ΝΠ | Δοκίμια

Οφείλει η ποίηση να είναι φιλοσοφικώς «δεσμευμένη»;

my_jackson_pollock_painting_by_amau41200-d4vjeut

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Δεν υπάρχει άνθρωπος  που να μην έχει πλάσει μέσα στο μυαλό του, ιδιαίτερα με την πάροδο των χρόνων και την συσσώρευση της εμπειρίας, ένα “φιλοσοφικό πιστεύω”. Φυσικά, αυτό το πιστεύω δεν συναντάται πάντα και ακριβώς με τα μέτρα και  κριτήρια μιας προϋπαρξάσης φιλοσοφικής σχολής ή θεώρησης από την ιστορία της συστηματικής σκέψης, και ούτε βέβαια θα ήταν υποχρεωτικό κάτι τέτοιο. Όμως, κατά κανόνα βρίσκεται “εγγύς” αυτού,  έστω και με, συνήθως, λιγότερο κατηργασμένο νοητικώς τρόπο.

Θέλω να πω, για παράδειγμα, πως το φιλοσοφικό πιστεύω ενός ανθρώπου  κάλλιστα μπορεί να παραπέμπει στον υπερβατικό αγνωστικισμό του Kant, χωρίς ο ίδιος να έχει διαβάσει ποτέ στην ζωή του έστω και μια σελίδα από την Κριτική του Καθαρού Λόγου.  Άλλος, μπορεί να είναι επικούρειος ή εμπειριοκράτης, χωρίς φυσικά και αυτός να έχει διαβάσει ποτέ Επίκουρο ή John Locke για παράδειγμα. Οι πολύ πιο “λεπτές”, τουτέστιν  ιδεαλιστικές, θεωρήσεις, όπως η πλατωνική, νεοπλατωνική, υποκειμενική ιδεαλιστική, αντικειμενική ιδεαλιστική (και ο Πλάτων άνετα μπορεί να συνυπολογίζεται σε αυτή την τελευταία), κατά κανόνα δεν είναι συχνά εντοπιζόμενες στις κοινές πεποιθήσεις. Προϋποθέτουν δηλαδή, μια  ήδη υπάρξασα ενασχόληση, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, με τις συγκεκριμένες φιλοσοφικές κατευθύνσεις.

Όπως και να έχει όμως, αυτό που θα μας ενδιέφερε εδώ να επισημάνουμε είναι το εξής: αν κάθε άνθρωπος έχει διαμορφωμένο ένα κάποιο φιλοσοφικό πιστεύω στο μυαλό του, βάσει του οποίου, αν όχι ακριβώς πορεύεται πάντα, τουλάχιστον, αξιολογεί και εκτιμά συχνά τα πράγματα, τότε και ο ποιητής δεν έχει λιγότερο σχηματισμένη στο μυαλό του μια ορισμένου είδους φιλοσοφική θεώρηση. Θεώρηση, της οποίας η εμφάνιση στα ποιήματά του (εν όλω, εν μέρει ή κατά περιστάσεις), δεν πρέπει να θεωρείται μη αναμενόμενη.

Πολλές φορές μάλιστα, και όπως με σαφήνεια μας έχει δείξει η ιστορία της λογοτεχνίας, κάλλιστα ένας ποιητής μπορεί να εμφορείται από περισσότερες της μίας φιλοσοφικές κατευθύνσεις. Ο Yeats για παράδειγμα, εμφανίζεται άλλοτε ως υποκειμενικός ιδεαλιστής (τις περισσότερες φορές, και με τέτοιο τρόπο,  λες και διαβάζει κανείς ποιητικά τον Berkeley,  του οποίου το έργο άλλωστε ήταν οικείο στον ποιητή) και άλλοτε πλατωνικός αντικειμενικός ιδεαλιστής (ή περίπου)  μέσα από ένα εντελώς αναπάντεχο “αποκρυφιστικό” πρίσμα, το οποίο και προσήνεγκε στην γραφή του ο Ιρλανδός ποιητής από την θητεία του σε διάφορες μαγικο-αποκρυφιστικές οργανώσεις κλπ.

Για να έλθουμε στα ελληνικά πράγματα, ο Σολωμός, για παράδειγμα, ο οποίος και υπήρξε ο πλέον κατηρτισμένος από φιλοσοφική άποψη ποιητής στην χώρα μας (πιθανώς έως …σήμερα), από ένα σημείο και μετά της ποιητικής του διαδρομής εμφανίζεται σαφώς με ανεξίτηλα  τα ίχνη ενός  “αντικειμενικού ιδεαλισμού” στην γραφή του, έντονα όμως χρωματισμένου από sui generis μυστικιστικές διεκτάσεις (Boehme και άλλοι μυστικοί).

Όλες οι σχολές ή οι τρόποι θεώρησης στην φιλοσοφία, μπορούν, όπως είναι ευνόητο, να απαντώνται στα γραπτά των ποιητών του κόσμου. Με μία κρίσιμη διαφορά ωστόσο: εκεί που η πλειοψηφία των ανθρώπων, των μη ενεργώς ή συγγραφικώς ενασχολουμένων με την ποίηση, κατά κανόνα διακατέχεται από μιαν ορισμένη πίστη “απλοϊκού υλισμού” ή “απλοϊκού ρεαλισμού” (από φιλοσοφική άποψη), και στον βαθμό βέβαια που  μια τέτοια πίστη της αποβαίνει χρήσιμη για την αντιμετώπιση των εκτάκτων ή τακτικοτέρων αναγκών που προσπίπτουν στην καθημερινή εμπειρία της, στην ποίηση, μάλλον πρέπει να αναμένεται το αντίθετο. Η μεγάλη μάζα των ποιητών των αιώνων  αποκλίνει (το λιγότερο) σημαντικά από κάθε πίστη απλοϊκού υλισμού, ακόμα και αν ο ποιητής ομολογεί σε εξωσυγγραφικές στιγμές του μια τέτοια πίστη!

Δεν είναι και τόσον παράξενο ή αναπάντεχο αυτό, στο βαθμό που η ποίηση φέρεται ή μοιάζει να παρουσιάζει στενή συγγένεια με κάθε είδος “υπερβατικότητας”. Η αλήθεια είναι πως ο  ποιητής τείνει συχνά να γίνεται ιδεαλιστής στην δημιουργία του, ακόμα και αν ο ίδιος, κατά τα άλλα, παρουσιάζει τον εαυτό του ως κοινό ή ιδιότροπο υλιστή.

Φυσικά, υπάρχουν και ποιητές (στην χώρα μας αρκετοί) που διασώζουν “αυστηρά” στην γραφή τους μιαν ενδεχόμενη υλιστική πίστη τους. Στην Ελλάδα, πάντα ένα είδος “καθημερινού υλισμού” υπήρξε (τουλάχιστον από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους έως σήμερα) η μάλλον επικρατήσασα “φιλοσοφική” άποψη και ανά το μεγάλο πλήθος των -όχι κατ’ ανάγκην  σημαντικοτέρων- ποιητών (κυρίως στις εξωσυγγραφικές στιγμές τους και διανθιζομένη συχνά από ένα είδος υπαρξιακού, και όχι καντιανού, “αγνωστικισμού”).

Το  ενδεχόμενο “θρησκευτικό” χρώμα που μπορεί να συνοδεύει ή να μην συνοδεύει εδώ μια συγκεκριμένη ποιητική δημιουργία, δεν έχει τόσην σημασία, στο βαθμό που η θρησκεία δεν συνιστά φιλοσοφία , και κάλλιστα μπορεί να αποκόπτεται και η ίδια από τις ρίζες της και να συμπαρουσιάζεται ως “φολκλόρ” ή ως γενικώτερη πολιτισμική προφάνεια στην ιδιοσυστασία ενός λαού ή ενός ποιητή. Μπορεί και όχι όμως. Ο Τάκης Παπατσώνης, για παράδειγμα, και αν θέλουμε να αναφερθούμε σε έναν πολύ σημαντικό ποιητή της μοντερνιστικής περιόδου στην Ελλάδα, υπήρξε στα θρησκευτικά πιστεύω του Ουνίτης, και η ποίησή του συνιστά, από φιλοσοφική άποψη, μάλλον ένα είδος εκλεκτικού μεταφυσικού πρωτοϋπαρξισμού που όχι σπάνια  “συναντά” και τα θρησκευτικά πιστεύω του.

Βέβαια, το γεγονός ότι αυτό ακριβώς το είδος του “καθημερινού” ή “απλοϊκού” υλισμού (που στην χώρα μας αποδεικνύεται ό,τι πιο βολικό ως πίστη) δέχτηκε, και συνεχίζει να δέχεται έως τις μέρες μας σημαντικότατα πλήγματα  από την επιστήμη της Φυσικής (στις πιο “εξειδικευμένες” μορφές της), δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει κατ’ ελάχιστον την κοινή “καθημερινή-υλιστική” πεποίθηση.

Μα πραγματικά, “όλα” έχουν “τιναχτεί στον αέρα”, αρχής γενομένης  εδώ και έναν αιώνα περίπου: για παράδειγμα, η πίστη σε μιαν “αντικειμενική πραγματικότητα”, θεωρείται αδιανόητη (για να μην πούμε “γραφική”) μεταξύ των  περισσοτέρων κορυφαίων ή σημαντικότερων φυσικών όπου γης, την στιγμή που η πλειοψηφία των ανθρώπων θα θεωρούσε αδιανόητο ακριβώς το αντίθετο!

Το γεγονός ότι οι άνθρωποι  έχουν μια τυφλή, παράξενη, εμπιστοσύνη σε ό,τι φέρει την ετικέτα “επιστημονικό” –όπως έλεγε κάποτε ο Jung–, αυτό δεν φαίνεται να έχει κλονίσει κατ’ ελάχιστον την πίστη τους στον απλοϊκό, άμεσο υλισμό, έστω και αν η επιστήμη απορρίπτει αυτή την πίστη.

Οι λόγοι για τους οποίους επισυμβαίνει κάτι τέτοιο, εννοώ, οι λόγοι αυτής της αντίφασης, μάλλον πρέπει να είναι οι εξής: πρώτον, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων πάντοτε συναντά ή δέχεται με αρκετή χρονική καθυστέρηση  τις διάφορες και σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις ακόμα και αν ορισμένες από αυτές συνιστούν “επανάσταση” στο συγκεκριμένο πεδίο τους, και, κατά δεύτερον, ο “απλοϊκός υλισμός” είναι κάτι παραπάνω από μια πίστη για να συρθεί άμεσα στον κάλαθο των αχρήστων. Είναι, επίσης,  ένα εργαλείο  απαραίτητο για την αντιμετώπιση των καθημερινών αναγκών, και από αυτή την άποψη πρέπει να θεωρείται δικαιολογημένο ή φυσικό που οι άνθρωποι δεν ακολουθούν με τόσον αναμενόμενο ή φυσικό τρόπο μια συγκεκριμένη “περιοχή” της Φυσικής στους προβληματισμούς-διαπιστώσεις της.

Μα ακόμα και όσοι έχουν απορρίψει τον “απλοϊκό υλισμό” ή ρεαλισμό, ως φιλοσοφική πεποίθηση, αυτό δεν σημαίνει πως οι ίδιοι δεν τον μετέρχονται στις περισσότερες περιστάσεις της καθημερινής ζωής τους, στον βαθμό που  είναι κοινωνικά όντα, και όχι αίφνης μάγοι σε κάποια ζούγκλα ή ερημίτες σε κάποιο βουνό.

Υποχρεούται, λοιπόν, και κατά μίαν έννοια, η ανθρωπότητα να εξορκίζει (τουλάχιστον προσωρινά) μιαν αλήθεια προς ανάγκην επιβίωσης. Και αυτό, ωρισμένως, μπορεί να το θεωρήσει κανείς σκανδαλώδες ή φαρσοειδές, όμως δικαιολογημένο.

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, η πίστη στον απλοϊκό υλισμό μπορεί να είναι δικαιολογημένη όχι όμως και “κανόνας”. Ακόμα δε περισσότερο, δεν θα μπορούσε να είναι κανόνας σε μία τέχνη που από την φύση της προσεγγίζει περισσότερο κάθε τι μη υλιστικό: η ποίηση παρουσιάζει, θα έλεγε κανείς, μια τάση να απλώνεται στο Άγνωστο με τέτοιο φυσικό τρόπο, λες και στιγμές είναι η ίδια η αναπνοή της.

Όσον δικαιολογημένη, συνεπώς, και αν είναι η διατήρηση του απλοϊκού υλισμού ή ρεαλισμού στην πεποίθηση των ανθρώπων (έστω και εις πείσμα της αληθείας), δεν σημαίνει ωστόσο γι’ αυτό, πως θα ήταν εξίσου δικαιολογημένη η υπεράσπισή του ως “αυτονόητη αρχή”. Πράγμα που σημαίνει πως έστω και αν η ποίηση μπορεί να είναι φιλοσοφικώς “προϊδεασμένη” (και αναπόφευκτα), αυτό δεν θα δικαίωνε σε καμμία περίπτωση την εμφάνισή της ως φιλοσοφικώς “δεσμευμένη”.

Δεν θα μπορούσε, δηλαδή, μια ορισμένη φιλοσοφική προτίμηση να συνιστά λόγο προκατάληψης ή a priori απώθησης του στυλ: “αυτά είναι μακριά από την καθημερινή ζωή, είναι …μεταφυσικά πράγματα”. (Σε μια χώρα που σχεδόν εφηύρε την μεταφυσική, κάτι τέτοιο ακούγεται, εκτός των άλλων, -κυρίως της ανακρίβειας-, και ασύστολα κωμικοτραγικό!). Ποια ζωή, ποια μεταφυσικά…

Η επιστήμη μας υποχρέωσε να δούμε τελικώς πως τα “πράσινα άλογα” δεν ήταν εκεί που τα υποψιαζόμασταν, αλλά ακριβώς δίπλα μας, στην “περηφάνεια” ή την βεβαιότητα της καθημερινής εμπειρίας μας! Και αυτά τα –σε πανανθρώπινο επίπεδο– πράσινα άλογα, αν μη τι άλλο,  η ποίηση στις πλέον επιτυχείς στιγμές της επιχειρεί να τα καταστήσει χρήσιμα και να τα μετατρέψει σε άλογα του σκακιού.

Σε μια ολοφώτεινη σκοτεινή παρτίδα με το Άγνωστο.

~ ~ ~

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

Βιργινία Γαλανοπούλου: Ο εκκεντρικός Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς

joseph-brodsky_1

~ . ~

[ Το δεύτερο από τα δύο μέρη του αφιερώματός μας στον Μπρόντσκι και τη Μεγάλη Ελεγεία στον Τζων Ντον. Η πλήρης μετάφραση του ποιήματος από την Ειρήνη Παπαθανασίου ε δ ώ .]

~ . ~

της ΒΙΡΓΙΝΙΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Δεν είναι η γλώσσα όργανο του ποιητή
αλλ’ ο ποιητής όργανο της γλώσσας!
Ι. Α. ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

«Το φαινόμενο Μπρόντσκι είναι ένας γρίφος για τη δική μας νοοτροπία, ένα ερωτηματικό για τη λογοτεχνική μας παράδοση. Ως ποιητής διαμορφώθηκε μέσα απ’ τη ρωσσική γλώσσα, όμως η ποίησή του δεν είναι ρωσσική ούτε ως προς το πνεύμα της ούτε ως προς την εκφορά του λόγου – έχει κάτι βιβλικό, ερημικό, προαιώνιο. Οι μακριές αλλ’ εύκαμπτες νοηματικές αλυσίδες προσδίδουν στα ποιήματά του μια χροιά αγγλική. Ο Μπρόντσκι αποδομεί το στίχο κι εκείνες τις ιδιότητές του που ανάγονται στον Πούσκιν και που για μας είναι θεμελιώδεις, καθώς η αρμονία ή η δυσαρμονία παράγεται στον “πυρήνα της Λέξης”, μέσ’ από τη μαγεία του ήχου της, χάρη στην ύπαρξή της».[1]

Οι σκέψεις αυτές απηχούν την άποψη που έχουν για το έργο του Μπρόντσκι πολλοί Ρώσσοι κριτικοί λογοτεχνίας αλλά και απλοί αναγνώστες, τόσο τη σοβιετική περίοδο όσο και κατά τις πρόσφατες δεκαετίες. Προκειμένου να δώσουμε μιαν εξήγηση για το θαυμασμό, την έκπληξη ή την αμηχανία που προκαλούν οι στίχοι του μεγάλου Ρώσσου ποιητή (ο οποίος το 1977 πήρε την αμερικανική υπηκοότητα) στους συμπατριώτες του αλλά και στο διεθνές αναγνωστικό κοινό, θα επιχειρήσουμε ν’ ανιχνεύσουμε τις λογοτεχνικές του καταβολές λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες του βίου του. Απ’ αυτή τη σκοπιά, η Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον προβάλλει ως ιδανικό σημείο αναφοράς, μιας και το συγκεκριμένο ποίημα σηματοδοτεί μια στροφή στην καλλιτεχνική δημιουργία του Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς και συγκεντρώνει πολλά απ’ τα χαρακτηριστικά που απαντούν και στη μετέπειτα πορεία του.

akhmatova

Η Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζων Ντον γράφεται στις αρχές του 1963, όταν ο εικοσιτριάχρονος Μπρόντσκι γνωρίζει ελάχιστα το έργο του Άγγλου μεταφυσικού ποιητή – μερικά μόνο σκόρπια «απόσπασματα από κηρύγματα και στίχους που περιλαμβάνονται σε κάποιες ανθολογίες».[2] Την εποχή αυτή, η κυριαρχία του Νικίτα Χρουσώφ στο κόμμα οδεύει προς το τέλος της, ενώ στην πολιτιστική ζωή της απέραντης Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζεται η γενιά του ’60. Ο Ιωσήφ Αλεξάντροβιτς έχει παρατήσει το σχολείο κι έχει κάνει διάφορες δουλειές –φρεζαδόρος, βοηθός νεκροτομείου, εργάτης σε γεωλογικές έρευνες–, έχει συναντήσει την Α. Α. Αχμάτοβα αλλά και τη ζωγράφο Μαριάννα Μπασμάνοβα, που την ερωτεύεται και της αφιερώνει αρκετά ποιήματά του· έχει επίσης επισκεφτεί τα γραφεία της Κα-Γκε-Μπέ, όπου, τούτη τη φορά, μένει μόνο για δυο μερόνυχτα. Μέσα σ’ όλα αυτά, έχει προλάβει να πάρει μιαν ιδέα απ’ το έργο του Τζων Ντον – πώς όμως έγινε αυτό;

