ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἡ μεθερμηνεία τῶν ἰδεῶν

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἕνα πρόσφατο ζήτημα στὸν ἑλληνικὸ μικρόκοσμο τῶν ἰδεῶν εἶναι κατὰ πόσο διαστρεβλώνεται ἢ ὄχι ὁ Παπαδιαμάντης ἀπὸ τὸ woke κίνημα καὶ τὴν ταινία Φόνισσα. Αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ σκεφτοῦμε εἶναι, πρῶτον, κατὰ πόσο ἡ κατάσταση ποὺ περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ συγκεκριμένο διήγημα καὶ ἡ ταινία ἦταν ἡ συνηθισμένη στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο τοῦ 1900. Καθένας ἔχει τὶς δικές του οἰκογενειακὲς καὶ τοπικὲς ἀφηγήσεις καὶ ἀναμνήσεις. Ὅσοι δὲν ἔζησαν σὲ περιβάλλοντα ὅπου οἱ ἄντρες σήκωναν χέρι πάνω στὶς γυναῖκες, ὅπου οἱ γυναῖκες ἦταν μεταφορικὰ ζῶα, καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν τέτοιες ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴ (προ)γιαγιά τους ἢ τὴν (προ)γιαγιὰ τοῦ γείτονα καὶ τοῦ παραδιπλανοῦ γείτονα στὸ χωριό, ὅλοι αὐτοὶ ἀντικρίζουν τὴν σχετικὴ καταγγελία, παπαδιαμαντικὴ καὶ τῆς ταινίας, μὲ κάποια μικρὴ ἔκπληξη: Ἀφορᾶ ἕναν κόσμο ποὺ γι’ αὐτοὺς ἦταν ἀνύπαρκτος, πλάι στὸν δικό τους, τὸν μόνο ὑπαρκτό.

Ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν παραδεισένιος ἢ κόσμος ἴσων δικαιωμάτων, ἀλλὰ σίγουρα οἱ γυναῖκες σὲ αὐτὸν δὲν δέρνονταν, δὲν δούλευαν στὰ χωράφια, δὲν τὶς ἀπατοῦσαν, καὶ σὲ αὐτὲς οἱ ἄντρες ἐμπιστεύονταν τὴ διαχείριση τοῦ εἰσοδήματος τῆς οἰκογένειας· ἄλλοτε, ἡ πολὺ συχνὴ ἀπουσία τοῦ Πατέρα, μακροχρόνια ἢ μόνιμη (λόγῳ ξενιτιᾶς ἢ θανάτου) συνεπαγόταν μιὰ οἰκογένεια προνεοτερικὴ στὴν ὁποία ἡ Μητέρα ἀσκοῦσε τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ μὴν σκεφτοῦμε γυναικεῖες μορφὲς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἐπαναστατικὴ ἱστορία. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ δυὸ αὐτοὶ κόσμοι συνυπῆρχαν, καὶ ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς δύο δὲν ἦταν ἡ ἐξαίρεση κάποιου ἀνύπαρκτου κανόνα. Καὶ οἱ δύο ἦταν παρατηρήσιμα φαινόμενα. Κάθε καπέλωμα ἢ λήθη τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ ἀπὸ τὴν ἐποχή μας εἶναι σφάλμα· ὁ Παπαδιαμάντης φυσικὰ δὲν ἔκανε τέτοιο σφάλμα. (περισσότερα…)

Σάτιρα και Καριοφίλι

*

Στον Θάνο Γιαννούδη

Γιώργο για σένα θα ζωστώ εκρηκτικά
Στην κάθε σάτιρα θα γίνω καμικάζι
Μην τους ακούς! Εσύ τα λες εκπληκτικά
Στείλε στο διάολο όποιον Πάτζετ δεν διαβάζει

Γιώργο θα γίνω σταυροφόρος – Μην μου σκας
Και τα προπύργια της σάτιρας θ’ αλώσω
Να σε χλευάζουν, είναι αβάσταχτος νταλκάς
Μα μην τα βάφεις μαύρα βρε, θα σε μαλώσω!

