ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Θανάσης Γαλανάκης, Αποχαιρετισμός στον δόκτορα

Ἀποχαιρετισμὸς στὸν δόκτορα

Ὅταν σοῦ ἔκλινα τὸ γόνυ εὐλαβικὰ
ποῦ νὰ προέβλεπα μιὰ τέτοια κατρακύλα
‒ ἐγὼ πὼς θά ’τρωγα ἀμάσητο παπᾶ
κι’ ἐσὺ πὼς θὰ κανοναρχοῦσες στὴ σαπίλα.

Νὰ ξεφτιλίζεσαι μὲ βρώμικες φανέλες
κι ὅλο νὰ κρύβεσαι πίσω ἀπ’ τὶς ἐκκλησιές.
Βυζὶ ἂν δὲν ἔχεις δὲν φτουρᾶν δέκα μπανέλες
κι ἀβγὰ δὲν βάφονται, Σωτήρη, μὲ πορδές.

Καὶ τώρα, πάει, μὲ ἐξέθεσες, φινίτο.
Θὰ λὲνε ὅτι εἶμαι εὐκολόπιστος καὶ βλίτο·
ὅτι ἀκόμα τρώω μὲ τὰ νεογιλά.

Ὅμως ἀφοῦ μοῦ ’χουν φανεῖ οἱ φρονιμίτες,
δαγκώνω ὀσφυοκάμπτες  —σὰν κι’ ἐσὲ— ἰησουίτες
ποὺ ἀκοῦνε «Πῆδα» καὶ ρωτᾶν «Πόσο ψηλά;».

Δεκέμβριος 2021

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Πανδημία 2021

panic

Ηγέτες κορδωτοί και ζαρωμένα πλήθη,
κοπάδια ανθρώπινα στημένα στην ουρά,
απ’ τις οθόνες το κουκί και το ρεβύθι:
«Πες τους, γιατρέ, πως το εμβόλιο δεν πονά».

Πάνε δυο χρόνια που μαρμάρωσαν τα πάντα
(«καλέ, μας τσάκισε ο άτιμος ο ιός»),
μ’ ένα χαχάνισμα στ’ αυτιά («καλά σαράντα…»)
σύγκορμος τρέμει της Προόδου ο Υιός.

Μα πού ακούστηκε, ένα τοσοδούλι πλάσμα
κι εμπρός του πέφτουν οι λαοί του θανατά,
του υποδεκάμετρου ανεπαίσθητο ένα κλάσμα
που πίσω σέρνεται από εννιά μηδενικά.

Μόνο αποκούμπι μας η Σώτειρα Επιστήμη,
σταυροκοπιούνται στα κανάλια οι ευλαβείς.
—Ποιος είσαι, κύριε; Είσαι ειδήμων; Μη βλασφήμει!
Δικό σου χρέος έχεις ένα: να σωθείς.

—Α! μας χρειάζεται επειγόντως χαλινάρι…
—Οι αιρετικοί να παταχθούν ανηλεώς!
—Αδιανόητο ο καθείς να σουλατσάρει…
Στους ουρανούς χαμογελά ο τέως Θεός.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

~.~

Ο υποδεέστερος άγγελος

O υποδεέστερος άγγελος
με τα πρισματικά του μάτια
βλέπει τον παράδεισο
σαν μωσαϊκό
κρυστάλλινο, λευκό
σε σχήμα κύβου
πεθαίνει
πριν προλάβει
να τον γευτεί
το λίγο αίμα του
σαν μέταλλο
πικρίζει πάνω στη μικρή
Εδέμ, δίπλα στο φλυτζάνι
το κουτάλι για λίγο
δονείται
έπειτα ακούγονται πάλι
απρόσκοπτα
τα ωδικά πτηνά
που θα ’ρθουν
να τον κατασπαράξουν
γιατί είναι μόνο
ο υποδεέστερος άγγελος
γιατί υμνείται μόνο
εδώ
για μια στιγμή
και πάει.

~.~

Το κοράκι

Το κοράκι είναι ένα είδος παρωδίας·
ένας φτερωτός βανδαλισμός
σε βάρος του γράμματος.
Γιατί, ενώ φτιαχτήκαμε κατ’ εικόνα
και ομοίωση του προσώπου,
εκπέσαμε στην ομοίωση
ενός σημείου που φθείρεται
από ερμηνείες.
Κι έτσι θα θέλαμε
να είμαστε γυαλιστεροί
και μαύροι και κακόφωνοι
και να αφήνουμε ίχνη τσουγκράνας
στην χιονισμένη γη.
Αυτό είναι για μας το κοράκι:
Ένα «ποτέ πια» σκοτεινότερο
του παπαγάλου και πιο κατηγορηματικό
απ’ τη γλυκιά φλυαρία του αηδονιού,
ένας καθρέφτης που τον σπάμε
με τη θέλησή μας, παρά τα εφτά
χρόνια κακοτυχίας. Κι όσο
για το τι είμαστε εμείς για το κοράκι
δε γνωρίζω. Ρωτήστε
τα σύρματα και ρωτήστε τα χωράφια
που τρελαίνονται απ’ το κίτρινο στα στάχυα
και φύγετε, φύγετε μακριά
απ’ αυτό το ποίημα.

~.~

Ο φονιάς

Ο φονιάς τριγυρνάει ορφανός μες στο δρόμο.
Ποιος μπορεί να διατρέξει τις ερωτήσεις
που βαραίνουν στην πλάτη του;
Σε ποιο σπίτι γεννήθηκε;
Ποια βροχή Φθινοπώρου τον κλαίει;

Έχει μια καρδιά που γέρνει απ’ το αίμα
σαν ήλιος που δύει
κι έχει αδύναμο στέρνο. Έχει αδέρφια
μυριάδες, μεταξύ τους αγνώριστα.
Κι έχει ένα μικρό, σκουριασμένο τραγούδι.

Τον δικάζουν τα λιόδεντρα, τον δικάζει ο ήλιος.
Τον δικάζει η χλόη μυριόστομη
κι η επίορκη πάχνη· κι ο αδέκαστος κόρακας
τρυγάει τον σβέρκο του
και ρουφάει τη χαρά του και κρώζει.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Τσέσλαφ Μίλος, Αφιέρωση

001

~.~

Ἕνα ἀναπάντητο ἐρώτημα καί ἕνας αἰνιγματικός στίχος

Μετάφραση-Σχολιασμός: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἐσύ πού δέν κατάφερα νά σέ σώσω
Ἄκουσέ με.
Προσπάθησε νά κατανοήσεις αὐτόν τόν ἁπλό λόγο, θά ντρεπόμουν κάθε ἄλλον.
Ὁρκίζομαι: στό βάθος μου δέν σκαρφίζομαι μαγικά κόλπα μέ τίς λέξεις.
Σοῦ μιλῶ μέ σιωπή ὅπως ἕνα σύννεφο ἤ ἕνα δέντρο.