«Έμαθα γι’ αυτόν λίγο πολύ τυχαία, όπως οι περισσότεροι, χάρη στο μότο του μυθιστορήματος Για ποιον χτυπά η καμπάνα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά νόμιζα ότι πρόκειται για τη μετάφραση κάποιου ποιήματος, γι’ αυτό και προσπάθησα να βρω μια ποιητική συλλογή του Ντον. Μάταια. Αργότερα κατάλαβα ότι είναι απόσπασμα από ένα κήρυγμά του. Μ’ άλλα λόγια, τον Ντον τον πρωτογνώρισα, τρόπον τινά, όπως και οι σύγχρονοί του Άγγλοι – γιατί, στην εποχή του, ήταν περισσότερο γνωστός ως ιεροκήρυκας παρά ως ποιητής. Έχει ενδιαφέρον το πώς έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο μ’ αυτό το απόσπασμα. Για καιρό έψαχνα σε διάφορες ανθολογίες. Το ’64, όταν μου έριξαν πέντε χρόνια, με συνέλαβαν και με πήγαν στην περιφέρεια Αρχάγγελσκ, η Λίντιγια Κορνέγιεβνα Τσουκόφσκαγια μου έστειλε για τα γενέθλιά μου –παίρνοντάς την προφανώς απ’ τη βιβλιοθήκη του πατέρα της– μια έκδοση της Modern Library με έργα του Ντον. Τότε διάβασα για πρώτη φορά όλα τα ποιήματά του – τα διάβασα προσεκτικά».[3] (περισσότερα…)