Γιώργο μην σκας! Και θα τους φάω τον λαιμό
Θα τους χτυπώ στο πάτωμα σαν τα χταπόδια
Εγώ για χάρη σου τους πάντες πολεμώ
Όλα τα πρόβατα, τα γίδια και τα βόδια

Γιώργο για σένα θα γενώ αρματολός
Θα κυνηγώ τη σάτιρα με καριοφίλι
Θέλει και ρώτημα; Δεν είσαι εσύ τρελός
Το λένε όλοι: Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι

Μονάχα Πάτζετ! Κι όλοι οι άλλοι στην πυρά!
Να μείνουν μόνο ο Μπουκόφσκι κι ο Καβάφης
Κι άμα σε τσούζει Γιώργο, κλαίγε σιωπηρά
Κάνε κουράγιο Γιώργο, μαύρα μην τα βάφεις

Γι’ αυτό σου λέω πάρ’ τα όλα χαλαρά
Μην μουρτζουφλιάζεις αν τα νεύρα σου σού σπάνε
Τον εαυτό σου μην τον παίρνεις σοβαρά
Γιατί δεν ξέρουμε τα τέσσερα που πάνε

Γιώργο τι κάθεσαι κι ακούς τους κωμικούς;
Γιατί μαράζωσες στον ψόγο και την χλεύη
Εσύ μονάχα τους δικούς σου να ακούς
Κι όποιος σε κράζει είναι γιατί σε ζηλεύει

Μη δίνεις βάση στο τι λέει κάθε ντολμάς
Εσύ εκεί! Περήφανος σαν το λιοντάρι
Σαν Δον Κιχώτης για την Τέχνη πολεμάς
Κι εγώ σαν Σάντσος σου κρατάω το κοντάρι

Γιώργο κρατήσου, δώσε τόπο στην οργή
Και θα τους φάει – σ’ το υπογράφω – μαύρο φίδι
Γιατί της ποίησης είμαστε οι ιδαλγοί
Κι άμα θυμώσεις, σου συστήνω λίγο ξύδι

Άσ’ το ρε Γιώργο και ας πάει στην ευχή
Άσ’ το ρε Γιώργο να το πάρει το ποτάμι
Στον κάθε βάρβαρο ποιος δίνει προσοχή;
Άσ’ το, μην πούνε πως καβάλησες καλάμι

Γιώργο μην σκιάζεσαι! Σου λέω: C’est la vie
Πάντα υπάρχει κάποιος άσχετος να κράζει
Κάνε κι εσύ για μια φορά την παλαβή
Στο κάτω κάτω, λίγη πλάκα τι πειράζει

Κι όσα σου λέω, σου τα λέω φιλικά
Όπως μιλώ μόνο στους άσπονδούς μου φίλους
Που μοιάζουνε σαν Δον Κιχώτες τελικά
Και πολεμάνε μόνο πρόβατα και μύλους

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

Χάρλεμ και Γάζα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ γεννήθηκε στην Τζαμάικα το 1890 και αναδείχθηκε στις ΗΠΑ ως ποιητής και πεζογράφος. Συνδέθηκε με το Χάρλεμ της Νέας Υόρκης και συνέβαλε στο καλλιτεχνικό πνεύμα των Αφροαμερικανών της συνοικίας, το οποίο έγινε γνωστό αργότερα ως η «Αναγέννηση του Χάρλεμ». Ο ΜακΚαίυ δημοσίευσε το σονέτο «If we must die» το 1919 στο αριστερό περιοδικό The Liberator. Ήταν την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου κι ο ποιητής έβλεπε τους μαύρους κληρωτούς να γυρίζουν τότε στις ΗΠΑ μόνο και μόνο για να βρεθούν αντιμέτωποι με ρατσιστικές διακρίσεις και φονικά πογκρόμ. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, το «If we must die» έγινε από τα δημοφιλέστερα σημεία αναφοράς του αφροαμερικάνικου κινήματος.

Ο Ρεφάτ Αλαρίρ γεννήθηκε στη Γάζα το 1979, όπου και δίδαξε φιλολογία και δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο. Συνέγραψε λογοτεχνικά έργα και άρθρα σχετικά με το παλαιστινιακό. Τον Νοέμβριο του 2023 ανάρτησε στο Τουίτερ το ελευθερόστιχο ποίημα του «If I must die», εν μέσω της σύγκρουσης μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων.

