ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (2/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Μεξικό: Ολυμπιάδα του 1968 (Οκτάβιο Πας)

Η πάστρα
(ίσως αξίζει τον κόπο
να γραφτεί στην καθαρότητα
αυτής της σελίδας)
δεν είναι διάφανη
(κίτρινη και μαύρη
σωρευμένη χολή)
απλωμένη πάνω στο χαρτί.
Γιατί;
Ντροπή θα πει οργή.
Επίθεση κατά του εαυτού.
Αν
ένα ολόκληρο έθνος ντρέπεται
λιοντάρι γίνεται
που ζαρωμένο παραμονεύει
να επιτεθεί.

(Οι υπάλληλοι του δήμου
ξεπλένουν το αίμα
στην Πλατεία των Θυσιών.)
Τώρα να κοιτάξεις.
Λεκιασμένη
–πριν προλάβεις να πεις κάτι
που να αξίζει τον κόπο–
η πάστρα.

Σε ανάμνηση του Τλατελόλκο (Ροζάριο Καστεγιάνος)

Το σκοτάδι ευνοεί τη βία
και η βία αποζητά το σκοτάδι
για να σβήσει τα ίχνη του εγκλήματος.
Γι’ αυτό η δευτέρα Οκτωβρίου κράτησε ώς το βράδυ,
ώστε κανείς μη δει το χέρι να αγκαλιάζει το όπλο,
παρά μόνο την λάμψη που προκάλεσε.

Και με αυτό το φως, το σύντομο, θαμπό, ποιος;
Ποιος σκοτώνει;
Ποιοι εναγώνια πορεύονται στο θάνατο;
Ποιοι το σκάνε δίχως παπούτσια;
Ποιοι θα καταλήξουν στο υπόγειο μιας φυλακής;
Ποιοι θα εξαχνιστούν σε νοσοκομεία;
Ποιοι θα μείνουνε για πάντα σιωπηλοί από τον τρόμο;

Ποιος; Ποιοι; Κανένας. Την επομένη, κανένας.
Η πλατεία είδε το νέο φως της μέρας καθαρή.
Οι εφημερίδες έγραφαν, ως κύρια είδηση, για τον καιρό.
Στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο σινεμά,
καμία αλλαγή προγράμματος,
καμία σχετική αναγγελία
ούτε καν ενός λεπτού σιγή στο επίσημο γεύμα.
(Γιατί το φαγοπότι συνεχίστηκε κανονικά.)

Μην αναζητάς ό,τι δεν υπάρχει: ίχνη και πτώματα −
τα πάντα δόθηκαν προσφορά σε μια θεά,
την Περιδρομιάστρα Περιττωμάτων.
Μην σκαλίζεις στα αρχεία, αφού έγγραφα δεν θα βρεις.

Να όμως, εδώ που αγγίζω, μια πληγή: η μνήμη.
Πενθώ. Κι ύστερα αληθεύει. Αίμα για το αίμα.
Κι αν δικό μου το πω, τότε όλους τούς προδίδω.

Θυμάμαι, θυμόμαστε.
Αυτός είναι ο τρόπος να ξημερώσει
πέρα από τόσες κηλιδωμένες συνειδήσεις,
πέρα από κείμενα οργισμένα,
πέρα από διάπλατα κιγκλιδώματα,
και πρόσωπα μασκαρεμένα.
Θυμάμαι, θυμόμαστε –
ώσπου η δικαιοσύνη να βρεθεί ανάμεσά μας.

Ανάγνωση του Σαίξπηρ (Γκαμπριέλ Σαΐντ)

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα, αρνούμαι να ζήσω.
Να βλέπω τη Συνείδηση αναγκασμένη σε επαιτεία,
την Ελπίδα διάτρητη από τον Κυνισμό,
την Αγνότητα ανεπιθύμητη σαν εφιάλτη,
την Ανησυχία ως μόνο κέρδος καιροσκόπων,
την Πίστη ηττημένη σε όνειρα του καφέ,
τον Πρωτογονισμό ανυψωμένο σε Αρετή,
το Διάλογο ανάμεσα σε ξιφολόγχες και σώματα,
την Αλήθεια καλυμμένη από το Δάχτυλο,
τη Σταθερότητα με άρωμα από στάβλο,
και τη Διαφθορά, τυφλή από οργή, σε δυο γροθιές:
με ζυγαριά και ξίφος.

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα,
θα προτιμούσα το θάνατο,
Μαρία,
αν δεν ήταν για τα μάτια σου,
και για την πατρίδα που μου ζητούν.

******

Εν καιρώ ειρήνης

Ακόμη αγανακτισμένος
κύριε Πρόεδρε;
Προς θεού,
δεν αξίζει
την ηρεμία του να χάνει κανείς
για κάμποσους νεκρούς
που ήδη προκαλούν χασμουρητά
και στα σκουλήκια ακόμη.
Τα πάντα
είναι δυνατά
εν καιρώ ειρήνης.

Του φόβου και της συμπόνοιας (Εφραίμ Ουέρτα)

Στους φίλους και συντρόφους του Πολυτεχνείου
24 Νοεμβρίου 1971

Στις 5:30 ώρα πρωίας
τη δεκάτη του μηνός
έλαμπα σαν και τον τελευταίο μελλοθάνατο.
Δεν βλέπω ούτε μήνα ούτε χρονιά
ούτε μυστικά σκορπισμένα
ούτε σιωπές σπασμένες, παρά διαρκείας,
σαν γυμνοσάλιαγκες και σκουλήκια.

Σήμερα η επανάληψη του φόβου μου
η ρωγμή του πανικού μου
η πράσινη ακτή των γυμνών μου ποδιών 
σε δρόμους ταπεινωτικούς.

Γλυκά στην απομόνωση απαρνιέμαι τη μάνα μου,
αφού εγώ ΟΝΤΩΣ πάλεψα, παλεύω για κάτι,
καρκινικός αγωνιστής
-κατεστραμμένο συκώτι, τσιμεντέρνια νεύρα-
αγωνιστής για τους νεκρούς και τη μιζέρια,
ζωντανός νεκρός, επικήδειος ποιητής,

γεννημένος Ιούνιο, έναν Ιούνιο νεκρό,
μάρτυρας και μνημείο,
να πονάω μέχρι αηδίας,
να καίγομαι απ’ τα παιδιά μου και
τα ξυλοκοπημένα μου αδέρφια
που τα δολοφόνησαν.

Ο Θεός να μας φυλάει,
τη δεκάτη και κάθε δέκα του Ιούνη,
εμάς τους δεκάδες παντοτινούς θεούς.
Και ας συμπονέσουμε κι εμείς το Θεό
που ούτε εκείνος είδε κάτι.

 

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (1/3)

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!»*

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Υπήρξε και στο Μεξικό ένας ‘Μάης του ’68’, μια ‘Άνοιξη της Πράγας’ ή το δικό μας ‘Πολυτεχνείο’, το οποίο βέβαια έλαβε χώρα πέντε χρόνια αργότερα. Αν και μια συγκριτική μελέτη των παραπάνω κινημάτων βάσει των διαφοροποιητικών στοιχείων καθενός θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν θα ανήκε ούτε στον τομέα ειδίκευσής μας ούτε στη θεματική του παρόντος αφιερώματος. Στόχος μας εδώ είναι αφενός η συνοπτική παρουσίαση ενός λιγότερο γνωστού στο ευρύ κοινό ‒αλλά εξαιρετικά σημαντικού‒ κινήματος για την πορεία του Μεξικού, αφετέρου η αποτύπωσή του στη λατινοαμερικανική ποίηση από ποιητές όπως ο Οκτάβιο Πας, ο Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο, ο Χάιμε Σαμπίνες, ο Γκαμπριέλ Σαΐντ, η Ροζάριο Καστεγιάνος, ο Εφραίμ Ουέρτα και ο Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο.

«Η κριτική στον Καίσαρα δεν είναι κριτική στη Ρώμη.
Η κριτική στην κυβέρνηση δεν είναι κριτική στη χώρα.»
(Κάρλος Φουέντες, με αφορμή τα γεγονότα)

 Το Μεξικό θα διοργάνωνε τον Οκτώβριο του ’68 τους 19ους Ολυμπιακούς Αγώνες, αν και το κλίμα, τόσο σε διεθνές όσο και εθνικό επίπεδο ήταν βαρύ και τεταμένο λόγω του Ψυχρού Πολέμου. Η διεθνής συγκυρία, κρίσιμη: ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαινόταν, ο ρατσισμός και οι εμφύλιοι στη Νότια Αφρική βρίσκονταν στο απόγειό τους, ενώ είχαν προηγηθεί το φοιτητικό κίνημα στο Παρίσι, το Μάη του ’68, και η αιματοβαμμένη ‘Άνοιξη της Πράγας’ τον Αύγουστο. Οι Ολυμπιακοί του Μεξικού τελικά πραγματοποιήθηκαν, μεταξύ 12 και 27 Οκτωβρίου 1968, και ο τότε Πρόεδρος, Γκουστάβο Ντίας Ορντάς, είχε το θράσος να τους χαρακτηρίσει κατά την τελετή έναρξης «Ολυμπιάδα της Ειρήνης». Είναι το πρόσωπο, του οποίου ο ρόλος παραμένει αίνιγμα στην αιματηρή εκκαθάριση των εκατοντάδων νεκρών και χιλιάδων τραυματιών και αγνοουμένων που είχε λάβει χώρα στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Τλατελόλκο μόλις δέκα μέρες νωρίτερα, σφραγίζοντας τη μεξικανική ιστορία για πάντα.

Τέλη Ιουλίου του 1968, το φοιτητικό κίνημα αρχίζει να κάνει εμφανή την παρουσία του στο Μεξικό, στο πλαίσιο κοινωνικών αγώνων μακράς ιστορίας με ζητούμενα τον εκδημοκρατισμό του κράτους, την πάταξη της διαφθοράς και την εξάλειψη της φτώχειας. Αστυνομία και στρατός εισβάλλουν σε σχολές, προβαίνουν σε συλλήψεις και καταπνίγουν το κίνημα, το οποίο αποδίδουν σε κομμουνιστική υποκίνηση και ταραξίες.

«Για όλα φταίει η μίνι φούστα»
(Λεοπόλδο Γκαρσία Τρέχο, ταχυδρομικός υπάλληλος)

Την 1η Αυγούστου, ο Πρύτανης του Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (ΑΠΜ -UNAM), Χαβιέρ Μπάρρος Σιέρρα, καταδικάζει τις πράξεις βίας και ζητά την αποφυλάκιση των φοιτητών, τους οποίους χαρακτήρισε  «πολιτικούς κρατούμενους». Για πρώτη φορά ακούγεται το σύνθημα «Λαέ ενώσου!», ένα από τα κυρίαρχα συνθήματα του μεξικανικού φοιτητικού κινήματος. Στις 3 Αυγούστου η κυβερνητική προπαγάνδα φροντίζει για σειρά συκοφαντικών δημοσιευμάτων εναντίον των φοιτητών, οι οποίοι όμως δεν πτοούνται. Αντιθέτως, κοινοποιούν σειρά αιτημάτων: την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων, την κατάργηση άρθρων που νομιμοποιούσαν τη βία και την καταπάτηση δικαιωμάτων, την κατάργηση του Σώματος των ΜΑΤ, την απόλυση των αρχηγών της αστυνομίας, την ασυλία των οικογενειών των θυμάτων, των τραυματιών και των συλληφθέντων, καθώς και την απόδοση ευθυνών στους υπαίτιους των αιματηρών γεγονότων που είχαν προηγηθεί.

Το απόγευμα της 27ης Αυγούστου πραγματοποιείται μαζική διαδήλωση 30.000 πολιτών (ο αριθμός αναφέρεται αλλού υψηλότερος καθώς δεν υπάρχουν σαφή κι αξιόπιστα νούμερα), με κατεύθυνση την κεντρική πλατεία της πόλης του Μεξικού. Υπό την υποκίνηση του Σώκρατες Κάμπος Λέμους, ο οποίος εκ των υστέρων αποδείχτηκε δάκτυλος της κυβέρνησης, 3.500 φοιτητές πείθονται να παραμείνουν στην πλατεία μετά το πέρας της πορείας.

Τα χαράματα της 28ης Αυγούστου κάνουν την εμφάνισή τους στην πλατεία τα τανκς. Οι φοιτητές φωνάζουν «Μεξικό, λευτεριά! Μεξικό, λευτεριά!» και κάποιοι προσπαθούν να εμποδίσουν τη διέλευση των τανκς. Τις επόμενες ώρες, στρατιώτες και ελεύθεροι σκοπευτές από το Ξενοδοχείο Ματζέστικ ανοίγουν πυρ κατά των διαδηλωτών.

«Λαέ, μη μας εγκαταλείπεις! Έλα και εσύ μαζί μας!»
(Σύνθημα σε διαδήλωση της 13ης Αυγούστου 1968)

Ο Σεπτέμβριος είναι κι αυτός μήνας αναταραχών, με σχεδόν καθημερινά επεισόδια. Στις 7 του μήνα πραγματοποιείται η «Διαδήλωση με τις δάδες» και στις 13, η «Πορεία της σιωπής». Στις 18 ο στρατός εισβάλλει στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού και στις 23 του ίδιου μήνα ο Πρύτανης παραιτείται.

«Αυτοί είναι οι υποκινητές: Πείνα, Άγνοια, Μιζέρια»
(Πανό σε διαδήλωση της 13ης Σεπτέμβρη)

 Την 1η του Οκτώβρη ο στρατός αποσύρεται από το Πανεπιστήμιο και από το απόγευμα της επόμενης μέρας κόσμος συρρέει στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Τλατελόλκο. Το συγκεντρωμένο πλήθος αποτελείται στην πλειοψηφία του από φοιτητές, οι οποίοι υπολογίζονται γύρω στους 50.000. Ο στρατός παρίσταται όπως και σε άλλες διαδηλώσεις, αυτή τη φορά όμως συνεπικουρούμενος από δύο ελικόπτερα και μέλη του Σώματος ‘Ολύμπια’ (‘όργανα της τάξης’ με πολιτική ενδυμασία κι ένα λευκό γάντι ή μαντίλι στο αριστερό χέρι). Στις 6 το απόγευμα εκτοξεύονται φωτοβολίδες που δίνουν το σήμα εκκίνησης στα μέλη του Σώματος ‘Ολύμπια’, διάσπαρτα μες στο πλήθος, να ανοίξουν πυρ κατά των στρατιωτών. Με αυτή την αφορμή, ο στρατός ανοίγει πυρ αδιακρίτως κατά του συγκεντρωμένου πλήθους. Η πλατεία γεμίζει παπούτσια, ρούχα και προσωπικά αντικείμενα. Όσους συλλαμβάνουν, τους μεταφέρουν σε κοντινά κτίρια, όπου τους γδύνουν και τους υποβάλλουν σε ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια.

«Συνεχώς μας λένε ‘είστε το μέλλον της χώρας’,
αλλά μας αρνούνται κάθε ευκαιρία πολιτικής συμμετοχής στο παρόν.
Εμείς όμως θέλουμε και ΜΠΟΡΟΥΜΕ να συμμετέχουμε τώρα, όχι στα εξήντα.»
(Γκουστάβο Γκορντίγιο, φοιτητής οικονομικών στο ΑΠΜ)

«Οι νέοι είναι θυμωμένοι (…)και με το δίκιο τους. (…)
Η προίκα μας είναι κακή και η στάση μας απέναντι στη ζωή ακόμη χειρότερη.
Δημιουργήσαμε μια νεολαία επαναστατική, που δεν την κατανοούμε,
και δεν μπορεί να επιλέξει ούτε το παρόν ούτε το μέλλον της.»
(Πέδρο Ταμάρις, καθηγητής)

Ο ακριβής αριθμός των νεκρών της 2ας Οκτωβρίου 1968 παραμένει μυστήριο. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν σε στρατιωτικά νοσοκομεία, ώστε να παραμείνει άγνωστος ο αριθμός τους. Οι επίσημες αρχές, ψευδόμενες, έκαναν τότε λόγο για 20 νεκρούς. Στο βιβλίο της Η νύχτα του Τλατελόλκο η Ελένα Πονιατόφσκα περιλαμβάνει τη μαρτυρία μιας μητέρας που έψαχνε για τη σορό της κόρης της σε ένα δωμάτιο με τουλάχιστον 65 πτώματα.