Σημάδια παρακμής στην λογοτέχνια

DECAY

~~~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Το φαινόμενο της παρακμής όταν ερμηνεύεται σε «ειδικότερη» βάση, για παράδειγμα στα λογοτεχνικά πράγματα, παρουσιάζει πάντοτε ή κατά κανόνα κάποια ευκόλως ανιχνεύσιμα στοιχεία, βάσει των οποίων επιχειρείται ανά τις εποχές –και στο βαθμό που ένα τέτοιο φαινόμενο καθίσταται πλέον μη αγνοήσιμα αισθητό– μια ποιοτική καταμέτρησή του. Τα κριτήρια σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι δύο ειδών: θεωρητικά (από την άποψη μιας θεωρίας της τέχνης) και ιστορικά-ιστοριογραφικά.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, τουτέστιν τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μας, δύο είναι οι κύριες παράμετροι εφαρμογής των ιστορικών κριτηρίων: η κοινωνική-οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα μας εδώ και χρόνια αλλά και το –ίσως μοναδικό– νεοελληνικό φαινόμενο διεξαγωγής μιας «πνευματικής» ζωής πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικώς, μέσα από το διαδίκτυο και μάλιστα μέσα από τα προφίλ ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης!

Για λόγους προσληπτικής ευχρηστίας από τον αναγνώστη, θα επιχειρήσουμε να απαριθμήσουμε εν είδει καταλόγου, μερικές τέτοιες ενδείξεις παρακμής, οι οποίες λαμβανόμενες εν συνόλω δεν μπορεί παρά να άγονται σε μια κατάδειξη του παρακμιακού φαινόμενου. Πρόκειται, όπως ελέχθη, για «μερικές» ενδείξεις, πράγμα που σημαίνει πως υπάρχουν και άλλες (αρκετές ακόμα). Εδώ παρατίθενται από καθαρά δειγματοληπτική άποψη οι κάτωθι.

1. Πρώτο απ’όλα, ως γενικευμένο γνώρισμα λογοτεχνικής παρακμής ανά τους αιώνες, το ολοένα και περισσότερο χοντροκομμένο της μορφής στο όνομα μιας φαιδρώς εξιδανικευμένης ή μυστικοποιημένης απλότητας. Πληθαίνουν τα κείμενα ατελούς ή ανύπαρκτης προκατεργασίας που παρουσιάζονται στον έντυπο και τον διαδικτυακό κόσμο.

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Όπως προελέχθη, η «ποιούσα την ανάγκην φιλοτιμίαν» μυστικοποίηση ή λατρεία της «απλότητας». Σύμφωνα με αυτήν την μάλλον φυγόπονη και δίχως παιδεία θεώρηση, το απλό και το πολύπλοκο είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους πράγματα και ως εκ τούτου το απλό προτιμάται, έστω και αν το απλοϊκό ή απλοποιημένο παρερμηνεύεται από τους παρακμίες ως εάν ήταν πράγματι απλό και προβάλλεται ως τέτοιο.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Ολοένα και περισσότεροι θεωρούν περιττή μια βαθύτερη θεωρητική ενάσχοληση με τα λογοτεχνικά πράγματα, αποφεύγουν μια συστηματικότερη μελέτη κρισίμων περιόδων στην ιστορία της λογοτεχνίας ή εν γένει του ανθρωπίνου πνεύματος και εμπιστεύονται περισσότερο τον «εσωτερικό» κόσμο τους (όχι ότι αυτό είναι λάθος, μονόπλευρα όμως παρμένο είναι τραγικό… η λογοτεχνία θέλει δουλειά).

Αυτοσχεδιασμός και προχειρότητα λοιπόν στην θέση της υποδομής, με αποτέλεσμα οι «εμπνεύσεις» να περιτριγυρίζουν χιλιοαναμασημένα και «πολυτραγουδισμένα» μοτίβα, μη διακτινιζόμενα σε τίποτε περαιτέρω του εαυτού τους.

Ως αποτέλεσμα η μορφή καθίσταται πιο χοντροκομμένη, η εκφραστική έχει τα χάλια της καθώς οι «γωνίες» του γραπτού λόγου αμβλύνονται σε βαθμό τέτοιο ώστε να δύναται να ακολουθήσει την πνευματική φτώχεια του παρακμία, η θεματολογία είναι η πλέον «βασική» και χιλιοχρησιμοποιημένη, αλλά και άλλα συναφή γνωρίσματα.

Αντιμετώπιση: Είναι καλό –και σε πείσμα μιας κατ’ εξοχήν αντιθεωρητικής χώρας και νοοτροπίας που τους περιβάλλει– οι λογοτέχνες να ασχολούνται τόσον με την θεωρία γενικότερα όσον και ειδικότερα με την θεωρία της λογοτεχνίας. Επειδή, προτού επιχειρήσεις να αρθρώσεις λόγο για κάτι, θα πρέπει να είσαι ενήμερος (όσον το δυνατόν) περί του τι είπαν και έγραψαν πολλοί άνθρωποι πριν από σένα, ώστε να μην επαναλάβεις τα ίδια και μάλιστα σε πτωχότερη μορφή! Η τέχνη, αντίθετα με την θεώρηση της παρακμής –που τείνει να προσημειώσει με θετική σήμανση κάθε έκπτωση δεν είναι μίμηση ούτε «συνέχεια», αλλά νέα δημιουργία, ρήξη και ασυνέχεια!

Περαιτέρω, η εξιδανίκευση της «απλότητας», τόσον διαδεδομένη στην χώρα μας λόγω της ρωμέικης συνήθειας να αναπαράγονται ακρίτως διάφορα βολικά σλόγκαν και συνθηματάκια που εξυπηρετούν την πνευματική οκνηρία και την πρόχειρη έμπνευση, η εξιδανίκευση της απλότητας λοιπόν, είναι τόσον σαθρή όσον και επικίνδυνη εξ αιτίας των αναποφεύκτων παραλόγων συνεπειών της. Για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, αρκεί να σκεφθούμε ότι ένας ανθρώπινος οργανισμός για παράδειγμα, είναι κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο και σε καμμία περίπτωση δεν παραπέμπει στην ιδέα της “απλότητας”. Η ζωή για να υπάρξει και να λειτουργήσει χρειάζεται μια “πολύπλοκη” ανάπτυξη ή επέκταση. Αν αυτό λοιπόν ισχύει για τον άνθρωπο, πόσον περισσότερο θα έπρεπε να ισχύει για ό,τι ο ίδιος παράγει, και εν προκειμένω παράγει λογοτεχνικά!

Όμως αυτό που πρέπει να επισημανθεί εδώ κατά πρώτιστη και καίρια σημασία είναι το εξής: Το απλό δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με το εύληπτο! Όπως και το πολύπλοκο δεν είναι κατ’ ανάγκην δύσληπτο. Τέτοιου είδους χοντροκομμένα μυθεύματα γίνονται δημοφιλή της μιας ευκαιριακής χρήσεως σε καιρούς παρακμής αλλά και γενικότερα σε χώρες στις οποίες εξιδανικεύεται η στασιμότητα και η οπισθοδρόμηση στο όνομα του “απλού”!

Για να το αντιληφθούμε αυτό καλύτερα ας δούμε λίγο την φράση: «ο θεός είναι άπειρος». Δεν υπάρχει κάτι πιο απλό ως σκέψη, έκφραση και διατύπωση από αυτό. Πόσον όμως εύληπτο θα το θεωρούσατε; Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η απλότητα πάση θυσία (ακόμα και της λογικής ή της πραγματικής ανάγκης), αλλά η λειτουργική, αιτιολογημένη απλότητα όποτε η περίσταση το απαιτεί, γιατί σε μιαν άλλη περίσταση μονάχα το πολύπλοκο φέρει τα πράγματα εις πέρας.

2. Η αντικατάσταση της λογοτεχνικής κριτικής προοδευτικώς και σε εκτεταμένη βάση από το ατεκμηρίωτο μπινελίκι, το μεθυσμένο μουρμουρητό που επιχειρεί να δυσφημίσει πλαγίως, τις πρόχειρες «στο πόδι» γνώμες, τις ξεδιάντροπες διαφημίσεις που πλασάρονται ως «θετικές κριτικές», τα άναρχα μουγκρητά αγνώστου ανθρωπολογικής συστάσεως κλπ. κλπ.

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Απολύτως καμμία εμφανιζόμενη δικαιολογία, «επίσημη» τουλάχιστον. Με παραδειγματικά ρωμέικο θρασύ τρόπο επιχειρείται κάποτε ή συχνά να περάσουν όλα τα άνω αναφερόμενα καταρρακώματα ως «κριτική». Ενίοτε και με την συνδρομή μιας κακώς εννοουμένης διασυμπεριφοροπαρλατορικής «καλλιτεχνικότητας» που «πουλάει τρέλα» ενώ στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από ανειρμικότητα, ασυναρτησία ενώ στις χειρότερες περιπτώσεις λασπογραφία και bullying σε ψευδολογοτεχνίζουσα προφάνεια.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Όπως μπορεί ευκόλως να διαπιστωθεί στα κοινωνικά μέσα, αλλά και εν γένει στο ελληνικό διαδίκτυο, η πραγματική λογοτεχνική κριτική τείνει να καταστεί πλέον ανύπαρκτο είδος. Πράγμα τρομαχτικά επικίνδυνο για τις νεώτερες γενιές που μορφώνονται λογοτεχνικώς κυρίως από το διαδίκτυο και δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη η οποιαδήποτε απόπειρα χειραγώγησής τους από επιτήδειους, απατεώνες και λασπογράφους όταν αυτοί οι τελευταίοι επιχειρούν να παρουσιάσουν ως πράγματα «φυσικά» την δια βοής επικρότηση ή τον χλευασμό από κάποια «στημένη» μικροπαρέα ή μικροόχλο.

Περαιτέρω, αρνητικότερη ίσως συνέπεια αποτελεί η μετατόπιση από την “ad judicium” στην “ad hominem” κρίση (ή παράκρουση), πράγμα το οποίο και συνιστά ένα από τα πλέον βασικά και επίμονα στην εμφάνιση γνωρίσματα παρακμής στην ανθρώπινη Ιστορία!

Ιδιαίτερα μάλιστα, αν αναλογιστεί κάποιος, ότι σε κοινωνίες όπως η νεοελληνική που επί δεκαετίες «διαπαιδαγωγείται» –σε σημαντικό βαθμό– με bullying, νταηλίκι αλλά και τον ευφημισμό της αισχρής λάσπης ως «ε εντάξει είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω, δεν χάλασε ο κόσμος», τι τερατογραφήματα γελοιότητας και ψυχανωμαλίας, λοιπόν, μπορεί να γεννήσει το διαιωνίως παρακμιακό σημάδι σφετερισμού του argumentum ad judicium από το argumentum ad hominem! Είναι μήπως τυχαίο που στις συνθήκες της σημερινής παρακμής, και σε ένα όχι εύκολα αγνοήσιμο ποσοστό, το ελληνικό λογοτεχνικό (και παραλογοτεχνικό) διαδίκτυο θυμίζει βόθρο;

Φυσικά, και σε καιρούς ακμής το “ad hominem” στην λογοτεχνία δεν εξαφανίζεται, αλλά εκεί αποκτά την σωστή θέση του και την κρίσιμη ποιότητά του. Η κρίση επί του ανθρώπου ως λογοτέχνη, συμφώνως με τα έργα τέχνης του αλλά και με τις δημόσιες πράξεις που πιθανώς συνόδευσαν αυτά, ανήκει συνήθως σε πιο ώριμες χώρες και κοινωνίες και σε κάθε περίπτωση στις επερχόμενες γενεές που μπορούν να δουν με ψυχραιμία και με πιο αντικειμενικό μάτι εκεί που τα πάθη και τα μίση (τρελά και υπερχρονίσαντα συνήθως στο ρωμέικο) αποτυγχάνουν να δουν στο εκάστοτε παρόν.

Αντιμετώπιση: Σε αυτές τις γελοίες περιπτώσεις που δυστυχώς πληθαίνουν στο διαδίκτυο, και σε συνθήκες αμέριμνης παρακμής, η αντιμετώπιση είναι μόνο μία: Στα σκουπίδια.

Κείμενο, μουρμουρητό ή μουγκρητό που καμώνεται την κρίση, προσφέροντας αυθαιρεσία, μη παραδειγματογραφία, ανειρμικότητα και αναιτιατές συνδέσεις, ενώ στις χειρότερες πλην υπαρκτές περιπτώσεις μην όντας κάτι περισσότερο από υβρεομπινελικοστάσιο (χωρίς συνήθως να κατονομάζει τίποτα από φόβο ενοχής και συνεπειών) απορρίπτεται χωρίς πολλά πολλά. Ο βόθρος στην Ελλάδα έχει φρακάρει πλέον. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια για επέκτασή του.

3. Η ξεδιάντροπη αναπαραγωγή «υφών» κάποιων σημαντικών ποιητών, φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως στο διαδίκτυο όπου το κοινό δεν είναι αμιγώς λογοτεχνικό και πολλές φορές η αναγνωστική πρόσληψη της παρουσιαζομένης λογοτεχνίας κάθε άλλο παρά με λογοτεχνικό τρόπο γίνεται, ενώ, παραλλήλως, η στοιχειώδης σοβαρότητα δεν εμφανίζεται ως προϋπόθεση για την συναναστροφή με τα λογοτεχνικά πράγματα!

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Ψευδοθεωρητικισμοί και χιλιομασημένα κλισέ για κάτι τόσον αυταπόδεικτο άμα τη εμφανίσει: το γεγονός δηλαδή ότι πολλοί ποιητές του διαδικτύου μιμούνται έως αισχρής εξαντλήσεως τις καβαφικές ή σεφερικές μανιέρες, ενώ οι πιο «διαμαρτυρόμενοι» πιθηκίζουν ασύστολα στις γραφές τους την «πληθυντική» μανιέρα του Ginsberg. (Π.χ.: Αγόρια που κλαίνε με αναφιλητά στους στρατούς! γέροι που κλαψουρίζουν στα πάρκα!… Διαμερίσματα ρομπότ! Αόρατα προάστια! Σκελετωμένα θησαυροφυλάκια! – κλπ. κλπ., στην Ελλάδα η μίμηση του συγκεκριμένου γινσπεργείου ύφους –που έχει τις καταβολές του φυσικά στον Ουίτμαν– δημιούργησε επί δεκαετίες θύματα και θύματα που πίστεψαν ότι απλά «γαυγίζοντας» θα γίνουν ποιητές με μια «επαναστατική» χροιά μάλιστα, γεμίζοντας χαρτιά και χαρτιά με παροξυσμούς σαλεμένων ή νοσηρών φαντασιογραφιών επί ανθρωπίνων τύπων οι οποίοι, αντίθετα με ό,τι επαγγέλλεται μια κοινωνικώς διαμαρτυρόμενη ποίηση, υπήρχαν κατά κανόνα μόνον στο κεφάλι των γινσπεργειοπαθών ποιητών και όχι στην πραγματικότητα).

Παρ’ όλ’ αυτά όμως, σου λέει ο άλλος, διαδίκτυο είναι, λέγε λέγε και ξελέγε, βρες και μια παρεούλα για κάνα λάικ και μπιζάρισμα, ρίξε και κάνα μπινελίκι στους σοβαρούς, κάπως θα την βγάλεις.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Πλήρης εκτροχιασμός και διαστροφή της αναγνωστικής συνείδησης όποτε συμβαίνει, γιατί το ρωμέικο πάντοτε αποπειράται να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, και να ακυρώσει ζηλοφθόνως όχι μόνο τα έγκυρα αλλά και αυτά τα επίκαιρα ή πιο σύγχρονα προς όφελος μιας εκάστοτε προτιμηθείσης παρελθοντολαγνείας.

Αντιμετώπιση: Η πραγματική κριτική που πρέπει κάποτε να εμφανιστεί και στο ελληνικό διαδίκτυο (πολύ λίγες οι θετικές εξαιρέσεις σήμερα).

Και όταν λέμε πραγματική κριτική, εννοούμε μονάχα: κατονομασία, ανάληψη ευθύνης, λογικά αιτιατές συνδέσεις στο κείμενο της κριτικής, επαρκής παραδειγματογραφία, αντιπαράθεση κειμένων όταν αυτή προκύπτει ως αναγκαία από τα προφραζόμενα, αναγωγή στην ιστορία της λογοτεχνίας, έκταση και ανάπτυξη των ιδεών και πάνω απ’ όλα: ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ (με αληθή και όχι με ψευδή στοιχεία ή παραπληροφορώντας).

Όλα τα άλλα δεν είναι παρά για τα σκουπίδια.

~ ~ ~

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

Λοξές ματιές: Κατά της δράσης

αξιον

~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τα φαινόμενα καταιγιστικής δράσης σε μια αφήγηση εγείρουν, αναπόφευκτα, σοβαρά ζητήματα αληθοφάνειας. Ακόμα χειρότερα: εντείνουν μια αίσθηση ματαιότητας των πραγμάτων και δείχνουν επιπολαιότητα του γράφοντος. Μετά από ένα σημείο είμαστε αναγκασμένοι να τα θεωρήσουμε εντελώς ανούσια.

Η ζωή, ακόμα και στις πιο πυκνές στιγμές της δεν είναι μόνο τρέξιμο, αδιάλειπτο αγκομαχητό και σφυροκόπημα, αλλά συντίθεται επίσης από παύσεις, ανάπαυλα, ακινησία, αναστοχασμό, κενά, διαλείμματα. Τείνουμε να πιστεύουμε το αντίθετο αλλά ακόμα και η πιο δεμένη αφήγηση παρουσιάζει ρωγμές υπό το βάρος της ανεξέλεγκτης δράσης. Σε ένα όνειρο μπορεί καμιά φορά να εμφανίζονται αλλεπάλληλα συμβάντα, εικόνες που διαδέχονται τάχιστα η μία την άλλη, κίνηση, ροή των πραγμάτων, αντικρουόμενες ενέργειες. Όχι όμως στην πραγματικότητα. Στην λογοτεχνία που είναι, κατά μία έννοια, συμφυρμός ονείρου και πραγματικότητας απαιτείται κάποιου άλλου είδους ισορροπία.

Τι συνιστά δράση σε μια αφήγηση; Σίγουρα έχει να κάνει με την κίνηση των ηρώων, με την βούληση, με την πράξη τους. Κεντρίζει πάντα το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αλλά πόσο μπορεί να το κρατήσει; Και τι αντίκτυπο έχει μέσα του; Είναι η δράση η μόνη κινητοποιός δύναμη μιας αφήγησης; Όχι αναγκαστικά. Η αφηγηματική μηχανή δεν ενεργοποιείται, άλλωστε, πάντοτε από βαθιά, εσωτερικά αίτια. Κάποιες φορές συμμορφώνεται απλώς με τις ίδιες της τις ανάγκες. Τι σημαίνει αυτό; Ο ήρωας μιας ιστορίας κάνει το τάδε ή το δείνα, αντιδρά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, προβαίνει σε μια πράξη, όχι γιατί κανοναρχείται από μια προσωπική επιθυμία, ανάγκη, ένα εσωτερικό κέλευσμα, αλλά επειδή η ιστορία στην οποία μετέχει το ζητά, το επιτάσσει και ακόμα το επιβάλλει. Τα παραδείγματα είναι άπειρα. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα περισσότερα ευπώλητα και θα διαπιστώσει του λόγου το αληθές. Παρ’ όλα αυτά το κακό συμβαίνει και σε ιστορίες με αξιώσεις. Όπου και να εντοπιστεί πάντως το πρόβλημα (δηλαδή η δράση για την δράση) δημιουργεί κραδασμούς και προκαλεί τριγμούς που θέτουν σε κίνδυνο ολόκληρο το αφηγηματικό οικοδόμημα.