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ πέθανε το 1940 έχοντας αναγνωριστεί ως σημαντικός λογοτέχνης. Ο Ρεφάτ Αλαρίρ σκοτώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 από βομβαρδισμό του ισραηλινού στρατού.

(περισσότερα…)

Ραδιοαρβύλες και Σκούπες

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα θέματα τῆς τρέχουσας ἐπικαιρότητας ἦταν καὶ ἡ διένεξη ποὺ δημιουργήθηκε μεταξὺ τῆς σατιρικῆς/σχολιαστικῆς/κωμικῆς τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς “Ράδιο Ἀρβύλα” καὶ τοῦ ποιητῆ/ἐκδότη Γιώργου Ἀλισάνογλου, ἔπειτα ἀπὸ τὴ διακωμώδηση ποιήματος ποὺ ἀπήγγειλε ὁ τελευταῖος στὴν ΔΕΒΘ. Ὁ Ἀλισάνογλου κατήγγειλε μέσω μαίηλ ποὺ κοινοποίησε διὰ τοῦ προσωπικοῦ του λογαριασμοῦ στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ τῆς ἐκπομπῆς, ζητῶντας τὴν ὑποστήριξη τοῦ εὐρύτερου χώρου τοῦ βιβλίου καὶ τῶν παραγόντων του. Ὣς ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι κατανοητὰ καὶ ἔχουν καλῶς. Κι’ ἔχουν καλῶς διότι δὲν χρειάζεται κανεὶς κάποια ἰδιαίτερη καλλιέργεια (λογοτεχνικὴ ἢ ἄλλη), παρὰ ἐπιστράτευση τῆς κοινῆς λογικῆς, γιὰ νὰ καταλάβει ὅτι οἱ συντελεστὲς τῆς τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς ποὺ κάποτε χάριζαν στιγμὲς γέλιου (τουλάχιστον στὸν γράφοντα) κάνοντας σάτιρα καταστάσεων καὶ κακοδαιμονιῶν τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας (ὡς ΑΜΑΝ τότε), πλέον ἔχουν μετατραπεῖ σὲ ἕναν πολτὸ σαχλῆς ἀναπαραγωγῆς εἰδήσεων καὶ γεγονότων μὲ φαιδρὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποτελέσματα, παράγοντας στὴν οὐσία μιὰ μαζικῆς στόχευσης ψευδοσάτιρα, ποὺ περισσότερο ἑδραιώνει τὰ στρεβλά (ἂν δὲν τὰ κανονικοποιεῖ κιόλας), παρὰ τὰ ἐξορθολογίζει ἢ/καὶ τὰ κατεδαφίζει, ὡς εἴθισται ‒ ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω· κι’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἔχει σημασία γιὰ ἐπίδοξους σατιριστές, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ θέση ἰσχύος βάλλουν πρὸς τοὺς ἀδύναμους ποὺ ἀνήμποροι ν’ ἀπαντήσουν βυθίζονται στὸ ὄνειδος τῶν πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα κύρους τοῦ ἰσχυροῦ σατιρογράφου τρῶνε ἀμάσητη τὴ βολὴ στὸν σατιριζόμενο. Μεγάλο θέμα, ὡστόσο, ποὺ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θίγεται. (περισσότερα…)

Το ένστικτο της μίμησης και η ελληνική επαρχία

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

τὸ τὲ γὰρ μιμεῖσθαι σύμφυτον τοῖς ἀνθρώποις
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περὶ ποιητικῆς

Όπως και να το κάνουμε νοιώθει κανείς περήφανος μπροστά στις υποκριτικές επιδόσεις των μαθητών του. Ακόμα και εδώ, στον νότο της ελληνικής επαρχίας, όπου κανένας Αθηναίος κριτικός θεάτρου δεν μας κάνει την τιμή να ταξιδέψει πλέον για να αξιολογήσει αυτές τις προσπάθειες, καμιά περισπούδαστη τηλεοπτική εκπομπή δεν αφιερώνει χρόνο γι’ αυτές τις παραστάσεις, καμιά εφημερίδα, ούτε καν το δημοσιογραφικό της τμήμα, δεν ασχολείται με το θέατρο στην επαρχία, λες και όλοι, ομοθυμαδόν, είναι απολύτως σίγουροι ότι το ένστικτο της μίμησης έχει το αποκλειστικό προνόμιο να αναφύεται μόνον στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Αθήνας και οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια εκτός του κλεινού άστεως είναι, ως εκ τούτου, εκ των προτέρων καταδικασμένη στην αδιαφορία τους.

