεύει,
όσο δουλεύει με τις λέξεις των άλλων
τόσο χάνει τις δικές του
με ξένη ομορφιά τρέφεται
αφού δεν έχει πια δική του
παλεύει να γεμίσει τα κενά
μα κάτω απ’ τα πόδια του χάσκει
ο παλιός, ο τελειωμένος κόσμος (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Έρωτας – Ζωή – Θάνατος

*

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ

Δεν θα σας πω, στα αστέρια που πιστεύω,
ποιανού τα χείλη γεύτηκα χθες βράδυ.
Άι Γιάννη μου προμάντεψε ό,τι θέλεις·
το μυστικό μου ας γίνει και δικό σου
και κράτα την κατακραυγή στο στήθος.
Ποιος θα με σπλαχνισθεί σ’ αυτό τον κόσμο;
Τον πόθο μου στο κόκκινο μαντίλι
και την αγάπη μου να ξεμακραίνει
βλέπω, κι όμως γιατί να με λυπούνται;
Με τα δικά μου μάτια ξεδιακρίνω
τη μοίρα που μου γράφτηκε στο χώμα
κι ας γίνει λάσπη με τα πρωτοβρόχια.
Σ’ εσάς μιλώ κορίτσια μες στη μήτρα:
ο κλήδονας δεσμός κι εσείς κλειδί του.

~.~ (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Ἀφιερώσεις

*

Κατά τόν τρόπο τοῦ Υβ Μπονφουά

Γιά τίς τσουκνίδες καί τίς πέτρες.
Πλανήθηκα καί χάθηκα. Κι’ οἱ λέξεις βρίσκουν
δύσκολα τόν δρόμο τους μές στή φριχτή σιωπή.
Γιά τίς σωτήριες καί ὑπομονετικές λέξεις. *

Γιά κεῖνο τό μακρινό πού ἄφησε μιά χρυσή οὔγια λύπης σάν σύννεφο τῆς Δύσης.

– Γιά τούς φίλους πού ἄργησαν κι ὅταν ἦρθαν γέμισε ὁ κῆπος σκιές.

– Γιά τόν γρύλο καί τό τριζόνι πού δέν κάηκαν καί περίμεναν τήν ἡσυχία τοῦ Ὀκτωβρίου.

– Γιά τό φῶς ἀνάμεσα στά κλαδιά τῆς κυπαρισσιᾶς γαλανό.

– Γιά τή φλογέρα καί τό σουραύλι κάτω ἀπό τήν κεκαυμένη ζώνη. Φυσᾶνε ἀνάσες μέσα ἀπ’ τά φιλντισένια ὀστά τῶν νεκρῶν. (περισσότερα…)

Στρατής Πασχάλης, «Ο Νεκρός Θεός είναι ο ίδιος ο Έρωτας»

 

«Το συνθετικό έργο είναι κάτι άλλο. Απαιτεί μία πολύ στέρεη σύλληψη και μία σχεδόν μουσική ενορχήστρωση. Μία σύλληψη την οποία χειρίζεσαι ποιητικά σε έναν μεγάλο αριθμό σελίδων, όπως θα χειριζόσουν μια υπόθεση, μια πλοκή, στο μήκος ενός μυθιστορήματος. Παραπέμπει, επίσης στη μουσική συμφωνία, βασισμένη σε μια αντίληψη αρχιτεκτονική. Απαιτεί έναν δυνατό πυρήνα που να αφορά, να είναι αμέσως ευανάγνωστος, και που να μην χάνεται πουθενά. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα και μόνο ποίημα με πολλά μέρη και πολλές πτυχές. Αλλά η ενότητα είναι το παν. Να κρατιέται το υλικό γύρω από τον άξονα και να μην γίνεται πλαδαρό, φλύαρο, να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, διαγράφοντας ένα τόξο μέχρι το τέλος, σίγουρο και σταθερό… Σήμερα θεωρούμε πια την ποίηση μια ειδική τέχνη για περιορισμένο κοινό. Κι είναι κρίμα. Κι αυτό έχει επιπτώσεις και στην κατάταξη των ειδών. Την τοποθετούν τρίτη μετά το μυθιστόρημα και το διήγημα, ακριβώς γιατί την κρίνουν με βάση τους νόμους της αγοράς και το περιορισμένο κοινό της

Από τη νεανική Ανακτορία ώς την πρόσφατη Μεγάλη Παρασκευή, ο ποιητής ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ έχει διανύσει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει ένα ογκώδες έργο μοιρασμένο περίπου εξίσου σ’ αυτόν και τον προηγούμενο αιώνα. Με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής του, την ποίηση αλλά και το θέατρο, τον έρωτα αλλά και την πολιτική.

 

(περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Αποχαιρετισμός στον δόκτορα

Ἀποχαιρετισμὸς στὸν δόκτορα

Ὅταν σοῦ ἔκλινα τὸ γόνυ εὐλαβικὰ
ποῦ νὰ προέβλεπα μιὰ τέτοια κατρακύλα
‒ ἐγὼ πὼς θά ’τρωγα ἀμάσητο παπᾶ
κι’ ἐσὺ πὼς θὰ κανοναρχοῦσες στὴ σαπίλα.

Νὰ ξεφτιλίζεσαι μὲ βρώμικες φανέλες
κι ὅλο νὰ κρύβεσαι πίσω ἀπ’ τὶς ἐκκλησιές.
Βυζὶ ἂν δὲν ἔχεις δὲν φτουρᾶν δέκα μπανέλες
κι ἀβγὰ δὲν βάφονται, Σωτήρη, μὲ πορδές.