Πρόσφατη έρευνα του BBC Λονδίνου το 2005 –λαμβάνοντας υπόψη και την ανάμειξη της CIA στα γεγονότα–, έκανε λόγο για 200-300 νεκρούς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα εκατοντάδες άψυχα σώματα κάηκαν ή ρίχτηκαν σε απορριμματοφόρα προκειμένου να εξαλειφθούν τα οποιαδήποτε ίχνη και στοιχεία. Η πλατεία καθαρίστηκε με μάνικες υψηλής πίεσης από την πυροσβεστική, έτσι ώστε το επόμενο πρωί να μην υπάρχει ίχνος των φρικαλεοτήτων που είχαν συμβεί τη νύχτα.

Ο ρόλος των γυναικών στο κίνημα του ’68 στο Μεξικό ήταν σπουδαίος και είχε διπλό χαρακτήρα: αφενός οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στα τεκταινόμενα, αφετέρου βίωναν και συνειδητοποιούσαν και οι ίδιες τη διεύρυνση του κοινωνικού τους ρόλου, ως πολιτών και γυναικών. Καθώς οι γυναίκες αποκτούσαν ολοένα περισσότερο έδαφος στο φοιτητικό κίνημα, άρχισαν να εξαπλώνονται φεμινιστικές ιδέες. Η κυβέρνηση, διαπιστώνοντας αυτή την τάση και προσπαθώντας να την ανακόψει, έδειχνε αδιαφορία απέναντι στις γυναίκες και εστίαζε ‒ακόμη και για τις διώξεις‒ στους άνδρες του κινήματος. Έτσι, μετά την καταδίωξη κι εξόντωση των πρωτεργατών, οι γυναίκες ήταν εκείνες που ανέλαβαν τη συνέχιση του αγώνα. Μεταξύ εκείνων των γυναικών ανήκουν η Αξεχάντρα Χερρέρα, η Βίδα Βαλέρο και η Μερσέντες Περεγιό.

«Ποτέ μην ξεχνάτε το όνομα ενός στρατιωτικού ονόματι Πράδο»
(Ιδέα Βιλαρίνιο, «Δεν πέθανε λέω», Καημένε κόσμε, 1966)

Μέχρι σήμερα, οι πραγματικοί ένοχοι για το «Μακελειό του Τλατελόλκο» με τους εκατοντάδες νεκρούς και τους χιλιάδες τραυματίες δεν έχουν εντοπιστεί. Τα ΜΜΕ, υπό τον έλεγχο της μεξικανικής κυβέρνησης, φρόντιζαν για την παντελή αποσιώπηση γεγονότων και αριθμών. Ο Πρόεδρος Ντίας συνέχισε κανονικά τη θητεία του και δεν αποδείχτηκαν ποτέ ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του. Αντιθέτως, ο Οκτάβιο Πας, πρέσβης τότε του Μεξικού στην Ινδία, παραιτήθηκε από το αξίωμά του κι έγραψε το πρώτο ποίημα του παρόντος αφιερώματος. Μόλις το 2011 ορίστηκε η 2α Οκτωβρίου «εθνική επέτειος» στη μνήμη των «μαρτύρων για τη δημοκρατία». Όμως ήδη εδώ και δεκαετίες, κάθε 2 του Οκτώβρη, οι μανάδες των αγνοουμένων συγκεντρώνονται στην πλατεία στο Τλατελόλκο με πλακάτ και φωτογραφίες των ‘αγνοούμενων’ παιδιών τους: «Ζωντανούς τους είχαμε, ζωντανούς τους θέλουμε!».

«Δεν είμαι πλέον ο ίδιος. Κανένας μας δεν είναι.
Υπάρχει ένα Μεξικό πριν το Φοιτητικό Κίνημα κι ένα άλλο, μετά το ’68.
Το Τλατελόλκο είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δυο μορφές του Μεξικού».
(Λουίς Γκονζάλες ντε Άλμπα, φοιτητής Φιλοσοφίας του ΑΠΜ,
πρώην κρατούμενος στις φυλακές Λεκουμπέρι.)

Η «σφαγή του Τλατελόλκο» δεν είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της κυβέρνησης ή βίαιες διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες, αντιθέτως μια παθητική παράλυση που προκύπτει κάθε φορά που προσπαθεί κανείς να συνειδητοποιήσει τα αδύνατα. Έπρεπε να περάσουν χρόνια, ώσπου να συνειδητοποιήσει ο μεξικανικός λαός τι είχε συμβεί και να αποκτήσει σταδιακά ισχυρότερη δημοκρατική συνείδηση. Απότοκος βέβαια των γεγονότων της 2ας Οκτωβρίου ήταν η εμφάνιση αριστερών (κάποτε ριζοσπαστικών) κινημάτων, όπως η Ένωση της 23ης Σεπτεμβρίου (Liga del 23 de septiembre) ή το Κόμμα των Φτωχών (Partido de los Pobres) που αποτέλεσαν προπομπούς του Σοσιαλιστικού Κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η 2α Οκτωβρίου έχει χαραχτεί στη μνήμη του μεξικανικού λαού και, σύμφωνα με τον Αλμπέρτο Πουλίδο Αράντα που έζησε εκείνες τις μέρες, συνέβαλε ώστε «η ποίηση να γίνει πιο ώριμη, η πολιτική πιο ανοιχτή και οι δημοκρατικοί χώροι για τους αγώνες και την αλλαγή περισσότεροι».

«Αφού το Φοιτητικό Κίνημα κατόρθωσε να ξεμπροστιάσει την Επανάσταση
και να δείξει ότι δεν ήταν παρά μια γριά πόρνη, άρρωστη και διεφθαρμένη,
έχει ήδη δικαιωθεί. Δε χρειάζεται άλλου είδους δικαίωση.»

(Εστέμπαν Σάντσες Φερνάντες, οικογενειάρχης)

 

Καθότι όμως ο άνθρωπος δεν μαθαίνει από τα λάθη του και η ιστορία κύκλους κάνει, μόλις το 2014 ‘εξαφανίστηκαν’ ως δια μαγείας 43 φοιτητές στην Αγιοτσινάπα του Μεξικού. Η τύχη τους ακόμη και σήμερα αγνοείται, ευθύνες δεν έχουν αποδοθεί, και όλα καλά και όλα ωραία.

Ας δούμε όμως πώς επεξεργάστηκαν τα συμβάντα του ’68 σπουδαίοι εκπρόσωποι της λατινοαμερικανικής ποίησης. (Συνέχεια αφιερώματος, Τετάρτη 3 και Παρασκευή 5 Μαίου)

*Σύνθημα κατά τις διαδηλώσεις του κινήματος του ’68 στο Μεξικό.

Επιτήδευση και νομενκλατούρα στις χριστιανικές συντροφιές

christian pilgrim group

~ . ~

Μια φιλοσοφική ηθολογία ενός κοινωνικού μορφώματος

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗ

Απόρροια της έμφυτης κοινωνικότητάς μας είναι η δημιουργία ομάδων ή ομαδώσεων κάθε είδους. Αυτές, λειτουργώντας ως μικρό κοινωνικό κύτταρο, αναλαμβάνουν να αφουγκραστούν τις σκέψεις μας, αλλά και να μας ανακουφίσουν από προβληματισμούς και ενοχλήσεις, που βαραίνουν τον ψυχισμό μας[1].

Στην πραγματικότητα, οι ομάδες τούτες έχουν διφυή υπόσταση. Αφενός, προσφέρονται ως περιβάλλον δημιουργικής μας εκτόνωσης, αφετέρου, ως συμπαγές σώμα, ποδηγετούν μέχρι μυελού οστέων, τις συνειδήσεις ατόμων με ροπή στη συνεχή και επανειλημμένη κατάφαση. Οι παραπάνω ομαδοποιήσεις διακρίνονται σε πολιτικές, επαγγελματικές, επιστημονικές, ευρύτερων κοινωνικών στόχων, κ.λπ. Εκείνες βέβαια που παρουσιάζουν όλως διακριτά χαρακτηριστικά, σε σχέση με τις υπόλοιπες, είναι οι θρησκευτικές και, στην περίπτωσή μας, οι χριστιανικές μαζώξεις. Όταν έχουμε τουτέστιν, συγκεκριμένη συνάντηση, σε τακτή ή περιοδική βάση, για μια ομιλία, διάλεξη, εορταστική εκδήλωση, διαφώτιση, με δημηγορικές διαστάστεις, ενδιαφερομένων για ένα εκκλησιαστικό θέμα, κ.λπ. Δεν θα σταθούμε στο τι ο μέσος όρος από αυτές τις αδελφότητες πρεσβεύει, στον εδραίο και διάσπαρτο ελληνισμό, ούτε θα επιμείνουμε στο τι ακριβώς επιδιώκουν, μια και αυτά είναι πράγματα, που σοβούν υπό ένα πέπλο, από τη φύση του άδηλο, και σε εξέλιξη. Θα δούμε λίγο την ανώνυμη ιδιοσυγκρασία κάποιων από τις χριστιανικές συγκεντρώσεις και τον λειτουργικό φαινότυπο των μελών τους. Άρα οι απόψεις μας είναι μια αδρή περιγραφή και όχι ad hominem.

Μιλάμε για άτομα, ορισμένα, από τα οποία, αισθάνονται αδύναμα να πορευθούν στη ζωή ιδίαις δυνάμεσι, και, καλώς ή κακώς, προσφεύγουν στην παντοδυναμία του ανήκειν. Ο λόγος δεν γίνεται για περιπτώσεις κατά τις οποίες η εξομολόγηση, ως μυστήριο, παρίσταται αναγκαία και ψυχωφελής στην ιδιωτική ζωή του καθενός μας. Εδώ πρόκειται για συνανθρώπους μας, οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να αυτενεργήσουν, νομίζουν ότι χρειάζονται εγχειρίδιο ζωής με οδηγίες χρήσεως και καταφεύγουν στο οχυρό των συλλογικών πεποιθήσεων. Εντελώς William Jamesπαρενθετικά, να τονίσουμε ότι, ο φιλόσοφος και ψυχολόγος W. James (1842 – 1910) είχε, σε πολύκροτο έργο του, υπογραμμίσει ότι το πρωτεύον στη θρησκεία, είναι η προσωπική σχέση ατόμου και θείου. Η θεολογία, η φιλοσοφία, η εκκλησιαστική οργάνωση, είναι, για αυτόν, πράγματα δευτερεύοντα[2]. Ως προστατευτικό οχυρό λοιπόν των ανθρώπων αυτών, προσφέρεται ο γενικός βερμπαλισμός της συντροφιάς. Να πούμε, πως η συντροφιά, για την οποία μιλάμε, δεν σχετίζεται καθόλου με τη συντροφικότητα. Η συντροφικότητα προϋποθέτει και απαιτεί φιλία, εγγύτητα, οικείο και εγκάρδιο περιβάλλον. Σε αυτό, περιέχεται και η αντιγνωμία, ως διαλεκτική. Η συντροφιά, στην περίπτωσή μας, εκλαμβάνεται ως συλλογικότητα, με χρόνο ύπαρξης συνήθως όσο διαρκεί η διεκπεραίωση κάποιου πνευματικού στόχου, όπως ήδη αναφέραμε, και όχι όσο μεσολαβεί μια καθαρά κοινωνική προσφορά σε ανθρώπους που τη χρειάζονται (διάθεση υλικών και χρηματικών πόρων, ιεραποστολή, αποκατάσταση υγείας, δωρεάν εκπαίδευση…). Πέραν τούτων, κυριαρχούν οι μεγατόνοι της ατομικότητας και της παχυλής διόγκωσης του εγώ. Εάν μάλιστα σκεφτείς να κάνεις κατ’ ιδίαν παρέα με ορισμένα από τα άτομα αυτά, διαπιστώνεις ότι αυτό, είναι από δύσκολο έως αδύνατον. Είτε επειδή έχουν ύφος πολυπραγμοσύνης είτε λόγω του ότι αποδεικνύονται, από κοντά, άγευστα ζωικής και ενστικτώδους τέρψης. Αρκετές φορές αναρωτιέσαι πού πήγε η ατίθαση σκέψη της γνησιότητας του ήθους. Μήπως αλλοτριώθηκε από την ενορία;

Σε περίπτωση που, τελικά, το «σκέφτομαι διαφορετικά», σημαίνει: «δεν μιλάω τη γλώσσα των άλλων», κάτι τέτοιο δεν υφίσταται στις παραπάνω συνάξεις. Οι εξαιρέσεις ευπρόσδεκτες. Ακόμα και όταν τα μέλη τους διαμορφώνουν τη δική τους, προσωπική, ζωή, με αυτόνομη, ξεχωριστή δράση ή στοχασμό, ένα κομμάτι της είναι τελείως αναπόσπαστο από τη δεξαμενή των ακλόνητων κοινών τους πιστεύω ένα τμήμα δηλονότι από ανεξίτηλες πεποιθήσεις, οι οποίες συνέχουν τις συγκεντρώσεις αυτές. Ιδιαίτερα η ενοριακότητα δεν πρέπει να στοχεύει στον αποκλεισμό κάθε διαφορετικής φωνής πέραν της δικής της, αλλά στη συγκεφαλαίωση του παρελθόντος και του μέλλοντος χρόνου σε ένα υπερχρονικό παρόν. Απαραίτητος όρος είναι η συμφιλίωσή της με μια γνωσιακή πανδαισία. Μία άλλη εξαρτητική ουσία, η οποία επιπολάζει στους ανωτέρω χριστιανικούς χώρους, είναι αυτή της επιτήδευσης, ή αλλιώς της πεποιημένης και ομοιόμορφης συμπεριφοράς. Είναι άραγε αυτή ενδογενής ή πολιτισμικό επίχρισμα σε ανθρώπους, που θέλουν να γίνονται αρεστοί; Δεν συζητάμε για την ευσέβεια, που είναι απότοκος του δέους προς το θείον. Το κέντρο του ενδιαφέροντος, είναι τώρα ο μιμητισμός, ο οποίος χαρακτηρίζεται από επιμελημένη φροντίδα για το φαινομενικά τέλειο και ανεπίληπτο φέρεσθαι. Έχοντας τη μέριμνα αυτή ως εγκόλπιο, ο σύντροφος καθίσταται εκών άκων, αιχμάλωτος σε ένα πλαίσιο μινιμαλιστικού κοινωνικού φορμαλισμού. Και είναι η μέριμνα αυτή, που εγκλωβίζει την αυθορμησία, καταδικάζοντας τον εαυτό να φειδωλεύεται στις Charles Taylorεκδηλώσεις του. Εάν υποθέσουμε ότι η ελεύθερη προαίρεση ενέχει ένα ηθικό μεγαλείο, τότε σίγουρα, η βούληση, σε θερμοκρασία περιβάλλοντος, στο οποίο καλλιεργούνται απολυτότητες, θεωρείται κλινικά νεκρή. Ο φιλόσοφος Ch. Taylor (1931 -), στο έργο του Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, επιχειρηματολογεί υπέρ μιας ακώλυτης απόφασης, τη στιγμή που κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, η διαφοροποίηση μας από έναν συγκεντρωτικό τρόπο ύπαρξης, δεν ταυτίζεται πλέον με εξωμοσία. Τονίζει, με άλλα λόγια, πως από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα και μετά, η νεωτερική συνείδηση προήγαγε την ιδέα ότι ο τρόπος με τον οποίον πραγματώνω την ύπαρξή μου, είναι μοναδικός. Καλούμαι να ζήσω με τον δικό μου τρόπο και όχι κατ’ απομίμηση των άλλων. Εάν δεν είμαι γνήσιος, συνεχίζει, χάνω την ιδιαίτερη σημασία, που έχει για εμένα, το να είμαι ανθρώπινος[3].