Μέσα στις συμπληγάδες των εξωτερικών γεγονότων που προωθούν την αφήγηση, ο αποχρών λόγος κάποιες φορές αποσυντίθεται, θρυμματίζεται, κονιορτοποιείται. Μπλεγμένη στην σπειροειδή τροχιά της αλλεπάλληλης δράσης η αφήγηση δεν καταφέρνει να ανασάνει. Η δράση από μόνη της δεν επαρκεί για να στήσει ένα στέρεο οικοδόμημα αφήγησης. Ας δούμε για παράδειγμα το γνωστό βιβλίο Κώδικας Ντα Βίντσι – ένα εμβληματικό παράδειγμα ραγδαίας όσο και αδιέξοδης δράσης. Η θερινή ραστώνη, που ευνοεί τόσο την πνευματική νωθρότητα, αμβλύνει τις αντιστάσεις μας και μας επιτρέπει να το πιάσουμε στα χέρια μας και να ασχοληθούμε για λίγο (έστω και τόσο όψιμα) μαζί του.

Η δράση στο εν λόγω βιβλίο μοιάζει με τον ουροβόρο όφι, το φίδι που τρώει την ουρά του, δεν αφήνει πολλά περιθώρια νοηματικής εξέλιξης, παρά δημιουργεί μια ασφυκτική αίσθηση κλειστότητας. Οι ήρωες περιφέρονται σαν ανδρείκελα από δράση σε δράση σε ένα σκηνικό που θυμίζει πάρα πολύ βιντεοπαιχνίδι. Μετά την εκατοστή σελίδα το μοτίβο γίνεται τόσο κουραστικό για τον αναγνώστη που μετά βίας κρατιέται και δεν πετάει το βιβλίο από το παράθυρο, με κίνδυνο, λόγω του ασύμμετρου όγκου του, να τραυματίσει κάποιον, τυχαίως διερχόμενο, περαστικό.

Η συμπαγής ιστορία εξυπηρετείται κάλλιστα από βαθείς χαρακτήρες, που έχουν ξεκάθαρα κίνητρα, συγκεκριμένες επιθυμίες και θέλω. Οι σπινθήρες της δράσης δημιουργούνται όταν η εκπλήρωση αυτών των “θέλω” αναστέλλεται εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων, εμποδίων, ενάντιας, αλλότριας βούλησης. Ο ήρωας καλείται να ξεπεράσει τα εμπόδια με βάση τις εσωτερικές του ποιότητες, τα προτερήματα του χαρακτήρα του, την ψυχική του δυναμική. Στον Κώδικα Ντα Βίντσι το πρωταγωνιστικό ζεύγος επιδίδεται σε μια σειρά (πραγματικά ατελείωτη) επίλυσης γρίφων που το οδηγεί από τη μία αποκάλυψη στην άλλη, ξηλώνοντας σιγά σιγά το πέπλο του μυστηρίου που καλύπτει την αφήγηση. Αμφότεροι όμως, ο σταρ καθηγητής του Χάρβαρντ (sic), Ρόμπερτ Λάνγκτον και η νεαρή, γοητευτική, κρυπτολόγος Νεβώ είναι χαρακτήρες ανιαρά μονοδιάστατοι. Ο συγγραφέας τούς προικίζει υποτίθεται με ιδιαίτερες αναλυτικές ικανότητες, ευφυΐα, ευρηματικότητα, πάθος και ζήλο. Αλλά μοιάζουν με δύο παιδιά που παίζουν το κυνήγι του χαμένου θησαυρού. Λύνουν με περισσή ευκολία έναν σωρό αινίγματα, και κάθε φορά το πανηγυρίζουν με ενθουσιασμό νηπίου. Η σκέψη τους φαίνεται αγκυροβολημένη στο λιμάνι του αυτονόητου.

Άλλη καταφανής ένδειξη τεχνικής ένδειας και συγγραφικής αδεξιότητας είναι, σε αυτό το βιβλίο, ένα φαιδρό πρωθύστερο σχήμα: πρώτα συμβαίνει κάτι στην ιστορία και κατόπιν ο παντογνώστης αφηγητής το εξηγεί. Αλλά δεν αφήνει αυτή την εξήγηση να διαφανεί μέσα από την εξέλιξη, τη ροή των πραγμάτων. Αντιθέτως βάζει κατά κανόνα τους ήρωες του να αποσαφηνίζουν λεκτικά τα καθέκαστα (όπως συνήθιζε να κάνει στα τηλεοπτικά του σενάρια ο Νίκος Φώσκολος) και ξεπερνάει με μαγικές λύσεις, με μικρούς από μηχανής θεούς τους αφηγηματικούς υφάλους.

Οι ασυνέπειες, τα πλημμελώς καλυμμένα νοηματικά χάσματα, οι αδικαιολόγητες τροπές, στεφανώνονται κατά τρόπο αναμενόμενο από αφηγηματικά τερτίπια και αναπόφευκτα κλισέ: ο προδότης, το μυστικό, η διαφυγή, το ανθρωποκυνηγητό. Το μεγάλο μυστικό που πυροδοτεί υποτίθεται το αναγνωστικό ενδιαφέρον και κορυφώνει την έξαψη, προδίδεται απελπιστικά εύκολα αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι το ίδιο πράγμα ειπώθηκε – και με απείρως καλύτερο τρόπον από τον Καζαντζάκη, τον Σκορτσέζε, τον Σαραμάγκου κτλ. Δεν θα κάνω spoiler ποιο είναι αυτό το επτασφράγιστο μυστικό για να μην αποθαρρύνω τον φιλοκάματο (αλλά και μαζοχιστή) αναγνώστη που επιθυμεί, παρόλα αυτά να αναμετρηθεί με τις εξακόσιες τόσες σελίδες του Κώδικα Ντα Βίντσι.

Οι μόνες φορές που πατάει φρένο ο συγγραφέας είναι για να μας σκοτίσει με εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που μοιάζουν να έχουν συλλεχθεί από αμφιβόλου εγκυρότητας λήμματα της Wikipedia ή από βιβλία συνομωσιολογίας. Αν και είναι γνωστή μια τάση της αμερικάνικης πεζογραφίας να αναλώνεται σε ενδελεχή έρευνα πριν βουτηχθεί στα άγνωστα νερά της μυθοπλασίας, εδώ ακόμα και αυτό φαίνεται ελλιπές. Αλλά και η ίδια η έρευνα γύρω από το υλικό που πρόκειται να απαρτίσει την βασική θεματική του βιβλίου, μοιάζει καμιά φορά στα ευρωπαϊκά μάτια μας (sic), ως μια ανόητη αμερικάνικη πρακτική. Ο συγγραφέας καλό είναι να έχει εμπεδώσει το υλικό που επιχειρεί να τιθασεύσει, μέσα από διαβάσματα, εμπειρική γνώση, διαίσθηση και τριβή. Όχι να ενδιατρίβει σαν προπτυχιακός ή και μεταπτυχιακός φοιτητής σε αποδελτιώσεις, αποσπασματική μελέτη έργων, συλλογή πληροφοριών, πλάγια και σταυρωτή ανάγνωση. Όσον αφορά την έρευνα πριν την συγγραφή: δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε τον Μπέρνχαρντ να προβαίνει σε έρευνα πριν το γράψιμο κάποιου βιβλίου του, ή τον Μπέκετ ή τον Καλβίνο ή τον Μοράβια. Προφανώς υπήρξαν όλοι τους κινητές βιβλιοθήκες. Και ασφαλώς είχαν εμπεδώσει όλοι τους πολύ καλά γνωσιακό υλικό πολύτιμο για τα βιβλία τους. Αλλά κάτι τέτοιο ήταν για αυτούς modus vivendi –είχε να κάνει συλλήβδην με την συγγραφή. (Τελευταία και πολλοί Έλληνες συγγραφείς που καταγίνονται κυρίως με το ιστορικό μυθιστόρημα, επιδίδονται προφανέστατα, σε έρευνες και μελέτες προ της διαδικασίας της συγγραφής, με φαιδρά συνήθως αποτελέσματα…).

Αρκετά όμως με αυτόν τον ογκόλιθο φλυαρίας και δραματικής αμετροέπειας. Κάποιες φορές για να ξεπλυθούμε από το μίασμα της φτηνής ανάγνωσης, οφείλουμε να προστρέξουμε στα αντίθετά της. Βέβαια εδώ θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δεν υπάρχει κάποια φανταστική διάκριση που χωρίζει τα μνημεία του λόγου σε έργα δράσης και έργα μη δράσης. Ένας τέτοιος διαχωρισμός θα ήταν αστόχαστος. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν λογοτεχνικές πλατφόρμες, αισθητικά ρεύματα και τάσεις που γύρισαν συνειδητά την πλάτη στην δράση ως αφηγηματικό εργαλείο και την υπονόμευσαν με υποδειγματικό τρόπο.

Ας ανατρέξουμε λοιπόν σε κάποιους από τους διαχρονικούς μέντορες της “αντι-δράσης” (της έλλειψης δράσης στην αφηγηματική ροή ή καλύτερα της άρνησης δράσης). Μια χαρακτηριστική ομάδα συγγραφέων που προέταξε τα στήθη της, συγκροτημένα και με μεγάλη επιδραστικότητα, σε όλον αυτόν τον συρφετό της δράσης ήταν οι εκφραστές του Θεάτρου του Παραλόγου. Γύρω στην δεκαετία του ’50 και του ’60 αυτοί οι συγγραφείς είπαν με τα έργα τους (συν τοις άλλοις και) ένα εκκωφαντικό στοπ σε όλη αυτή την μετακινούμενη και αδίκως ξοδεμένη ενέργεια. Βέβαια τα έργα τους δεν είναι σε καμία περίπτωση ακίνητα. Η γραμμικότητα εκεί αντικαθίσταται από την ελλειπτικότητα, την ατελή τροχιά, την χαοτική κίνηση. Την θέση της δομημένης αρχιτεκτονικής με την ευκλείδεια γεωμετρία της καταλαμβάνει μια τρελή χωροταξική αναρχία. Κάθε έννοια λογικής εξέλιξης αποδομείται. Είναι φυσικό σε ένα τέτοιο περιβάλλον, στο κβαντικό κουτί του θεάτρου του παραλόγου, να μην έχουμε σύσταση χαρακτήρων με την παραδοσιακή έννοια. Αντιθέτως εκεί κυριαρχούν τα ανδρείκελα, οι μαριονέτες του ανέμου που λικνίζονται στους ρυθμούς της τυχαιότητας. Επομένως υπάρχει πρόδηλη αναντιστοιχία ανάμεσα στα εσωτερικά κίνητρα του κάθε χαρακτήρα και στην εξωτερική έκφρασή τους – μια αναντιστιχία όμως που λαμβάνει, αναπόφευκτα, πολιτικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές διαστάσεις.

Πάνω σε αυτό το θέμα δεν χρειάζεται, ασφαλώς, να μακρηγορούμε. Για περισσότερες πληροφορίες ο καθένας μπορεί να ανατρέξει στα διαφωτιστικά βιβλία του Μάρτιν Έσλιν. Ίσως οφείλουμε να αναφερθούμε μόνο στον Μπέκετ (σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ζητήσω ταπεινά συγγνώμη από τον εύθικτο και ευαίσθητο αναγνώστη. Είναι παράταιρο σε ένα σημείωμα που αναφέρεται ο Νταν Μπράουν να παρεισφρέει ξαφνικά το βαρύγδουπο όνομα Σάμουελ Μπέκετ, ωστόσο η ψευδαίσθηση της οικειότητας που έχουμε με τους αγαπημένους μας συγγραφείς, μας δίνει καμιά φορά το δικαίωμα να τους συμπεριφερόμαστε ανάρμοστα). Ο Ιρλανδός συγγραφέας λοιπόν –πέρα από την αυτονόητη τομή που επιχείρησε στο λογοτεχνικό κατασκεύασμα εν γένει– διακρίνεται και για ένα ιδιότυπο χαρακτηριστικό του: το απαράμιλλο χιούμορ του. Η γραμμική δράση είναι κατά κανόνα σοβαροφανής, παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό της, αφού αναλώνεται σε επεξηγήσεις, αιτιάσεις και αποδεικτικούς συλλογισμούς. Το κείμενο στον Μπέκετ διασώζεται πάντα από το ίδιο του το χιούμορ. Το όλο ύφος του είναι συνυφασμένο με το ιδιότυπο, μαύρο και σαρδόνιο αυτό χιούμορ. Ο Μπέκετ παρωδεί την ίδια την ουσία της δράσης και κατ’ επέκταση την ίδια την ύπαρξη, μιας και η δράση, η κίνηση, ταυτίζεται πολύ συχνά με τη ζωή. Η στάση του υπαγορεύεται από γερή φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων. Έτσι σε κάποια έργα του δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα (βλ. το Ακατανόμαστος) ενώ σε άλλα η υποτυπώδης δράση καταμερίζεται σε τόσο μικρές και ανούσιες τομές συμβάντων που μέσα της κατακρημνίζεται κάθε έννοια νοηματικής συνοχής. Και αυτό φυσικά από μόνο του παράγει άλλους κύκλους νοήματος.

~  ~  ~

Το θέατρο του παραλόγου ως αισθητικό και ιδεολογικό κίνημα ήταν φυσικό να εκπνεύσει πολύ σύντομα. Άφησε όμως βαριά παρακαταθήκη στις επερχόμενες λογοτεχνικές γενιές. Πριν και μετά το εν λόγω κίνημα γίναν, ως γνωστόν, πολλές προσπάθειες εφαρμογής μιας άλλης λογοτεχνικής φόρμας που απέβλεπε στην ανατροπή των κατεστημένων δομών, τρόπων, ηθών. Μέσα σε αυτά αναθεωρήθηκε πολύ ουσιαστικά και το ζήτημα της δράσης, ως μέσου εξέλιξης του αφηγηματικού γίγνεσθαι. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο παρήχθη κάποτε αλεατορική λογοτεχνία (κατά το πρότυπο της αλεατορικής μουσικής –συνθέσεων δηλαδή που βασίζονται απολύτως στην τυχαιότητα) ίσως η ομάδα των Oulipo να έπαιξε κάποτε με αυτόν τον κανόνα – καθώς ο νόμος της τυχαιότητας είναι και αυτός ένας νόμος. Ή ίσως να προήλθαν ανάλογοι πειραματισμοί από λετριστές συγγραφείς. Δεν είναι πάντως δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί τέτοιου τύπου απόπειρες έφτασαν σε αναπόδραστα αφηγηματικά αδιέξοδα και σβήσανε άδοξα.

Ως αναγνώστες, ως φιλοθεάμον κοινό, ως ακροατήριο είμαστε βαθιά και αναπόδραστα αριστοτελικοί, εδώ και 3000 χρόνια περίπου. Επιθυμούμε αρχή, μέση και τέλος στις ιστορίες που παρακολουθούμε και διαβάζουμε. Θέλουμε έλεος και λύτρωση. Πολλές εξηγήσεις υπάρχουν για αυτό. Εγκεφαλικοί λόγοι (φυσιολογία του εγκεφάλου), τρόποι πρόσληψης της πραγματικότητας κ.ά. Οι κανόνες της αφήγησης που ταλανίζουν τόσο πολύ τους σεναριογράφους, λιγότερο τους θεατρικούς συγγραφείς και ακόμα λιγότερο (δυστυχώς) τους μυθιστοριογράφους, θεσπίστηκαν απο πολύ παλιά (Όμηρος, Τραγικοί, Αριστοτέλης). Και έκτοτε δεν έχουν πάψει να επιβάλλουν την εξουσία τους στα γραπτά μνημεία μας.

Η αλήθεια είναι ότι, κατά βάθος, δυσανασχετούμε με την παντελή απουσία δράσης. Αλλά και την καταιγιστική δράση την θεωρούμε δήγμα ρηχότητας, πνευματικής ένδειας και έλλειψη φιλοσοφικής συγκρότησης. Μπορεί να θεωρηθεί όλο αυτό και ως μέρος της τραγικότητας του σύγχρονου αναγνώστη: είμαστε αναγκασμένοι να επιθυμούμε δυο εκ διαμέτρου αντίθετα πράγματα. Η ισορροπία είναι αρκετά λεπτή. Αλλά τίθεται όντως κάποιο διακύβευμα; Ποιος ενδιαφέρεται για φλυαρίες και λογοτεχνικά φληναφήματα, όταν έχει να διαλέξει ανάμεσα σε αυτά και στα σαγηνευτικά δίχτυα της σφιχτοδεμένης πλοκής, όπου όλα γίνονται γρήγορα και κυριαρχεί το σασπένς; Στην ακριβώς αντίπερα όχθη βρίσκονται τα μυθιστορήματα, ανάμεσά τους και κλασικά, όπου δεν συμβαίνει τίποτα, επικρατεί μια ολύμπια ακινησία και απόλυτη έλλειψη εξωτερικής δράσης. Εκεί όμως υπάρχουν συχνά τα διαπιστευτήρια της λογοτεχνικής αρετής και της ποιοτικής ανάγνωσης. Κάποιες φορές επιλέγουμε μια από τις δυο κατηγορίες με γνώμονα την ιδιοσυγκρασία μας ή την εκάστοτε ψυχολογική και συναισθηματική μας κατάσταση.

Κάποιος θα πει ότι ο ίδιος ο λόγος με τις κινήσεις του, τις μεταβολές του, τις ανωφέρειες και τις κατωφέρειές του, τις εντάσεις, τα ποικίλματα, τις αποχρώσεις, το fortissimo και το pianissimo, δεν αποτελεί απλώς πεδίο δράσης, αλλά συνιστά δράση. Αρκετά ρομαντική άποψη με κάποια ψήγματα αληθείας. Πάντως αν δούμε τον λόγο ως δράση, ξεπερνάμε μεμιάς το δίλημμα που αναφέραμε παραπάνω και εισερχόμαστε στον μαγευτικό κόσμο της αφήγησης με μια αναγνωστική αθωότητα που υπόσχεται μεγάλες συγκινήσεις.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Δ. Ν. Μαρωνίτης (1929-2016)

μαρων

*

Στη μνήμη του Δημήτρη Μαρωνίτη (22 Απριλίου 1929 – 12 Ιουλίου 2016), η μαθήτριά του, ποιήτρια Γεωργία Τριανταφυλλίδου, σε μια εκ βαθέων προσωπογραφία του δασκάλου.

 ~ ~ ~

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ

                                              Λοιπόν ωραία! Εφτάσαμε, ποιος ξέρει από τι κήπους…
Γιάννης Σκαρίμπας

Γυρίζω πίσω, πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια. Τίτλος μαθήματος: Ομηρικό έπος (3 διδακτικές μονάδες), Οδύσσεια : «Αλκίνου απόλογοι». Κωδικός μαθήματος: ΑΕΦ 102. Διδάσκων: Δ. Μαρωνίτης. Εαρινό εξάμηνο 1989. Μέρα και ώρα διδασκαλίας: Τρίτη 11-2. Αίθουσα διδασκαλίας: 101 νέου κτηρίου.

Τότε, στα υποχρεωτικά μαθήματα  του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, υπήρχε ακόμη η δυνατότητα να επιλέγει ο φοιτητής τον διδάσκοντα και την παράδοση της αρεσκείας του, εφόσον στον ίδιο κωδικό, του έπους στην προκειμένη περίπτωση, η Οδύσσεια είτε προσφερόταν σε δύο εκδοχές από δύο διαφορετικούς δασκάλους(π.χ. «Αλκίνου απόλογοι» και «Γυναικείες μορφές») είτε συνυπήρχε, ενδεικτικά και πάλι, με τις ραψωδίες Ζ και Ι της Ιλιάδας. Μπορούσες δηλαδή να διαλέξεις τον διδάσκοντα που επιθυμούσες χωρίς το πρώτο γράμμα του επιθέτου σου να λειτουργεί δεσμευτικά. Τώρα πια, νομίζω, οι διδάσκοντες του ίδιου γνωστικού αντικειμένου μοιράζονται αλφαβητικά τους φοιτητές, οπότε οι τελευταίοι «σύρονται» αναγκαστικά από το αρχικό κεφαλαίο του επωνύμου τους. Γιατί επιμένω σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες του κανονισμού; Επειδή έχει σημασία για μένα να πω ότι η παρακολούθηση του μαθήματος του Δ. Μαρωνίτη δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ένα τυχαίο γεγονός στη φοιτητική μου ζωή. Έπεσα κατευθείαν πάνω του. Κι αυτή η ελεύθερη βούληση με οδήγησε ολοταχώς στο τυχερό μου.

Τι γνώριζα μέχρι τότε για τον διδάσκοντα; Φήμες. Ότι αξίζει να τον έχεις καθηγητή και πως αυτό ταυτόχρονα σου κοστίζει. Εκείνος ξέρει, όμως πρέπει κι εσύ να μπορείς. Απαιτείται προσήλωση στο πρόσωπό του γιατί από ένα σημείο και μετά η παθιασμένη «ομιλούσα κεφαλή» είναι η ίδια το μάθημα ακριβώς. Δεν χαρίζεται σε κανέναν. Κάποτε εντοπίζει την αδυναμία σου και τη φέρνει σταθερά απέναντί σου. Φυσικά, στο τέλος του εξαμήνου, οι εξετάσεις στο μάθημά του δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο των εξετάσεων. Επαναλαμβάνω ότι οι παραπάνω φήμες αφορούσαν τη διδασκαλική του ιδιότητα αποκλειστικά. Γιατί ως συγγραφέα και επιφυλλιδογράφο τον γνώριζα ήδη από τα μαθητικά μου χρόνια. Στο πανεπιστήμιο μάλιστα είχα προλάβει να τον συμβουλευτώ βιβλιογραφικά για θέματα σχετικά με μαθήματα της νεοελληνικής μου ειδίκευσης – π.χ. όταν «διδάχτηκα» Μίλτο Σαχτούρη. Έτσι, η επιθυμία να συναντηθώ μαζί του στην αίθουσα έκρυβε κάτι από τη λαχτάρα της αναμέτρησης με ό,τι κατά βάθος φοβόμουν: αυτό που ίσως πάθαινα εξαιτίας του συγχρωτισμού μαζί του και εκείνο που ίσως δεν κατάφερνα να μάθω στη διάρκεια της διδασκαλίας του.