Ὅ,τι στάθηκε ἰσχύς γιά μένα, γιά σένα ἦταν θανάσιμο.
Mπέρδεψες τόν ἀποχαιρετισμό μιᾶς ἐποχῆς μέ τήν ἀρχή μιᾶς ἄλλης,
Τήν ἔμπνευση ἀπό μίσος μέ τή λυρική ὀμορφιά·
Τήν τυφλή δύναμη μέ τήν πραγματοποιημένη μορφή.

Ἐδῶ εἶναι μιά κοιλάδα ρηχῶν πολωνικῶν ποταμῶν. Καί μιά τεράστια γέφυρα
Πού βγάζει σέ λευκή ὁμίχλη. Ἐδῶ εἶναι μιά καταστραμμένη πόλη·
Κι ὁ ἄνεμος σκορπίζει τούς κρωγμούς τῶν γλάρων πάνω στόν τάφο σου
Ὅταν μιλάω μαζί σου.

Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει
Ἔθνη ἤ λαούς;
Συνέργεια μέ ἐπίσημα ψεύδη,
Τραγούδι μέθυσων πού τό λαρύγγι τους θά κλείσει σέ μιά στιγμή,
Ἀναγνώσεις σέ δευτεροετῆ κορίτσια.
Πώς ποθοῦσα  τήν καλή ποίηση χωρίς νά τήν γνωρίζω,
Πώς ἀνακάλυψα, ἀργοπορημένα, τόν σωτήριο σκοπό της,
Σ’ αὐτό καί μόνο σ’ αὐτό βρίσκω ἀπολύτρωση.

Στούς τάφους ἄλλοτε ἔριχναν κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως ἐπέστρεφαν μεταμφιεσμένοι σέ πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Bαρσοβία 1945

.~.

~.~

Ἄν καί ποτέ δέν εἶναι κανείς ἐπακριβῶς σίγουρος γιατί, μιάν ὁρισμένη χρονική στιγμή στρέφεται σ’ ἕναν ποιητή ἤ θυμᾶται ἕναν συγγραφέα, εἶναι πιθανόν πώς ὅσα τραγικά συμβαίνουν ἐκ νέου στά σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, μέ ἔκαναν νά ἀνατρέξω στόν Μίλoς. Τό παραπάνω ποίημα του «Ἀφιέρωση» πού μετέφρασα ἀπό τή δική του μετάφραση στά ἀγγλικά, ἴσως εἶναι ἀπό τά πιό δημοφιλῆ του. Ἕνα ἐρώτημα πού μοιάζει παρωχημένο, ἐντούτοις παραμένει κρίσιμο ἀλλά ἀναπάντητο, καί μαζί ὁ καταληκτικός, ἀκατανόητος γιά μένα στίχος του, μέ ὤθησαν σέ μιά μικρή ἔρευνα. Τά ἀποτελέσματα ἐλπίζω νά εἶναι καί γιά τόν ἀναγνώστη ἐνδιαφέροντα. Ὁ ἰσχυρισμός πώς τό ποίημα τά λέει ὅλα, καί ἄρα κάθε περαιτέρω ἀναζήτηση δέν εἶναι περισσότερο ἀπό μιά, λίγο ἤ πολύ, αὐθαίρετη προσθήκη, δέν ἀποτελεῖ δογματικό κανόνα. Ἤδη στό κάθε μεταφραστικό ἐγχείρημα εἰσέρχονται ἐπιπλέον, ἄν ὄχι ξένα, στοιχεῖα. Τό θέμα τῆς ἑρμηνείας βρίσκεται πάντοτε ἐνώπιον τῶν ἐπιλογῶν μας.

Σ’ ἕνα δοκίμιο, λοιπόν, μέ τόν τίτλο: Ἡ ἐπιλογή τοῦ Μιλός· Μιά ἔρευνα γιά τήν Συναισθηματικότητα* ὁ συγγραφέας του Στῆβεν Ο’ Κόνορ ἔγραψε: «Ἕξι χρόνια Ναζιστικῆς κατοχῆς, αἱματηρή καταστολή τοῦ Πολωνικοῦ κινήματος ἀντίστασης στήν Βαρσοβία, ἡ ἐπακόλουθη ἔξοδος ἀπό τήν πόλη περισσότερων ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων της, ἡ καταστροφή ὅλων τῶν κτιρίων πού εἶχαν ἀπομείνει ὄρθια, καί ἡ «ἀπελευθέρωση» ἀπό τήν Σοβιετική στρατιά… Κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες γράφτηκε ἡ «Ἀφιέρωση». Εἶναι σ’αὐτό ἀκριβῶς τό ποίημα πού τίθεται τό ἐρώτημα γιά τό σωτηριῶδες ἤ ὄχι τῆς ποίησης γιά ἔθνη καί λαούς(!) ἀπό τόν Μίλος, ἕναν ἀπό τούς γίγαντες τῆς Πολωνικῆς λογοτεχνίας τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Ποιός ἦταν; Τί τόν βασάνισε; Πῶς ἔζησε;