Ακόμα, άλλωστε, και το εκκλησιαστικό δόγμα, δεν συνιστά δεσμευτική προϋπόθεση της ύπαρξης, αλλά ελεύθερη αποδοχή μιας σταθερής αναφοράς με το περιεχόμενο της πίστης μας. Λέγεται, ότι οι πιο ανασφαλείς άνθρωποι, έχουν τις ισχυρότερες προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις αυτές, στον βαθμό που υπάρχουν στους θρησκευτικούς τόπους για τους οποίους κάνουμε λόγο, δεν είναι τυχαίες. Είναι αποτέλεσμα τόσο της πλημμελούς έξωθεν πληροφόρησης (η οποία βρίσκεται σε παρατεταμένη αναμονή…), από κέντρα μελετών και έρευνας για το φαινόμενο της ζωής γενικότερα, όσο και ενός σχολαστικισμού περί τα πνευματικά, που ενίοτε ολισθαίνει στη νοσηρότητα. Οι υποψιασμένοι περί αυτά, διαθέτουν μια ευρύτερη σκευή κατανόησης τους και δεν υποτάσσονται στην περιορισμένη σοφιστική ερμηνείας τους. Με λίγα λόγια, το δόκανο ενός εμβόλιμου ηθικού διλήμματος, καραδοκεί ασυγκράτητα, εάν η ευρυμάθεια και ο σχετικισμός δεν διαιτητεύσουν σε συνειδησιακές συγκρούσεις. Τα διλήμματα αυτά, σχετίζονται συνήθως με επερχόμενη νέμεση, εκ του αοράτου, στην οποία καθυποβάλλεται ο εαυτός λόγω ενοχών. Πρόκειται για αναστολές και αμφιθυμίες, που διατηρήθηκαν ταριχευμένες μέσα στην αδιαπέραστη ατμόσφαιρα της θρησκευτικής ακολουθίας. Δεν είναι λίγοι άλλωστε αυτοί, που, λόγω των συγκρούσεων αυτών, πήραν την άγουσα προς την παθογένεια. Ως παθογένεια, δεν εννοούμε απαραιτήτως τα όποια ψυχοσωματικά συμπτώματα. Είναι το να βλέπεις τον πρακτικό βίο υπό τη συναισθηματική και νοητική ιδιοτέλεια της ‘οπτικής γωνίας’, ενός συνάγματος. Με τη λογική του συλλογικού εγωκεντρισμού. Όχι με τα δικά σου μάτια. Άλλο βέβαια είναι να ασκείς τον σχολαστικισμό και άλλο να τον υφίστασαι. Στη δεύτερη περίσταση, η προσωπική σου ζωή, έρχεται αντιμέτωπη με μεταφυσικές δυνάμεις. Επιπλέον, ο σχολαστικισμός, η εμμονή δηλαδή με τις λεπτομέρειες, ως θεώρηση βιοτής, προκαλεί και αδυσώπητες Francis Collinsσχέσεις μεταξύ των ατόμων. Υπόνοιες, ενοχές και κρυψίνοια, είναι οι απαράμιλλες εκδηλώσεις του. Φυσικό επακόλουθο: όσο πιο αδύναμα είναι τα επιχειρήματα κάποιου να στηρίξει μια σύγχρονη δυναμική σχετικισμού, τόσο συχνότερα καταφεύγει στην επίκληση των θεσμίων. Ο γενετιστής και, κατά τα άλλα, ιερολόγιος, Francis Collins (1950 – ), προσφεύγει στη σημερινή σχετικότητα των ηθικών εκτιμήσεων για να υπογραμμίσει ότι ο παραδοσιακός ηθικός νόμος, βρίσκεται σε σύγκρουση με τη μεταμοντέρνα φιλοσοφία, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται απόλυτα καλό ή κακό[4]. Δεν είναι η κατάλληλη ώρα για να αναπτυχθούν ή να συζητηθούν οι κοινωνιοβιολογικές προεκτάσεις και οι αφορμές αυτής της τοποθέτησης. Ούτε για να τεθεί το ζήτημα της εξελικτικής καταγωγής της ηθικής. Μπορούμε όμως βάσιμα να διαπιστώσουμε ότι η μετάσταση της επιτακτικής οφειλής, από το συλλογικό καθήκον, σε ιδιωτική ηθική, είναι πλέον γεγονός.

Παράλληλα η περιπόθητη ομοψυχία μεταξύ διαφορετικών χριστιανικών σιναφιών, είναι κάτι πολύ συζητήσιμο. Συντεχνίες, φατρίες, φράξιες και μεταλλαγμένες πατριές, τρέφονται από τις ίδιες τους τις σάρκες, διαγράφοντας την σιωπηρή δήλωση: «δικός μας» και «δικός σας». Το οξύμωρο είναι ότι, σε κάθε μια από τις αδελφότητες αυτές, ξεχωριστά, δύσκολα μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάποια θεολογίζουσα αυτονομία. Υπάρχουν άραγε στελέχη στις συντροφιές αυτές, που σφετερίζονται πλεονεκτήματα και αξιώματα κατ’ αποκλειστικότητα; Αναμφίβολα, ορθώνονται αναστήματα με ζηλευτά φυσικά και ψυχικά χαρίσματα. Τα ίδια καταξιώνονται να χοροστατούν σε ομηγύρεις στα ανάλογα στέκια. Δίπλα τους, κατά κανόνα, παρατρέχουν άτομα με ιδιότυπες ανισότητες. Κοινωνικά και ευφυή, μοναχικά και ονειροπόλα. Ο λόγος των προεστώτων, έχει υπέροχες στιγμές, αλλά βαρετά ημίωρα. Άλλωστε, όποιος μιλάει καλά και πολύ, κρύβεται καλύτερα. Συνήθως, άνθρωποι με ανησυχίες, εγκόσμιες και του επέκεινα, συνιστούν το πολυσύνθετο ακροατήριο των δελεαστικών τούτων εκδηλώσεων. Ένα ακροατήριο, το οποίο πήγε να αναζητήσει την τύχη ή τη δυσφορία του. Η ατμόσφαιρα αυτή, δεν απουσιάζει και από αίθουσες ή τάξεις ιερών διδακτηρίων, στα οποία ενίοτε επίζηλα πρόσωπα, δρουν, και, πέραν των άλλων, ως τοποτηρητές των προσερχομένων. Ιδίως, των νεοφερμένων αλλά και των επήλυδων. Χωρίς να αποκλείονται και οι απόμαχοι. Καταστατική αντίφαση των παραπάνω, είναι ότι τα άτομα που απολαμβάνουν τον εθισμό της αναγνώρισης και της μελέτης του γραπτού και του προφορικού τους λόγου από άλλους, δεν αξιολογούν επαρκώς τη διαφορά ανάμεσα στους αναγνώστες – παθητικούς θεατές και τους σχολιαστές τους. Σε αυτό εξάλλου έγκειται και η διάσταση μεταξύ ‘αυλής’ και κριτικής τους αντιμετώπισης.

Γνώρισμα των ιθυνόντων εγκεφάλων στις ανάλογες συναθροίσεις, είναι η στρατηγική της διαφήμισης. Συνεπώς, ο διαφημιζόμενος, από, άλλοτε αφανής άνθρωπος του πλήθους, μεταβάλλεται σε γνωστό δακτυλοδεικτούμενο. Από πρώην ευπατρίδης και ερασιτέχνης της διανόησης, της γραφής και της ζώσης φωνής, προβάλλεται σε ημι-απρόσωπο επαγγελματικό πρότυπο συλλογισμού. Το εργονομικό μειονέκτημα εδώ βέβαια, μια και μιλάμε για στοχευμένη διάδοση της Christian peopleφήμης τους, είναι ότι ενώ μπορούν να ξαναχρησιμοποιήσουν τον ίδιο χώρο, δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο και για τον χρόνο. Αργά ή γρήγορα, ο εσμός ο οποίος ακολουθεί κάποιον που βρίσκεται σε θέση πρωτείου, εξελίσσεται σε λέσχη, κλειστού τύπου. Άλλωστε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την υποτροπιάζουσα δημοσιότητα. Οι τρέχουσες κοινωνικές συνήθειες, μας υποβάλλουν να επιδείξουμε μια φυσιογνωμία εικονική. Δεν ξεχνάμε μάλιστα ότι από τους εν γένει ομογνώμονες εταιρισμούς, (πολιτικά κόμματα, θρησκεύοντα σωματεία, τοπικές συντεχνίες, κ.λπ.), εκβλάστησαν μειράκια, που – με την ώση της ‘παρέας’ – κατέλαβαν υψηλούς θώκους σε οργανισμούς και ιδρύματα και πήραν σημαίνουσα θέση σε λογής λογής ιεραρχίες.

Σίγουρα η εξέχουσα τάξη, που βρίσκεται στις όποιες συλλογικότητες για τις οποίες συζητάμε, δεν σχετίζεται καν με την περιαγωγή της ψυχής, κατά Πλάτωνα. Εάν δηλαδή για τον φιλόσοφο, η έξοδος από το σπήλαιο προς το φως, ήταν προϋπόθεση για να ατενίσουμε το φέγγος των ιδεών, για τους σημερινούς ασχολούμενους, με τη διάδοση του Χριστιανισμού, (επιλέγοντας, όχι πάντα, εκλεκτικά στοιχεία από αυτόν) η ανάλογη αναχώρηση σηματοδοτείται με την, εκ μέρους τους, περιβολή των αμφίων του κήνσορα, του τιμητή των πάντων. Ως ελεγκτές των δημοσίων, ιδιωτικών και μύχιων ηθών, τοποθετούν την περιρρέουσα αγωγή και συμπεριφορά σε βλοσυρά και αγέλαστα εδώλια. Εδώ, δεν στηλιτεύεται η παραβατικότητα, αλλά συντελείται κάτι το εκπληκτικότερο. Μια ξέφρενη νοηματοθεσία. Καταστάσεις και άνθρωποι, ετεροκαθορίζονται μέσα σε ένα παραπειστικό πλαίσιο στο οποίο η μορφή και το έργο της ομάδας, περιβάλλεται με αλγοριθμική μοναδικότητα. Στην περίπτωση αυτή, δεν συζητάμε για το δόγμα, το οποίο στη γλώσσα της Εκκλησίας, είναι, αδιαμφισβήτητα, το όριο της εμπειρίας της, αλλά για προσωποποιημένο δογματισμό. Και μάλιστα, σε πρόσωπα ή σε πρόσκαιρα άθλα. Αυτός, ας θυμήσουμε, ότι δεν εμφωλεύει μόνον στη θρησκεία, αλλά και στην πολιτική, την επιστήμη, την οικονομία… και γενικά όπου η σχετική εμβληματική φυσιογνωμία των λαγετών υποδειχθεί ως μόνη διέξοδος για πρακτικά και θεωρητικά ζητήματα. Εάν λοιπόν ο δογματισμός, ως έλλειψη κριτικής σκέψης και μισαλλοδοξία, μαρτυρείται αρκετές φορές στη θρησκεία, είναι επειδή η πραγματικότητα περιορίζεται, από τους προβεβλημένους της, στο νυν και το επέκεινα των αποκλειστικών τους βλέψεων. Άμεσο επακόλουθο: τα έργα και οι ημέρες τους δεν δικαιούνται να δύσουν. Σωστά, όμως, έχει παρατηρηθεί ότι οι εποχές δεν αξιολογούνται με τα πρακτικά αποτελέσματα που επιφέρουν, αλλά με τα βιώματα που συσσωρεύουν στις ψυχές αυτών που τις ζουν και με την προσωπική γενναιότητα, που δεν αποβλέπει σε κανένα αντάλλαγμα, απέναντι σε ό,τι παρουσιάζεται ως δήθεν ιστορική νομοτέλεια[5].

Μια και η ομάδωση όμως αποτελεί συστατικό πυρήνα της ανθρώπινης κοινωνικής και βιολογικής εξέλιξης, η εμπλοκή μας σε αυτήν, όπως εξαρχής τονίσαμε, είναι αναγκαία όσο και αναπόφευκτη. Φυσικώ τω λόγω, να υπάρχουν και χριστιανικές συνάξεις, οι οποίες πορεύονται με γλυκασμό και χάρη τόσο στις εσωτερικές όσο και στις εξωτερικές εκδηλώσεις τους. Εδώ, τα άτομα δεν επιδιώκουν τίτλους τιμής στην ορθοπαιδεία ούτε διεκδικούν κάποια προτεραιότητα στην ηθική καταξίωση, μέσα στην ευρύτερη περιοχή όμορων περιοχών. Άλλωστε η γνησιότητα του ήθους, στο μέτρο που έχει περισωθεί, δεν βρίσκεται μόνον στη διανοητική συνείδηση. Η διανοητική συνείδηση, φέρει την προικώα σκευή για έναν πολιτισμό, έτσι ώστε αυτός να στηρίζεται και στην κριτική αποτίμηση (αποδοχή ή απόρριψη) των επιστημολογικών μοντέλων αλλά και στη δαψίλεια των τοποθετήσεων μας για το ποιό είδος πολιτισμού ή Διαφωτισμού επιθυμούμε να οικοδομήσουμε. Η αυθεντικότητα του ήθους όμως, εδράζεται ευτυχώς και στην πνευματική συνείδηση. Έτσι η εξοικείωση ανάμεσα στα μέλη της ομάδας – πέραν της μαρτυρίας που κατατίθεται για την σταυρική κένωση -, δεν επιβάλλει καμία άτυπη θέσπιση κριτηρίων αποδοχής για κάθε νεοπροσήλυτο. Προσφυώς έχει λεχθεί, ότι η νεωτερικότητα επινόησε μια τέτοια δημοκρατία ώστε να λειτουργεί ως το καλύτερο φίμωτρο στην ασύδοτη ελευθερία Albert Schweitzerτου λόγου. Ακόμα και εάν τούτο φαντάζει υπερβολικό, η φιλικότητα μιας πλουραλιστικής συντροφιάς, σέβεται την ιδιαιτερότητα του καθενός, ιδίως την ωμότητα μιας άλλης άποψης και την ανταλλαγή διαφορετικών εμπειριών. Η πνευματική συνείδηση, επ’ ουδενί προτείνει ανούσιες προτάσεις πρωτοκόλλου, σε μια εξωστρεφή επικοινωνία της ομάδας. Προτάσεις, που διαιωνίζουν την υπάρχουσα δυστοπία. Ο Π. Γέμτος, σε πρόσφατη μελέτη του, αναφέρεται ρητά στην απομυθοποίηση των θρησκευτικών πηγών, από νεότερες προσωπικότητες, όπως είναι ο A. Schweitzer, ο R. Bultmann. Αυτό το κάνει για να δείξει ότι ανοίγουν νέοι δρόμοι γόνιμης ένταξης και ανάπλασης της θρησκευτικής παράδοσης, σε νέα ερμηνευτικά σχήματα[6].