Καὶ τώρα, πάει, μὲ ἐξέθεσες, φινίτο.
Θὰ λὲνε ὅτι εἶμαι εὐκολόπιστος καὶ βλίτο·
ὅτι ἀκόμα τρώω μὲ τὰ νεογιλά.

Ὅμως ἀφοῦ μοῦ ’χουν φανεῖ οἱ φρονιμίτες,
δαγκώνω ὀσφυοκάμπτες  —σὰν κι’ ἐσὲ— ἰησουίτες
ποὺ ἀκοῦνε «Πῆδα» καὶ ρωτᾶν «Πόσο ψηλά;».

Δεκέμβριος 2021

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Πανδημία 2021

panic

Ηγέτες κορδωτοί και ζαρωμένα πλήθη,
κοπάδια ανθρώπινα στημένα στην ουρά,
απ’ τις οθόνες το κουκί και το ρεβύθι:
«Πες τους, γιατρέ, πως το εμβόλιο δεν πονά».

Πάνε δυο χρόνια που μαρμάρωσαν τα πάντα
(«καλέ, μας τσάκισε ο άτιμος ο ιός»),
μ’ ένα χαχάνισμα στ’ αυτιά («καλά σαράντα…»)
σύγκορμος τρέμει της Προόδου ο Υιός.

Μα πού ακούστηκε, ένα τοσοδούλι πλάσμα
κι εμπρός του πέφτουν οι λαοί του θανατά,
του υποδεκάμετρου ανεπαίσθητο ένα κλάσμα
που πίσω σέρνεται από εννιά μηδενικά.

Μόνο αποκούμπι μας η Σώτειρα Επιστήμη,
σταυροκοπιούνται στα κανάλια οι ευλαβείς.
—Ποιος είσαι, κύριε; Είσαι ειδήμων; Μη βλασφήμει!
Δικό σου χρέος έχεις ένα: να σωθείς.

—Α! μας χρειάζεται επειγόντως χαλινάρι…
—Οι αιρετικοί να παταχθούν ανηλεώς!
—Αδιανόητο ο καθείς να σουλατσάρει…
Στους ουρανούς χαμογελά ο τέως Θεός.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

~.~

Ο υποδεέστερος άγγελος

O υποδεέστερος άγγελος
με τα πρισματικά του μάτια
βλέπει τον παράδεισο
σαν μωσαϊκό
κρυστάλλινο, λευκό
σε σχήμα κύβου
πεθαίνει
πριν προλάβει
να τον γευτεί
το λίγο αίμα του
σαν μέταλλο
πικρίζει πάνω στη μικρή
Εδέμ, δίπλα στο φλυτζάνι
το κουτάλι για λίγο
δονείται
έπειτα ακούγονται πάλι
απρόσκοπτα
τα ωδικά πτηνά
που θα ’ρθουν
να τον κατασπαράξουν
γιατί είναι μόνο
ο υποδεέστερος άγγελος
γιατί υμνείται μόνο
εδώ
για μια στιγμή
και πάει.

~.~

Το κοράκι

Το κοράκι είναι ένα είδος παρωδίας·
ένας φτερωτός βανδαλισμός
σε βάρος του γράμματος.
Γιατί, ενώ φτιαχτήκαμε κατ’ εικόνα
και ομοίωση του προσώπου,
εκπέσαμε στην ομοίωση
ενός σημείου που φθείρεται
από ερμηνείες.
Κι έτσι θα θέλαμε
να είμαστε γυαλιστεροί
και μαύροι και κακόφωνοι
και να αφήνουμε ίχνη τσουγκράνας
στην χιονισμένη γη.
Αυτό είναι για μας το κοράκι:
Ένα «ποτέ πια» σκοτεινότερο
του παπαγάλου και πιο κατηγορηματικό
απ’ τη γλυκιά φλυαρία του αηδονιού,
ένας καθρέφτης που τον σπάμε
με τη θέλησή μας, παρά τα εφτά
χρόνια κακοτυχίας. Κι όσο
για το τι είμαστε εμείς για το κοράκι
δε γνωρίζω. Ρωτήστε
τα σύρματα και ρωτήστε τα χωράφια
που τρελαίνονται απ’ το κίτρινο στα στάχυα
και φύγετε, φύγετε μακριά
απ’ αυτό το ποίημα.

~.~

Ο φονιάς

Ο φονιάς τριγυρνάει ορφανός μες στο δρόμο.
Ποιος μπορεί να διατρέξει τις ερωτήσεις
που βαραίνουν στην πλάτη του;
Σε ποιο σπίτι γεννήθηκε;
Ποια βροχή Φθινοπώρου τον κλαίει;

Έχει μια καρδιά που γέρνει απ’ το αίμα
σαν ήλιος που δύει
κι έχει αδύναμο στέρνο. Έχει αδέρφια
μυριάδες, μεταξύ τους αγνώριστα.
Κι έχει ένα μικρό, σκουριασμένο τραγούδι.

Τον δικάζουν τα λιόδεντρα, τον δικάζει ο ήλιος.
Τον δικάζει η χλόη μυριόστομη
κι η επίορκη πάχνη· κι ο αδέκαστος κόρακας
τρυγάει τον σβέρκο του
και ρουφάει τη χαρά του και κρώζει.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