Οἱ γονεῖς του, ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν ἀναταραχῶν στήν πατρίδα τους, κατέφυγαν στήν Seteiniai, τή σημερινή Λιθουανία, ὅπου καί γεννήθηκε. Πρωτοεμφανίστηκε στά πολωνικά γράμματα τό 1930 μέ δύο τόμους ποίησης. Τότε ἐργάσθηκε στό Ραδιόφωνο. Ἔζησε τόν Δεύτερο Παγκόσμιο στήν Βαρσοβία γράφοντας σέ παράνομα, Σαμιζντάτ, ἔντυπα. Στίς ἀρχές τοῦ 1945 ἐργαζόταν στή Διπλωματική Ὑπηρεσία, καί γιά νά ξεφύγει ἀπό τό κομμουνιστικό καθεστώς κατέφυγε στήν Γαλλία τό 1951, ὅπου ἔγραψε ἀρκετά βιβλία. Τό Πανεπιστήμιο τῆς Καλιφόρνιας τόν κάλεσε τό 1960, νά διδάξει ὡς Καθηγητής Σλαβικῶν Γλωσσῶν καί Λογοτεχνίας στό Μπέρκλεϋ, ὅπου ἐγκαταστάθηκε παραμένοντας ἐκεῖ μέχρι τήν ἀπελευθέρωση τῆς Πολωνίας τό 1989, ὁπότε καί ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του. Πολλοί Πολωνοί διανοούμενοι, ἐξοργισμένοι μαζί του, ποτέ δέν τόν συγχώρησαν γιά τήν καταφυγή του στή Δύση, μέχρι τήν πτώση τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος. Μπορεῖ νά ὑπέθεταν πώς ὁ Σολτζενίτσιν, ὁ Μπρόντσκι ἤ ὁ Μίλος ἔνιωθαν ἰδιαιτέρως τυχεροί πού ἔγιναν δεκτοί στήν Ἀμερική. Ὅμως γιά τόν γεννημένο στήν Λιθουανία Μίλος, ἐπρόκειτο γιά ἐξορία. Ἡ ἀποξένωση ἀπό τούς δικούς του καί τό οἰκεῖο του περιβάλλον ἐπέτεινε τήν καταθλιπτική του φύση. Ὅταν βρισκόταν στό Παρίσι, σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Andrzej Franaszek στήν βιογραφία τοῦ ποιητῆ, ὁ Μίλος ἔφτασε στά ὅρια τῆς πλήρους νευρικῆς κατάρρευσης καί τῆς αὐτοκτονίας. Εἶχε χάσει, μαζί μέ πολλούς συγγραφεῖς τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (ἀνάμεσά τους ὁ Σολτζενίτσιν καί ὁ Μπρόντσκι), τήν ἀνταπόκριση πού ἔβρισκε στό ἀναγνωστικό του κοινό. Τά ἔργα αὐτῶν τῶν συγγραφέων, πολύ πρίν τίς ἐπίσημες ἀναγνωρίσεις, ὅπως τήν ἀπονομή τοῦ Νόμπελ, εἰσέδυαν στόν ἱστό τῆς κοινωνικοπολιτικῆς ζωῆς σέ πολλαπλά ἐπίπεδα, ἀνταποκρινόμενα στήν ἐξαπλωμένη πείνα γιά ἐλευθερία ἀνάμεσα σέ διαφορετικούς λαούς. Γιά τόν Μπρόντσκι τόν Σολτζενίτσιν, τόν Μίλος, καί πολλούς ἄλλους ἡ ἀποκοπή τους ἀπό τούς παραλῆπτες τῶν λόγων τους ἦταν καταβολή ὑψηλοῦ προσωπικοῦ κόστους: ὅπως συνέβη καί μέ τόν Σολντζενίτσιν, ἡ προσαρμογή στήν Ἀμερική ἦταν ἐξαιρετικά ὀδυνηρή. Καί οἱ δυό τους ἀπεχθάνονταν τόν ὑλισμό στήν καθημερινότητα τῆς Ἀμερικάνικης ζωῆς, τόν ἐθισμό στήν τηλεόραση καί τόν ἐθνικό ἐπαρχιώτικο πολιτισμό, ὅπως τόν ἐξελάμβαναν. Ὁ Μίλος συνέχιζε νά γράφει στά πολωνικά, ἄν καί κυρίως δημοσίευε σέ Εὐρωπαϊκά περιοδικά. Τό ἔργα του ἐμφανίστηκαν στήν Ἀμερική, μόνον ὅταν βρέθηκαν μεταφραστές. Συχνά ἀναλάμβανε ὁ ἴδιος τίς μεταφράσεις τῶν ἔργων του, κι ὅπως ἦταν ἀκούραστος συγγραφέας, τά δοκίμια, τά μυθιστορήματα καί τά ποιήματά του ἄρχισαν νά ἐκδίδονται. Αὐτό πού κυρίως τοῦ προσέφερε τό Νόμπελ στά 1980 ἦταν ἡ αὔξηση, διεθνῶς, τοῦ σεβασμοῦ τῶν φοιτητῶν Λογοτεχνίας. Ὅσο γιά τούς συγγραφεῖς, ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού τούς προσέλκυσε συγκαταλέγονται ἡ Σούζαν Σόνταγκ, ὁ Τόμας Μέρτον καί ὁ Ἰρλανδός Σέημους Χήνυ (Νόμπελ 1995).

Ὁ Χήνυ ἔγραψε γι’ αὐτόν πώς ὡς «ποιητής σορρόπησε νάμεσα στόν Λυρισμό καί τήν Μαρτυρία». Ὁ ἴδιος ὁ Μίλος στό Μαρτυρία τς Ποίησης ἔγραψε πώς: «Μιά ἰδιαίτερη συγχώνευση τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ ἱστορικοῦ συνέβη, πράγμα πού σημαίνει ὅτι γεγονότα βαρύνοντα στή ζωή μιᾶς ὁλόκληρης κοινότητας προσλαμβάνονται ἀπό τόν ποιητή μέ τόν πιό προσωπικό τρόπο ἀγγίζοντάς τον βαθιά. Τότε ἡ ποίηση παύει νά εἶναι ἀλλοτριωμένη».

~.~

.~.~

Ὁ Χήνυ ἀναφορικά μέ τήν ποιητική δύναμη τοῦ Μίλος διατύπωσε τό ἑξῆς συμπέρασμα: «,τι κτινοβολε στήν ποίησή του καί ἐπιβάλλεται στόν ναγνώστη εναι ποιότητα τς σοφίας […] φωνή εναι κείνη πού μεταφέρει τό κάθε τί καί προσφέρει ασθηση ἐγγύησης (γιά τό ἀληθές). κόμα καί στή μετάφραση, κόμα κι ταν γίνεται φανερή μιά διδακτική φλέβα του, καί τότε ἐξακολουθεῖ τό ασθημα τῆς ὕπαρξης ἑνός ὑπόγειου ρεύματος φωνῆς πού λέει, πώς τό ποίημα εναι ἕνα ἁλίευμα, κι χι πλς κουβεντολόι».

Θέτοντας ὅμως τό ἐρώτημα γιά τίς ἐπιλογές τοῦ Μίλος, ὁ Ο΄Κόνορ παρατηρεῖ πώς σ’ ὅλο τό ἔργο του λειτουργεῖ ἕνα εἴδος διπλοπροσωπίας: «ἀφ’ ἑνός ἡ βεβαιότητα γιά τό ἀνέφικτο, τό ἀπλησίαστο καί ἄφταστο, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀπελπισμένη ἐπιθυμία στέρεης κατανόησης τοῦ πραγματικοῦ. Τό μόνο πού συμβαίνει ἐντούτοις εἶναι τό καθόλικό ἀγκίστρωμα σέ ψευδαισθήσεις. Ἐδῶ ἀκριβῶς θεμελιώνει τήν τέχνη του». Μέ τά λόγια τοῦ ποιητῆ: «Ἀπό τήν ἴδια μας τήν αὐταπάτη γεννιέται ἡ ποίηση πού ὁμολογεῖ τό ψεγάδι της». Γι’ αὐτόν τό κάθε τί ἀποτελεῖ ἕνα Ὡς ἐάν (As If).

Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τοῦ Ο’ Κόνορ, παρά τήν πίστη του στή θεϊκή Παρουσία, συχνά στήν ποίησή του ἐκδηλωνόταν ἡ ἀπελπισία πώς τελικά θά κυριαρχοῦσε «ἡ ἀνυπαρξία», καί τό κατρακύλισμα τῶν πάντων στή λήθη. «Ἡ ἀπόγνωσή του εἶναι ψηλαφητή σ’ ὅλο τό ἔργο του· ἀποτελεῖ ἀντιστάθμισμα γιά κάθε τρεμόφεγγη στιγμή ὀμορφιᾶς καί χαρᾶς καί ὑφέρπει ὑποδηλώνοντας τόν τόνο πού κάνει τή γραφή του σπαρακτική καί πλούσια. Ἐντούτοις, ἐπιλέγει νά ἑστιάζει τήν προσοχή του στήν παράδοξη, ἀμφίσημη καί ἐφήμερη ἐπιμονή τοῦ ὡραίου καί τοῦ μή πραγματικοῦ».

Μέχρι τόν θάνατό του (2004) στό σπίτι του στήν Κρακοβία τίς νύχτες ἔγραφε ποιήματα. Μετέφραζε ἐπίσης στά πολωνικά τήν Βίβλο. Ὅμως στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ σεβασμός ἀπέναντι στίς λογοτεχνικές του προσπάθειες ἔφθινε σταθερά. Γενιές νέων Πολωνῶν συνηθισμένων σέ διαρκῶς αὐξανόμενες συνθῆκες ἐλευθερίας καί εὐημερίας εἶχαν ἤδη ἀνδρωθεῖ. Καί μαζί τους, ποιητές ἀδιάφοροι πρός λογοτεχνικά ἐπιτεύγματα πού ἀπαίτησαν ὀδυνηρές ἐπιλογές καί προσωπικές θυσίες. Τά ἐρείπια ἀνθρώπινων ζωῶν μαζί καί πόλεων, ἡ πείνα γιά ἐλευθερία, δέν σπηρούνιζαν τήν ἀλλοτινή ἀγωνία. Τί ἀπήχηση μποροῦσε νά ἔχει ἕνα ἀκατανόητο σωτηριολογικό αἴτημα, ὅπως αὐτό πού ἐκφράζεται στήν «Ἀφιέρωση»; Πιθανόν, ἐκπηγάζοντας ἀρχικά ἀπό τή Μυστικιστική Ἀνάβλυση τοῦ Οὐίλλιαμ Μπλαίηκ, οἱ λεπτές φλέβες μιᾶς μυστικῆς πνευματικότητας μπορεῖ νά συνδέονται μέ τό ποιητικό ἰδεῶδες γιά τό ὁποῖο ἀναρωτιέται ἀλλά καί ποθεῖ: τήν ὕπαρξη σωτηριολογικῆς ἐπίγνωσης ἀπό πλευρᾶς ποιητῆ, καί τήν ἐκπλήρωσή της ἀπό τήν ποίησή του (καί τήν ποίηση γενικῶς). Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ θέματος ὅμως ξεπερνᾶ κατά πολύ τά ὅρια τοῦ παρόντος σχολιασμοῦ. Τί ἀπήχηση ὅμως μποροῦσε νά ἔχει καί τότε καί, ἀκόμη περισσότερο, σήμερα τό ἐρώτημά του; Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει ἔθνη ἤ λαούς;

Παραμένει ὄντως ἀναπάντητο, ἀλλά ἐπιμένει ὡς διαρκής ἐκκρεμότητα γιά τίς ληθαργικές συνειδήσεις. Ἀπωθεῖται ὡς ἕνα νεκρό ἀντικείμενο. Ἀλλά τά νεκρά ἀντικείμενα δέν μένουν ποτέ ἀνενεργά**, οὔτε στά ἄπατα βάθη τοῦ συλλογικού ὅσο καί τοῦ προσωπικού ἀσυνειδήτου. Βάζοντας τό ἐρώτημα, μαζί μέ ὅλες τίς συνέπειές του στό κέντρο ἑνός ὑποθετικοῦ κάντρου, τό πλαίσιο καί τό πεδίο καθορίζονται τώρα ἀπό τά ἐγκλωβισμένα πλήθη διαφόρων ἐθνοτήτων καί λαῶν στά σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας.

~.~

~.~

Τήν ἐξήγηση ὅμως τοῦ, ἀρχικά ἀκατανόητου, στίχου στό τέλος τῆς «Ἀφιέρωσης», τή βρῆκα καί ἡ ἀνακάλυψη εἶναι ὠφέλιμη, γιατί φωτίζει τό ποίημα, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ νά τά πεῖ ὅλα, σέ μή Πολωνούς πάντως. Ξαναγράφω τήν τελευταία στροφή, θυμίζω πώς μετέφρασα ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τοῦ Μίλος, καί τονίζω τόν καταληκτικό στίχο:

Ἄλλοτε ἔριχναν στούς τάφους κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως γύριζαν μεταμφιεσμένοι πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Ἡ σχέση τῶν Πολωνῶν μέ τούς νεκρούς προγόνους καί προπρογόνους μέχρι σήμερα, γιά λόγους ἱστορικούς ἀλλά καί μυθολογικούς εἶναι φορτισμένη μέ τό φόβο μιᾶς ἐπιστροφῆς τους, κατά τήν ὁποία θά διεκδικήσουν τήν ἐκ νέου ἐγκατάστασή τους στήν πατρώα γῆ.*** Μέ διαφορετικές μορφές ἐπιβιώνουν πολλά παγανιστικά κατάλοιπα καί σ’ αὐτά ριζώνει ἡ ἐπίσημα θεσμοθετημένη ἐτήσια ἑορτή τῆς 1ης Νοεμβρίου μέ τό ὄνομα Zaduszki. Ὁλόκληρη τή μέρα μέχρι ἀργά τό βράδυ, ἀπό παντοῦ συρρέουν στά κοιμητήρια πλῆθος συγγενῶν καί φίλων τῶν κεκοιμημένων, ταξιδεύοντας ἀκόμη καί ἀπό ἄλλες χῶρες, μέ σκοπό νά προσευχηθοῦν γιά τούς νεκρούς. Τά κοιμητήρια εἶναι φωταγωγημένα καί ὁ σκοπός τῆς ἑορτῆς εἶναι πρωτίστως ἀποτρεπτικός: νά τιμηθοῦν ὅλοι οἱ προπάτορες, νά μείνουν ἱκανοποιημένοι ἀπό τίς προσευχές καί προσφορές, ἀπό τόν σεβασμό στήν παρουσία τους ἀνάμεσα στούς ζῶντες, ἔτσι ὥστε νά μήν χρειάζεται νά ἐπιστρέψουν.