Με το ίδιο σκεπτικό, έχει γραφτεί ότι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοπερνίκεια επανάσταση της θρησκευτικής συνείδησης. Η παράδοση δεν διαπλάθει πλέον το άτομο, αλλά το άτομο παίρνει από την παράδοση ό,τι του ταιριάζει[7]. Με τον τρόπο αυτόν, το προσωπικό πιστεύω έγινε «ατομική επιλογή» ή «ατομική δέσμευση»[8]. Αναπόδραστα, η «εξημέρωση» (κατά άλλους άμβλυνση) του χριστιανισμού, του προσδίδει δραματική αξία αλλά και κοσμοπολιτικές διαστάσεις. Μη ξεχνάμε ότι ο χριστιανισμός, στην εξάπλωσή του, συνυφάνθηκε με την αποικιοκρατία. Από τη μια λοιπόν, ο ίδιος απομακρύνεται από το ευαγγελικό ιδεώδες, το εόρτιο μήνυμα και την τοπική/γλωσσική του ιθαγένεια και από την άλλη υπερβαίνει γεωγραφικά όρια και φυλετικούς φραγμούς, εμπόδια τα οποία, μέχρι προ τίνος, φάνταζαν αξεπέραστα. Τελειώνοντας, ας τονίσουμε πως, η συνεισφορά της αστοχίας μας, στις χριστιανικές συντροφιές, κρίνεται απαραίτητη, ως σημείο αντιλογίας, για τη διαμόρφωση μιας εν δυνάμει πληρότητας. Στο σημείο αυτό, έγκειται εφεξής και η περιούσια συμβολή των χριστιανικών συναγμάτων κατά τις συζητήσεις τους. Να λαμβάνουν υπόψη τους, τον εκάστοτε επιστημονισμό (ζητήματα βιοηθικής, την εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους, την παγκοσμιοποιούμενη τεχνική jomo Kenyattaπρόοδο, κ.λπ.) αλλά και να διασώζουν την ευλογία του βιβλικού – πατερικού περιεχομένου, στα χαρακτηριστικά του προσίδιου ήθους του: την εκκλησιαστική παρρησία, τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, την κηρυγματική ευθύτητα και την, κατά συγκυρία, μεταστροφή (conversion) του υποκειμένου (Παύλος, Αυγουστίνος, Ντοστογιέφσκι…). Τα λόγια, άλλωστε, του Κενυάτη ηγέτη, Γιόμο Κενυάτα (1893 – 1978), αποκαλύπτουν αλλά και προαναγγέλλουν την, από παλιά, επίβουλη συμμαχία του παραταξιακού Χριστιανισμού και της εναρμονισμένης πολιτικής ιδεολογίας, εκεί όπου το, κατ’ επίφαση φέρσιμο, διαπρέπει: «Όταν ήρθαν οι ιεραπόστολοι, οι Αφρικανοί είχαν τη γη και οι ιεραπόστολοι κρατούσαν τη Βίβλο. Μας έμαθαν να προσευχόμαστε με τα μάτια κλειστά. Όταν τα ανοίξαμε, εκείνοι είχαν τη γη κι εμείς κρατούσαμε τη Βίβλο».

ΠΕΤΡΟΣ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗΣ

Πέτρος φαραντακηςΟ Πέτρος Φαραντάκης είναι διδάκτορας της φιλοσοφίας του πανεπιστημίου Αθηνών και πιστοποιημένος μεταδιδάκτορας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Εργάζεται ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και είναι διευθυντής ακαδημαϊκού προγράμματος στο Bilston College, του Λονδίνου.

Ευχαριστίες εκφράζονται στον Θανάση Σακελλαριάδη, επίκουρο καθηγητή της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, για τις γόνιμες παρατηρήσεις του.

~  .  ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. και την ενδιαφέρουσα άποψη του Π. Κονδύλη, στο βιβλίο του: Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Βασικά Στοιχεία της Κοινωνικής Οντολογίας, τ. Ια, Κοινωνική Σχέση, Κατανόηση, Κοινωνικότητα, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Θεμέλιο, Αθήνα, 2007, σ. 268: «Το άτομο δεν υπάρχει μαζί με την κοινωνία, αλλά μέσα στην κοινωνία, δηλαδή σε μια διαρκή θετική ή αρνητική, ανοιχτή ή κρυφή, άμεση ή έμμεση αντιπαράθεση με ανθρώπους που ανήκουν στο ίδιο ή πάντως σε ένα συλλογικό σώμα, καθώς και με αυτό που αποτελεί θεσμικό και πολιτιστικό προϊόν της δράσης άλλων ανθρώπων».

[2] W. James, Οι Παραλλαγές της Θρησκευτικής Εμπειρίας. Σπουδή στην Ανθρώπινη Φύση, τ. 1ος, μτφρ. Β. Τομανάς, Printa, Αθήνα, 1999, σ. 26, η οποία αποτελεί τμήμα του Προλόγου στην Ελληνική Έκδοση, από τον Η. Νικολούδη. Στην ίδια σελίδα, ο Νικολούδης, αναφέρει: Ο James προσφέρει έναν νέον ορισμό της θρησκείας: «θρησκεία είναι τα αισθήματα, οι πράξεις και οι εμπειρίες των ανθρώπων ως ατόμων στη μοναχικότητά τους, στο μέτρο που αυτοί συνειδητοποιούν ότι τελούν σε σχέση με οτιδήποτε είναι δυνατόν να θεωρήσουν ως θείο»

[3] Βλ. Ch. Taylor, Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Μ. Πάγκαλος, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006, σ. 67.

[4] Fr. Collins, Η Γλώσσα του Θεού. Ένας Επιστήμονας δίνει Μαρτυρία για την Πίστη, μτφρ. Θρ. Κετσέας, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 35.

[5] Κ.Βεργόπουλος, Οι Αμετανόητοι. Από τη Δεκαετία του `60 στον 21ο Αιώνα, Λιβάνης, Αθήνα, 2010, σ. 189.

[6] Π. Γέμτος, Ο Άνθρωπος σε ένα Ψυχρό, Αδιάφορο και Εχθρικό Κόσμο. Η Απολογία του Σύγχρονου Ανθρώπου, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015, σ. 140.

[7] Fr. Lenoir, Ο Χριστός Φιλόσοφος, μτφρ. Αιμ. Βαλασιάδης, Πόλις, Αθήνα, 2010, σ. 277.

[8] Ο σύγχρονός μας στοχαστής Tz. Todorov, στο βιβλίο του Προς Υπεράσπιση του Διαφωτισμού, μτφρ. Κ. Καψαμπέλης, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2011, σ. 21, μιλώντας για την αποκαθήλωση των παραδοσιακών θεσμικών αξιών γενικώς, άμα τη εμφανίσει του Διαφωτισμού, γράφει: «Τα άτομα δεν νιώθουν δέος απέναντι στην παράδοση, προσπαθούν να διαχειριστούν μόνα τους τον ιδιωτικό τους χώρο, και συνάμα απολαμβάνουν αρκετή ελευθερία έκφρασης»

~  .  ~

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α.1. Βιβλιογραφία αναφορών

Βεργόπουλος, Κ., Οι Αμετανόητοι. Από τη Δεκαετία του `60 στον 21ο Αιώνα, Λιβάνης, Αθήνα, 2010.

Γέμτος, Π., Ο Άνθρωπος σε ένα Ψυχρό, Αδιάφορο και Εχθρικό Κόσμο. Η Απολογία του Σύγχρονου Ανθρώπου, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Κονδύλης, Π., Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος. Βασικά Στοιχεία της Κοινωνικής Οντολογίας, τ. Ι α, Κοινωνική Σχέση, Κατανόηση, Κοινωνικότητα, μτφρ. Λ. Αναγνώστου, Θεμέλιο, Αθήνα, 2007

Collins, Fr., Η Γλώσσα του Θεού. Ένας Επιστήμονας δίνει Μαρτυρία για την Πίστη, μτφρ. Θρ. Κετσέας, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.

James, W., Οι Παραλλαγές της Θρησκευτικής Εμπειρίας. Σπουδή στην Ανθρώπινη Φύση, τ. 1ος, μτφρ. Β. Τομανάς, Printa, Αθήνα, 1999.

Lenoir, Fr., Ο Χριστός Φιλόσοφος, μτφρ. Αιμ. Βαλασιάδης, Πόλις, Αθήνα, 2010

Taylor, Ch., Οι Δυσανεξίες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Μ. Πάγκαλος, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006.

Todorov, Tz., Προς Υπεράσπιση του Διαφωτισμού, μτφρ. Κ. Καψαμπέλης, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2011.

~  .  ~

 Α.2. Ενδεικτική βιβλιογραφία σχετιζόμενη έμμεσα με το θέμα

Γέμτος, Π., Θεσμοί ως Κεντρική Μεταβλητή των Κοινωνικών Επιστημών, Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Ζουμπουλάκης, Στ., «Αθήνα και Ιερουσαλήμ: πού κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;» από το βιβλίο: Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των Φιλοσόφων, (επιμ. Στ. Ζουμπουλάκης), Αθήνα, Άρτος Ζωής, 2012, 481- 500

Μπαθρέλλος, Δ., «Εφτά αμαρτήματα του σύγχρονου εκκλησιαστικού απολλιναρισμού», Σύναξη, 74 ( Απρίλιος – Ιούνιος 2000), σσ. 10-18

Μπιτσάκης, Ε., Το κεφάλαιο: «Κριτική του φαινομένου της θρησκείας», από το βιβλίο του, Από την Πυρά στο Άμβωνα, Τόπος, Αθήνα, 2009, σσ. 191 – 203.

Νούτσος, Π., Κεντρικό Καφενείο «Ο Λαϊκισμός», Παπαζήσης, Αθήνα, 2015.

Παπαδόπουλος, Γ., τα κεφάλαια: «Τα όρια του φυσιολογικού» και «Στίγματα ψυχών», που βρίσκονται στο βιβλίο του: Υποθέσεις Αλήθειας. Ενδεχόμενα Επιστήμης και Ανθρώπων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης, 2006, σσ. 29-40 και 85 – 95.

Σαββάτος, Χρ., « Η κρίση της σύγχρονης κοινωνίας και η εκκοσμίκευση της εκκλησιαστικής διακονίας», Θεολογία, 83, τ.1, (Ιανουάριος – Μάρτιος 2012), σσ. 7-25

Φαραντάκης, Π., «Ο αναχωρητικός χριστιανικός μυστικισμός ως αναίρεση του κοινωνικού ορθολογισμού», με περίληψη αγγλιστί, Journal of Oriental and African Studies, 6 (1994), σσ. 170 – 173.

Φαραντάκης, Π., «Ουσία του χριστιανισμού», Φιλοσοφικό – Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ.4, Καπόπουλος, Αθήνα, 1995, σ. 132

Φαραντάκης, Π.,«Βεβαιότητα και σχετικισμός στη νεωτερική συνείδηση. Η περίπτωση της θεολογίας», Θεολογία, 1 (2012), σσ. 333 – 343.

Φαραντάκης, Π., «Διαφωτισμός και ελλογιμότητα στη νεοελληνική διανόηση κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Από τη χειραφέτηση στη χειραγωγία; (του Διαφωτισμού). Η συμβολή του Εργαστηρίου Ερευνών της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων», Μνημοσύνη, 19 (2013), σσ. 343 – 350

De Waal, Fr., (επιμ.), Πρωτεύοντα και Φιλόσοφοι. Πώς Εξελίχθηκε η Ηθική, μτφρ. Χρ. Στεργίου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2015.

Haakonssen, K., Διαφωτισμοί και Θρησκείες, μτφρ. Ρ. Αργυροπούλου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα, 2010.

Weber, M., Θεωρία της Θρησκευτικής Αρνησικοσμίας, μτφρ. Θ. Γκιούρας, Σαββάλας, Αθήνα, 2002.

Wolff, L., Ο Διαφωτισμός και ο Ορθόδοξος Κόσμος, μτφρ. Μ – Χ. Χατζηϊωάννου, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα, 2001.

Ιωάννα Τσιβάκου: Από την πολιτική στην ανθρωπολογική έννοια του έθνους

Τσιβάκου Ιωάννα

~ . ~ 

Στο Books’ Journal του Μαρτίου (τχ. 75, 2017), ο πρώην υπουργός Ευάγγελος Βενιζέλος, σε κείμενό του για τον Διονύσιο Σολωμό, γράφει αναφερόμενος στη διαδικασία της εθνογένεσης:

Διότι η διαδικασία της εθνογένεσης, όπως γίνεται γενικότερα αποδεκτό πλέον στην επιστημονική συζήτηση, είναι αντίστροφη. Το κράτος είναι αυτό που γεννά την εθνική ταυτότητα και την εθνική συνείδηση. Προηγείται το εθνικό κράτος της εθνικής ταυτότητας.

Από πού συμπεραίνει ο Ε.Β. ότι «γίνεται γενικότερα αποδεκτό»; Αγνοεί ή θέλει να αγνοεί την πλούσια βιβλιογραφία (κυρίως ανθρωπολογική) που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια γύρω από το έθνος και η οποία ήλθε σε αντίθεση με κείμενα γνωστών ιστορικών οι οποίοι ισχυρίζονταν πως το έθνος είναι επακόλουθο του κράτους. Όμως είναι περίεργο ένας καθηγητής της επιστήμης του Δικαίου να αγνοεί τις ουσιαστικές συνιστώσες του έθνους που η σύγχρονη σκέψη έχει φέρει στο φως προκειμένου να αντιμετωπιστούν σε βάθος (όχι μόνο πολιτικό αλλά και ανθρωπολογικό) φαινόμενα όπως του σύγχρονου εθνικισμού.

Είναι αλήθεια πως στη διεθνή βιβλιογραφία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα σκέψης: το πρώτο, υπηρετούμενο κυρίως από ιστορικούς και θεωρητικούς της πολιτικής επιστήμης, λίγο-πολύ υποστηρίζει πως το έθνος είναι δημιούργημα του 18ου και 19ου αιώνα, και αναδείχθηκε μαζί με το κράτος (E.J. Hobsbawm, Nations and Nationalism since 1780, 1990· GellnerΕ. Gellner, Nations and Nationalism, 1983· L. Greenfiel, Nationalism: Five Roads to Modernity, 1993). Το ρεύμα αυτό είτε δεν βλέπει καμία σχέση μεταξύ εθνότητας και έθνους, είτε ισχυρίζεται πως στην εθνότητα, όσες φορές επιστρατεύονται εθν(οτ)ικές ιδέες, αυτό γίνεται από τις πολιτικές ηγεσίες προκειμένου να κινητοποιηθούν οι λαϊκές μάζες γύρω από τις στοχεύσεις των ηγεσιών. Δεν υπάρχουν δηλαδή ιστορικά γεγονότα που να αποδεικνύουν την εθνική συνείδηση των λαών πριν από τους Νέους Χρόνους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το έθνος ουσιαστικά αποτελεί γέννημα του νεωτερικού κράτους και των κοινωνικών διαδικασιών που το κράτος επέβαλε όπως: ο καθορισμός της εδαφικής επικράτειας και ένα όνομα για τους λαούς που διαβιώνουν στην εν λόγω εδαφική επικράτεια· επιδίωξη πολιτισμικής ομοιομορφίας για τα άτομα του ιδίου έθνους· πολιτική εξίσωσης των πολιτών του (citizenship) του έθνους· βιομηχανική οργάνωση της παραγωγής και την συναφή με αυτήν συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις· ανάπτυξη Μαζικών Μέσων Επικοινωνίας τα οποία αναλαμβάνουν την ευθύνη της διάδοσης της εθνικής ιδέας· και, τέλος, την εφαρμογή μιας ενιαίας εκπαιδευτικής πολιτικής προκειμένου το σύνολο του πληθυσμού του κράτους να σχηματίσει κοινή ιστορική μνήμη.

Σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις, το κράτος εγκολπώθηκε την ιδέα του έθνους, φροντίζοντας να εφαρμόσει μια πολιτική πολιτισμικής ομοιομορφίας και κοινής καταγωγής, ώστε να ενισχύσει στα μέλη του δεσμούς του συνανήκειν. Δημιούργησε ένα Εμείς το οποίο ήρθε να συνενώσει υπό ενιαία στέγη τις πρώην εθνοτικές κοινότητες όπου δέσποζε η πολιτισμική κατάτμηση. Αυτή η επεκτατική πολιτική του αστικού κράτους, ευθύνεται για την δημιουργία της έννοιας του έθνους, συντελώντας έτσι στη σύμπτωση του έθνους στα όρια του αστικού κράτους.

Απέναντι στο παραπάνω ρεύμα, σχηματίστηκε ένα δεύτερο ρεύμα –το οποίο σήμερα ηγεμονεύει στον τομέα των σπουδών για το έθνος– από ανθρωπολόγους κυρίως, στο οποίο παρά τις διαφορές τους εντάσσονται στοχαστές όπως οι: F. Barth, Ethic groups and Boundaries, 1968· A. Smith, The Ethnic Origins of Nations, 1993· T. Eriksen, Ethnicity and Nationalism: Anthropological Perspectives, 1991· R. Jenkins, The limits of identity: ethnicity, conflict, and politics, 1998· J. Llobera, The Sociology of Nationalism: Tomorrow’s Ancestors, 1994, και άλλοι. ethnic origins.jpgΤο εν λόγω ρεύμα ερμηνεύει το έθνος ως αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης που άρχισε από την φυλή και την κοινή καταγωγή που αυτή προϋπέθετε, διήλθε από την φάση της εθνότητας, θεωρούμενης ως συνιστώσας της κουλτούρας, για να φθάσει σε αυτήν του έθνους. Δηλαδή, το ανθρωπολογικό ρεύμα αρνείται την ασυνέχεια του έθνους την οποία πρεσβεύουν οι οπαδοί του πρώτου ρεύματος.

Ενώ όμως ο όρος έθνος συναντάται σε λαούς αρχαίους ή προνεωτερικούς, από την αρχαία Κίνα, το Ισραήλ και την Ελλάδα έως τις μεσαιωνικές ευρωπαϊκές κοινότητες, η έννοια εθνότητα αποτελεί αποκλειστική εφεύρεση των μελετητών των αρχαίων κοινοτήτων. Βεβαίως η παλιά εννοιολόγηση του έθνους έχει διαφοροποιηθεί από την σημερινή, καθώς δεν υπάρχει συμβολική κατηγορία που να μην έχει μετατραπεί στο πέρασμα των αιώνων. Αλλιώς εννοούσε τον Θεό η αρχαία ελληνική κοινωνία, αλλιώς η σημερινή χριστιανική. Σε άλλο πράγμα αναφερόταν η ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα όταν μιλούσε για οικογένεια, σε άλλο αναφέρεται σήμερα. Το ίδιο έχει συμβεί και με την έννοια έθνος. Αυτό όμως δεν υπονοεί πως δεν υπάρχει στο κοινό φαντασιακό ο κεντρικός πυρήνας των σχετικών κατηγοριών.

Στις κοινωνίες, προνεωτερικές ή σύγχρονες, οι κοινωνικές πρακτικές (είτε πρόκειται για πρακτικές παραγωγής και διακίνησης αγαθών, είτε διακυβέρνησης της πολιτείας, είτε στρατιωτικών επιχειρήσεων) επεκτείνονται διαπερνώντας τα θεσμοθετημένα σύνορα, οπότε δύο πράγματα συνέβαιναν και συμβαίνουν: ή μια συγκεκριμένη κοινωνία ερχόμενη σε επαφή με άλλες προσλαμβάνει και υιοθετεί το ίδιο πολιτισμικό πρότυπο ως καθοδηγητική αρχή του βίου της, διευρύνοντας έτσι τις σχέσεις της με συγγενείς κοινότητες· ή, εφόσον είναι ισχυρότερη, τις κατακτά επιβάλλοντας σε αυτές τις δικές της πίστεις, πεποιθήσεις και πολιτισμικά γνωρίσματα.

Στο παρελθόν (αρχαίο ή προνεωτερικό), η διαπίστωση των ομοίων κοινωνικών πρακτικών, ιερών και τελετουργιών, δημιούργησε και κινητοποίησε ένα κοινό φαντασιακό επενδεδυμένο με κοινά σύμβολα, επιτρέποντας έτσι στα μέλη των συγγενών κοινοτήτων την ανάπτυξη αυτοσυνείδησης για την μεταξύ τους πολιτισμική συγγένεια και καταγωγή. Παράλληλα, η πολιτισμική ομοιότητα προσδιόρισε τη γεωγραφική περιοχή εντός της οποίας όλες αυτές οι κοινότητες δραστηριοποιούνταν, ταυτίζοντας για πρώτη φορά το δίκαιο του εδάφους με το δίκαιο του αίματος. Μόλις όμως αυτές οι συγγενικές πολιτισμικά κοινότητες αντιμετώπιζαν κοινό εχθρό, συγκροτούσαν κοινή πολιτειακή αρχή –κοινό θεσμό- για την αντιμετώπισή του, και τότε ανάγονταν σε έθνος καθώς αποκτούσαν κοινή εθνική συνείδηση. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ανάδυση της εθνικής συνείδησης στην αρχαία Ελλάδα, όπως αναλύουν έγκυροι στοχαστές.

Συγκεκριμένα, ο Frank Walbank (Selected papers: Studies in Greek and Roman Historiography, 1985) ερευνώντας την έννοια του έθνους στην αρχαία Ελλάδα, αναφέρεται στον Ηρόδοτο και στην πληροφορία του πως, όταν μετά τη Σαλαμίνα οι Σπαρτιάτες φοβόντουσαν πως οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να κάνουν ξεχωριστή συνθήκη με τους Πέρσες, οι Αθηναίοι απάντησαν: πως αυτό δεν ήταν δυνατόν, όχι μόνο διότι οι Πέρσες έκαψαν τους ναούς τους, αλλά διότι με τους ΄Ελληνες τους ενώνει η αδελφοσύνη: «η κοινή μας γλώσσα, οι βωμοί και οι θυσίες στις οποίες όλοι συμμετέχουμε, ο κοινός χαρακτήρας που φέρουμε – πράγμα που αν οι Αθηναίοι τα πρόδιδαν όλα αυτά, δεν θα ήταν σωστό».Herodot Εν προκειμένω δηλαδή γίνεται αναφορά στην εθνική συνείδηση των Ελλήνων ως τόπο κοινής καταγωγής και πολιτισμού. Για το θέμα της ελληνικής συνείδησης, ο Hans Kohn επίσης (The idea of Nationalism: a study in its origins and background, 2005, πρώτη δημοσίευση 1944) θα υποστηρίξει πως η εθνική συνείδηση στους Έλληνες δημιουργήθηκε ιστορικά, όχι από τον Τρωικό πόλεμο, όπου πουθενά ο Όμηρος δεν αναφέρεται σε έθνος Ελλήνων, αλλά από τους Περσικούς. Γύρω στο 700 π.Χ. δημιουργήθηκε το όνομα Έλληνες και Ελλάς, και από εκεί κι έπειτα συναντάμε το όνομα σε αντίθεση με τους Βαρβάρους. Αναφέρει πως μετά τους Περσικούς, αναπτύχθηκε το εθνικό φρόνημα και ως παράδειγμα αναφέρει τον Ευριπίδη, ο οποίος στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι βάζει την Ιφιγένεια να λέει πως δέχεται να θυσιαστεί για τους Έλληνες.

Και οι δύο συγγραφείς απαντούν στα επιχειρήματα όσων διατείνονται πως οι ελληνικές πόλεις είχαν μεταξύ τους εχθρότητες και πολέμους πως οι τελευταίοι ήταν εμφύλιοι πόλεμοι, για τον λόγο αυτόν κατά τον Ηρόδοτο επρόκειτο για στάσιν ἔμφυλο. Πάντως, και οι δύο πάντως συγγραφείς αναφέρονται στον διαφορετικό τρόπο εννόησης της σημασίας έθνος στην αρχαία Ελλάδα από τον σημερινό, όπου αυτό συνδέεται με την λαϊκή κυριαρχία επί συγκεκριμένου εδάφους, ήτοι με την αναπόσπαστη σύνδεσή του με το κράτος.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδέα του έθνους δεν περιορίζεται σ’ ένα κοινώς παραδεκτό πρότυπο Αγαθού, παρότι το τελευταίο αποτελεί προϋπόθεση για την σύστασή της. Λαμβάνει υπόσταση όταν η κοινότητα συμμετέχει σε ευρύτερο πολιτικό σχηματισμό λόγω της ανάγκης να υπάρξει ένα πολυπλοκότερο κέντρο αποφάσεων για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων ανάμεσα σε συγγενείς ή πολιτισμικώς όμοιες κοινότητες. Η ανάδειξη δηλαδή θεσμού ή θεσμών ικανών να συγχωνεύουν στην πολιτική τους έκφανση τις μέχρι πρότινος ανεξάρτητες πολιτικές αρχές των κοινοτήτων, απαιτεί την ανάδειξη μιας καθολικότερης κατηγορίας η οποία να εμπνέει και να καθοδηγεί την δράση όλων όσων συμμετέχουν στους νεοαναδυθέντες θεσμούς. Τέτοια κέντρα αποφάσεων στην Aρχαία Ελλάδα σχηματίστηκαν εκτάκτως στην περίπτωση των Περσικών πολέμων, όπως και στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εξ ου και οι περισσότερες αναφορές στο έθνος των Ελλήνων γίνονται σε συσχετισμό με αυτές τις ιστορικές περιόδους.

Δεν χρειάζεται εν προκειμένω να γίνει αναφορά στην ελληνική συνείδηση των Βυζαντινών, ιδίως μετά τον 9ο έως τον 15ο αιώνα, εφόσον υπάρχει πλούσια ελληνική βιβλιογραφία αναφερόμενη στα βυζαντινά κείμενα όπως και αναλύσεις για τους όρους Γένος, Ρωμαίος και Γραικός. Για να μην κατηγορηθούμε όμως πως παραπέμπουμε μόνο σε Έλληνες συγγραφείς, ας πούμε εν είδει υποσημειώσεως πως ολόκληρη την περίοδο από τον 9ο στον 15ο αιώνα, η Evelyne Patlagean την χαρακτηρίζει ως τον Ελληνικό Μεσαίωνα.

Η τοποθέτησή μας πως το έθνος συντελεί στη στήριξη κυρίαρχων πολιτικών θεσμών, δεν υπονοεί την ρίζωση του έθνους στον εκάστοτε πολιτικό θεσμό μιας και επιμείναμε στην ανάδυσή του μέσα από επίπονες και θεσμοθετημένες κοινωνικές πρακτικές. Η ιδέα του έθνους δεν είναι προϊόν πολιτικής βούλησης ή διαπραγμάτευσης, αλλά γέννημα-θρέμμα της συμμετοχής σειράς γενεών στο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η αξία και μακροημέρευσή της.

Υπ’ αυτή την οπτική, η έννοια του έθνους όπως και η συνείδηση που έχει μια κοινωνία γι’ αυτό, τουτέστιν η εθνική της συνείδηση, ερείδονται σε εμπειρίες των μελών της πολύ πιο παλιές από την εμφάνιση του δυτικού έθνους-κράτους. Αυτό δεν αντιφάσκει στην παραδοχή πως το έθνος συνοδεύει τον υπέρτατο θεσμό της εκάστοτε πολιτείας. Συνδέεται πάντοτε στενά με τους ανώτατους πολιτικούς θεσμούς διακυβέρνησης είτε αυτοί ήταν οιονεί ομοσπονδιακή συνένωση πόλεων, είτε κράτη χωρίς ωστόσο το γεγονός αυτό να προϋποθέτει την συμπόρευσή τους.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

 

Δύο φίλοι

 ΓΕΩΡΓΉ ΒΙΒΛΊΟ.  ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Την 24η Ιουλίου 1974 ο Γιώργος Σεφέρης δεν πρόφτασε να τη ζήσει. Είχε προηγηθεί ο θάνατός του, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Όμως στον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η συμμετοχή του υπήρξε διαρκής, πολύπλευρη και αταλάντευτη. Το αργότερο από το 1969, όπως σημειώνει ο βιογράφος του, ο Σεφέρης «βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο κάθε λογοτεχνικής διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος.»

Απ’ τα ποικίλα επεισόδια αυτής της συμμετοχής, γνωστά στο ευρύτερο κοινό είναι μόλις δύο: η περίφημη δήλωση του ποιητή στο ΒΒC στις 28.3.1969, που βρήκε παγκόσμια απήχηση, και η συμβολή του στη συλλογική αντιστασιακή έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα τον Ιούλιο του 1970. Δεν είναι όμως τα μόνα. Όπως δεν είναι ευρέως γνωστός, ο ρόλος που διαδραμάτισε όλη αυτή την περίοδο στο πλευρό του Σεφέρη ο, έμπιστος φίλος του, Στρατής Τσίρκας.

Ήδη από το 1967 ο Σεφέρης είχε πάρει τη διπλή απόφαση: Να μείνει στην Ελλάδα («Μού λένε να φύγω; Να πάω πού; Δεν μπορώ άλλο την προσφυγιά. Εδώ θα μείνω με τους ανθρώπους που μιλούν τη γλώσσα μου, σ’ αυτό το τοπίο που δεν μπορώ πια να τ’ αποχωριστώ.»)· και να σιωπήσει εκδοτικά («Έπειτα από τα καμώματα της 21ης του Απρίλη, πήρα την απόφαση να μην τυπώνω πια στην Ελλάδα όσο βασιλεύει η λογοκρισία»).

Ειδικά αυτή η τελευταία απόφαση του Σεφέρη δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Γεωργής στο πρόσφατο, εξαίρετο, βιβλίο του Η συνάντηση Στρατή Τσίρκα – Γιώργου Σεφέρη. Μια φιλία που βράδυνε (Καστανιώτης, 2016, όθεν και όλα τα εδώ παραθέματα), η εθελούσια αποχή του Σεφέρη από την εκδοτική δραστηριότητα «φαίνεται ότι έγινε γνωστή μέσω του Τσίρκα σ’ έναν ευρύ κύκλο Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Η πατρότητα της ιδέας για σιωπή των συγγραφέων φαίνεται όμως ότι ανήκει στον Τσίρκα».

Στο ιστορικό της πολυκύμαντης σχέσης αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, που με τεκμηριωμένο όσο και τερπνό τρόπο φιλοτεχνεί, ο Γεωργής μας δείχνει πώς ο Τσίρκας με τις συγκινητικές φροντίδες του σταθερά ενθαρρύνει και παρακινεί τον πρεσβύτερο φίλο του, τον οποίο τόσο αγαπούσε και θαύμαζε, στις δημόσιες τοποθετήσεις του εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Και να σκεφτεί κανείς, ότι η σχέση των δύο ανδρών είχε ξεκινήσει τριάντα χρόνια πριν, επί Κατοχής, με μια δημόσια αντιπαράθεση!

tsirkas002Έτσι, στις 18.12.1970, Σεφέρης και Τσίρκας και συνολικά 28 συγγραφείς και καλλιτέχνες από όλο το πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά ώς την αριστερά, πράγμα ώς τότε πρωτοφανές (ανάμεσά τους οι Ρίτσος, Θεοδωράκης, Σινόπουλος, Χάκκας, Βαλτινός, Κουμάντος, Συνοδινού, Σαμαράκης κ.ά.) συνυπογράφουν τηλεγράφημα συμπαράστασης προς τους Καταλανούς διανοουμένους και καλλιτέχνες (μεταξύ τους οι ζωγράφοι Μιρό και Τάπιες, η συγγραφέας Ματούτε κ.ά.) που σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς το φρανκικό καθεστώς είχαν εγκλειστεί συμβολικά στο ιστορικό Αβαείο του Μονσεράτ.