Θυμάμαι ότι στο τέλος του πρώτου μαθήματος ένιωσα υπερβολικά πιεσμένη. Αργότερα κατάλαβα ότι η πίεση προήλθε από την αγωνία μου να είμαι ολόκληρη εκεί, παρούσα, ενώ αυτό απλώς συνέβαινε. Μια περιττή επίταση από μέρους μου. Εκείνη την άνοιξη του 1989 ο Δημήτρης Μαρωνίτης  άνοιξε την πόρτα της  αίθουσας  101 και αμφιβάλλω αν την έκλεισε ποτέ οριστικά πίσω του. Μπήκε μέσα φορώντας ένα λινό μπεζ παντελόνι και μια σκούρα βυσσινιά μπλούζα. Χώρεσε όλο το ακροατήριο σε μια ματιά, την ίδια στιγμή που ο καθένας χωριστά μπαίναμε αγαπησιάρικα στο μάτι του. Διάβασε: «Ἀλκίνοος δέ μιν οἶος ἀμειβόμενος προσέειπεν» και συνέχισε χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρη ποιος δάνειζε εφεξής τη φωνή του σε ποιον.

Μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια έρχονται στο νου μου σχεδόν φωτογραφικά  τα φερσίματα και οι χειρονομίες του, η στάση του σώματος, τα ξεσπάσματα, οι ενδυματολογικές του προτιμήσεις. Τον θυμάμαι να ανεβαίνει από τα αριστερά της έδρας και τη μεριά των παραθύρων προς τις πίσω σειρές των εδράνων και να συνεχίζει περιμετρικά τη βόλτα του εναποθέτοντας τις κουβέντες του πάνω στο βλέμμα κάθε φοιτήτριας και φοιτητή. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης ήθελε να τον ακούς αντικρίζοντάς τον κατάματα. Και επέμενε να σου μιλάει με τα μάτια. Τότε έλεγα πως είναι θέμα γοήτρου. Αναπόφευκτα οι φοιτητές ασκούνταν στο να κρατούν σημειώσεις χωρίς ο ίδιος να τους αντιλαμβάνεται, προς το μέσον δε του εξαμήνου χωρίς να το αντιλαμβάνονται και οι ίδιοι, γεγονός που συνιστούσε από κοινού μια λαμπρή κατάκτηση διδασκομένων και διδάσκοντος αντίστοιχα. Το κεφάλι  που πιανόταν επ’ αυτοφώρω  να σκύβει πάνω από πυκνογραμμένες σημειώσεις επρόκειτο πάραυτα να κλονιστεί με λόγια του τύπου «υπόσχομαι κάθε σειρά από αυτές που με τόσο ζήλο γεμίσατε, να σας είναι παντελώς άχρηστη στις εξετάσεις». Αλλά μόνο τώρα καταλαβαίνω πως χρεωνόταν τη διάθεση για καταγραφή ως προσωπική του αποτυχία. Τα λεγόμενα του δασκάλου μπορούσαν να απειληθούν μόνο από τη γραπτή τους επαναδιατύπωση και ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν επρόκειτο να ανεχθεί την παραμικρή παρεμβολή ανάμεσα στην κερδισμένη ευηκοΐα των φοιτητών και τη δική του μαχητική προφορικότητα. (περισσότερα…)

Ἡ ἀσκητική τῆς πολιτικῆς ὑποχρέωσης τοῦ πολίτη

 platstatue

*

Μὲ ἀφορμὴ τὸ ἀπόσπασμα 480 a-d τοῦ πλατωνικοῦ Γοργία

τοῦ ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~  ~  ~

Ἡ ἑλληνότροπη ἐκδοχή ὡς καθρεφτης

Ἡ ἀρχαία ἑλληνική ἐκδοχή τῆς ὑποχρέωσης, ὅπως τήν ἐμβρυουλκοῦμε ἀπό τόν πλατωνικό Γοργία, ἔχει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, διότι ἡ σύγχρονη νεοελληνική ματιά θά ἀναγνώριζε σέ αὐτή ὅ,τι σήμερα καλοῦμε διαβολή, προδοσία. Τό πλατωνικό κείμενο λειτουργεῖ σάν καθρέφτης αὐτογνωσίας, ὁ ὁποῖος μᾶς βοηθᾶ νά κοιταχτοῦμε στόν κλασσικό ἑαυτό μας. Μία τέτοια ἐνέργεια ἀπαιτεῖ θάρρος καί ἐσωτερική ἑτοιμότητα, ἀφοῦ στή θέα τοῦ εἰδώλου θά μᾶς ζητήσουμε αὐτοκριτική καί τελικά ἀλλαγή. Ὅ,τι ὅμως καθεφτίζεται στό κλασσικό ἐπενδύει στό μέλλον, ἄρα ἡ διαδικασία δέ γίνεται εἰς μάτην καί δέν σχετίζεται ἐπ΄οὐδενί μέ μία κοντόφθαλμη καί μικρόψυχη ἀρχαιολαγνεία.

Τό κείμενο

Τό πλατωνικό ἀπόσπασμα στό ὁποῖο θά ἀναφερθοῦμε εἶναι τό 480 a-d τοῦ διαλόγου Γοργίας. Ὁ Σωκράτης ἀπευθυνόμενος στόν Πῶλο παρατηρεῖ ὅτι ἡ διάπραξη μιᾶς ἀδικίας δέν πρέπει νά ἀποκρύπτεται καί νά μένει ἀτιμώρητη, ἀλλά αὐτός πού τήν διαπράττει ἤ αὐτός πού ἀντιλαμβάνεται κάποιον ἄλλον νά τήν διαπράττει, νά σπεύδει μέ τήν θέλησή του (ἑκόντα ἰέναι) στή δικαιοσύνη, ὅπως σέ γιατρό, πρός θεραπεία τοῦ κακοῦ τῆς πόλεως ἄλλά καί τῆς ψυχῆς. Ὁ Σωκράτης δηλαδή προτρέπει αὐτόν πού ἔχει ἀδικήσει ἤ κάποιον ἄλλο πού παρατηρεῖ νά ἀδικεῖ, ἀκόμα καί ἄν πρόκειται γιά συγγενῆ ἤ φίλο, μή ἀποκρύπτεσθαι ἀλλ΄ εἰς τό φανερόν ἄγειν τό ἀδίκημα, γιά νά δικαστεῖ (δῷ δίκην) καί νά θεραπευτεῖ (ὑγιής γένηται). Ἐπιμένει μάλιστα ὅτι ὁ ἄδικος ὀφείλει νά ἀναγκάζει τόν ἑαυτό του (ἀναγκάζειν τέ αὑτόν) καί τούς ἄλλους πού ἀδικοῦν νά μήν δειλιάζουν (καί τούς ἄλλους μή ἀποδειλιᾶν), ἀλλά νά τούς προσφέρει μέ σταθερή θέληση καί ἀνδρεία (ἀλλά παρέχειν μύσαντα εὖ καί ἀνδρείως) ἐνώπιον τοῦ νόμου, σάν σέ γιατρό πού χειρουργεῖ καί καυτηριάζει (ὥσπερ τέμνειν καί κάειν ἰατρῷ), ἐπιδιώκοντας τό καλό καί τό ὄμορφο (τό ἀγαθόν καί καλόν διώκοντα), ἀνεξάρτητα ἀπό τούς πόνους (μή ὑπολογοζομένου τό ἀλγεῖον).

Ἀπόπειρα  ἑρμηνείας

Ἡ νεοελληνική ματιά σίγουρα θα δυσκολευτεῖ νά διακρίνει τόν ἐνάρετο καί δίκαιο στήν παραπάνω περιγραφή τοῦ φιλοσόφου. Εἰδικά στή φράση μύσαντα εὖ καί ἀνδρείως, ἡ λέξη «ρουφιανά» ἤ προδοσία θά ἀπέδιδε γιά πολλούς νεοέλληνες καλύτερα τό περιεχόμενο μιᾶς τέτοιας πράξης. Μέ δεδομένο πάντα ὅτι τό κείμενο ἀναφέρεται σέ μία ἄλλη ἐποχή, σέ ἄλλο κοσμοείδωλο, ἡ δυναμική του δέν παύει νά εἶναι διαχρονική καί νά συμβάλλει τά μέγιστα στήν ἀποκρυστάλλωση πανανθρώπινων ἀξιῶν. Δέν συναντᾶμε στό λόγο τοῦ Σωκράτη σίγουρα τήν καντιανοῦ τύπου νεώτερη ἠθική συνείδηση, ἄν καί σ΄ αὐτή τήν περίπτωση ἡ ρίζα εἶναι πάλι ὁ Πλάτων μέ ἐνδιάμεσο σταθμό τή στωική φιλοσοφία, ἀλλά τή λογική διευθέτηση μιᾶς κατάστασης, ὄχι αὐτιστικά γιά χάρι τῆς ἴδιας τῆς λογικῆς, ἀλλά χάρι τῆς ἐσωτερικῆς ἰσορροπίας τοῦ ἀτόμου (ἵνα μή ἐγχρονισθέν τό νόσημα τῆς ἀδικίας ὕπουλον τήν ψυχήν ποιήσει καί ἀνίατον) καί τῆς κοινότητος. Τό λογικό ἔρεισμα τῆς αὐτοκριτικῆς τῆς ἀτομικῆς πράξης πού διδάσκει ὁ Σωκράτης, μετασχηματίζεται σέ δυναμικό φορέα ἔγνοιας καί φροντίδας τοῦ ἴδιου καί τῶν ἄλλων, μέ τό συναίσθημα νά ὑφίσταται καί νά αἰμοδοτεῖ τή ζωή, ἀλλά χωρίς νά κυριαρχεῖ…μή ὑπολογιζομένου τό ἀλγεῖον. Ὡς λογική ὑπαγόρευση, ἡ ὑποχρέωση ἀποκτᾶ καθολική ἰσχύ, καί γιά αὐτό καθῆκον ἀδιαπραγμάτευτο γιά ὅλες τίς εὐνομούμενες κοινωνίες. Ἡ σύσταση πρός αὐτόν πού θεραπεύει τό πρόβλημα εἶναι αὐστηρή και καλεῖ σέ ὑπέρβαση τοῦ θυμικοῦ, ὥστε νά μή θολώσει τό εὐγενές καί ἀνώτερο τῆς σκέψης. Δέν εἶναι τυχαῖο, ὅτι ὁ Σωκράτης ἐπιδιώκει τήν λογική ἀφύπνιση τοῦ ἄδικου ἀνθρώπου, ξεκινώντας ἀπό τή σχέση μέ τόν ἑαυτό του καί μέ τούς οἰκείους του. Ὁ φιλόσοφος γνωρίζει, ὅτι ὁ ἑαυτός, οἱ φίλοι καί οἱ συγγενεῖς καθιστοῦν τόν πολίτη εὐάλωτο, διότι ὁ συσχετισμός μαζί τους, διά τοῦ θυμικοῦ ἀποκλειστικά καί μόνο, ἀφήνει τό λογικό μετέωρο καί καθιστᾶ τίς σχέσεις εὐόλισθες σέ ὑπαρξιακά ἀδιέξοδα. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι στό ἀπόσπασμα τοῦ Γοργία ἡ παραίνεση τοῦ Σωκράτη γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς δικαιοσύνης ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀνάγκη μεταστροφῆς τοῦ ἑαυτοῦ (ἀναγκάζειν τέ αὑτόν), καί ὕστερα συνεχίζει στούς ἄλλους, συν-πολίτες καί οἰκείους. Ὅποιος λοιπόν θά θελήσει μέ ὑπευθυνότητα καί ἀποφασιστικότητα νά ἐπαναφέρει κάποιον στήν τάξη (παρέχειν μύσαντα εὖ καί ἀνδρείως), ὀφείλει νά ξεκινήσει ἀπό τήν δική τοῦ ἀτομική ἀλλαγή, ἡ ὁποία ἔγκειται στήν αὐτο-κριτική του (αὐτόν πρῶτον ὄντα κατήγορον καί αὑτοῦ…), στήν αὐτογνωσία του. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ἡ παρατήρηση τοῦ Σωκράτη στόν Πῶλο γιά ἄμεση ἀποκατάσταση τῆς διακαιοσύνης ἀποκτᾶ παιδαγωγική καί ἠθική ἀξία, χωρίς νά ἐξαντλεῖται στήν τυπική τήρηση τοῦ νόμου. Ἔτσι, ἀκόμα καί ἄν δέν πρόκειται γιά ἠθική συνείδηση μέ τήν ἔννοια τῶν νέων χρόνων, εἶναι βέβαιο ὅτι ἀποτελεῖ πρωτόγνωρη γιά τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς ὁριοθέτηση ἐνεργειῶν τοῦ ἑαυτοῦ καί χάραξη ἠθικοῦ-ἐσωτερικοῦ πεδίου μιᾶς οἱονεί συνειδητότητας. Κατά κάποιο τρόπο, ἡ ἐσωτερικότητα ἐκβιάζεται ἀπό τήν παντοδυναμία τῆς λογικῆς ἐπέμβασης τοῦ ἀτόμου πρώτα στήν πολιτική συμπεριφορά τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὕστερα τῶν ἄλλων καί δή τῶν οἰκείων. Μέσα ὅμως ἀπό τόν μετασχηματιστή τῆς ἐσωτερικῆς διαδικασίας τοῦ αὐτοελέγχου, ἡ λογική ἐπέμβαση γιά τήν πολιτική τάξη γίνεται πολισμική ἀξία. Μήπως πρέπει καί ἐμεῖς ὡς νεοέλληνες νά ἀσκηθοῦμε στήν ἀπόκτηση τῆς ἐσωτερικῆς τάξης γιά νά κατανοήσουμε τήν πολιτική ὑποχρέωση ὡς ἀξία ἤ μᾶς φοβίζει ἀκόμα ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρέωσης καί ἄν ναι, γιά πιό λόγο;

Ἔχοντας πάντα κατά νοῦ τήν πλατωνική κίνηση-σύλληψη σχετικά μέ τήν δέουσα ἀντίδραση τοῦ πολίτη ἀπέναντι στό ἄδικο καί μέ δεδομένο τό διαφορετικό άνθρωπολογικό μοντέλο τοῦ ἀνθρώπου τῶν κλασσικῶν χρόνων, μποροῦμε νά προβληματιστοῦμε γιά τήν σύγχρονη Ἕλλάδα. Ἡ «ἀπόπειρα ἑρμηνείας» ὅμως πού προηγήθηκε διεύρυνε τό πεδίο τοῦ προβληματισμοῦ, γεγονός πού μᾶς ἀναγκάζει νά τό φωτίσουμε γιά νά συντονιστοῦμε μέ τήν ἐποχή μας. Ἄρα, ὅ,τι θά ἀκολουθήσει ἀποτελεῖ οὐσιαστικά προέκταση τῆς ἑρμηνείας μέ μιά φαινομενική ἀπομάκρυνση ἀπό τό κείμενο. Ἀπώτερος στόχος εἶναι νά κατανοήσουμε, ὅτι ὅσο ψάχνουμε καί ἐπιμένουμε νά βρίσκουμε, ὡς ἄτομα καί ὡς ἔθνη, ἐχθρούς ἔξω ἀπό ἐμᾶς θά βρισκόμαστε μόνιμα στίς ὑποσημειώσεις τῆς σύγχρονης ἱστορίας καί ἴσως ὄχι μέ τις καλύτερες ἀναφορές. Ἡ ἑλληνική σκέψη διέπρεψε ἐπειδή ἐκανε λόγο, στό βαθμό πού ἀνθρωπολογικά μποροῦσε, γιά τόν ἔλεγχο καί τήν ἐπιμέλεια τοῦ ἑαυτοῦ.

Μέ πεδίο προβληματισμοῦ τό σήμερα

Ἀπό τήν στιγμή πού ὡς πολίτες ἔχουμε διακρίνει τά πολιτικά δικαιώματα ἀπό τίς ὑποχρεώσεις, εἶναι κρίσιμο νά σταθοῦμε στό θέμα τῶν ὑποχρεώσεων. Δέν πρόκειται γιά ἀξιολογική προτίμηση ἤ διάκριση, ἀλλά γιά ἀγωνία ἐπένδυσης στό πεδίο πού προκρίνει τήν ἀτομική προσπάθεια, τήν στιγμή πού πανθομολογουμένως ὡς ἔθνος δυσκολευόμαστε βασανιστικά γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀπέναντι στό κράτος. Ὁ προβληματισμός δέν γεννήθηκε ἀπό τήν δυσκολία ἀποπληρώσεις τῶν χρεών – φόρων τῶν πολιτῶν τήν συγκεκριμένη δύσκολη οἰκονομική περίοδο στή χώρα μας, πού συνειρμικά θά μποροῦσε νά σκεφτεῖ κανείς, ἀλλά ἀπό τήν παρατήρηση μιᾶς γενικότερης ἐσωτερικής δυσκαμψίας σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τά πολιτικά μας καθήκοντα ἐν γένει. Ἡ προβληματική τῶν πολιτικῶν ὑποχρεώσεων μπορεῖ κάλλιστα νά λειτουργήσει ὡς καθρέφτης αὐτογνωσίας γιά μιά κοινωνία καί τά μέλη της. Κεντρικό ζήτημα σέ μία συζήτηση γιά τούς πολίτες καί τίς ὑποχρεώσεις τους εἶναι, ἤ θά ἔπρεπε νά εἶναι, ἡ ἐσωτερική ἐνεργοποίηση τοῦ πράττοντος, τοῦ ἀτόμου, μέ στόχο τόσο τήν δημιουργική καί ἀνατατική σχέση μέ τόν ἑαυτό του ὅσο καί τήν ἁρμονική συνύπαρξη μέ τούς ἄλλους σέ μία πολιτισμένη κοινωνία. Εἶναι σημαντικό νά γίνει κατανοητό, ὅτι κάθε κοινωνικό φαινόμενο, ὅπως εἶναι οἱ ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν, συνιστᾶ ἀποτέλεσμα ἐσωτερικῶν ζυμώσεων στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων ἤ διαφορετικά, τά γεγονότα πρέπει νά ἀνάγονται στά βιώματα καί στίς ἐσωτερικές πολιτισμικές ἐγγραφές τῶν πραττόντων προκειμένου νά κατανοηθοῦν ὡς κοινωνικό γεγονός. Ἡ σχέση τοῦ κάθ΄ ἑνός μέ τίς ὑποχρεώσεις του σέ μιά πολιτεία φανερώνει τήν ποιότητα σχέσης τοῦ πολίτη μέ τόν ἑαυτό του καί τό αἴσθημα εὐθύνης ἀπέναντι στόν ἄλλο.

Γιατί ὅμως εἶναι κρίσιμο νά ἐπιμείνουμε στίς ὑποχρεώσεις; Ἡ κρισιμότητα ἔγκειται στήν ἀποσαφήνιση τῆς διαστρεβλωμένης ἄποψης πού ἔχουμε σχετικά μέ τόν τρόπο προέλευσης τῶν ὑποχρεώσεων. Δέν θά  ἐπιδιώξουμε βέβαια ἱστορική ἀναδρομή ἀλλά προσπαθοῦμε νά προβληματιστοῦμε ἐπί τοῦ θέματος, μέ ἀφορμή τό παραπάνω ἀπόσπασμα ἀπό τόν Γοργία τοῦ Πλάτωνα. Προσεγγίζοντας τήν ἑλληνότροπη ἔννοια τῆς ὑποχρεώσης, ὅπως αὐτή διάφαίνεται στό πλατωνικό ἔργο, θά ἀντιληφθοῦμε πόσο ἄδικοι εἴμαστε μέ τόν ἐθνικό ἑαυτό μας, ἀλλά καί πόσο ἀπέχουμε ἀπό τά εὐγενῆ στοιχεῖα τῆς παράδοσής μας. Ἄδικοι, διότι τό καθῆκον γιά προσφορά καί προστασία τοῦ καθολικοῦ ὀνομάζεται νεοελληνικά «ρουφιανιά». Ἄν κάποιος δηλαδή κάνει λόγο γιά τίς ὑποχρεώσεις τοῦ πολίτη καί προτρέπει ἤ παρακινεῖ ἄλλους νά πράξουν τά δέοντα, θεωρεῖται αἰθεροβάμων, προδότης ἤ ἀκόμα καί ἐγκάθετος τοῦ κράτους. Ὁ λόγος τῆς γενικευμένης αὐτῆς παραδοξότητας ἔγκειται στή στάση μας ἀπέναντι στό κράτος. Ἡ σχέση μας μέ τό κράτος, τό γενικό, εἶναι ἐχθρική – συγκρουσιακή, γιατί ἀποκαλύπτει τήν ἀντι-κειμενοποίηση τοῦ λογικοῦ ἐλλείματος μας. Ἀφαιρώντας αὐθαίρετα τό λογικό καί ἠθικό πλαίσιο τῆς πολιτικῆς ὑποχρέωσης, εὔκολα οἱ χαρακτηρισμοί ἀντικαθιστοῦν τήν οὐσία, τό μερικό καί ἐπιφανειακό ἐκτοπίζει τό καθολικό καί οὐσιῶδες. Ὁ λόγος λοιπόν γίνεται γιά τό ἀτομικό κατόρθωμα στό συλλογικό ἐπίπεδο. Ἡ ἐνέργεια τῆς ὑποχρέωσης παράγεται στό βαθμό κατανόησης τῆς διαλεκτική τῶν δύο αὐτῶν πόλων, ἀτομικοῦ-συλλογικοῦ.

Ἡ ὑποχρέωση ὡς πολιτισμός

Πέρα καί πάνω ἀπό ὅλα πολιτισμός εἶναι ὅ,τι μᾶς παρέχει τήν δυνατότητα νά ὑπερβαίνουμε τήν ὑλική βαρύτητά μας. Ἡ δημιουργία τῆς πόλεως, τό θέατρο καί πάνω ἀπό ὅλα ἡ φιλοσοφία, καθιστοῦν τόν ἄνθρωπο ἱκανό νά στοχεύει πέραν τοῦ χρονικά στιγμαίου ἐνστίκτου του. Κάτι τέτοιο βέβαια σημαίνει προσπάθεια, μόχθο καί ἀναμέτρηση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό πνεῦμα του, ἀνακάλυψη τῶν ὁρίων καί κατανόηση τῶν δυνατοτήτων του, ἐκλέπτυνση τῆς ψυχῆς ἤ μέ μία λέξη πολιτισμός. Πολιτισμός λοιπόν ἐπιπλέον εἶναι ὁ ἐκκεντρισμός τῆς ἀτομικῆς προσπάθειας στό συλλογικό ἐπίπεδο μέ ἀπώτερο στόχο τό εὖ ζῆν. Στό στοίχημα τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ ὅποια ἀτομική ἐνέργεια, διανοητική καί καλλιτεχνική, μορφώνεται λογικά προκειμένου νά διεκδικήσει καθολικότητα, νά ἀξιωθεῖ ὡς προσφορά σέ μία πρόταση ζωῆς ἐντός τῆς κοινωνίας. Σέ πολιτικό ἐπίπεδο, ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρεώσης φαίνεται νά ἀνταποκρίνεται στήν παραπάνω περιγραφή τῆς ἀτομικῆς ἐνέργειας, ὡς ἐσωτερικῆς μορφῆς, μέ στόχο τήν ποιοτική ἀναβάθμιση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ἄρα, ὁ σεβασμός στήν ἐκπλήρωση τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀποτελεῖ χειρονομία πολιτισμοῦ. Ὁ πολιτισμός μέ αὐτόν τόν τρόπο λειτουργεῖ ὡς ὁδοδείκτης πνευματικῶν ἐπιλογῶν ἐντός τῆς πραγματικότητας, ἐμπλουτίζοντας τή ζωή τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου-πολίτη. Ἄς μή λησμονοῦμε ὅτι, δομικό στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ, ὄχι τῆς κουλτούρας καί τῶν παραδόσεων, εἶναι νά κομίζει δυναμικά παραδείγματα καθολικῆς ἀποδοχῆς, τά ὁποία ἐσωτερικευμένα ἀπό τίς κοινωνίες, μετασχηματίζονται σέ ἀξίες. Κάτι τέτοιο ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ ὅσους κατανοοῦν ὡς πολιτισμό καί πνευματική πρόοδο τά στατικά μιμήματα συμπεριφορῶν ἑνός ἔνδοξου παρελθόντος. Σέ αὐτό τό πλαίσιο, ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρέωσης συνιστᾶ κατεξοχήν πολιτισμό, διότι προϋποθέτει ἐκλέπτυνση πνεύματος, ἄρα ἀτομική προσπάθεια, καί ἔγνοια γιά τόν συνάνθρωπο ἄρα πρόταση ζωῆς σέ καθολική προοπτική.