Τώρα ὁ στίχος εἶναι φανερός, τό κλειστό αἴνιγμα ἀνοίγει σάν ἀνοιξιάτικη παπαρούνα.

Τό ἀνάθημα τοῦ ποιητῆ δέν εἶναι σπόροι, ἀλλά ὁ πνευματικός ἄρτος τῆς γλώσσας, πού, χωρίς καταφυγή σέ μαγικά τερτίπια καί ξόρκια μέσα στήν ἁγνή προθετικότητα τοῦ ποιητῆ, ξεπερνᾶ τά σύνορα ζωῆς καί θανάτου τρέφοντας ζῶντες καί κεκοιμημένους· κυρίως ὅμως ἀποκαθιστᾶ τή σωτηριώδη λειτουργία τῆς ποίησης. Τά ζωτικά σύμβολα ἀναγεννῶνται στήν ψυχική ἐνδοχώρα καί τό ποιητικό γεγονός μεταμορφώνεται σέ πολύπλευρη ἀπολυτρωτική πράξη. Ἄλλωστε ὁ Μίλος «ἐκτός ἀπό πολύ σπάνιες στιγμές, ἐπέλεγε νά μήν συγκεντρώνει τήν προσοχή του (καί τή δική μας) στήν ἄβυσσο, ἀλλά, ἀντιθέτως, νά τήν ἑστιάζει σέ κεῖνες τίς περιπτώσεις τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη, ἀκόμη καί ὡς αύταπάτη, λοιδωρεῖ τήν ἄβυσσο. Γιόρταζε μιά τέτοια αὐταπάτη. Τήν ἁποκαλοῦσε «πολύτιμη».****

~.~

~.~
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ
Zaduszki candle, photo: Jan Morek / Forum
Powązki Cemetery in Warsaw, photo: Jacek Marczewski / AG
John Nash – Ironbridge, Shropshire,1956
https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/10/Destroyed_Warsaw%2C_capital_of_Poland%2C_January_1945_-_version_2.jpg
Marion Adnams, «Spring in the Cemetery» (1956)
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*https://www.stephenoconnor.net/milosz_s_choice__an_investigation_of_sentimentality_86842.htm
** Δημήτρης Α. Κυριαζής, Ἡ Διεργασία τοῦ «ψυχικοῦ θανάτου» στήν Κλινική Ψυχανάλυση. Σύναξη 158 (2021), σσ. 39-48.
***https://culture.pl/en/article/powazki-cemetery-warsaw-sculpture-gallery
**** Ὁ ἀναγνώστης πού θά ἤθελε νά γνωρίσει βαθύτερα ἕναν ποιητή μέ τό προνόμιο τῆς ἐποπτείας σέ ὅλο τό πανόραμα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό ἀφιέρωμα μέ ἐπιλεγμένες ἐργασίες γιά τά ἑκατόχρονά του, ἐδῶ :
http://pamietnik-literacki.pl/wp-content/uploads/2017/02/Mi%C5%82osz-in-Pami%C4%99tnik-Literacki-Literary-Memoir.pdf

Χρήστος Μαρκίδης, Ποιήματα

 

ΤΟ ΦΑΣΜΑ

Στὴ σιωπὴ ἐν μέσῳ τῆς νυκτὸς
Τὸ φάσμα ἦρθε καὶ μοῦ μίλησε.
Ἄκου, μοῦ εἶπε, τ’ ἀλόγατα σὲ φέραν ὣς ἐδῶ
κι ἄκου νὰ δεῖς τί εἶπαν:
Ἕρπουν λογῆς λογῆς νιφάδες
ὁ οὐρανὸς ἀνέτειλε, κατέβηκε στὴ γῆ.
Κι ἐκείνη τὴ σκηνὴ μὲ τὸν Ζαγρέα
ὁ μανιασμένος ἄνεμος τὴ σήκωσε ἀπ’ τὰ βάθρα
τὴν ἔριξε στῆς οἰκουμένης τὸ σταμνὶ
εὐχὴ εἱρκτὴ θὰ βρεῖς ἐσύ, νὰ τὴ νυμφεύσεις πάλι.
Ἐγὼ ἐξέπεσα, καλὲ
μήτε γι’ ἀρνὶ ὀδύρομαι μήτε γιὰ λύκο.
Ἐντόσθια μόνον ἐνθυμοῦμαι.

~.~

ΕΑΣΙ

Καμιὰ στροφὴ
κανένα ποίημα δὲν νογᾶ, ἀγαπημένε
μαζὶ τοῦ Διονύσου ἢ τοῦ Πανὸς
τὸν οἶστρο ἐξιστορήσαμε
μὰ ἡ κοινωνία τ’ ἄλλα ὑπηρετεῖ.
Τ’ ἄθλια καὶ τὰ φρικτὰ ἰσοζύγια.
Κι ἡ φύσις; Αὐτὴ κι ἂν θέλει νὰ κρυφτεῖ
κανεὶς δὲν ξεύρει πῶς ὁ κόσμος προχωρεῖ
Ἐρχόμαστε ποῦ; Πηγαίνουμε ποῦ;
Ἑρημία τρισμέγιστη. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τη ζωγραφική του Μαρκίδη την είπαν ανθρωποκεντρική. Ο χαρακτηρισμός είναι σωστός, θέλει όμως διευκρίνιση. Τι λογής κέντρο είναι αυτό που διεκδικεί στην τέχνη του ο άνθρωπος και με ποιον τρόπο; Στο κάτω της γραφής, ώς χθες ακόμη, σε κάθε ερώτημά μας, το ξέρουμε από τους καιρούς του Οιδίποδα, η απάντηση ήταν: ο άνθρωπος. Όμως, ποιος είναι ο άνθρωπος της εποχής μας γενικά, και ειδικά του Μαρκίδη;

Ανθρωποκεντρική, ανθρωπιστική, ουμανιστική, πείτε την όπως θέλετε, είναι κατ’ εξοχήν η τέχνη της αρχαιότητας. Εδώ ο Άνθρωπος είναι αυτονόητος, απτός, ορατός. Είναι κομμάτι οργανικό του σύμπαντος κόσμου, της πανωραίας δηλαδή αρμονίας του παντός: κόσμος θα πει στολίδι. Στα έργα του Φειδία και του Πραξιτέλη συναντούμε τον ιδεώδη του τύπο, με άλλα λόγια συναντούμε το ιδεώδες του ανθρώπου. Ναι, αυτός ο ιδεώδης άνθρωπος είναι θνητός, είναι τρωτός, είναι άθυρμα στα χέρια των θεών και της τραγικής Μοίρας. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ο αγαπημένος των Μουσών, ο εραστής της Μνημοσύνης, είναι ο απομνημειωμένος και ο μνημονευόμενος, είναι περατός και όμως εις τους αιώνας αξεπέραστος. Ακόμη και η φρίκη του είναι στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ευμορφίας. Απόδειξη: οι αθάνατοι, με όλα τα κουσούρια τους, τού μοιάζουν.