Στις 23.3.1971, και με αφορμή την συμπλήρωση των 150 ετών της Επανάστασης, οι δύο φίλοι και άλλοι 131 συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, και πάλι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, συνυπογράφουν διακήρυξη για τον «αληθινό χαρακτήρα» και το «ιδεολογικό περιεχόμενο» του Ξεσηκωμού: «Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του».

Τέλος, στις 9.7.1971, ο Γιώργος Σεφέρης σε κείμενό του στον Figaro Literraire για την εκατοστή επέτειο των γενεθλίων του Μαρσέλ Προυστ κλείνει την αναφορά του στον Γάλλο μυθιστοριογράφο καταγγέλλοντας τη φυλάκιση του μεταφραστή του στην Ελλάδα, Παύλου Ζάννα, από το απριλιανό καθεστώς. Και αυτό το κείμενο, ο ποιητής το είχε συζητήσει προηγουμένως με τον φίλο του. Όπως θυμάται ο ίδιος ο Τσίρκας στο κείμενο με το οποίο τον Σεπτέμβρη του 1971 αποχαιρέτησε από τις στήλες του Βήματος τον Σεφέρη:

Πρώτη του Ιούλη, δειλινό, είκοσι περίπου μέρες πριν να μπει στον Ευαγγελισμό. Απ’ το γραφείο του περάσαμε στην πλακόστρωτη αυλή που τη χωρίζει μια μεγάλη τζαμωτή πόρτα, τις πιο πολλές φορές κλειστή, όταν δούλευε. Καθίσαμε γύρω από το χαμηλό τραπέζι, εκείνος με τη ράχη στη δύση κι εγώ κάπως αντικριστά του. Σχολίαζε αργά ένα κείμενό του στα γαλλικά για τα εκατό χρόνια του Μαρσέλ Προυστ […]

Χαμήλωσα και πάλι τα μάτια στο κείμενο. Τώρα μιλούσε για το μεταφραστή του «Αναζητώντας», το φίλο του και φίλο μου, τον αγαπημένο μας και φυλακισμένο Παύλο Ζάννα. «Για κοίτα», έλεγα μέσα μου, «το κείμενο για τον Προυστ το έγραψε μόνο και μόνο για να θυμίσει στον κόσμο τη μοίρα του Παύλου. Αυτή η σκέψη, αυτή η αγωνία για τους φυλακισμένους, δεν τον αφήνει, του σκάβει τη ζωή».

Έγραψα ήδη, ξετυλίγοντας το συναρπαστικό νήμα της εξιστόρησης του Γ. Γεωργή για τη σχέση των δύο ανδρών, ότι η φιλία του Γιώργου Σεφέρη και του Στρατή Τσίρκα είχε ξεκινήσει απρόοπτα: με μια δημόσια αντιδικία. Τον Μάιο του 1942, σε σημείωμά του σε περιοδικό της Αλεξάνδρειας, ο Τσίρκας παρουσιάζει την έκδοση των καλβικών Ωδών, που είχε μόλις κυκλοφορήσει στην Αίγυπτο, σχολιάζοντας επικριτικά το εισαγωγικό κείμενο του Σεφέρη. seferiΕίναι η εποχή, θυμίζω, μεσούντος του Πολέμου, όπου ο διπλωμάτης Γεώργιος Σεφεριάδης, ακολουθεί την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στις περιπέτειές της, περιπλανώμενος προσωπικά μεταξύ Κρήτης, Καΐρου, Αλεξάνδρειας, Πρετόριας και Ιεροσολύμων. Εκεί άλλωστε, στην Ιερουσαλήμ, όπου και οι δυο τους είχαν καταφύγει προσωρινά εμπρός στον κίνδυνο του προελαύνοντος Ρόμελ, αναφέρει ο Τσίρκας ότι είδε τυχαία τον Σέφερη για πρώτη φορά («είχε έρθει με τη γυναίκα του και έβγαινε απ’ το ελληνικό προξενείο»).

Οι ενστάσεις του Τσίρκα για τη σεφερική ανάγνωση του Κάλβου είναι τόσο πολιτικές όσο και αισθητικές· έχουν τις καταβολές τους στη χρόνια ήδη τότε διαμάχη μεταξύ στρατευμένης και καθαρής ποίησης, και ως τέτοιες διατηρούν την επικαιρότητά τους ώς σήμερα. «Ο πρόλογος» του Σεφέρη, αναγνωρίζει ο Καϊρινός συγγραφέας, ταγμένος ήδη από τότε στους κόλπους της μάχιμης αριστεράς, ασφαλώς

αποτελεί πολύτιμη συμβολή στη μελέτη του έργου του Κάλβου από αισθητικής και γλωσσικής απόψεως και θα είναι εντρύφημα για τους, δυστυχώς, ευάριθμους καλβολάτρες. Η γνώμη μας όμως, είναι πως η εκλογή της μελέτης αυτής από τους εκδότες για να παρουσιασθεί μια έκδοση που έχει χαρακτήρα λαϊκό, δεν ήταν πετυχημένη. Ούτε συμβιβάζεται με το σκοπό που βάλανε στον εαυτό τους οι Νεοαλεξανδρινοί: Να γνωρίσουν δηλ. πλατύτερα «το ιδανικό που εμψυχώνει την Ελλάδα στην ηρωϊκή της θυσία που ήταν και ιδανικό του Κάλβου.» Για τα ιδανικά του Κάλβου δεν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος στον πρόλογο. Τίποτα για το καθαρά διανοητικό του πάθιασμα για τη λευτεριά, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική αρετή, την Ελλάδα

Με αυτό το κριτήριο, συνεχίζει ο Τσίρκας,

η μελέτη του κ. Σεφέρη μοιάζει μάλλον με βαθυστόχαστη προσπάθεια να δικαιολογήσει στα μάτια των οπαδών της «άδολης ποίησης» μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ίδιος, τη διγλωσσία και την πατριωτική ποίηση του Κάλβου […]

Σαν εισαγωγή σ’ ένα έργο όπου ακούγεται ο Ωκεανός να μουγκρίζει μ’ όλη του την υδάτινη έξαρση, όπου νιώθεις το Χρόνο που

Περιτρέχει την θάλασσαν
Και την γην όλην

να σ’ αγγίζει με τα κοκκαλιάρικά του δάχτυλα, όπου σε καψαλίζει η λάβα όλων των ευγενών μετάλλων που λιώνουν κάτω από την αξεδίψαστη διανοητική φλόγα του αδιάλλαχτου ιδεαλιστή, μας δίνει ένα χαμηλόφωνο μονόλογο αισθητικού ταχυδακτυλουργού σε βραχμάνικο χρυσελεφάντινο ναΐσκο.

Και μόνο η τελευταία αυτή φράση, φράση βγαλμένη από πέννα θα λεγε κανείς ήδη σπουδαίου και κατασταλαγμένου παρά τη νεότητά του κριτικού (ο Τσίρκας δεν έχει κλείσει όταν γράφεται τα 31 του χρόνια), αρκεί νομίζω για Γιώργος Γεωργήςνα εξηγήσει την έντονη δυσφορία που προκάλεσε στον -έντεκα χρόνια μεγαλύτερό του- Σεφέρη το κείμενό του. Από την αλληλογραφία του με τους Αλεξανδρινούς φίλους του Παναγιωτόπουλο και Μαλάνο, μαθαίνουμε ότι για ένα διάστημα ερωτοτρόπησε με την ιδέα να απαντήσει προσωπικά στον Τσίρκα, για τον οποίο ζητεί μάλιστα από τον δεύτερο διά του πρώτου πληροφορίες («Ρώτησε τον Τίμο ποιος είναι αυτός ο τύπος και αν αξίζει να τον περιλάβω.»)

Στο τέλος, όπως σημειώνει ο Γεωργής, «θα επιλέξει την προσωρινή αποσιώπηση του θέματος». Θα επανέλθει σ’ αυτό, έναν χρόνο μετά, εμμέσως και παρεμπιπτόντως, στην πολύκροτη ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στο «Ριάλτο» της Αλεξάνδρειας στις 6 Μαΐου 1943. Και έχοντας τον ίδιο τον Τσίρκα στο ακροατήριο να τον ακούει…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες»: Μετά το τρομοκρατικό δημοψήφισμα

13533123_10157092491190603_6862818073120492_n

Γράμμα από τις Βρυξέλλες, 28.06.2016

Αγαπημένη μου,

ναι, εντάξει, έχεις δίκιο να παραπονιέσαι και να διαμαρτύρεσαι, πάει καιρός που έχω να σου γράψω, πράγμα που βαραίνει και στη δική μου συνείδηση. Έλα όμως που τα χτυπήματα διαδέχονται απανωτά το ένα το άλλο. Πριν προλάβει κανείς να συνέλθει απ’ το πρώτο, να ‘σου και το επόμενο. Ευτυχώς, όμως, γνωρίζεις με ποιαν έχεις να κάνεις και είμαι βέβαιη ότι όχι μόνο δεν θα μου το επιρρίψεις, αλλά θα έχεις πιθανότατα και κατανόηση για το πώς επιδρά μια τέτοια κατάσταση σε μένα, όπως και σε όλους βέβαια. Εξάλλου, στην ίδια λίγο-πολύ θέση βρίσκεται πλέον ολόκληρη η Ευρώπη και ο κόσμος όλος.

Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στη (Μεγάλη) Βρετανία σχετικά με την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα τα έμαθες. Παρά το θετικό αποτέλεσμα σε Σκωτία, Βόρεια Ιρλανδία και Λονδίνο, οι Βρετανοί αποφάσισαν υπερήφανα με 51,9% απόσχιση από την ευρωπαϊκή οικογένεια, πράγμα που προξένησε «συγκρατημένο πανικό» όχι μόνο στην πολιτική ηγεσία της Ε.Ε., αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη γενικότερα. Κάποιοι αναρωτιούνταν (εύχονταν) μήπως ο Κάμερον ακολουθήσει το παράδειγμα του Τσίπρα (είμαστε πρωτοπόρος λαός, πώς να το κάνουμε!) και κάνει το «όχι», «ναι». Μόνο που πέρα από πρωτοπόροι, είμαστε και μοναδικοί, απαράμιλλοι στο είδος μας. Κάθε άλλο, λοιπόν, οι Βρετανοί προσήλθαν με το κούτελο ψηλά στην έκτακτη σύνοδο της ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου σήμερα και, για να είμαστε πιο ακριβείς, με τσαμπουκά. Βρετανοί Ευρωβουλευτές μίλησαν με απρεπή τρόπο σε συναδέρφους, εκφράζοντας τη χαρά τους που επιτέλους η (Μεγάλη) Βρετανία δεν θα πληρώνει για τους μισθούς Ευρωβουλευτών που ούτως ή άλλως δεν κάνουν τίποτα και άλλα συναφή. Η άλλη πλευρά δεν έχασε την ευκαιρία (κάτι μου θυμίζει αυτό) και απάντησε με εξίσου ειρωνικό υφάκι. Δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να οξύνονται τόσο οι τόνοι.

Πολλοί, ανάμεσα σε κείνους -φαντάζομαι- κι εσύ, θα αναρωτιούνται προς τι η βιασύνη. Κι όμως, ποια βιασύνη; Να τους δώσουμε χρόνο να το ξανασκεφτούν, ελπίζοντας ότι θα αλλάξουν γνώμη; Δεν θα αλλάξουν. Να περιμένουμε να κακοφορμίσει η πληγή, πράγμα που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τρίτοι; Προς τι; Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Βλέπεις ποιους έχεις μαζί σου και ποιους όχι και προχωράς. Το θέμα είναι απλό: Η (Μεγάλη) Βρετανία δεν ένιωσε ποτέ ‘μέλος’ (άκου τώρα έκφραση για ολόκληρη αυτοκρατορία!) του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η στάση της ήταν πάντα στάση αμφιβολίας, καχυποψίας και συντηρητισμού -αν όχι οπισθοδρόμησης- (το καλύτερο για τους ίδιους θα ήταν η πραγματική επιστροφή στο παρελθόν βλ. Επέκταση των συνόρων, ίσως και Βρετανική Ένωση –who knows?), πράγμα που συνιστούσε ανέκαθεν πολιτικό τραύμα στο ευρωπαϊκό σώμα.Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τη στάση της στο ενιαίο νόμισμα, στο κοινό Σύνταγμα; Οπότε μια σύγκριση του BREXIT με το GREXIT θα ήταν άστοχη. Ο μαθηματικός στο γυμνάσιο μας έλεγε: «ανόμοια ποσά μεταξύ τους δεν συγκρίνονται». Άσε που, με τα 3/4 της νεολαίας να έχουν σκορπίσει στην Ευρώπη, η Ελληνίδα μάνα θα το σκεφτόταν διπλά πριν απλώσει το χέρι στην κάλπη. Λοιπόν, (Μεγάλη) Βρετανία, «γενηθήτω το θέλημά σου».