Λογική προϋπόθεση καί ἐσωτερική ἄνοιξη

 Προϋπόθεση γιά τήν ἀνάδειξη τῆς ὑποχρέωσης ὡς ἀξίας ἀποτελεῖ ἡ ἐξάσκηση τοῦ πολίτη στίς ἀρχές τῆς λογικῆς, προκειμένου νά μορφώνει καί νά ἀνα-δια-μορφώνει συνεχῶς τόν ἐσωτερικό του κόσμο. Ἡ ὑποχρέωση μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποκτᾶ σταθερό καί ἐμμενές πλαίσιο νοηματοδότησης καί συνεχή ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα, χωρίς ὅμως νά ἐξαντλεῖται στίς λογικές προκείμενες μιᾶς στατικά καθολικῆς παραδοχῆς. Δικλείδα ἀσφαλείας, προκειμένου ἡ ἐσωτερική μορφή νά μήν   ἀλλοιωθεῖ σέ διανοητικισμό καί στεῖρο ὀρθολογισμό, ἀποτελεῖ ἡ ἐξασφάλιση τῆς ἐσωτερικῆς κινητικότητας τοῦ ἀτόμου πού ἀναζητᾶ νοήματα καί ὄχι ἁπλά λύσεις. Ἡ λογική ἔτσι γίνεται τό μεγάλο ὅπλο τοῦ πολίτη, ἀλλα ὄχι ὁ σκοπός του. Ὡς σκοπός ἡ λογική, μπορεῖ εὔκολα νά ὁδηγήσει στήν ἀνάπτυξη μηδενιστικῶν γιά τήν ὕπαρξη ἐπιλογῶν καί λύσεων. Ἄν τό μέσο-λογική γίνει σκοπός, τότε οἱ μηδενιστικές τάσεις θά συντρίψουν τήν τρυφερότητα τοῦ αἰσθήματος, συντελεστής ὑπό προϋποθέσεις σημαντικότατος καί ζωογόνος γιά τήν κατανόηση τῆς  πολιτικῆς ὑποχρέωσης ὡς πολιτιστικῆς χειρονομίας. Ἀντίθετα, ἡ λογική ὡς μέσο ἐξασφαλίζει τήν ἐν ἀτρεμεῖ ἐπαφή τοῦ πολίτη μέ τό ἐνθάδε καθώς καί τό κοινό πεδίο συνεννόησης τῶν πολιτῶν μεταξύ τους. Στόχος μιᾶς τέτοιας διαδικασίας εἶναι νά ἐπιτευχθεῖ ἡ κατασκευή τῆς μήτρας, πού θά γεννήσει τήν κατανόηση τῆς ὑποχρεώσης ὡς ἀξίας. Ἡ μήτρα αὐτή νοήματος δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τόν διαρκῆ ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ. Στήν ἐνεργῆ σχέση μέ τόν ἑαυτό του ὁ ἄνθρωπος κτίζει νοήματα, δημιουργώντας χώρους ὑποδοχῆς γιά τήν αὐθεντική διάσταση τόσο τήν δική του ὅσο καί τῶν ἄλλων. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ λογική σταματᾶ νά εἶναι ἀτροφική καί ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος παύει νά εἶναι ἀποκλεισμένος ναρκισσιστικά στό ἐγώ του. Αὐτό τό ὁποῖο λοιπόν γεννᾶ τήν ἀξία τῆς ὑποχρεώσης ἤ τήν ὑποχρέωση ὡς ἀξία, εἶναι ἡ στροφή τοῦ ἀνθρώπου μέσα του.

Ἡ ὑποχρέωση ὡς σχέση μέ τόν ἑαυτό

Θεωροῦμε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρέωσης εἶναι μονόπλευρα συνδυασμένη  μέ τήν προτεσταντική μεταφυσική. Ἴσως τότε νά συστηματοποιήθηκε σέ ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο, ἀλλά ἀποτελεῖ σέ κάθε περίπτωση, καί πιθανόν πάνω ἀπ΄ ὅλα, λογική κατασκευή καί ὑπαγόρευση. Ἐπίσης, λόγω τῆς σύνδεσής της μέ τήν χριστιανική πίστη, κυρίως στόν δυτικό πολιτισμό, ἡ ἔννοια τῆς ὑποχρέωσης γίνεται ἀντιληπτή ὡς καταναγκαστικό ἔργο καί ἔκτιση ποινῆς γιά μιά μεταφυσική ἐκκρεμότητα. Πρέπει νά γίνει σαφές στό συλλογικό ὑποσυνείδητό μας, ὅτι ἐκτελώντας τίς ὑποχρεώσεις μας δέν κατευνάζουμε τό μένος μιᾶς ἀνώτερης ἐξωκοσμικῆς δύναμης καί δέν ἐξαγοράζουμε κανένα παράδεισο. Ταυτόχρονα, καί πηγαίνοντας στό ἄλλο ἄκρο, ἀρνούμενοι νά ἐκπληρώσουμε τίς ὑποχρεώσεις μας ὡς πολίτες, πιστεύουμε ἐσφαλμένα ὅτι ἐκδικούμαστε τό κράτος, χωρίς νά καταλαβαίνουμε ὅτι οὐσιαστικά πληγώνουμε τόν ἑαυτό μας. Σύμφωνα μ΄ αὐτή, τήν πιό «ἀνατολίτικη» λογική, ἡ πραγματικότητα, τό ἐνθάδε, ἀξιολογεῖται ἀρνητικά ὡς συνθήκη προσωρινοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀπό κάτι μεταφυσικά ὑψηλότερο. Στόν ἐγκλωβισμό τῆς  ἐσωτερικῆς συνθήκης πού ὑποτιμᾶ τήν πραγματικότητα, τό φαντασιακό αυτονομεῖται μέ αποτέλεσμα ὁ πολίτης νά ὁδηγεῖται σέ συμπεριφορές παράλογες καί ἀνεύθυνες. Προσπαθοῦμε νά καταστήσουμε σαφές, ὅτι ἀποδεσμεύοντας τίς πολιτικές ὑποχρεώσεών μας ἀπό τίς θρησκευτικές ἐγγραφές, τίς ὁποῖες κατανοοῦμε εἴτε ὡς ἀποπλήρωση προϊστορικοῦ χρέους, εἴτε ὡς ἀδιαφορία γιά τήν πραγματικότητα, μποροῦμε νά τίς καταλάβουμε (τίς ὑποχρεώσεις) ὡς ἄξία. Ἀκόμα καί ἄν οἱ μεταφυσικές ἐγγραφές δέν εἶναι πάντα συνειδητές, ἡ ἐπιρροή τους στήν συμπεριφορά μας εἶναι καταφανής μέσα ἀπό τίς νοοτροπίες, τήν ἀσύνειδη, μονοκόμματη καί ἀσφυκτικά φορμαρισμένη κίνηση τοῦ νοῦ. Ἡ παραπάνω προσέγγιση ἀποτελεῖ ἴσως τήν πιό χαρακτηριστική ἐκδοχή τῆς ἀποδέσμευσης τοῦ ἐγώ ἀπό τό ἐμεῖς. Ἡ ἐν λόγω ἀποδέσμευση πρέπει νά γίνει κατανοητή ὄχι μέ διάθεση συγκρουσιακή, ἀλλά μέ πρόθεση νά διαφανεῖ ἡ ἀνάγκη γιά ἐσωτερική τάξη, ὥστε τό ἐγώ νά κατανοεῖ τή δομή του καί τό πεδίο τῶν κινήσεών του. Σέ αὐτό πλαίσιο, ἡ ἀξιακή κατανόηση τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀποκαλύπτει τή βαθύτερη σχέση μέ τόν ἑαυτό μας. Μέ αὐτό τόν τρόπο, ὁ σεβασμός τῆς ἐκπλήρωσης τῆς ὑποχρεώσης ἀποτελεῖ σημαντικό πεδίο ἄσκησης γιά ὅλους, καί ὄχι μόνο γιά τούς λίγους καί ἐν ἐρήμω ἀπομεμακρυσμένους. Τό λογικό ἔρεισμα τῆς ἀξίας τῆς ὑποχρεώσης τήν καθιστᾶ δυνατή νά ἀποκτηθεῖ ἀπό ὅλους ἀδιακρίτως.

Συντάσσοντας τό διά ταῦτα

Προσπαθήσαμε νά δείξουμε, ὅτι ἡ ἄσκηση τῶν πολιτῶν στήν ἐκπλήρωση τῶν πολιτικῶν τους ὑποχρεώσεων, μέ λογικά κριτήρια καί ἐσωτερική ἑτοιμότητα, ἀποτρέπει τίς μηδενιστικές δυνάμεις τοῦ ἀτομικισμοῦ καί τοῦ ὠχαδελφισμοῦ ἀπό τό νά διαβρώνουν τήν πολιτική-κοινωνική πραγματικότητα. Ἡ ἀποτροπή συνίσταται στήν κατανόηση τῆς πολιτικῆς ὑποχρέωσης ὡς ἀξίας.

///

***

Εντυπώσεις από τον Δημήτρη Αρμάο

Εικόνα 118

Αλεξάνδρεια, 2005, στο Σπίτι του Κ. Καβάφη. Από αριστερά: Ηλ. Παπαγιαννόπουλος, Κ. Πουλής, Σπ. Γιανναράς, Κ. Κουτσουρέλης, Ν. Μαυρίδης και ο Δημήτρης Αρμάος.

~   ~   ~  

Τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος του ΝΠ στον Δημήτρη Αρμάο. Προηγήθηκαν τα κείμενα του Α. Κ. Χριστοδούλου και του Γιάννη Πατίλη.

~   ~   ~  

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η έκπληξή μου που είμαι απόψε εδώ, φίλοι και φίλες, είναι διπλή. Το πρώτον, διότι ειλικρινώς δεν περίμενα ότι το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε, θα έβλεπε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Τέτοια ήταν η πίστη μου στην ακράδαντη αναβλητικότητα ή στην ανυποχώρητη τελειοθηρία, αν το προτιμάτε, του ποιητή. Την πίστη μου αυτή την έβλεπα άλλωστε να ανανεώνεται κάθε φορά που άκουγα τους δισταγμούς του. Ακόμη και τις ρητές διαβεβαιώσεις του ότι το πράγμα βαίνει καλώς, και ότι η έκδοση επίκειται, είχα μάθει να τις παίρνω για ξεγλίστρημα απ’ τις πιέσεις των γνωστών, κάτι σαν φιλική στάχτη στα μάτια.

Είμαι όμως έκπληκτος, τόσους μήνες τώρα, και για έναν άλλον λόγο. Τον Αρμάο τον είχα ανέκαθεν για ολιγογράφο. Όσες σκόρπιες δημοσιεύσεις του είχα κατά νου, αυτό μου εδήλωναν. Οι Βίαιες εντυπώσεις του, περιτυλιγμένες ειρωνικά το φιλήσυχο γαλανό τους εξώφυλλο, με διαψεύδουν πανηγυρικά. Τετρακόσιες τόσες σελίδες, διακόσια και βάλε ποιήματα, κάποια τους μακρόσυρτα και άλλα πολυμερή: παραγωγή όπως και να το κάνουμε βιαίως εντυπωτική, ακόμη κι όταν πρόκειται για θησαύρισμα τριάντα και πλέον ετών.

Τώρα, για το ποιος ο ποιητής και ποιο το βιβλίο του, τα πολλά εισαγωγικά μού φαίνεται περισσεύουν. Ο Αρμάος παίζει στα δάχτυλα την ποιητική παράδοση, είτε είναι επιχώρια είτε εισαγωγής. Τρόπους, τόνους, ρυθμούς, είδη, μορφές, όλο το βαρύ της νόου-χάου το ξέρει απ’ την καλή και την ανάποδη. Επιγραμματοποιός, ελεγειογράφος, σατιρικός, τραγουδιστής διαδοχικώς ή εν τω άμα, όλα του είναι προσιτά. Γλωσσικά, ανεβοκατεβαίνει με άνεση τσιρκολάνου ή πειρατή όλο το μακρύ σκοινί της ελληνικής. Στα θέματά του απλώνεται απ’ τη μυστική πηγή της ιδιωτικότητας ώς την πιο ελευθερόστομη πολιτικολογία. Με δυο λόγια, κι εδώ ας σταθώ, γιατί πολλούς τους παρασύρει η προσήνεια του ανδρός και το στεντόρειο, πηγαίο του γέλιο, ο Αρμάος είναι ποιητής γερά αρματωμένος, τουτέστιν δικαίως φιλόδοξος. (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης: Δημήτρης Ἀρμάος – Πρόσωπο καὶ Ἔρ­γο

ArmaosStoGrafeioTou(Mesologgiou16,27-05-2014)

Με­ρο­λη­πτι­κὴ Ἐξ Ὄ­νυ­χος Κα­τά­θε­ση Σὲ Τριά­ντα Μί­α Στη­μέ­νες Ἐ­ρω­τα­πο­κρί­σεις

*    *    *

Τὸ δεύτερο μέρος τοῦ διαδικτυακοῦ ἀφιερώματος τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο.  Προηγήθηκε τὸ κείμενο τοῦ Α. Κ. Χριστοδούλου καὶ ἕπεται αὐτό τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.

*    *    *

Πό­τε ἄ­κου­σες γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο;

Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες στὰ βι­βλί­α καὶ ψά­χνει στ’ ἀ­ζή­τη­τα ἢ ψύλ­λους πο­λυ­τι­μό­τε­ρους ἀ­πὸ τ’ ἄ­χε­ρα ποὺ τοὺς πε­ρι­βάλ­λουν, βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τὰ ἴ­χνη τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου…

Πό­τε τὸν γνώ­ρι­σες;

Ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θῶ, εἶ­μαι καὶ βρα­χυ­μνή­μων, ἡ γνω­ρι­μί­α μας, πάν­τως, με­τροῦ­σε πα­ρελ­θόν… Τὸ ἀρ­χεῖ­ο μου, ποὺ θυ­μᾶ­ται μὲ ἀ­κρί­βεια, λέ­ει: πρώ­τη ἐ­πι­στο­λή του στὶς 21 Ὀ­κτω­βρί­ου 1998… Μπο­ρῶ, ὅ­μως, νὰ σοῦ πῶ πό­τε συν­δε­θή­κα­με κα­λύ­τε­ρα, ἔ­χει σχέ­ση καὶ μὲ τὴν πα­τρί­δα του, τὴν Ἄμ­φισ­σα…  

Πό­τε;…

Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τὶς τρί­της χι­λι­ε­τί­ας, ὅ­ταν συ­στά­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ ὁ κύ­κλος τῶν δη­μο­σι­ο­γρα­φούν­των «Ἐ­πι­σκε­πτῶν» τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Αὐ­γή καί, κυ­ρί­ως, ὅ­ταν ἀ­νέ­λα­βε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ πα­ρέμ­βα­ση δι­κή μου καὶ ἄλ­λων φί­λων, τὴν ἔκ­δο­ση ἁ­πάν­των τῶν εὑ­ρι­σκο­μέ­νων ἑ­νὸς ση­μαν­τι­κοῦ λο­γο­τέ­χνη, μὲ προ­σω­πι­κὴ ἀ­συ­νή­θι­στη σφρα­γί­δα στὰ γράμ­μα­τα μας, τοῦ Τά­κη Παυ­λο­στά­θη (1946-1999), ποὺ κα­τα­γό­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴν Ἄμ­φισ­σα καὶ ἔ­ζη­σε στὴν ἴ­δια πό­λη με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του…

Ἔ­χει ση­μα­σί­α ὁ τό­πος γιὰ τέ­τοι­ου εἶ­δους συ­ναν­τή­σεις;…

Γιὰ μέ­να, ναί· γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο, μᾶλ­λον ὄ­χι… Μοῦ ἔ­γρα­φε γιὰ τὸν Παυ­λο­στά­θη σὲ ἐ­πι­στο­λή του: «Καὶ ἡ δι­κή μου ἐ­κτί­μη­ση δὲν ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ τὴν κοι­νὴ κα­τα­γω­γή: ἀλ­λοῦ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ τὴν γρα­φή του.»

Πῶς ἦ­ταν ὡς ἄν­θρω­πος ὁ Ἀρ­μά­ος;…

Συν­τρο­φι­κός, ἀ­νοι­χτό­καρ­δος καὶ πάν­τα δο­τι­κός· τῆς πα­ρέ­ας, τοῦ πο­τοῦ καὶ τοῦ τσι­γά­ρου, μὲ ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον βρον­τῶ­δες πα­ρα­τε­τα­μέ­νο γέ­λιο…, καὶ μιὰ μα­τιὰ —θε­έ μου!— ἀ­λη­θι­νὰ τα­πει­νή, σὰν νὰ τοῦ ἔ­κα­νες χά­ρη ποὺ μι­λοῦ­σες μα­ζί του – καμ­μιὰ σχέ­ση μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τέ­ρας με­θο­δι­κό­τη­τας καὶ γνώ­σε­ων, ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν μό­λις ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα πί­σω του γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ μο­νιά του…

Ὑ­πῆρ­ξε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο τέ­ρας;…

Ναί, μὲ τὴν πα­λιὰ ση­μα­σί­α, ποὺ λέ­γα­νε «ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα», γιὰ κά­θε τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο –­ κι εἶ­χε, γιὰ τοῦτο, στὰ θέ­μα­τα αὐ­τὰ τα­κι­μιά­σει, ὅ­σο δὲν παίρ­νει, μὲ ἕ­να ἄλ­λο “τέ­ρας” τοῦ εἴ­δους του, ποὺ “φω­λιά­ζει” αὐτὸ στὸν Βό­λο, τὸν Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου… Τί νὰ λέ­με τώ­ρα… Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε ἀ­πὸ τὴ φτια­ξιὰ ἑ­νὸς Μάρ­κου Μου­σού­ρου κι ἑ­νὸς Δη­μη­τρί­ου Χαλ­κο­κον­δύ­λη, καὶ ζοῦ­σε τὸ βι­βλί­ο σὰν νὰ ἐ­φευ­ρέ­θη­κε μό­λις χθὲς ἡ τυ­πο­γρα­φί­α… Καὶ τὸ τα­ξί­δι του στὴν Ἰ­τα­λί­α, καὶ ἡ πα­ρα­μο­νή του τρί­α χρό­νια σὲ Ρώ­μη καὶ Σι­έ­να, σὰν συμ­βο­λι­κὴ με­τεμ­ψύ­χω­ση αὐ­τῶν τῶν σπου­δαί­ων λο­γί­ων τοῦ πα­ρελ­θόν­τος καὶ τῶν τα­ξι­δι­ῶν τους, μοῦ φαί­νε­ται· γιὰ νὰ φέ­ρει δῶ­ρα μᾶλ­λον ἀ­χρεί­α­στα σ’ ἕ­ναν λα­ὸ κα­τα­κτη­μέ­νο ξα­νά, ὄ­χι ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους (ἀ­κό­μη), ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ σου­περ­μάρ­κετ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας καὶ τὰ σκα­λα­θύρ­μα­τα τοῦ πο­δα­ριοῦ…

Καὶ ποι­ά ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ δῶ­ρα;…

Δῶ­ρα καὶ γιὰ τοὺς πολ­λοὺς καὶ γιὰ τοὺς λί­γους, γιὰ κεί­νους τοὺς λί­γους ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ κά­νουν τό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὰ σὲ σκευ­ὴ καὶ δύ­σκο­λα σὲ ἀ­πό­φα­ση προ­σο­χῆς καὶ ὑ­πο­μο­νῆς τα­ξί­δια στὰ ἔγ­κα­τα τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ μεῖ­ζον ἔρ­γο του Προ­σφο­ρὰ τῆς Ξε­ρι­ζω­μέ­νης Καρ­διᾶς: Προ­ϊ­στο­ρί­α καὶ Λει­τουρ­γί­α τοῦ Θέματος στὴν Ἐ­ρω­φί­λη τοῦ Χορ­τά­τση – πρω­τό­τυ­πη αὐ­τὸ συ­νει­σφο­ρὰ ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο, ποὺ ξε­κί­νη­σε ὡς ἐκ­πό­νη­ση δι­α­τρι­βῆς τὸ 1990, ἐγ­κρί­θη­κε μὲ ἄ­ρι­στα τὸ 2004, καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ 1013 σε­λί­δες τὸ 2011 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg… Ἢ τὴν πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη του Ὁ­μι­λο­ύ­σα Κε­φα­λὴ στὴν Ἔ­ξο­δο τοῦ Ὀρ­φι­κοῦ Μύθου: Ἐ­να­τέ­νι­ση μιᾶς Πτυ­χῆς ἀ­πὸ τὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Τύχη τοῦ Ὀρ­φέ­α σὲ Συ­νάρ­τη­ση μὲ Κάποιες ἀ­πὸ τὶς Εἰ­κα­στι­κές της Ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στοὺς Νε­ό­τε­ρους Κυ­ρί­ως Χρό­νους… Καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα, γραμ­μα­το­λο­γι­κὰ καὶ συγ­κρι­το­λο­γι­κά: γιὰ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς με­τα­φρά­σεις, φε­ρει­πεῖν, τῆς Θεί­ας Κω­μω­δί­ας, πα­ραλ­λη­λί­ες ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα Κα­ζαν­τζά­κη καὶ Μα­κι­α­βέλ­λι, Κα­βά­φη καὶ Ἔν­τγαρ Λῆ Μά­στερς…

Καὶ γιὰ τοὺς πολ­λούς;…

Ἔ, πιά, αὐ­τὰ κι ἂν ἦ­ταν τὰ δῶ­ρα, πού, γιὰ μᾶς τοὺς πολ­λούς, δη­λα­δὴ τοὺς φι­λο­λό­γους ἐκ­παι­δευ­τι­κούς, ποὺ δου­λειά μας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι νὰ τὰ με­τα­δω­ρί­ζου­με σὲ ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρους, δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν!… Καὶ ἀ­να­φέ­ρο­μαι, βέ­βαι­α, ὄ­χι μό­νον στὴν συ­νει­σφο­ρά του γιὰ τὴν σύν­θε­ση τοῦ σχο­λι­κοῦ βι­βλί­ου κα­τεύ­θυν­σης Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α τῆς Γ΄ Ἑ­νι­α­ί­ου Λυ­κε­ί­ου, ὅ­που ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε τὶς ἑ­νό­τη­τες γιὰ τὸν Δι­ο­νύ­σιο Σο­λω­μὸ καὶ τὸν Γιά­ννη Ρί­τσο, ἀλ­λὰ καὶ στὰ ἀ­συ­νή­θι­στα γιὰ τὰ μέ­τρα τῆς ἀ­γο­ρᾶς λί­αν ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου πο­λύ­το­μα δι­δα­κτι­κὰ βο­η­θή­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πὸ τὸν γε­νι­κὸ τί­τλο Κε­ί­με­να Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας: Ἕ­να Δι­δα­κτι­κὸ Βο­ή­θη­μα συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὴν Ζω­ὴ Μπέλ­λα καὶ ἄλ­λους

Καὶ αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ μί­α ὄ­ψη τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ, ἡ δη­μό­σια καὶ πιὸ φα­νε­ρή…