Για την αντίληψη όλων αυτών το ένστικτο της μίμησης είναι δηλαδή κάτι σαν τα λαχανάκια Βρυξελών ή τη μαστίχα της Χίου όπου ο τόπος παραγωγής αποτελεί εγγύηση για την ποιότητα του προϊόντος! Πόσο γελάω όταν διαβάζω τις κατά τα άλλα σοβαροφανείς αναλύσεις, από τους ίδιους αυτούς ανθρώπους, δημοσιογράφους και κριτικούς, για την υπερπληθώρα των θεατρικών παραστάσεων στην Αθήνα ή για τον κορεσμό των θεατρικών χώρων, ή για την απελπισία του θεατή που δεν ξέρει σε ποια παράσταση να πρωτοτρέξει, όταν με τη στάση τους είναι φανερό ότι δεν κάνουν τίποτα άλλο, παρά να λιβανίζουν την ίδια αυτή υπάρχουσα κατάσταση για την οποία διατείνονται ότι διαφωνούν! Γιατί ερωτώ, πώς θα αποσυμφορηθεί το κλεινόν άστυ, πώς ένας νέος καλλιτέχνης να επιλέξει ως έδρα του μια επαρχιακή πόλη όταν η καλλιτεχνική παραγωγή της ελληνικής επαρχίας, ακόμα και τα πιο λαμπρά παραδείγματα που έχει να επιδείξει, είναι καταδικασμένα σήμερα στην αφάνεια και στην αδιαφορία εκ μέρους της επίσημης κριτικής και της κρατικής αντίληψης για το θεατρικό γίγνεσθαι στην υπόλοιπη Ελλάδα; (περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Τις γιορτές

*

ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Στόλισαν φωτάκια στους δρόμους
κι εγώ τώρα δεν έχω μέρος να ξαποστάσω,
με την ησυχία μου να τρυπηθώ.
Ύστερα, τριγυρνούν με σακούλες στα χέρια
να προλάβουν την Μαύρη Παρασκευή.
Για μένα όμως όλες οι μέρες είναι μαύρες
και οι Παρασκευές Μεγάλες.
Η πρεζόφουντα ποτέ δεν κάνει εκπτώσεις.

ΠΑΥΛΟΣ ΚΟΝΤΑΡΑΣ

*

«Κάτι ανίδεοι τύποι…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τέσσερις φίλοι, ένας οινοποιός, ένας γευσιγνώστης, ένας ιστορικός της αμπελουργίας κι ένας απλός εραστής του κρασιού, τα πίνουν.

– «Δοκιμάστε αυτό, φίλοι μου, δεν θα βρείτε καλύτερο. Δική μου παραγωγή!» λέει ο οινοποιός γεμίζοντάς τους με υπερηφάνεια τα ποτήρια. «Και ξέρετε τι λένε: Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος!»

– «Δεν θέλω να σου πάω κόντρα, αγαπητέ», του απαντάει εύθυμα ο γευσιγνώστης μετά την πρώτη γουλιά. «Το κρασί σου είναι θεσπέσιο πράγματι, όμως ξέρεις τι άλλο λένε: “Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει!” Εμείς στη δική μας τη δουλειά είμαστε πιο αντικειμενικοί επειδή συγκρίνουμε. Άρα πιο αρμόδιοι να κρίνουμε».

– «Φίλτατοι, φίλτατοι, πόσο έξω πέφτετε και οι δύο!», πετάγεται ο ιστορικός. «Επειδή ζείτε κι οι δυο με πάθος το παρόν του επαγγέλματός σας, βασίζεστε στη γνώμη σας, που την θεωρείτε προσωπική και κατακτημένη με άσκηση και με κόπο. Όμως αιώνες πολλοί και αμέτρητες γενιές ανθρώπων εργάστηκαν για να φτιάξουν τις ποικιλίες και τις κράσεις των οποίων αυτήν την έξοχα εκλεπτυσμένη και εξευγενισμένη παραλλαγή έχουμε σήμερα τη χαρά να απολαμβάνουμε. Είναι η παράδοση που αποφασίζει πριν από μας για μας τι μας αρέσει!»