Όμως, προσοχή! Ήδη στις συνομιλίες μου και σε όσα ακούω στους διαδρόμους του Κοινοβουλίου, διακρίνω μια τάση εκδίκησης, ακόμη και παραδειγματισμού, πράγμα που θεωρώ μικροπρεπές. Η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. θα πρέπει να γίνει όπως στο χωρισμό ενός ζευγαριού.  Θα μου πεις, δεν γίνονται μικροπρέπειες –όσο μικρές ή μεγάλες– όταν χωρίζει ένα ζευγάρι; Ε, όπως και να ‘χει, ο ένας οφείλει να σέβεται την επιθυμία του άλλου να φύγει κι ώς εκεί. Εφόσον η Βρετανία αποφάσισε να αποχωρίσει, δεν θα πρέπει να μας νοιάζει το αν αποσχιστούν από εκείνην η Σκωτία, η Ουαλία κλπ, ούτε αν θα γονατίσει οικονομικά, αλλά πώς εμείς θα προχωρήσουμε, χωρίς μάλιστα να φοβερίζουμε τα υπόλοιπα κράτη-μέλη με δυσβάσταχτες κυρώσεις. Η αρχή είναι απλή: τίποτε δεν γίνεται με το ζόρι. Όσοι θέλουν να φύγουν, ας φύγουν, κι όσοι θέλουν να μείνουν, ας μείνουν. Να ξέρουμε, μόνο, ποιοι είναι αυτοί. Με τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούν να υποχρεώνονται οι Σκωτσέζοι (διαφορετικός λαός από τους Βρετανούς) να ονομάζονται Βρετανοί υπό τη σκέπη της (Μεγάλης) Βρετανίας, ούτε οι Καταλανοί να λέγονται Ισπανοί, αφού οι ίδιοι δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως τέτοιους. Μπορείς να επιβάλεις σε κάποιον πώς να βλέπει τον εαυτό του και να λέγεσαι δημοκρατικός και προοδευτικός άνθρωπος;

Πέρα όμως από τα λόγια, που αυτές τις μέρες είναι και πολλά και ηχηρά και φορτισμένα, η Αλήθεια βρίσκεται στα σημεία (δεν επέλεγα τυχαία τη Σημειολογία ως μάθημα επιλογής στο πανεπιστήμιο). Στο δρόμο σήμερα για το Κοινοβούλιο, με καλημερίζει μια σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πάντα με κεφαλαίο!) στο ρολόι στην πλατεία Λουξεμβούργου. «Μπα;» σκέφτομαι, «για δες! έβαλαν σημαία;» Πριν προλάβω να απορρίψω το ενδεχόμενο, σκεπτόμενη πως απλώς δεν την είχα προσέξει νωρίτερα,  τσουπ! κι άλλη σημαία, στη γυάλινη ημικυκλική οροφή! «Έχει γούστο!» ξανασκέφτηκα. Έμεινα με την απορία –μου φαινόταν τραβηγμένο– ώσπου, φεύγοντας το απόγευμα, αντίκρισα τη σημαία της Ευρώπης και στο τηλεοπτικό στούντιο! Όπως και με το τρομοκρατικό χτύπημα στο μετρό των Βρυξελλών πριν λίγους μήνες είχαν ξεφυτρώσει στα μπαλκόνια σημαίες του Βελγίου, έτσι ξεφύτρωσαν παντού στα ίδια τα ευρωπαϊκά όργανα οι σημαίες της Ενωμένης Ευρώπης. Φταίω εγώ μετά να το χαρακτηρίσω ‘τρομοκρατικό δημοψήφισμα’;

Θέλουμε, δεν θέλουμε, είτε μας αρέσει είτε όχι, την ηρακλείτεια φράση ζούμε: «τα πάντα ρει, τα πάντα χωρεί», όμως -ας μου επιτρέψει ο αρχαίος σοφός τον αντίλογο-, όλο και κάτι μένει: εσύ, ας πούμε, η φίλη μου, ενσαρκώτρια των υψηλών αξιών της φιλίας και της αγάπης. Τώρα μπορεί να μοιάζει παλιομοδίτικο -αν όχι μπαγιάτικο- και γλυκερό -αν όχι κιτς-, όμως όλα -τρομοκρατία, αποσχιστικά δημοψηφίσματα, μισαλλοδοξία, κρίση, προσφυγικό- στο ένα αυτό συγκλίνουν: όχι στο διάλογο και στην κατάστρωση σχεδίων που τόσο μα τόσο συχνά ακούμε στις αίθουσες εντός κι εκτός του Κοινοβουλίου, αλλά στην αγάπη, σε μια προσέγγιση ουμανιστική, απαραίτητη προϋπόθεση κάθε διαλόγου και κάθε σχεδίου. Άσε που αν υπήρχε αυτή, ούτε σχέδιο, αλλά ίσως ούτε καν διάλογος θα χρειαζόταν.

Πες μου, όμως, πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα του καλοκαιριού;

Σε φιλώ,

Έλενα

ΥΓ: Να μου φιλήσεις τα παιδιά. Αν τα ετοίμαζες για Αγγλία, μάθε τους κινέζικα.

*Κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

Κώστας Κουτσουρέλης: Συγγενείς, συντοπίτες, συνάδελφοι

 

κοινοτισμός

Λένε συχνά ότι ο Έλληνας είναι ατομικιστής, ότι ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και δεν δίνει δεκάρα για το κοινό καλό, το συλλογικό συμφέρον. Την ίδια στιγμή, ισχυρίζονται πολλοί (κάποτε και οι ίδιοι άνθρωποι) ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει περάσει από το στάδιο της εξατομίκευσης, ότι παραμένει δέσμια του κοινοτισμού της σε σημείο που με την κηδεμονία της να καταπιέζει, να εξουθενώνει το άτομο.

Και οι δύο παρατηρήσεις είναι εν μέρει σωστές και εν μέρει λανθασμένες. Περιγράφουν εμπειρικά μια πραγματικότητα, επειδή όμως το κάνουν με απρόσφορα σχήματα, δάνεια από την Εσπερία, αδυνατούν να την αποδώσουν πειστικά. Γιατί η διάκριση που επικρατεί στην Ελλάδα δεν είναι μεταξύ γενικού και ατομικού, δημόσιου και ιδιωτικού, ολότητας και μεμονωμένου προσώπου όπως συμβαίνει στη Δύση. Η κάθετη τομή που χωρίζει την κοινωνία μας είναι μεταξύ γενικού και ατομικού συμφέροντος, από τη μια, και μερικού συμφέροντος, από την άλλη. Σε σχέση με το γενικό, δημόσιο συμφέρον, αυτό το δεύτερο, το μερικό, είναι επίσης συλλογικό, όμως αφορά πάντοτε ένα μειοψηφικό υποσύνολο της ολότητας – τέτοιο είναι λ.χ. το τοπικιστικό, το παραταξιακό, προ πάντων όμως το οικογενειακό και το συντεχνιακό συμφέρον.

Στενά ατομικό συμφέρον στην Ελλάδα δεν νοείται – και εδώ έχουν δίκιο όσοι επισημαίνουν το έλλειμμα εξατομικεύσεως που μας χαρακτηρίζει. Η ένταξη στη συλλογικότητα παρ’ ημίν είναι υποχρεωτική, δυνατότητα εξόδου στην ουσία δεν υφίσταται, τόσο απαγορευτικές είναι οι κυρώσεις. Κάποιες φορές αυτές οι τελευταίες περιβάλλονται ουσιαστικά ισχύ νόμου. Ο δικηγόρος ή ο δημοσιογράφος λ.χ. ο οποίος θα αντιταχθεί στην πολλοστή εξωφρενική αποχή ή απεργία που κηρύσσει ο οικείος του επαγγελματικός σύλλογος, σε αντίθεση με τον κοινό εργαζόμενο δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος αν θα εργαστεί ή αν θα απόσχει – η συντεχνία του έχει τον θεσμικό τρόπο να τον εξαναγκάσει να συμμορφωθεί! Αντιστοίχως, όπου τίθεται ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ατόμου και συλλογικότητας, αυτή η τελευταία έχει σχεδόν παντού προτεραιότητα. Ο καθηγητής της Μέσης λ.χ., καίτοι διορισμένος από το ΑΣΕΠ, πειθαρχεί στα κελεύσματα της λοιπής δημοσιοϋπαλληλίας άπαξ και τεθεί θέμα απολύσεως των αναξιοκρατικά διορισμένων. Ο βιολονίστας της ΕΡΤ, που έχει περάσει από μύριες όσες οντισιόν για να προσληφθεί, βγαίνει στις ρούγες για να υπερασπιστεί τον τεχνικό ή τον διοικητικό υπάλληλο που μπήκε στον οργανισμό από την πίσω πόρτα.

Ιδίως το να ζεις στην επαρχία και να πηγαίνεις αντίδρομα σε ό,τι η τοπική κοινωνία θεωρεί θέσφατο, έχει κόστος. Ακόμη και την ψήφο εκεί, τα κόμματα (που με τη σειρά τους δεν είναι παρά διευρυμένες φαμίλιες, πολύ λίγο συγκρίσιμες με τα κόμματα στη Δύση) σε οικογενειακή βάση την υπολογίζουν, στη ζυγαριά του μικροπολιτικού πάρε-δώσε η ατομική ψήφος δεν βαραίνει. Αναλογικά πάνε και τα ρουσφέτια, κατά σόγια. Δεν διορίζεται πρόσωπο με προσόντα ή ιδιότητες ζητούμενες, η αξιοκρατία εδώ δεν παίζει τον ελάχιστο ρόλο. Διορίζεται το μέλος που η οικογένεια-πελάτισσα επιλέξει. Ακόμη και οι θέσεις εργασίες και τα προς ανάθεσιν έργα με βάση τη ζήτηση αυτών των πελατών καθορίζεται, όχι με βάση τις όποιες μετρήσιμες ανάγκες. Μουσεία, σχολεία, πανεπιστήμια, στρατόπεδα φτιάχνονται εκ των ενόντων και επί τούτου για να εξαργυρωθεί η υπόσχεση να βολευτούν τα δικά μας παιδιά ή για να μοιραστούν τα δημόσια κονδύλια στους φίλα προσκείμενους. Αν ο πολιτευτής «ρίξει» την οικογένεια, λέει η άτυπη συμφωνία που ισχύει εδώ, τότε αυτή έχει όλο το δικαίωμα στις επόμενες εκλογές να μεταναστεύσει μαζικά σ’ έναν άλλο.

Ο γιος του Ολλανδού ή του Γερμανού βιομηχάνου ξέρει ότι το όνομά του δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει την αναγνώριση. Ξεκινάει λοιπόν ως απλό στέλεχος ώσπου να πείσει για τις ικανότητές του. Και αν αποδειχτεί ακατάλληλος, οι ίδιοι οι οικείοι του θα του υποδείξουν να αναζητήσει αλλού την τύχη του, διότι τέτοιο είναι το δικό τους προσωπικό αλλά και το γενικό συμφέρον της εταιρείας. Όμως η ελληνική φαμίλια, η ελληνική συντεχνία, η παρέα ακόμη, είναι προστατευτική, υποστηρίζει τυφλά τα μέλη της, τα καλομαθαίνει όσο μπορεί και τους συγχωρεί προκαταβολικά κάθε τους στραβοπάτημα.

Αν δεν θίγεται άμεσα, συγχωρεί μάλιστα ακόμη κι εκείνους που βδελύσσονται τις αξίες που εκείνη πρεσβεύει. Φτάνει βέβαια να μένουν στα λόγια. Ο εκσυγχρονιστής διανοούμενος, λ.χ., που κόπτεται για την αξιοκρατία και βγάζει πύρινους λόγους για χάρη της, στο Πανεπιστήμιό του όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι δεν διαφέρει απ’ τους άλλους. Κρατάει το στόμα του κλειστό, ακολουθεί την πεπατημένη και κοιτάει όπως όλοι –τί άλλο;– να βολέψει τους φίλους του.

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν. (περισσότερα…)

1η Διεθνής Συνάντηση του διεθνούς κινήματος «Κραυγή γυναικών» στη Μαδρίτη…

Το διήμερο 4-6 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Ισπανίας η 1η Διεθνής Συνάντηση του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών (MPI – Mujeres Poetas Internacional), οργανωτικού φορέα του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο. Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων του διημέρου, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ άλλων συζητήσεις για την κατάσταση των γυναικών στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο -στις οποίες ήταν αφιερωμένο το φετινό φεστιβάλ με τίτλο «Λουλούδια της ερήμου»-, παρουσιάστηκε η φετινή ομότιτλη ανθολογία ποίησης με αντίστοιχη θεματολογία, εγκαινιάστηκε έκθεση ζωγραφικής και παρουσιάστηκαν θεατρικά έργα. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι εκπρόσωποι του κινήματος από 32 χώρες είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν μεταξύ τους, κάτι που μέχρι τώρα ίσχυε μονάχα σε διαδικτυακό επίπεδο. Η εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα, Έλενα Σταγκουράκη, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πολύ αξιόλογες προσωπικότητες από το Μεξικό, την Ισπανία, την Αργεντινή, τη Βουλγαρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μαρόκο, την Ελβετία κ.α. και τη δυνατότητα να ανταλλάξει ιδέες και απόψεις σχετικά με το κίνημα, ώστε να ισχυροποιηθούν οι δεσμοί μεταξύ των εκπροσώπων και να γίνουν το κίνημα και το Φεστιβάλ ακόμη πιο δυνατά. 

Στο επίσημο δείπνο-γκαλά που σηματοδότησε τη λήξη της 1ης Διεθνούς Συνάντησης του κινήματος, ορισμένες από τις διοργανώτριες και τους διοργανωτές του Φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και η Έλενα Σταγκουράκη, τιμήθηκαν από την επικεφαλής του κινήματος Γιαέλ Ουρίμπε (Jael Uribe). Για τη δραστηριοποίηση και την προσφορά της στο κίνημα και τη διοργάνωση του φεστιβάλ στη χώρα μας, η Έλενα, μέλος της συντακτικής ομάδας του «Νέου Πλανοδίου« έλαβε ένα αγαλματίδιο που παριστάνει μια γυναίκα με φτερά, καθώς και τον αντίστοιχο έπαινο.

Το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» ξεκίνησε το 2011 στη Δομινικανή Δημοκρατία κι έκτοτε εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και τον κόσμο. Το 2013 το φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στη Μαλάλα Γιουσαφζάι, στηρίζοντας την υποψηφιότητά της για το Νόμπελ Ειρήνης. Ένα χρόνο αργότερα, ο στόχος επετεύχθη. Το 2015, το Φεστιβάλ εντάχθηκε στους παγκόσμιους εορτασμούς της ΟΥΝΕΣΚΟ για το «2015: έτος φωτός». Φέτος, με τη σκιά του Ισλάμ να πέφτει βαριά τόσο στις ίδιες τις γυναίκες που το ασπάζονται, όσο και παγκοσμίως, το φεστιβάλ είχε έναν επιπλέον ρόλο να παίξει. Το Νέο Πλανόδιο στήριξε και τη φετινή διοργάνωση του Φεστιβάλ στην Ελλάδα.

Στο λόγο που εκφώνησε κατά τη διάρκεια του γκαλά, η Σταγκουράκη τόνισε: «Ζούμε σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός, όλο και πιο βίαιος, όλο και πιο εγωκεντρικός. Όπως είχε γράψει ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας, Νίκος Καζαντζάκης, ‘σήμερα που σαπίζει ο κόσμος, κι η ατιμία κι ο συμβιβασμός εξευτελίζουν και τις πιο γενναίες ψυχές, μία είναι η τακτική: Να ‘σαι ανένδοτος’. Έτσι κι εμείς, φίλες και φίλοι, παραμένουμε ανένδοτοι στον αγώνα μας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο και συνεχίζουμε αποφασιστικά τη διοργάνωση του φεστιβάλ ‘Κραυγή γυναικών’ για την επίτευξη του στόχου μας».

 

 

Κώστας Κουτσουρέλης: Φάμπρ και φάμπρικες

pic3abta-jan-fabre-21

 

Πολύ σωστά αποκάλεσαν κάποιοι «αποικιοκρατία» όλα εκείνα τα απίθανα που ανακοίνωσε τις προάλλες ο Φλαμανδός βοεβόδας του Φεστιβάλ Αθηνών και οι εγχώριοι βαστάζοι του. Όμως η αποικιοκρατία ξεκινάει από αλλού, όχι έξωθεν, έχει ρίζες βαθιές μες στο κεφάλι μας.

Γιατί εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε μεταπολιτευτικά το καλύτερο κομμάτι του πολιτισμού μας, κληρονομημένο ή πρόσφατο, παίρνοντας το κατόπι ωσάν κορδακιζόμενοι πίθηκοι την κάθε εισαγόμενη μπούρδα.

Εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε, που δυσφημίσαμε μάλιστα, την έννοια της ελληνικότητας στην τέχνη, κολλώντας στον οικείο μας κόσμο, τον κόσμο των δικών μας βιωμάτων και τρόπων, τη ρετσινιά του επαρχιωτισμού και της εσωστρέφειας.

Εμείς είμαστε που ξεχάσαμε ότι οι οικουμενικότεροι Νεοέλληνες καλλιτέχνες, αυτοί που είχαν την μεγαλύτερη και διαρκέστερη απήχηση στο εξωτερικό, απ’ τον Καβάφη και τον Καζαντζάκη ώς τον Θεοδωράκη και τον Αγγελόπουλο, υπήρξαν εξ αρχής όχι απλώς ελληνοκεντρικοί, αλλά εμμονικοί, μέχρι παθήσεως κατεχόμενοι από την ιδέα του ελληνισμού, από την διηνεκή αναζήτηση της ταυτότητάς του μέσα στον μύθο και την ιστορία.