Για­τί, ὑ­πῆρ­χε καὶ ἄλ­λη κρυ­φή;…

Ἀ­στει­εύ­ο­μαι… Ἐν­νο­ῶ τὴν στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ τῆς κρα­τι­κῆς Ἐκ­παι­δευ­τι­κῆς Πο­λι­τι­κῆς καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νων παι­δα­γω­γι­κῶν πρα­κτι­κῶν, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς συ­να­γω­γὲς κει­μέ­νων ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Δη­μή­τρης Πτο­λε­μαί­ου…

Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ θαυ­μά­ζω, καὶ τώ­ρα ποὺ λεί­πει, εἶ­ναι τὸ πάν­τρε­μα τοῦ ἀ­γώ­να μέ­σα ἢ πλά­ι στὸ χα­ρά­κω­μα τῆς σχο­λι­κῆς τά­ξης (ἐ­κεῖ ὅ­που συ­ναν­τοῦ­σε κα­νεὶς —ἐ­πι­τέ­λους— «τὸν πραγ­μα­τι­κὸ λα­ό», ποὺ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Παυ­λο­στά­θης) μὲ ἀ­πό­ψεις γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση σὰν αὐ­τὲς ποὺ δι­α­τύ­πω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Αὐ­γὴ τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2004:

­

«Ἡ ἐκ­παί­δευ­ση, κι ὄ­χι μό­νο στὴ χώ­ρα μας (ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζω κα­λὰ μό­νο τὴ φρί­κη τοῦ τό­που μας), ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Ὑ­πάρ­χει ξε­κά­θα­ρη βού­λη­ση σὲ ἐ­πί­πε­δο κο­ρυ­φῆς γιὰ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­σή της καὶ ὅ­σοι ὀ­νο­μά­ζου­με “στε­λέ­χη ἐκ­παί­δευ­σης” ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τὸ ἔρ­γο τους μὲ τὸν ἀ­πο­λί­τι­κο τρό­πο ἑ­νὸς κα­θη­γη­τά­κου ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζε­ται —στὴν “ρο­μαν­τι­κό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση”— νὰ δι­εκ­πε­ραι­ώ­σει τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του στὴν αἴ­θου­σα. Γιὰ τοὺς συν­δι­κα­λι­στὲς δὲν μι­λῶ, ἐ­πει­δὴ ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι δει­νὴ κα­θώς, σή­με­ρα του­λά­χι­στον, τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς ἐκ­παί­δευ­σης δὲν ταυ­τί­ζον­ται σὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ μὲ τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν. Ἔ­πει­τα, μπο­ρεῖ­τε νὰ ὑ­πο­θέ­σε­τε τί χα­μη­λὴ ποι­ό­τη­τα ἐκ­πέμ­πει ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς μὲ μι­σθὸ γύ­ρω στὰ 1200 εὐ­ρώ; Τὸ το­πί­ο, κα­τὰ συ­νέ­πεια, εἰ­δι­κὰ στὴν κρί­σι­μη γιὰ τὴ μα­ζι­κὴ παι­δεί­α Μέ­ση Βαθ­μί­δα, εἶ­ναι το­πί­ο θα­νά­του. Νι­ώ­θω ὅ­λο μου τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον (πο­λυ­ε­τές, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­τε) νὰ ἔ­χει μα­ται­ω­θεῖ…»

Τὸν κα­τα­λα­βαί­νω, ὅ­μως, κα­λά, ἐ­πει­δή, στὰ θέ­μα­τα προ­σφο­ρᾶς, ἔ­χω λί­γο κι ἐ­γὼ τὴν πα­ρα­πλή­σια ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α ἐ­κεί­νου ποὺ θέλ­γε­ται νὰ γε­μί­ζει μὲ ὡ­ραῖ­α ναυά­για τοὺς γυα­λούς!…

Θὰ εἶ­σαι κι ἐ­σύ, φαν­τά­ζο­μαι, τὸ ἴ­διο ρο­μαν­τι­κός…

Τὸ ἴ­διο, δὲν θὰ ἔ­λε­γα… Ἐ­γὼ ὑ­πάρ­χω καὶ ὀ­λί­γον “μνη­μο­νια­κός”… Θυ­μᾶ­μαι τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὑ­πη­ρε­τού­σα­με σὲ κο­ντι­νὰ νυ­χτε­ρι­νὰ σχο­λεῖ­α στὴν ἀ­μυν­τι­κὴ γραμ­μὴ Βά­θης-Σε­πο­λί­ων… Δι­α­φω­νού­σα­με στὸ θέ­μα τῆς συγ­χώ­νευ­σης γει­το­νι­κῶν ἑ­σπε­ρι­νῶν σχο­λι­κῶν μο­νά­δων, ποὺ τό­τε, δύο-τρία χρό­νια πρὶν τὸ ξέ­σπα­σμα τῆς κρί­σης, εἶ­χε τε­θεῖ πι­ε­στι­κὰ ἐ­πὶ τά­πη­τος ἀ­πὸ τὴν δι­οί­κη­ση… Ἐ­γὼ σκαν­δα­λι­ζό­μου­να ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις τῶν πέν­τε καὶ δέ­κα μα­θη­τῶν, κι ἔ­βλε­πα κα­χύ­πο­πτα στὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα «νὰ μὴν χα­θοῦν θέ­σεις ἐρ­γα­σί­ας» τὸν φό­βο γιὰ τὸ ἐ­πα­πει­λού­με­νο ξε­βό­λε­μα με­ρι­κῶν… Ὁ Ἀρ­μά­ος ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸ θέ­μα μὲ ἦ­θος… Πα­τρο­κο­σμᾶ: Ἂς κό­ψουν αὐ­τοὶ τὸ λαι­μό τους· δὲν κλεί­νου­με πο­τὲ καὶ γιὰ τί­πο­τα ἕ­να σχο­λεῖ­ο!

Ἀλ­λὰ για­τί μᾶς εἶ­πες πα­ρα­πά­νω ὅ­τι τὰ δῶ­ρα του «δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν»· δὲν τὸ κα­τά­λα­βα αὐ­τό…

Ἐ­δῶ, γιὰ νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις κα­λύ­τε­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὴν τρί­τη πτυ­χὴ τῆς ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας τοῦ Ἀρ­μά­ου, αὐ­τὴ ποὺ συγ­κρο­τεῖ τὸ κε­φά­λαι­ο τῆς Ἐκ­δο­τι­κῆς… Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ψί­χου­λο “ἔρ­γου” στὸν κό­σμο τῶν “ἐ­πω­νύ­μων” ἀ­λέ­θε­ται γιὰ νὰ ἐκ­θρέ­ψει τὴν θη­ρι­ώ­δη του ἰ­δι­ο­τέ­λεια, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε τὴν “ἐ­ξω­φρε­νι­κὴ” ἰ­δέ­α πὼς κά­θε δου­λειὰ —καὶ ἡ ἐκ­δο­τι­κὴ αὐ­το­νο­ή­τως— θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νε­ται σω­στά σύμ­φω­να μὲ δο­κι­μα­σμέ­να αὐ­στη­ρὰ κρι­τή­ρια (de lege artis, ποὺ λέ­γα­νε οἱ πα­λιοί), ἀ­σχέ­τως μὲ τὸ ποι­ός τε­λι­κὰ θὰ τὴν ὑ­πο­γρά­ψει ἢ θὰ τὴν καρ­πω­θεῖ καὶ σὲ ποι­όν βαθ­μό!… Ἰ­δοὺ ἕ­να ἄλ­λο, πιὸ ἀ­πρό­σμε­νο αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ars gratia artis!… Ἐ­πει­δὴ γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο ἡ Ἐκ­δο­τι­κὴ δὲν ἦ­ταν μί­α ἀ­κό­μη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ δε­ξι­ό­τη­τα στὸ στά­τους ἔ­στω τῆς “ἐ­πι­στή­μης”, ἀλ­λὰ καλ­λι­τε­χνί­α πο­λι­τι­σμοῦ: μιὰ ἀ­πὸ τὶς Κα­λὲς Τέ­χνες τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης! Θυ­μᾶ­μαι, μά­λι­στα, πού, ὅ­ταν ἱ­στο­ρι­κὸ ἐκ­δο­τι­κὸ τῆς ἀ­γο­ρᾶς «γύ­ρι­σε σε­λί­δα» (γιὰ ἄλ­λου εἴ­δους “τι­μὲς” ἀ­πὸ τὴν “τι­μὴ” τῶν γλωσ­σι­κῶν ἰ­δα­νι­κῶν) καὶ ἐ­πέ­βα­λε σὲ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νο ποι­η­τή, ποὺ γρά­φει ἀ­κό­μη χει­ρο­γρά­φως στὸ πο­λυ­το­νι­κό, τὴν ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κῆς τῶν ποι­η­μά­των του στὸ μο­νο­το­νι­κό, ὁ Ἀρ­μά­ος προ­σφε­ρό­ταν ἐ­πι­μό­νως νὰ κά­νει ὁ ἴ­διος ἀ­μι­σθὶ τὴν δου­λειὰ τῆς ἐ­πι­μέ­λειας τοῦ πο­λυ­το­νι­σμοῦ…

Ἔ­τσι, γιὰ πλεῖ­στα ὅ­σα βι­βλί­α, ἔ­χει βά­λει γεν­ναῖ­α καὶ συ­χνό­τα­τα ἀ­φι­λο­κερ­δῶς τὸ χέ­ρι του σὲ ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­στη­ρι­κτι­κὰ στοι­χεῖ­α τοῦ κει­μέ­νου: σὲ εἰ­σα­γω­γές, ὑ­πο­μνή­μα­τα, ἐ­πί­με­τρα, σχό­λια, βι­βλι­ο­γρα­φί­ες, εὑ­ρε­τή­ρια (γιὰ νὰ μὴν ἀ­να­φερ­θοῦ­με σὲ ἄλ­λα δῆ­θεν πε­ρισ­σό­τε­ρο “ἀ­ό­ρα­τα”, ὅ­πως σὲ οἰ­κο­γέ­νει­ες γραμ­μα­το­σει­ρῶν καὶ τρό­πους σε­λι­δώ­σε­ων): δη­λα­δὴ σὲ πλῆ­θος κρί­σι­μων γιὰ τὸ βι­βλί­ο πραγ­μά­των ποὺ συ­χνὰ οἱ ἀ­δα­εῖς προ­σπερ­νᾶ­νε, γιὰ νὰ πᾶ­νε —ἂν πράγ­μα­τι πᾶ­νε πο­τέ— κα­τευ­θεῖ­αν στὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νο «ζου­μί»…

Ἀ­πό­σταγ­μα τῆς με­γά­λης του πεί­ρας ἦ­ταν καὶ ἡ σει­ρὰ δύ­ο σε­μι­να­ρί­ων ποὺ ἔ­δω­σε τὸ 2011, ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg στὸν χῶ­ρο τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου τους, μὲ θέ­μα «Ὀρ­γά­νω­ση καὶ Σύν­τα­ξη Ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς / Ἐ­ρευ­νη­τι­κῆς Ἐρ­γα­σί­ας (μὲ Ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὶς Θε­ω­ρη­τι­κὲς Σπου­δές)» καὶ «Μορ­φο­λο­γί­α Ἐκ­δό­σε­ων» (ἐ­πι­μέ­λεια κει­μέ­νου —γλωσ­σι­κή, δο­μι­κὴ κλπ.— καὶ τυ­πο­τε­χνι­κὴ δε­ον­το­λο­γί­α μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὸ βι­βλί­ο)…

Πε­ριτ­τό, ἴ­σως, νὰ προ­στε­θεῖ ὅ­τι τέ­τοι­α με­ρά­κια δὲν μα­κρο­η­με­ρεύ­ουν, ἂν δὲν βροῦν καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς πόρ­τες ἀ­νοι­χτές· τό­σο, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ πῶ μὲ βε­βαι­ό­τη­τα στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, ποι­ός ἦ­ταν ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο τυ­χε­ρὸς ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους συ­νάν­τη­ση: οἱ ἐκ­δό­σεις Gutenberg ἢ ὁ Δη­μή­τρης Ἀρ­μά­ος;…

Καὶ σκέ­φτο­μαι συ­χνά, ἐν κα­τα­κλεί­δι, πὼς μό­νο στὰ χεί­λη ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀν­θρώ­που, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ λά­βει ὅ­λο της τὸ βά­ρος ἡ πα­ρα­κά­τω κου­βέν­τα, στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σε ὁ Ἀρ­μά­ος στὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ τὸ 2004, μι­λών­τας, ὡς ποι­η­τὴς πιά, γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α: «Ὅ­σο κι ἂν λα­τρεύ­ω τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φή της, ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­σή­μαν­τη γιὰ τὴν ἀ­ξί­α τῶν κει­μέ­νων…» Ἂς τὸ πῶ: ὁ Ἀρ­μά­ος δὲν ἦ­ταν φι­λό­λο­γος καὶ στὰ ποι­ή­μα­τά του, ὅ­πως λαν­θα­σμέ­να νο­μί­ζουν ἀρ­κε­τοί, ἦ­ταν ποι­η­τὴς καὶ στὰ φι­λο­λο­γι­κά του!…

Τέ­λει­ω­σες μὲ τὸ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κό του τρί­πτυ­χο;… Για­τὶ σὰν νὰ μοῦ φαί­νε­ται πὼς ἀ­πο­φεύ­γεις νὰ μι­λή­σεις γιὰ τὸν ποι­η­τή…

Ἴ­σα-ἴ­σα γι’ αὐ­τὸ θὰ ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σου­με… Ἀ­φοῦ, ὅ­πως μό­λις ὑ­παι­νί­χθη­κα, ἡ ἀ­ξί­α τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄλ­λοι σπεύ­δουν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν προ­θυ­μό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο του εἶ­ναι ἡ φι­λο­λο­γι­κή του δει­νό­τη­τα καὶ ἡ πε­ρὶ τὰ ἐκ­δο­τι­κά…

Καὶ για­τὶ συμ­βαί­νει αὐ­τό;…

Οἱ μὲν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὶ δι­ό­τι τρῶ­νε ἀ­πὸ τὰ γνω­στὰ καὶ τὰ ἕ­τοι­μα καὶ δὲν ψά­χνουν γιὰ “νέ­ες” φω­νές, οἱ δὲ ποι­η­τὲς ἐ­πει­δὴ βα­ρι­οῦν­ται νὰ δι­α­βά­ζουν συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις (ἄλ­λων), καὶ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο νὰ εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει ἀλ­λοῦ ποι­ή­μα­τα τοῦ Ἀρ­μά­ου – ὁ ἴ­διος ἦ­ταν πο­λὺ φει­δω­λὸς σὲ δη­μο­σι­εύ­σεις… Σπά­νια δη­μο­σί­ευ­ε καὶ σχε­δὸν πο­τὲ με­μο­νω­μέ­να ποι­ή­μα­τα, μό­νον ἑ­νό­τη­τες… Ἔ­τσι, ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2009 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὕ­ψι­λον, σὲ ἕ­ναν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ φρον­τι­σμέ­νον ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τό­μο, τὸ corpus τῶν ποι­η­μά­των του, βρῆ­κε τὴν μι­κρὴ κοι­νό­τη­τα τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τῆς ποί­η­σης ἀ­νέ­τοι­μη νὰ μπεῖ στὸν κό­πο νὰ τὰ γνω­ρί­σει καὶ νὰ τὰ δε­χθεῖ… Ἀλ­λὰ καὶ ὡς ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κὴ τριά­ντα δύ­ο ἐ­τῶν δου­λειᾶς βρι­σκό­ταν μα­κριὰ ἀ­πό τὴν “πε­πα­τη­μέ­νη”…

Armaos-MitropoliΤί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο εἶ­χε, δη­λα­δή;…

Τὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­κεῖ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε μό­νο οὔ­τε ὅ­λα ὅ­σα δη­μο­σί­ευ­σε· οὔ­τε ὅ­πως τὰ δη­μο­σί­ευ­σε, οὔ­τε μὲ τὴν χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν ἢ δη­μο­σι­εύ­τη­καν… Ἀλ­λὰ καὶ μέ­σα στὶς ἑ­νό­τη­τες ποὺ εἶ­χε ἤ­δη δη­μο­σι­εύ­σει, ἡ ὕ­λη ἀ­να­δι­α­τά­χθη­κε κι αὐ­τή, ὅ­πως δή­λω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του ὁ ἴ­διος, «μὲ κρι­τή­ριο θε­μα­το­λο­γι­κὸ κυ­ρί­ως». Στὴν οὐ­σί­α τὸ ὑ­λι­κὸ ἀ­να­συγ­κρο­τή­θη­κε κα­τὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τά­ξη τοῦ βα­θύ­τε­ρου νο­ή­μα­τος ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου ποὺ θέ­λη­σε ὁ ἴ­διος γιὰ τὴν τέ­χνη του, ὅ­ταν ἔ­λα­βε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἀ­πό­στα­ση καὶ ἀ­πό­φα­ση γιὰ νὰ τὸ δεῖ συ­νο­λι­κά – κά­τι ποὺ ἀ­να­τρέ­χει πί­σω, στὸ 2004, του­λά­χι­στον… Ἔ­τσι ὁ τό­μος αυ­τὸς τῶν 219 ποι­η­μά­των καὶ τῶν 416 σε­λί­δων θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς ἡ μο­να­δι­κὴ κι ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α καὶ μό­νον θὰ πρέ­πει νὰ κρι­θεῖ…

Ἐ­ξάλ­λου, μὲ τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση συ­νό­λου, χα­ρα­κτή­ρι­σε τὸν τό­μο του «Βι­βλί­ο Στί­χων», καὶ τοῦ ἔ­δω­σε τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007». Πα­ρέ­δω­σε δὲ τὶς ποι­ή­σεις του σὲ κά­θε μέλ­λον­τα ἀ­να­γνώ­στη «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ ἴ­διος κλεί­νον­τας τὴν προ­λο­γι­κή του «Σύ­νο­ψη», ὅ­πως πα­ρα­δί­νον­ται «ὅ­λοι οἱ νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»…

Ἐ­σὺ πῶς τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις αὐ­τό, τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων» καὶ τὸ «νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»;

Ἐ­μέ­να δὲν μὲ δυ­σκο­λεύ­ει νὰ κα­τα­λά­βω τὴν “ἥτ­τα” τῆς ποί­η­σης· κι ὁ ἴ­διος τὴν ἐ­ξη­γεῖ: «σ’ αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δὲν μι­λά­ει κά­ποι­ος “ὥ­ρι­μος” ἄν­θρω­πος. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ εἰ­σπράτ­τει τὸν πλήτ­τει ὡς στα­θε­ρὴ δι­ά­ψευ­ση…» Γιὰ τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὡ­στό­σο, θὰ πρέ­πει νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν κρί­ση γιὰ τὸ ποί­η­μα, ποὺ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ δὲν ὑ­πό­κει­ται σὲ κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξα­ναγ­κα­σμό, καὶ στὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τῆς τῆς κρί­σε­ως, δη­λα­δὴ τὴν ἀ­νά­γνω­ση· αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου «ἄ­νευ ὅ­ρων»…

Δὲν σὲ κα­τα­λα­βαί­νω…

Ἐν­νο­ῶ πὼς κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ ἀ­δι­κή­σου­με σφό­δρα τὴν ποί­η­ση τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου, ἐ­ὰν δὲν γί­νου­με οἱ προ­σή­κον­τες ἀ­να­γνῶ­στες της…

Καὶ ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι;…

Ὁ ἴ­διος τοὺς προ­ε­ξό­φλη­σε, ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να «ἡ πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ὴ εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου», συ­νε­πῶς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σής του, σκέ­φτο­μαι ἐ­γώ…

Καὶ συμ­φω­νεῖς μὲ μιὰ τέ­τοι­α ἄ­πο­ψη;… 

Ὄ­χι! Ἔ­τσι γε­νι­κὰ δι­α­τυ­πω­μέ­νη, σὰν νὰ ἀ­φο­ρᾶ σὲ κά­θε λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο· ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἔρ­γο σὰν τοῦ Ἀρ­μά­ου, ναί!… Ὅ­σο πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ σκευ­ὴ τό­σο πιὸ ἔν­τι­μα θε­με­λι­ω­μέ­νο καὶ τὸ δι­καί­ω­μα τῆς κρί­σε­ως…

Αὐ­τὸ τί ση­μαί­νει;… Ὅ­τι ἐ­ὰν δι­α­θέ­τει κα­νεὶς στὸ ἔ­πα­κρον αὐ­τὴν τὴν «φι­λο­λο­γι­κὴ σκευή», δι­και­ώ­νε­ται ὡς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο ἔρ­γο τέ­χνης καὶ τὸ κά­θε ποί­η­μα ποὺ τὴν προ­ϋ­πο­θέ­τει;…