– «Δεν ξέρω τι ’ναι αυτά που τσαμπουνάτε εσείς οι επαγγελματίες», τον διακόπτει ο τέταρτος της παρέας. «Αυτό που ξέρω είναι ότι δίχως εμάς τους απλούς κρασοπότες, όλοι σας τώρα θα ψάχνατε για δουλειά. Έλα!» λέει στον οινοποιό, «ξανακέρνα μας! Τι είναι καλό το αποφασίζουν πάντα κάτι ανίδεοι τύποι σαν κι εμένα. Κι αυτό εδώ, σας δίνω τον λόγο μου, είναι αληθινό νέκταρ!»

~.~ (περισσότερα…)

Ένα αρχαιοπρεπές ποίημα αφιερωμένο στον βασιλιά Όθωνα

*

Εισαγωγικά-μετάφραση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Ένα εν πολλοίς ανεξερεύνητο πεδίο έρευνας της νεοελληνικής φιλολογίας είναι η αρχαιοπρεπής λογοτεχνική παραγωγή μετά την δεύτερη άλωση έως, κατ’ ουσίαν, την εποχή μας. Στα χρόνια του Όθωνα ο λόγιος καθηγητής του Πανεπιστημίου Φίλιππος Ιωάννου γράφει ποίηση χρησιμοποιώντας τις αρχαίες διαλέκτους, καθώς και τα μέτρα της αρχαίας ποίησης. Το εγχείρημα είναι ενδιαφέρον τόσο από αισθητική, όσο και από ιδεολογική σκοπιά. Εδώ μεταφράζω μία «Ωδή» που γράφτηκε με αφορμή την επέτειο των 25 ετών από την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Ιωάννου Φιλολογικά πάρεργα, το οποίο κυκλοφόρησε μετά την έξωση του Όθωνα (1865, αλλά αντλώ από τη δεύτερη έκδοση, του έτους 1874, σσ. 513-515) γι’ αυτό στον τίτλο του ποιήματος γίνεται λόγος για τον «πρώην βασιλέα» – παράλληλα δίνεται η πρόσθετη πληροφορία ότι το σύνθεμα εκφωνήθηκε ενώπιον του μονάρχη το 1858. Σε ό,τι αφορά τη μορφή και τη γλώσσα του ποιήματος, ο Ιωάννου προβαίνει σε μία ενδιαφέρουσα μείξη: Ενώ από άποψη εξωτερικής κατασκευής παραπέμπει στην ποίηση της Σαπφούς, το ιδίωμα στο οποίο γράφεται το στιχούργημα δεν είναι, όπως θα περίμενε κανείς, εκείνο της σπουδαίας ποιήτριας, δηλαδή το αιολικό, αλλά το δωρικό. Από άποψη στιχουργικής προσπάθησα να μείνω, στο μέτρο του δυνατού, κοντά στη σύλληψη του Ιωάννου, γι’ αυτό έπλασα τετράστιχες (ιαμβικές) στροφές με τους τρεις πρώτους στίχους ενδεκασύλλαβους και τον τελευταίο επτασύλλαβο (αντίστοιχα στο αρχαίο: τρεις ενδεκασύλλαβοι και ένας πεντασύλλαβος). Στο τέλος της μετάφρασης δίνονται λίγες επεξηγηματικές σημειώσεις και στη συνέχεια παρατίθεται το πρωτότυπο. (περισσότερα…)

Γράμμα στη Γάζα

 *

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΓΑΖΑ

Αγαπημένη Γάζα,
όλα συμβαίνουν
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Κι αφού τα πονεμένα λόγια μας
τσακίζονται σαν χέρια
πάνω στα γρανιτένια βράχια
αυτής της τελειωμένης εποχής
απόψε κλαίω και για μένα,
Γάζα,
κλαίω για όλα
και για τίποτα.
Γιατί το αίμα σου που τρέχει,
χύνεται πάλι μες στο χειρουργείο
χύνεται πίσω απ’ το μέλλον
εσένα πέτυχε η παγωμένη σφαίρα
από το χθεσινό μου όνειρο.
Αγαπημένη Γάζα,
όλα συμβαίνουν
όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν.
Απόψε δεν υπάρχει λήθη. (περισσότερα…)