Εμείς είμαστε που αρνηθήκαμε, που πολεμήσαμε, που συκοφαντήσαμε τη ζωτικότερη γενιά που ανέδειξαν ποτέ τα ελληνικά γράμματα, τη Γενιά του 1930, και γεμίσαμε τα έντυπα και τις φιλοσοφικές μας σχολές με αγράμματους που αποκαλούν τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο σωβινιστές και φασίστες.

Εμείς είμαστε που είδαμε στον Σεφέρη, ένα από τα πλατύτερα, τα πιο οικουμενικά πνεύματα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, τον επαρχιώτη εθνικιστή, τον προπαγανδιστή κάτι ύποπτων και γραφικών Βαλκάνιων τύπων, του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου.

Εμείς είμαστε που αποκλείσαμε τη λόγια ελληνική μουσική από τα Μέγαρα και τις Λυρικές μας, που δεν έχουμε αξιωθεί να ηχογραφήσουμε και να εκδώσουμε ακόμη και τα σπουδαιότερα έργα της, και που αντί για το Έτος Σκαλκώτα προτιμάμε να εορτάζουμε το Έτος… Ολιβιέ Μεσσιάν.

Εμείς είμαστε που στήνουμε εκθέσεις και αναδρομικές σε κάθε μικρομεσαίο διάττοντα και που στέλνουμε στις Μπιενάλε και τις Εκθέσεις Βιβλίου ανά την υφήλιο σμάρι τους μίμους και τα εκάστοτε πιο φρέσκα βλαστάρια μας, αλλά που ποτέ δεν τολμούμε να προβάλουμε έξω καταπώς τους αξίζουν τα αληθινά, διαχρονικά μας επιτεύγματα. Τον Γιαννούλη Χαλεπά, λ.χ., ώστε να καταφανεί ότι πρόκειται για μιαν από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Ή τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ασυζητητί έναν από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της δυτικής λογοτεχνίας.

Εμείς είμαστε που ευτελίσαμε την ελληνική γλώσσα, που την εξοβελίσαμε από τον δημόσιο χώρο, από τις επιχειρήσεις και τα προϊόντα μας, που λατινογραφούμε και γκρηκλίζουμε ό,τι οικειότερό μας, και καταπίνουμε αμάσητα όλα αυτά τα τρισάθλια Super League και Mega Channel και Megaron Plus και Olympic Air και Hot Spots και Capital Controls, και δεν συμμαζεύεται.

Εμείς είμαστε που απαξιώσαμε με αφόρητη πόζα τη σπουδαία κληρονομιά του Φεστιβάλ Αθηνών και των Επιδαυρείων και με απίστευτη άγνοια και έπαρση ζητάμε κάθε φορά να μηδενίσουμε ξανά το κοντέρ μόλις τύχει και ‘ρθούμε στα πράγματα. Εκείνων των θεσμών δηλαδή που με όχημά τους το Εθνικό Θέατρο κατέστησαν την αττική τραγωδία κτήμα κοινό, εμπειρία αυτονόητη για κάθε μορφωμένο Έλληνα, και που μέσω του Κάρολου Κουν εμφύσησαν, επίτευγμα μοναδικό διεθνώς, νέα ζωή στην αττική κωμωδία συνδέοντάς την με την πολύχυμη λαϊκή μας κουλτούρα.

Ποια «ελληνική τέχνη» λοιπόν θυμηθήκαμε τώρα να προασπιστούμε, κι από ποιον; Όποιος δεν εκτιμά αυτό που έχει, όποιος δεν μπορεί να το δει στο φως της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης, όποιος νομίζει ότι είναι υποχρεωμένος κάθε πέντε-δέκα χρόνια να επινοεί εκ νέου τον κόσμο του σαν κακομαθημένος νεόπλουτος που αλλάζει ντεκόρ στη παραλιακή του βιλίτσα, αυτός ούτε την τέχνη των άλλων, των ξένων πολιτισμών, μπορεί ποτέ να εκτιμήσει και να δεξιωθεί.

Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την καταναλώνει παθητικά, παρασιτικά, σαν κομπλεξικό μαθητούδι, χωρίς να υποψιάζεται καν περί τίνος πρόκειται. Και φυσικά να την καταχειροκροτεί σάν καλοκουρδισμένο αυτόματο βέβαιος ότι ε, αφού μας έρχεται απ’ έξω, δεν μπορεί παρά να είναι σπουδαία…

Τον Φαμπρ και τις φάμπρικές του εύκολα κανείς τις αντιμετωπίζει και τις προσπερνά αν η αυτοκατανόησή του είναι υγιής, αν έχει καν τέτοια δική του αυτοκατανόηση και δεν έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια του άλλου. Η «αποικιοκρατία» που τώρα καταγγέλλουμε, είναι πρώτα απ’ όλα αποικιοκρατία εθελούσια, οικειοθελής. Είναι αυτή η γελοιώδης ξενομανία μας, που πατώντας σε χρόνιες εθνικές ανασφάλειες, πηγαίνει χέρι χέρι με την υποτέλεια και την εξάρτηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής μας, από την οικονομία ώς την εξωτερική μας πολιτική. Και που φανερώνει ανέκαθεν δύο τινά: Το σύμπλεγμα του φτωχού συγγενούς, που μασκαρεύεται στα μεγάλα σαλόνια για να κρύψει τον αληθινό του εαυτό. Και την ξιπασιά του δήθεν κοσμοπολίτη, που με μια πόζα φερμένη απ’ τα ξένα νομίζει πως θ’ αποσβολώσει τους ιθαγενείς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», μετά την τρομοκρατική επίθεση

20160326_123523

Βρυξέλλες, 25 Μαρτίου 2016

Φιλενάδα μου,

έχουν περάσει τέσσερις μέρες από τη μεγάλη τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες που ξεπέρασε εκείνη του Παρισιού, τόσο λόγω του αριθμού των θυμάτων, όσο –κυρίως– λόγω πρεστίζ του πλήγματος. Από τη μια, βλέπεις, ήταν χτύπημα αναμενόμενο, λόγος για τον οποίο η πόλη βρισκόταν εδώ και μήνες σε κατάσταση συναγερμού, από την άλλη, οι Βρυξέλλες είναι η έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Οργάνων της. Μάλιστα ένα από τα χτυπήματα πραγματοποιήθηκε –ειρωνικώ τω τρόπω– στα θεμέλιά τους: στον αντίστοιχο υπόγειο σταθμό του μετρό.

Όπως βλέπεις, λοιπόν, και εσύ διαψεύστηκες που έλεγες πως δεν θα με πετύχουν λόγω των συχνών μου μετακινήσεων, και εκείνοι που βιάζονταν να με ‘επιπλήξουν’ για το γεγονός ότι θεωρούσα τα μέτρα ασφαλείας κωμικά και ανώφελα. Το ίδιο κωμικά και ανώφελα θεωρώ τα σχόλια και τις απαιτήσεις των Βέλγων και όσων άλλων Ευρωπαίων τα βάζουν με τον Σουλτς και τον κάθε Σουλτς, απαιτώντας ασφάλεια ως ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ούτε ο Σουλτς ούτε κανένας άλλος μπορεί να εγγυηθεί κάτι τέτοιο, για τον απλό λόγο ότι ο ανθρώπινος νους πάντα θα εφευρίσκει τρόπους δράσης και παράκαμψης των όποιων μέτρων, απαγορεύσεων, νόμων κ.ο.κ.

Well, Europe, welcome to the world! Λες κι έχουμε βαλθεί να νικήσουμε σε διαγωνισμό μυωπισμού, οι Ευρωπαίοι τα θέλουμε όλα δικά μας. Θέλουμε η Ευρώπη μας να είναι παγκόσμιος παίκτης, αλλά ταυτόχρονα να χαίρει μόνο των προνομίων μιας τέτοιας θέσης. Ε, λοιπόν, ήρθε ως φαίνεται η ώρα, η Ευρώπη να σταματήσει να είναι το όμορφο, ασφαλές, κλειστό στον εαυτό της χωριό που ήταν ώς τώρα και να γίνει μέρος του κόσμου. Τόσο το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, όσο και η τρομοκρατία δεν συνιστούν τάσεις, αλλά καταστάσεις που θα την αλλάξουν για πάντα. Όσα σύνορα και να κλείσουμε, όσο και να το αρνιόμαστε, δεν θα καταφέρουμε τίποτα. Γιατί πολύ απλά, η ζωή και η ιστορία υπερβαίνει και τον άνθρωπο, και την Ευρώπη, ακόμη και τις ΗΠΑ, αυτόν τον ηγεμόνα που μετά τους ινδιάνους, τους Ρώσους, τους Αφρικανούς, τώρα τους Άραβες, και πάντα με την υπερκατανάλωση, ποιος ξέρει, ίσως από σφάλμα, ίσως ηθελημένα, καταφέρει επιτέλους ν΄ αφανίσει το ανθρώπινο είδος από προσώπου γης και ησυχάσει επιτέλους. Έτσι θα αποδειχθούν προφητικές και οι ταινίες τους. Άσε που, σε έναν κόσμο που έχει σχεδόν εφεύρει το αντίδοτο για το AIDS και διάφορες μορφές καρκίνου, και ο μέσος όρος ζωής έχει αυξηθεί κατά πολύ, ο νέος τρόπος ‘φυσικής’ εξισορρόπησης μπορεί να είναι η τρομοκρατία: η νέα μάστιγα του αιώνα.

Ο μυωπικός εγωκεντρισμός όμως εμφανίζεται και σε μικροκλίμακα: σε απόψεις που ακούγονται, σε ερμηνείες που δίνονται. Οι βόμβες, λέει, περιείχαν καρφιά για να προκαλέσουν περισσότερο πόνο στα θύματα. Δεν σκέφτεται άραγε κανείς ότι, πολύ απλά, μην έχοντας τον τρόπο να προμηθευτούν πρώτη ύλη για τους αυτοσχέδιους μηχανισμούς τους, π.χ. σίδηρο, χωρίς μάλιστα να δώσουν στόχο, οι τρομοκράτες την προμηθεύτηκαν όπου και όπως μπορούσαν; Ή μήπως δεν συνηθιζόταν αυτή η μέθοδος και στους ευρωπαϊκούς πολέμους, ελλείψει πολεμοφοδίων; Δεν μας ενδιαφέρει. Μας νοιάζει να εκμεταλλευτούμε το γεγονός για προπαγάνδα και για να ενδυναμώσουμε το μίσος.

Φλυάρησα, όμως, φίλη μου, κι εσύ θα θέλεις να μάθεις για το κλίμα εδώ, τους ανθρώπους, τη διάθεση. Είναι και το Πάσχα των καθολικών –όχι ότι το παίρνει κανείς είδηση, χωρίς στολισμούς, καμπάνες, και με ανοιχτά τα καταστήματα. Καταφέραμε να μην έχουμε πίστη, και μας φταίνε αυτοί που πιστεύουν. Καταφέραμε να μην ξεχωρίζει το αρσενικό από το θηλυκό (και το ανάμεσό τους που λέει και ο ποιητής) και μας φταίνε εκείνοι που τα διαχωρίζουν σαφώς. Χθες περπατούσα στο δρόμο και μπροστά μου προπορεύονταν τρεις νέοι: ένα ζευγάρι γυναικών που περπατούσε χέρι-χέρι και δίπλα τους ένας φίλος τους, περισσότερο θηλυπρεπής και από τις δυο τους. Τον τελευταίο μήνα, ισάριθμοι με τους άντρες που με φλέρταραν ήταν ένας υπερήλικας, ένας παντρεμένος! ομοφυλόφιλος και μια λεσβία. Δικαιώματα έχουν και οι μεν και οι δε και όλοι, και ξέρεις πως τα υπερασπίζομαι. Βρίσκομαι όμως –ειδικά τώρα– στη μέση, να αναρωτιέμαι ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, για την ακρίβεια, ποιον δικαιώνει η ζωή, ο κόσμος, η ιστορία –όπως θες πες το– και ποιον όχι. Μήπως φτάσαμε να είμαστε για γέλια (ή για κλάματα); Και αν αυτή ακόμη ήταν ανέκαθεν η συνθήκη του ανθρώπου, τώρα ένα παραπάνω.

Στο δρόμο, αλλά και μέσα από το σπίτι ακόμη, αντιλαμβάνομαι ένα μούδιασμα, κάτι που θα συμβαίνει και σε ολόκληρη την Ευρώπη φαντάζομαι. Ειδικά το επόμενο πρωί της επίθεσης, ήταν σαν να είχε χιονίσει: μια αλλόκοτη ησυχία, ήχοι μουντοί, σαν μέσα από αφρολέξ ηχομόνωσης, ενώ η κίνηση στους δρόμους –από αυτοκίνητα και πεζούς–, ήταν κανονική. Μάλιστα, οι πεζοί έμοιαζαν περισσότεροι, αποφεύγοντας μάλλον τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Περισσότερο από τις μεσίστιες σημαίες στα Ευρωπαϊκά Όργανα και τα κρατικά κτίρια, αλλά και το μαύρο κορδελάκι πένθους στο Γούγλη, είναι κυρίως οι ‘μικρές’, εξατομικευμένες κι αυθόρμητες εκδηλώσεις εκείνες που αποτυπώνουν το γενικότερο αίσθημα: οι βέλγικες σημαίες που ξεφύτρωσαν από παράθυρα, η δεμένη κόμπο σημαία στο απέναντι μπαλκόνι ή το σημείωμα στην είσοδο μιας κάβας!, με μια καρδιά στα χρώματα του Βελγίου να αιμορραγεί: «Είμαστε μαζί σας!» Απ’ ό,τι φαίνεται, το κρασί δεν κατορθώνει ούτε ν’ ανυψώσει τα πνεύματα ούτε να παράσχει –έστω πρόκαιρη– λήθη.

Κι όχι μόνο αυτό. Το μεσημέρι εκείνης της Τρίτης κοιτούσα έξω από την τζαμαρία του Κοινοβουλίου. Μια λευκή και μια ροζ. Οι αμυγδαλιές εξακολουθούν να ανθίζουν. Χθες και σήμερα τα χαράματα με ξύπνησε έξω από το παράθυρο ένα πουλί που καλωσόριζε κελαηδώντας την αυγή. Έρχεται η άνοιξη. Λίγο πριν, όπως και χθες το απόγευμα, πέρασα από τον ίδιο δρόμο. Χθες, με προσπέρασαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα –τόσο που έλεγα πως θα τιναχτούν οι ρόδες στο παλιό πλακόστρωτο– τρία περιπολικά και στη συνέχεια χωρίστηκαν στη διχάλα του δρόμου. Λίγο παραπάνω, τα ανυποψίαστα μάτια μου είδαν πως είχαν αποκλείσει το στενό και οι αστυνομικοί πραγματοποιούσαν έφοδο. Σήμερα, στο ίδιο σημείο, μια άλλη πομπή, με επαναλαμβανόμενες κόρνες. Στον ήλιο στραφτάλιζε το λευκό νυφικό της μουσουλμάνας νύφης και τα βαμμένα με χένα χέρια της εξείχαν από την οροφή της μερσεντές και χόρευαν –χόρευε ολόκληρη στο πίσω κάθισμα. C’ est la vie…

… και σε φιλώ,
Ε.

Κείμενο/φωτογραφία: Έλενα Σταγκουράκη

Κώστας Κουτσουρέλης: Μια ομολογία ενοχής

GUILTY

 

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