Με την έλευση του Χριστού έχουμε το πρώτο ρήγμα. Ο άνθρωπος παραμερίζεται, εξορίζεται στον προθάλαμο του ιδεώδους. Η αθανασία παύει να είναι μνημοτεχνία, θύμηση των προγεγενημένων, αλλά γίνεται μελλοντικό πρόγραμμα μεταφυσικό. Πλέον δεν μοιάζουν οι θεοί στον άνθρωπο, εκείνος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του Κυρίου. Και οφείλει να αρθεί ώς Εκείνον, θανάτω θάνατω πατήσας. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς ευάλωτος, όπως στην Αρχαιότητα. Είναι ατελής, αμαρτωλός, ανάπηρος. Γι’ αυτό και η τέχνη του Πανσέληνου ή του Θεοφάνη ας πούμε, τον αποτραβά από τους οφθαλμούς μας, ο άνθρωπος ο απτός, ο ατομικός παύει να υπάρχει. Και στη θέση του, προβαθμίδα θεώσεως, τίθεται ένα άλλο υπερβατικό πλέον ιδεώδες – ο Άγγελος ή ο Άγιος. Ωστόσο κι εδώ, το ανθρώπινο σχήμα, η ανθρώπινη μορφή, παραμένει οδηγός. Ο Άγιος παραμένει άνθρωπος, έστω εξαϋλωμένος και αναφής. Ο ίδιος ο θεός πρέπει να γίνει θεάνθρωπος, Υιός του Ανθρώπου, για να φανερωθεί.

Η Αναγέννηση και οι αιώνες που ακολούθησαν, σε αδρές γραμμές από τον Μποτιτσέλλι ώς τον Ντελακρούα, θ’ αντισταθεί σ’ αυτήν την πρώτη θεολογική απανθρώπηση του ανθρώπου. Θα προσπαθήσει να τον επανεγκαταστήσει στο χοϊκό του ενδιαίτημα, τη Φύση. Σήμερα ωστόσο το ξέρουμε. Χωρίς μόνιμη επιτυχία. Ο σκώληξ του Παραδείσου, με άλλα λόγια ο πειρασμός της Ουτοπίας, που με τόση σοφία είχαν αποφύγει οι Έλληνες, είχε τρυπώσει πια για τα καλά στο μήλο, στο ασυνείδητο του Δυτικού κόσμου. Η Φλωρεντία και η Βαϊμάρη μπορεί να λατρεύουν την Αθήνα, η ήπειρος που τις γέννησε ωστόσο εξακολουθεί να προσκυνά την Ιερουσαλήμ. Στο τέλος ο Γολγοθάς θα πάρει εκδίκηση απ’ τον Όλυμπο. Το αίτημα της υπέρβασης του ανθρώπου, που σήμαινε βέβαια την Πτώση της παρούσας του μορφής σε μια οντολογικά παρακατιανή βαθμίδα, εκείνη του αμαρτωλού προσταδίου, θα υιοθετηθεί επισήμως από τον Διαφωτισμό και τα συνοδά του ιδεολογήματα, πολιτικά και μη. Εκκοσμικευμένη, η Ανάσταση θα βαπτιστεί Επανάσταση. Και η ιστορία σύμπασα, η ζωή μας όλη, από τα χείλη του Καντ θα καταγγελθεί ως «ανωριμότης αυθυπαίτια». (περισσότερα…)

Αυτοανθολογούμενοι: Γεωργία Τριανταφυλλίδου

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1968. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Ο ποιητής έξω, Άγρα 2004, Δικαίωμα προσδοκίας, Άγρα 2008, Δανεικά αγύριστα, Κίχλη 2017. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα και έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία Hellenica – το καινούργιο εντός ή πέραν της γλώσσας: Aνθολογία νέων Ελλήνων  ποιητών (Γαβριηλίδης 2009), και στα γαλλικά από τον Μισέλ Βόλκοβιτς, δημοσιευμένα στον 5ο τόμο της Ανθολογίας που επιμελείται ο ίδιος με τίτλο Έλληνες ποιητές του 21ου αι. από τις εκδόσεις Le miel des anges, 2017. Συμμετείχε επίσης στην ανθολογία Austerity Measures σε επιμέλεια της Karen Van Dyck, Penguin 2016, καθώς και στην ανθολογία Dichtung mit Biss, Edition Romiosin, 2018 σε γερμανική μετάφραση Τόρστεν Ίσραελ. Για μια οκταετία δημοσίευε βιβλιοκριτικές αλλά και κείμενα συνεντεύξεων στο ΠεριΩδικό της πόλης (Καβάλα). Από το 2001 ζει μόνιμα στην Καβάλα.

(περισσότερα…)

Γιώργος Καμπασακάλης (1952-2002), Ο Καγιάμ κι εγώ

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

~ . ~ . ~  

 

Ο Καγιάμ κι εγώ
χτες πίναμε με τον Ομάρ Καγιάμ
μπρούσκο κρασί στυφό φωτιά γεμάτο.
Εντύπωση μου έκανε το πόσο
συγκρατημένος ήταν ο συμπότης μου
ολιγομίλητος, αγέλαγος και σοβαρός.
«Πάει καιρός, μου είπε, απ’ τη στιγμή
που ένιωσα και του κρασιού τη ματαιότητα
πάει καιρός που ο πόνος μου δεν έχει
παρηγοριά κι αναπαμό, δεν έχει τέλος».
«Μη σκας γι’ αυτό, του είπα στη στιγμή,
μονάχα πίνε κι άφησε τον πόνο να υπάρχει
κάποτε πίναμε για λησμονιά του πόνου
.                                                               τώρα ας πίνουμε
προς δόξαν του κρασιού αυτού και μόνο».
«Μη μου ζητάς να γίνω ειδωλολάτρης, ανταπάντησε
ας πίνουμε και ας μένουμε σιωπηλοί
αυτό μονάχα, τίποτ’ άλλο».

Μετά την ποίηση, χ.χ., σ. 37.