Πολυτεχνείο: 50 χρόνια μετά

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Όταν τις πρώτες ημέρες της μεταπολίτευσης άκουσα τους συμπολίτες μας να μιλάνε, με πολύ τρυφερότητα και στοργή για «τα παιδιά του Πολυτεχνείου», κάτι αντέδρασε με σφοδρότητα μέσα μου. Αργότερα κατάλαβα πως μ’ αυτή την φράση είχε αρχίσει η αποδόμηση της εξέγερσης της 17ης Νοεμβρίου του 1973. Οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην αντιδικτατορική πάλη από το 1972 μέχρι το 1974, φοιτητές των πανεπιστημίων της χώρας, δεν ήταν παιδιά. Είχαν ωριμάσει και μάλιστα απότομα αντιμετωπίζοντας την χούντα των συνταγματαρχών, τις σκληρές διώξεις, τους φόβους αλλά και έχοντας αποκτήσει μια πολύτιμη αίσθηση τιμής για το βάρος που είχαν σηκώσει. Αίσθηση που θα διαπερνούσε το υπόλοιπο της ζωής τους.

Το Πολυτεχνείο αποτελεί σταθμό στην μεταπολεμική μας πολιτική ιστορία. Ήδη η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο προετοιμαζόταν, έλειπε η αφορμή και η χούντα έδινε εγγυήσεις υποχωρήσεων. Τέλη του 1967 ο Παπαδόπουλος απέσυρε την Μεραρχία του Ελληνικού στρατού από την μεγαλόνησο που είχε στείλει ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964. Υπήρξαν απλοί άνθρωποι που είχαν καταλάβει και προβλέψει τις θλιβερές εξελίξεις, και που δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν με το πραξικόπημα των χουντικών στην Κύπρο τον Ιούλιο του ’74, την εισβολή των Τούρκων και την κατοχή μέρους του νησιού. Ακόμη συλλογίζομαι γείτονά μου κάποιας ηλικίας, που πολύ νωρίς μου είχε πει: Αυτοί παιδί μου (οι χουντικοί) δεν θα τσακιστούν να φύγουν παρά μόνο αφού ξεπουλήσουν την Κύπρο. Η χούντα των συνταγματαρχών παρέπαιε, η προδοσία καιροφυλακτούσε. Έμενε το τελευταίο κακό· το ξεπούλημα. Κι από κοντά η συντήρηση του εμφυλιοπολεμικού κλίματος που αποτελούσε γνώμονα και καθοδηγητικό πνεύμα των επίορκων τεράτων της 21ης Απριλίου. (περισσότερα…)

Στη σκιά του Σημίτη

*

Είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την κυβερνητική του αφυπηρέτηση, δεκαπέντε σχεδόν χρόνια από την απαρχή της τωρινής σκοτοδίνης, αυτός ο τόσο ασυνήθιστος για τα ελληνικά μέτρα πολιτικός εξακολουθεί να εμπνέει τους ιθύνοντες νόες της χώρας της οποίας κάποτε ηγήθηκε – και όχι μόνον εκείνους.

Στα μάτια των πολλών, ο Σημίτης έμοιαζε πάντα «Ευρωπαίος» κι αυτό κολάκευε έναν λαό που ήθελε το ίδιο: να περνιέται για ό,τι δεν είναι. Τον είπαν «λογιστή» κι αυτό ήταν βολικό κι αβανταδόρικο σ’ έναν τόπο όπου κανείς δεν ξέρει να λογαριάζει. Τον είπαν «προτεστάντη» για να μπορούν όλοι γύρω του να ξεφαντώνουν ανέμελοι στο όργιο του παρασιτισμού και του λάιφ-στάιλ. Άνθρωπος τακτικός, συστηματικός, συνεπής, σοβαρός, δεν υπήρχε δευτερεύουσα αρετή που να μην την είχε. Ούτε όμως κύρια αρετή που να τη διέθετε. Τις μάχες που επέλεξε να δώσει, όλες τις κέρδισε: ευρώ, Ολυμπιάδα, ταυτότητες. Όμως όλες τους ήταν οι λάθος μάχες. Στο πραγματικό πεδίο της σύγκρουσης δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Νους βραχυπρόθεσμος, έζεψε την άμαξα πριν από τ’ άλογα. Επέλεξε να αγνοήσει τα πρώτιστα, την παραγωγική αποσάθρωση, τη δημογραφική κατακρήμνιση, την παραλυσία του κράτους. Η σύγκρουση με τις δυνάμεις της καθυστέρησης, με το ίδιο του το κόμμα πρώτα απ’ όλα, θα ήταν ανελέητη, το κόστος τεράστιο. Προτίμησε λοιπόν την υπεκφυγή προς τα εμπρός. Διάλεξε για συμμάχους τούς εχθρούς. Αναγόρευσε το παραμύθι της ΟΝΕ σε πανάκεια. Καλλιέργησε την αυταπάτη ότι αρκεί κανείς να συμμορφωθεί στα κριτήρια των Βρυξελλών και όλα θα πάνε καλά. Πέταξε κι αυτός, όπως ο παλαιός Καραμανλής, τη χώρα στα βαθιά, με την προσδοκία να μάθει κολύμπι. Δεν είδε ότι τα βαθιά ήταν πισίνα υπερπολυτελούς ξενοδοχείου με ναυαγοσώστες, σωσίβια, ξαπλώστρες, κοκτέηλ για μέθυσους – και με πανάκριβο λογαριασμό.

Ο Σημίτης στάθηκε ωστόσο τυχερός. Αποσύρθηκε εγκαίρως, προτού η βόμβα σκάσει στα χέρια του και βγάλουν όλοι τα συμπεράσματά τους. Αυτοί που πήραν και έχουν ακόμη τη θέση του τον κάνουν σήμερα να μοιάζει χαμένη ευκαιρία. Γι’ αυτό και γίνεται πιστευτός όταν όπου σταθεί κι όπου βρεθεί διηγείται το γνωστό συναξάρι: για όσα έγιναν φταίνε οι μετέπειτα, οι διάδοχοι, οι άλλοι.

Οι απελπισμένοι του «εκσυγχρονισμού», τα ορφανά της «Κεντροαριστεράς», οι «φιλελεύθεροι» και οι «μεταρρυθμιστές» του Μαξίμου, τα ανεμομαζώματα της δανεικής ευμάρειας τον νοσταλγούν. Αλλά και άνθρωποι πολλοί, αξιόλογοι, καλόπιστοι αναπολούν ακόμη τις μέρες του, τρέχουν να φωτιστούν στη σκιά του. Αυτός, που υπήρξε ένα τόσο μεγάλο κομμάτι απ’ το πρόβλημα, τι ειρωνεία, μες στα ερείπια προβάλλει τώρα ως κομμάτι της λύσης που υποτίθεται είχαμε ήδη στα χέρια μας αλλά μάς γλίστρησε και όλο την κυνηγάμε.

«Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο», έγραφε και για κείνον στα 1997 ο Παναγιώτης Κονδύλης. Ο ίδιος θα το ’λεγε ίσως καλύτερα: «Αυτή είναι η Ελλάδα!»

ΚΚ

«Κι ύστερα σου λένε: Άγιοι Τόποι…»

*

Απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης
σε δύο τραγούδια της δεκαετίας του 1970

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

H πρόσφατη ανάφλεξη στην περιοχή της Γάζας –που, όπως όλα δυστυχώς δείχνουν, δεν πρόκειται να είναι η τελευταία– έρχεται κι επικάθεται πάνω σε μια σειρά συγκρούσεων που μετρά πια οκτώ δεκαετίες, έχοντας καταστεί μια διαρκής πληγή στον τόσο πονεμένο από την κυριαρχία του βιομηχανικού και σύγχρονου πολέμου πλανήτη μας. Ένα εβραϊκό κράτος απολυταρχικά κατασταλτικό με λογικές απαρχάιντ προς την παλαιστινιακή κοινότητα, ακραίες ισλαμιστικές ομάδες με τρομοκρατική δράση που τα χρόνια προβλήματα και η έλλειψη λύσεων εξέθρεψαν, καθώς και ριζοσπάστες του αραβικού χώρου και των γύρω περιοχών που καιροφυλακτούν κι αρνούνται ακόμα και την ίδια την κρατική υπόσταση του Ισραήλ και του λαού του δημιουργούν ένα πολύ προβληματικό ψηφιδωτό, όπου ο διαχωρισμός σε «μαύρο» και «άσπρο», όπως και οι κάθε λογής εύκολες λύσεις και αποφάνσεις, αποκλείονται εκ προοιμίου.