 

Πηγή: Πέρσα Αποστόλη, «Η αναζήτηση μιας γνήσιας πνευματικότητας ως αντίδραση στις παθογένειες της μεταπολιτευτικής εποχής. Η περίπτωση του αναρχοχριστιανού μυστικιστή Γιώργου Καμπασακάλη (1952-2002)», στον τόμο Μεταπολίτευση 1974-1981. Λογοτεχνία και πολιτισμική ιστορία, Επιμέλεια Γιάννης Δημητρακάκης-Αναστασία Νάτσινα, Εκδόσεις της Φιλοσοφικής Σχολής, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο 2021, σ. 301-302.

 

 

Δώρος Γεωργίου, Τρία Ποιήματα

 

Συνθήκη Οικογενειακή

Έδενα τα προαγορασμένα μου παπούτσια
και με γρυπή τη στάση βαττάριζα
σαν τους ναύτες, που μπορεί να γύρισαν
τον κόσμο όλο, μα το έκαναν ναυλοχώντας.
Ομογάστριοι δεν ήμασταν,
είχαμε όμως τον ίδιο ακράτητο πατέρα.
Τα μάτια της ήτανε αμυγδαλωτά,
εμβλήματα δισχιδή που ευωδίαζαν μια καταλαλιά,
σα να συνέβαινε πάντα κάτι.
Στο ημίφωτος στεκόμασταν ζαβά
σε γόνδολα μου φαινόταν βενετσιάνικη
με ηβικό τον ενθουσιασμό μα με μαβή τη διάθεση.
Με τον Φροστ διαρρηγνυόμασταν συνεχώς
ώσπου ήρθε τελικώς απ’ το διάδημα η γνωμάτευση,
«Ο έρωτας σε νησσοτροφείο απαγορεύεται αυστηρώς!»

~.~

Με το πλατύ του ξίφους

Μια παχιά αγελάδα, δαμάλα,
με μια βερβερίτσα να τρέχει στους ώμους της,
έβοσκε πλάι σ’ ένα προτείχισμα.
Με αριστοτελική ενδελέχεια
εκδήλωνε μια πανοραμική θέρμη
κι ένα πηκτό χαριτόβρυτο βούισμα.
Τα βυζιά της εκβάλλονταν σαν του πετεινού
το λειρί, μαρσιποφόρα και καταφύγιο
για όσους από τους μεταπράτες ήτανε στρυφνοί. .
Άμωμο κι ακρυστάλλωτο το γάλα της,
σα να ’βγαινε φρέσκο από γυψωρυχείο,
βανάδιο για τους διαβητικούς και για όλων
των δεδουλευμένων τους απαιτητικούς.
Όντας καλατζής με βαθμό και πηλήκιο,
φύλαγα λίγο για μετά διότι ήξερα πολύ καλά
πως στο άνετο μου το σκήνωμα,
σαν το κρασί το ραζακί θα το ’πινα μονομιάς
και θα κελάρυζα με τσέβδισμα ροχαλίζοντας τα εξής,
«Πο πο πόσο ωρ ωρ ωραία είναι τα τα τα όνειρα,
τι τι τι άσχημη που που που ‘ναι η ζωή!»

~.~

Με το τσίνουρο στο μάτι

Συννέφιασε βρε πουτάνα γη.
Έναν γίγαντα θα πλέρωνα
να ενθυλάκωνε τον ήλιο σου.
Αν και χαμίνι εγώ μ’ αυτά,
θυσίες πολλές θα έκανα
να υπερκάλυπτα όλα του τα θαφτικά.
Μα στα βιβλία οι γίγαντες παραπατούν
απ’ τα πόδα στα από ’κεί
αερομάντηδες όντας πολύ ψηλοί
μα και συνάμα αψίκοροι και υπερόπτες,
μαγκλαράδες απ’ τη γηθοσύνη την πολλή.
Έτσι στολισμένοι και κροσσωτοί
μ’ ορυμαγδό θα πατίκωναν ολόκληρη τη γη
κι ο παλαβός ο ήλιος πάλι να ξεπροβάλλει,
βεκίλης δραπέτης του υποκόσμου,
να μας καθαγνίσει διατηρώντας μας σε σαλαμούρα,
ξομπλιάζοντας ο αλητάμπουρας.

Πάντα το άσπρο θα διάλεγε
σ΄ ένα σύμπαν νταμωτό.
Πάντοτε με μαύρο θα πληρώναμε
των ματιών μας τα διαπύλια.

ΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

 

Αναγνώσματα του Νέου Ελληνισμού

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΣ

α΄
Καθόμουν στο μπαλκόνι μου με συντροφιά τον Μάη·
τη δροσερή της ύπαρξη που πέρναγε από κάτω
δεν θ’ άκουγα, σχεδόν απών, αν πάνω σε κλαδάκι
ήχος μικρός δεν κούρνιαζε και μήνυε σα χάδι
την ομορφιά που απλώθηκε στο ταπεινό λιβάδι.

β΄
Αχ στείλε μου ερωτόκριτε λουλούδι κι ας πεθάνω
και το είδωλο που ευθύς θα δεις σ’ εσένα θα πετάξει·
τέτοια θυσία κάνουμε για την αγάπη μόνο,
διαμάντια ασήμι και χρυσό κανένας δε λογιάζει
μπροστά στον φτερωτό θεό που τους θνητούς αγιάζει.

γ΄
Φιλέψου φίλη μην αργείς στην αρετή σου αγγέλλω
κανένας κήπος δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί σου·
μέσα στα χείλη μου θα βρεις το μυστικό που ψάχνεις
και κράτα το στα στήθια σου σα να ’ναι σταυρουδάκι
σε θαλπωρή που δε θα βρει στη μάνα του ελαφάκι.

δ΄
Με τέτοια λόγια ηδονικά γεννιέται το παιχνίδι
και στη σιωπή που τα κρατά σιγοφουντώνει η φλόγα·
μα πριν η μάχη κερδηθεί και πριν χαθεί το γιόμα
έγινα πένα και χαρτί και το κορίτσι ρίμα·
ρυάκι που μου ξεγλιστρά και φευγαλέο κύμα.

~.~

ΘΑΥΜΑΣΙΟΙ

Καλός ο πόνος στη ζωή
κι η θλίψη ακόμα πιο καλή·
γεννούν την αγκαλιά και τη συμπόνια.
Και τούτο μόνο έχω να πω·
«Θαυμάσια πράγματα».

Καλό το γέλιο κι η χαρά
– αντίδοτο για τη φθορά·
τη μαύρη τρέπει σε φυγή διχόνοια.
Και τούτο μόνο έχω να πω·
«Θαυμάσια πράγματα».