Ταξιδεύοντας μισό αιώνα πριν, θα ανιχνεύσουμε σήμερα τις απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης σε δύο κοινωνικοπολιτικά τραγούδια της πρώιμης (και ριζοσπαστικής) ελληνικής Μεταπολίτευσης, τοποθετώντας τα στα δεδομένα της εποχής τους, αλλά και προβληματιζόμενοι, παράλληλα, διότι 50 σχεδόν χρόνια αργότερα σχεδόν τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει προς το καλύτερο στην ευρύτερη γειτονιά της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, με τον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» και τη μεταγενέστερη σύγκρουση του Γιομ Κιπούρ να έχουν διαμορφώσει νέα εδαφικά τετελεσμένα, η σύγκρουση φαινόταν να παίρνει ευρύτερες περιφερειακές διαστάσεις, με συμμετοχή και του Λιβάνου, καθώς και με συχνές τρομοκρατικές επιθέσεις και αεροπειρατείες (ορισμένες εξ αυτών και στον ελλαδικό χώρο). Η στιχουργία της πρώιμης Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, φορέας ενός ιδιαίτερου ριζοσπαστισμού που η επτάχρονη δικτατορία είχε φιμώσει κι εκφράστηκε εντέλει δευτερογενώς και (μοιραία) άκρως μαχητικά και διεκδικητικά, δεν θα απεμπολήσει το διεθνιστικό στοιχείο, πάντα με πρόσημο αντιιμπεριαλιστικό και με συχνή ταύτιση των όσων περιστατικών εξετάζει με τα πάθη του ελληνικού λαού (και του κυπριακού που είχε νωπή την εθνική του τραγωδία) εξαιτίας των επεμβάσεων των λεγόμενων «μεγάλων» δυνάμεων.

Τούτου δοθέντος, ίσως μας παραξενέψει το γεγονός ότι για την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση θα γίνει λόγος σε δύο τραγούδια κοινωνικού μεν προσήμου, αλλά συγκριτικά χαμηλότερων τόνων, από δύο στιχουργούς διαφορετικού μεν βεληνεκούς, οι οποίοι εκφράζονται, ωστόσο, με ψυχραιμία και με δευτερογενή απόσταση από τα γεγονότα, εντάσσοντάς τα οργανικά μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα παθών και συμφορών. Εξετάζοντας συγκριτικά το «Δαιμόνιο» του Νίκου Γκάτσου και το «Κλείσ’ το ραδιόφωνο» του Γιώργου Κανελλόπουλου, διαπιστώνουμε, αρχικά, την απειροελάχιστη απήχησή τους, δεδομένων, μάλιστα, των εξαιρετικά δημοφιλών λοιπών συντελεστών τους (Λ. Κηλαηδόνης και Γ. Χατζηνάσιος στις μελοποιήσεις, Μ. Μητσιάς και Β. Μοσχολιού στις ερμηνείες αντίστοιχα). Η μηδαμινή τους επιτυχία εξηγείται κατά την άποψή μας ακριβώς από το γεγονός ότι επιλέγουν να τοποθετηθούν με πιο χαμηλούς τόνους και με ψυχραιμία σε μια περίοδο όπου η γενικευμένη συνθηματολογία και οι εύκολες λαϊκιστικές κραυγές φαίνονταν να πριμοδοτούνται κατά κόρον, σε μια περίοδο όπου μια προτροπή ενός στιχουργού στον ακροατή να «πιάσει το τουφέκι» θα εκτιμάτο παραπάνω συγκριτικά με μια αντίστοιχη συμβουλή να σκεφτεί συνθετικά ή να αποστρέψει το πρόσωπό του από τα γεγονότα. (περισσότερα…)