Καλό το γλέντι στην αυλή,
καλή κι η ρίμα στο χαρτί·
κι ο ζέφυρος και το νερό δροσίζουν.
Και τούτο μόνο έχω να πω·
«Θαυμάσια πράγματα».

Καλός ο ζωηρός Ρωμιός
καλός κι ο λόγιος Γραικός·
μαζί μπορούν κι ας μην το αποφασίζουν.
Και τούτο μόνο έχω να πω·
«Θαυμάσιοι άνθρωποι».

Κώστας Κουτσουρέλης, Μεταφραστική ακαδημία

 

 

Μεταφραστική Ακαδημία

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Απ’ τη βεράντα, η λίμνη
ένα ειδύλλιο.
Μέσα στην αίθουσα σειρά
τα εξώφυλλα, ράφια καλλίγραμμα, ντάνες
βιβλία παντού σου κλείνουν όλο νόημα
το μάτι. Λες και στ’ αλήθεια
θέλουν να σου πουν –ποιος ξέρει–
κάτι.

~ . ~

HOMME DE LETTRES

Μ’ ένα μειδίαμα διαυγές
σταθμίζει ακούραστα,
ορθοτομεί πνευματωδώς και
συνοψίζει. Στο δείπνο αργότερα
πίνοντας πνεύμα εφάμιλλο
τρίζει με κέφι
τα μπροστινά του δόντια.

~ . ~

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ

Αν μου προσφέρετε τη γλώσσα σας,
θα σας προσφέρω κι εγώ τη δική μου.

~ . ~

BRANDENBURGER TOR. ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εδώ κι εσύ
έχεις δικαίωμα στη σιωπή,
θυμίζει ο στίχος ( Ράινερ Κούντσε )
καθώς μπαίνεις.
Απ’ έξω το ψιχαλητό. Η Μεσευρώπη
στην καρδιά του Αυγούστου.
Εμπρός στην Πύλη ο ξεναγός
κραυγαζει στη διαπασών
κι έχει βραχνιάσει.

~ . ~

ΠΡΟΤΟΜΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Στάσου, δες, άκου :
λαχανιασμένη στο λαιμό
χάλκινη ανάσα.

~ . ~

ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΣΤΟ ΒΗΜΑ

Μαλλιά ξανθά γεμάτα φως,
δόντια κατάλευκα,
κόκκινα χείλη.

Φτάνει ένας στίχος
κι όλα σκοτεινιάζουν.

~ . ~

ΕΙΔΥΛΛΙΟ, ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Νερά αρυτίδωτα,
ιστία λευκά, κουπιά.
Σ’ αυτήν την όχθη βρήκανε
νεκρό τον Κλάιστ μια μέρα.

~ . ~

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΟΜΟΤΕΧΝΩΝ

Λέξεις απλώνουμε, μου λέει,
τίποτ’ άλλο.
Εκεί έξω, στη βροχή,
να μη στεγνώσουν.

~ . ~

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ

Στήθος βαθύ, καλεστικό.
Καλό λιμάνι απάνεμο
για τη φωνή την ξένη.

~ . ~

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Πλήθος, ποδοκροτήματα,
γεύσεις από τη νέα Πρωσσία,
η μέθη απ’ τα μικρόφωνα,
ο ίλιγγος του χορού.

Το διάβασμα :
ένα χούι κατά μόνας.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Η

Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν τον Αύγουστο του 2006. Βασίζονται σε εντυπώσεις μου από τη Θερινή Ακαδημία των Μεταφραστών του Βερολίνου (Sommerakademie für Übersetzer), όπου έλαβα μέρος προσκεκλημένος του Literarisches Colloquium της γερμανικής πρωτεύουσας, σ’ ένα ειδυλλιακό παλιό αρχοντικό πλάι στις όχθες της Wannsee.

 

 

 

Αισχύλου Αγαμέμνων, Πρόλογος

agamemnon

 

Έμμετρη απόδοση: Ι. Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ

Να μ’ απαλλάξουν οι θεοί από τα βάσανά μου
τώρα ένα χρόνο τους ζητώ, που διαρκεί η φρουρά μου,
πλαγιάζοντας στων Ατρειδών τις στέγες, ίδια σκύλος,
στων άστρων την ομήγυρη έχοντας γίνει φίλος
που στους ανθρώπους φέρνουνε χειμώνες, καλοκαίρια,
λαμπροί δυνάστες τ’ ουρανού είν’ τα εξαίσια αστέρια.
Τώρα στη λάμψη μιας φωτιάς έστησα εγώ καρτέρι
που από την Τροία την είδηση της άλωσης θα φέρει.
Έτσι η ανδρόβουλη καρδιά γυναίκας μού ορίζει
που δε σταμάτησε ποτέ ώς τώρα να ελπίζει.
Ανήσυχη είναι η κλίνη μου κι απ’ τη δροσιά βρεγμένη
αλλά κι από τα όνειρα τελείως ξεχασμένη.
Γιατί τον ύπνο ο φόβος του έχει αντικαταστήσει
μην κοιμηθώ κι ενώνοντας τα βλέφαρά μου κλείσει.
Κι αν φαίνεται το στόμα μου κάτι πως μουρμουράει,
-στον ύπνο αντίδοτο έχω αυτό, που ξύπνιο με κρατάει-
είναι που κλαίω και θρηνώ του παλατιού τα πάθη
που πια δε διευθύνεται σαν πρώτα, δίχως λάθη.
Μακάρι τώρα να φανεί ένα καλό σημάδι
να με γλιτώσει ένα φως φέγγοντας στο σκοτάδι.
Ω, χαίρε λάμψη της νυχτός, τη μέρα θ’αναστήσεις
στο Άργος φέρνοντας χαρά, πολλούς χορούς θα στήσεις.
Φωνάζω στου Αγαμέμνονα τη σύζυγο, αλήθεια,
να σηκωθεί απ’ την κλίνη της, φωνή να βγει απ’ τα στήθια,
και το παλάτι ολόκληρο στο πόδι να σηκώσει·
αν δε λαθεύει ο πυρσός, έχουν την Τροία αλώσει.
Πρώτος θα σύρω το χορό· δική μου επιτυχία
την τύχη των αρχόντων μου να δω στη φρυκτωρία.
Και στο παλάτι ο βασιλιάς είθε, όταν γυρίσει,
το χέρι μου το χέρι του και πάλι να κρατήσει.
Τ’ άλλα σωπαίνω· η γλώσσα μου βόδι μεγάλο φέρει
μα αν το παλάτι είχε φωνή, θα τα ’χε αναφέρει.
Μόνο σ’ όσους τα ξέρουνε, γι’ αυτά εγώ μιλάω
για όσους όμως τ’ αγνοούν, κάνω πως τα ξεχνάω.