Ὄ­χι, βέ­βαι­α… Δι­και­ώ­νε­ται πι­θα­νό­τα­τα τὸ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ κύ­ρος τῆς κρί­σης… Ἀλ­λὰ ἂς κά­νου­με ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὰ πί­σω. Τί εἶ­ναι στὸ με­γα­λύ­τε­ρό της μέ­ρος ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου κοι­ταγ­μέ­νη σὲ μιὰ πρώ­τη πρό­χει­ρη ἀ­νά­γνω­ση… Ἕ­να ἀρ­χι­πέ­λα­γος πο­λι­τι­σμι­κῶν δει­κτῶν πά­σης φύ­σε­ως (τμή­μα­τα φι­λο­λο­γι­κῶν πα­ρα­θε­μά­των ἀ­πὸ νε­κρὲς καὶ ζων­τα­νὲς γλῶσ­σες, ὅ­ροι μου­σι­κῆς ἢ ζω­γρα­φι­κῆς, τί­τλοι λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἢ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν ται­νι­ῶν, πρό­σω­πα τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἢ ἥ­ρω­ες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­νή­θως δεύ­τε­ρης καὶ τρί­της σει­ρᾶς σὲ ἀ­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα), ποὺ ξε­προ­βάλ­λουν ὡς πα­ρά­ξε­νες νη­σί­δες πά­νω ἀ­πὸ τὸ continuum μιᾶς γλώσ­σας ρέ­ου­σας καὶ λαμ­πε­ρὰ ἐκ­φρα­στι­κῆς, πλού­σιας σὲ κοι­τά­σμα­τα ἑλ­λη­νι­κῆς κά­θε λο­γῆς καὶ τέ­λεια ρυθ­μι­σμέ­νης, ὅ­που ὁ ἴα­μβος, κυ­ρί­αρ­χος, πο­τὲ δὲν χά­νει τὸν βη­μα­τι­σμό του… Ποι­η­τι­κή, ἀ­σφα­λῶς, ποὺ χρω­στᾶ πολ­λὰ καὶ στὸν τρό­πο συν­θέ­σε­ως τῶν Cantos τοῦ Ἔζ­ρα Πά­ουντ…

Ὅ­μως, βά­ζον­τας στὴν πάν­τα τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δου­λε­μέ­να καὶ μὲ γνώ­ση ποι­κί­λων μορ­φῶν ἔμ­με­τρά του, ὑ­πάρ­χει καὶ ἕ­να ση­μαν­τι­κὸς ἀ­ριθ­μὸς ποι­η­μά­των, ἴ­σως καὶ τὸ ἕ­να τρί­το τοῦ συ­νό­λου, γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση καὶ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῶν ὁ­ποί­ων δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν κα­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ή.

Ἂς δι­α­βά­σου­με ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά:

ΖΕΥΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΣΕ ΓΡΑΝΙΤΗ

Ζών­τας αὐ­τὴ κάμ­πο­σα χρό­νια ὑ­στε­ρι­νά του
Κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς κοι­νές τους ἔ­ρευ­νες
Καρ­πο­φο­ρί­α ποὺ τῆς προ­σκό­μι­σε
Δι­ό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­τη δό­ξα      ἐ­πί­και­ρη      ἔγ­και­ρη
Δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς ἂν ζοῦ­σε κι ὁ λε­γά­με­νος
Θὰ ξε­κολ­λού­σα­νε μα­ζὶ ὅ­πως τὰ κα­τά­φε­ρε μο­νά­χη
Ἦ­ταν δι­στα­κτι­κὸς ἀμ­φί­θυ­μος τε­λει­ο­μα­νὴς γε­μά­τος φό­βους
Τε­ρα­το­λό­γος σὲ ζη­τή­μα­τα κοι­νά
Τά ’ξε­ρε αὐ­τὰ καὶ πρὶν νὰ τὸν γνω­ρί­σει στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το
Ἔ­ψα­χνε ἀλ­λοῦ τὴν λύ­ση κι ὄ­χι στὴν «πε­πα­τη­μέ­νη»
Ἀλ­λὰ ἡ πε­πα­τη­μέ­νη ἀ­μέ­σως ἔ­δω­σε καρ­ποὺς
Σὰν πῆ­ρε αὐ­τὴ τὰ ἡ­νί­α στὰ χέ­ρια της
Τὸ δί­χως ἄλ­λο θὰ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­ζε      ἐ­ὰν εἶ­χε μέ­ρες
Τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα ποὺ ν’ ἀ­χτι­νο­βο­λή­σει τό­τε δὲ λευ­τέ­ρω­νε
Καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν ἀ­γά­πη της
Ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πιὸ θερ­μὴ κι ἐκ­φρα­στι­κή
Ἀ­φοῦ με­ρί­μνει της κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν ὅ­λες του οἱ ἐρ­γα­σί­ες
Opera Omnia καὶ Opuscula καὶ Spuria
Τί εἶ­χε κά­νει ὁ ἴ­διος ὅ­σο ζοῦ­σε; φύλ­λα καὶ φτε­ρά!
Καὶ μα­ζε­μέ­να φά­νη­καν κα­λύ­τε­ρα τί ἀ­ξί­ζα­νε
Μπρὸς στὸ δι­κό της ἔρ­γο      θά ’χε
Τὴν ἴ­δια γνώ­μη ὅ­μως κι ἐ­κεῖ­νος;
Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Κέν­τρου Ἐ­ρευ­νῶν ὁ γλύ­πτης δὲν ἀ­πέ­δω­σε
Μὲ ἀρ­κε­τὴ σα­φή­νεια
Τὸ βλέμ­μα τῆς λα­τρεί­ας ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σουν.

Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να τέ­τοι­ο ποί­η­μα —ἀ­δι­α­φο­ρῶ ἂν ὑ­παι­νίσ­σε­ται τὸ ζεῦ­γος Κι­ου­ρί, ἢ ὅ­ποι­ο ἄλ­λο, ποὺ ὡ­στό­σο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ γί­νε­ται “ἀρ­χε­τυ­πι­κό”— δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι οὔ­τε μέ­τριος οὔ­τε ἀ­δι­ά­φο­ρος ποι­η­τής… Καὶ πα­ρό­μοι­ας πά­νω-κά­τω ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ποι­ή­μα­τά του αὐ­τῆς τῆς πλέ­ον εὔ­λη­πτης —ἂς τὴν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι— κα­τη­γο­ρί­ας, τό­σο ποὺ ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ τὸν κρί­νου­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ καὶ μό­νο τὸ μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του, ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου δὲν θὰ εἶ­χε σὲ τί­πο­τα νὰ ζη­λέ­ψει ἐ­κεί­νη τῶν κα­λύ­τε­ρων ποι­η­τῶν τῆς γε­νιᾶς του…

Αὐ­τὰ ὡς πρὸς αὐ­τό – κι ἡ πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τή­ρη­ση ἔ­στω γιὰ ὅ­σους, πρω­τί­στως ὁ­μό­τε­χνους, προ­σχη­μα­τι­ζό­με­νοι τὸ δύσ­λη­πτο πολ­λῶν ποι­η­μά­των του, ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ ἀ­να­με­τρη­θοῦν ἐν συ­νό­λῳ μὲ τὴν ποί­η­σή του.

Armaos-MythologimaἘ­σύ, δη­λα­δή, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σες πα­ρό­μοι­ες δυ­σκο­λίες κα­τανό­η­σης;…

Τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα ἀ­πὸ πα­λιὰ καὶ ὡς ἐκ­δό­της τοῦ Πλα­νό­διου, ὅ­ταν ὁ Ἀρ­μά­ος ἔ­δω­σε νὰ δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ἡ ποι­η­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τά του «Μυ­θο­λό­γη­μα», ἕ­να σύν­θε­μα ποὺ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ἀν­τι­στέ­κε­ται στὴν πλή­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κὴ κα­τα­νό­η­σή μου… Ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔ­τυ­χε μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρης με­τα­χεί­ρι­σης στὴν σύν­θε­ση τῆς συγ­κεν­τρω­τι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν ποι­η­μά­των του: το­πο­θε­τή­θη­κε στὸ τέ­λος της γιὰ νὰ κλεί­σει ὁ ποι­η­τὴς μα­ζί της τοὺς λο­γα­ρια­σμούς του μὲ τὸν προ­η­γού­με­νο αἰ­ώ­να. Ἀ­να­τρέ­χον­τας τώ­ρα στὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μας τῆς ἐ­πο­χῆς κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό, τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή μου ἕ­νας ἀ­στε­ρί­σκος στὴν ἐ­πι­στο­λή του τῆς 18ης Νο­εμ­βρί­ου 1999: Γρά­φει ἐ­κεῖ ὁ Ἀρ­μα­ός: «Ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων πρό­σε­ξα καὶ τὴ σύμ­πτω­ση: αὐ­τὸ τὸ ποί­η­μα, ποὺ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἀ­πο­τε­λεῖ χαι­ρε­τι­σμὸ πρὸς τὸν βι­ω­μα­τι­κὸ χρό­νο [ὑ­πο­γράμ­μι­ση δι­κή μου], δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ αἰ­ώ­να (καὶ τῆς χι­λι­ε­τί­ας βέ­βαι­α) τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου.» Ἡ ση­μεί­ω­ση αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ μέ­να ἕ­να ἀ­κό­μη κλει­δὶ στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ τί­τλου ποὺ ἔ­δω­σε ἀρ­κε­τὰ χρό­νια με­τὰ στὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των του, κι ἀ­κό­μη: μιὰ ἐ­πι­πλέ­ον μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸ εἶ­δος τοῦ ρι­ζώ­μα­τος τῆς ποι­η­τι­κῆς του…

Ἐν­νο­εῖς τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007» – ἀ­λή­θεια, ἔ­χει ὁ τί­τλος μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιά…

Ναί, μοῦ ἄ­ρε­σε (καὶ μὲ πα­ρα­ξέ­νι­σε) ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν ἀν­τί­κρι­σα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τοῦ βι­βλί­ου του, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χα πο­τὲ φαν­τα­στεῖ ὅ­τι κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο «Πε­ρὶ ἁ­μαρ­τη­μά­των καὶ ποι­νῶν» τοῦ Καί­σα­ρος Μπε­κα­ρί­α, ὅ­πως ἐ­ξη­γοῦ­σε ὁ Ἀρ­μά­ος σὲ συ­νέν­τευ­ξη σχε­τι­κὴ μὲ τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ βι­βλί­ου του… Ἀ­ξί­ζει νὰ με­τα­φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο: «Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­τα­λὸς δι­α­φω­τι­στὴς ἐ­ξη­γεῖ για­τί προ­τι­μᾶ τὴν τι­μω­ρί­α ἀ­πὸ τὸ θά­να­το (σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­ξι­ό­ποι­νων πρά­ξε­ων) καὶ λέ­ει πὼς οἱ “βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις” δὲν ἔ­χουν ἀν­το­χὴ ὡς βι­ώ­μα­τα στὴν κοι­νω­νί­α. Φυ­σι­κὰ ἡ γνώ­μη μου εἶ­ναι, ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ὄ­χι ὡς πρὸς ὅ,τι αὐ­τός ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται.»

Ὁ «βι­ω­μα­τι­κὸς χρό­νος» τὸν ὁ­ποῖ­ο χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸ ποί­η­μα ποὺ ἔ­κλει­νε τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να καὶ μα­ζὶ τὴν ποι­η­τι­κή του δι­α­θή­κη ὁ Ἀρ­μά­ος, δὲν ἦ­ταν γιὰ μέ­να τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν δρα­μα­τι­κὴ ἔν­τα­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν βι­ω­μά­των ποὺ ὡς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο ἄν­θρω­πο καὶ πρω­τί­στως ὡς καλ­λι­τέ­χνη τὸν ση­μα­δέ­ψα­νε βα­θιὰ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μῆ­κος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του. Για­τὶ ὁ Ἀρ­μά­ος ζοῦ­σε τὸν πο­λι­τι­σμὸ σὰν νὰ ἐ­ξαρ­τι­ό­ταν ἡ ὕ­παρ­ξη καὶ ἡ συ­νέ­χι­σή του ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο, καί, συ­νά­μα, ὡς προ­σω­πι­κό του ἀ­γώ­να ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μέ­σα σὲ ἕ­ναν ἄ­θλιο καὶ τραυ­μα­τι­κὸ γιὰ τὴν φι­λο­τι­μί­α του κό­σμο!

Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ τὸ πλη­σί­α­σμα τῆς ποί­η­σής του θὰ πρέ­πει νὰ γί­νε­ται μὲ τοὺς δι­κούς της ὅ­ρους, ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τουν τὴν δι­ά­κρι­ση στὴν πη­γὴ τῆς δυ­σκο­λί­ας…

Καὶ πῶς γί­νε­ται μιὰ τέ­τοι­α δι­ά­κρι­ση;…

Ἂν μπο­ρέ­σου­με νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὸ «κρυ­πτι­κὸ» καὶ τὸ «δύσ­λη­πτο» ποί­η­μα. «Κρυ­πτι­κὸ» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα ποὺ συν­τη­ρεῖ σκό­πι­μα στὴ γρα­φὴ τὸν ἰ­δι­ω­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ προ­σω­πι­κοῦ βι­ώ­μα­τος… Ἐ­δῶ, ἂν τὸ ψυλ­λια­στοῦ­με ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ δυ­σκο­λί­α —ὅ­ση μᾶς πε­ρι­μέ­νει— γί­νε­ται πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­πο­δε­κτή· μπαί­νει στὴ ἀ­να­γνω­στι­κὴ σύμ­βα­ση καὶ πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ τὶς χά­ρες του… Ἀν­τί­θε­τα «δύσ­λη­πτο» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ ἄ­γνω­στά μας στοι­χεῖ­α, ἐ­κεῖ­να ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο μᾶς ἐμ­πο­δί­ζουν στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, δὲν ἀ­νά­γον­ται στὴ σφαί­ρα τῶν ἰ­δι­ω­τι­κῶν προ­σω­πι­κῶν βι­ω­μά­των τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ, οὔ­τε σὲ κά­ποι­α ὑ­πο­τι­θέ­με­νη πρό­θε­ση τοῦ ποι­η­τῆ νὰ ἀ­πο­κρύ­ψει κά­τι ἢ νὰ μᾶς δυ­σκο­λέ­ψει στὴν κα­τα­νό­η­σή του, ἀλ­λὰ στὸν βαθ­μὸ τῆς ἀ­πὸ μέ­ρους μας γνώ­σης ἢ μὴ τοῦ πο­λι­τι­σμι­κοῦ ἀ­πο­θέ­μα­τος ποὺ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα κι­νη­το­ποι­εῖ· σὲ στοι­χεῖ­α δη­λα­δὴ ποὺ τε­λι­κῶς δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­ω­τι­κὰ ἀλ­λὰ δη­μό­σια.          

Μή­πως θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα;…

Νά, σ’ ἕ­να ποί­η­μα ὅ­που ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὸν κό­σμο τῆς φύ­σης καὶ τοῦ ἐν­στί­κτου μὲ τὸν κό­σμο τῆς πό­λης, συ­ναν­τᾶ­με τὴν πα­ρα­κά­τω συ­στά­δα στί­χων:

[…] Μὰ τώρα νὰ μ’ ἀφήσεις γιὰ τὸ βίωμα τῆς ἀπώλειας
Τὸν τυχοδιωκτισμὸ νὰ ὑπάρχεις καὶ νὰ ὑπάρχεις μὲς στὴν πολιτεία
Σὰν ποὺ τὸ λέει κι ὁ Ραστινιάκ       μ’ αὐτὴ τὴν πόλη καὶ μ’ ἐμένα κάτι τρέχει
Κάτι συμβαίνει ἐν γένει μὲ τὶς πόλεις μας κι ἂς μένουν
Ὅλα ἀναλλοίωτα ὅταν ἀπερχόμαστε καὶ συνεχίζει ἀκόμα κι ὁ ρυθμὸς
Ἀνεπηρέαστος στὶς πλατεῖες τοὺς δρόμους βράδι καὶ πρωί […]

δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου φταί­ξι­μο τοῦ ποι­η­τῆ, ἂν ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν θυ­μᾶ­ται ἢ δὲν δι­ά­βη­κε πο­τὲ τὸ χω­ρί­ο ἀ­πὸ τὴν Ἀν­θρώ­πι­νη Κω­μω­δί­α τοῦ Μπαλ­ζάκ, ὅ­ταν ὁ ἥ­ρω­άς του Ρα­στι­νιὰκ κοι­τών­τας τὸ Πα­ρί­σι ἀ­πὸ τὸν λό­φο τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου Πὲρ Λα­σαὶζ ἀ­να­φω­νεῖ: «Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας»!… Καὶ πές μου ἐ­σύ, ἂν θὰ πε­τύ­χαι­νες κα­λύ­τε­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κό­τε­ρη νο­η­μα­τι­κὴ ἐν­δυ­νά­μω­ση ποι­ή­μα­τος ἀ­πὸ τού­την τὴν ἔμ­με­ση μνεί­α ἑ­νὸς κα­τα­γω­γι­κοῦ γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα κλα­σι­κοῦ κει­μέ­νου;…

Ἢ γιὰ νὰ σοῦ δώ­σω ἕ­να ἄλ­λο, δευ­τε­ρό­τε­ρο, πα­ρά­δειγ­μα, βρί­σκω πο­λὺ τρυ­φε­ρὸ καὶ χα­ρι­τω­μέ­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ «λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του», στὸν στί­χο:

Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του […]

ποὺ ὑ­παι­νίσ­σε­ται —“ἐ­ξη­με­ρώ­νον­τας” τὴν φι­λο­λο­γι­κὴ μνεί­α— τὸ ἔρ­γο Pensées τοῦ Μπλαὶζ Πα­σκάλ, ὅ­σο καὶ ἂν δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­λά­βω τὸ πρῶ­το ἡ­μι­στί­χιο «Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει…»…

Καὶ γιὰ τὸ «κρυ­πτι­κὸ» τὸ ποί­η­μα, δέν θὰ μοῦ πεῖς;…

Θὰ σοῦ πῶ…, ἂν καὶ στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα θὰ σοῦ σπα­ρά­ξω —δί­χως νὰ τὸ ἤ­θε­λε καὶ νὰ τὸ θέ­λω— τὴν καρ­διά…

Εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Σει­ρὰ τῆς Κλω­θῶς», καὶ ὅ­πως σὲ ὅ­λα τὰ «κρυ­πτι­κά», ποὺ ὅ­πως εἴ­πα­με ἐγ­κι­βω­τί­ζουν τὸ ἰ­δι­ω­τι­κὸ βί­ω­μα, πε­ρι­μέ­νου­με ν’ ἀ­κού­σου­με τὶς σκέ­ψεις τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ γιὰ τὴ μοί­ρα του, ποὺ μὲ ἀ­να­δρο­μι­κὴ προ­βο­λὴ ἀ­να­τρέ­χουν στὴν ὥ­ρα τῆς γέν­νη­σής του… Ὅ­ταν μά­λι­στα βλέ­που­με τὸ ποί­η­μα ἐν­ταγ­μέ­νο σὲ ἑ­νό­τη­τα μὲ τί­τλο «Ὑ­πο­τα­γὴ στὸν Λί­βα», καὶ ξέ­ρου­με, ὅ­σοι ξέ­ρου­με (κρυ­φὸ δὲν εἶ­ναι), ὅ­τι τὴν πε­ρί­ο­δο 1969-1971, ὁ συγ­γρα­φέ­ας του, παι­δὶ δε­κα­ε­τές, δι­έ­με­νε οἰ­κο­γε­νεια­κῶς στὴν Νε­ά­πο­λη Λα­σι­θί­ου, πάν­τως ὄ­χι καὶ πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ «Λι­βυ­κό», προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε γιὰ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ στοι­χεῖ­ο – ποὺ στὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ μᾶς τοὺς ἀ­φε­λεῖς (Clotho Rules!) καὶ σχῆ­μα… πα­ρὰ προσ­δο­κί­αν… 

ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΚΛΩΘΩΣ

Τὸν βλέπω κιόλας μὲ κρανίο θρυμματισμένο εἰκοσιδυὸ χρονῶ σὲ πόλεμο                                       κι ἂν ὄχι αὐτό
Πενήντα πέντε μὲ ραγδαῖες τὶς μεταστάσεις      ἢ ἄιντε
Ὀγδόντα ἐννιὰ μὲ τέλη εἰρηνικά      σάψαλο ὁλόβολο
Αὐτοὶ ποὺ ὀνόμασαν ἀθάνατα πράγματα λίγο μόνο ἀνθεκτικότερα                                                    πὲς καὶ πολύ
Ἀπ’ τὶς ἐφήμερες ζωές τους θὰ τὸν ἔχουν
Ὠθήσει σὲ πολλὲς ὧρες σπατάλης ἔξω ἀπ’ τὴν ἀπόλαυση
Τοῦ ἐλάσσονος ποὺ διαρκεῖ  ὅ σ ο  π ρ έ π ε ι

Μὰ θὰ μιλήσει      ἑφτὰ μηνῶ εἶν’ ἀκόμα
Τὸ ὑπόλοιπο ἑνὸς θαύματος τοῦ κόσμου μας φανατικὰ θὰ ὑπηρετήσει                                                καὶ τὸ σπουδαιότερο
Οἱ χάρες κι οἱ χαρὲς θὰ τὸν ἐκστασιάσουν

Καὶ πιὸ βαρὺ δὲ γίνεται ἀπ’ αὐτό      Ἕλληνας εἶναι ἀπογοήτευση.

Ναί, «Ἕλ­λη­νας εἶ­ναι ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση»… Φρί­κη!… Μοῦ ’λε­γε κά­πο­τε πὼς εἶ­χες πεῖ «Ἕλ­λη­νας οὔ­τε γεν­νι­έ­σαι, οὔ­τε γί­νε­σαι. Ἕλ­λη­νας κα­ταν­τᾶς!»… Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια;…

Μι­σή! Τὸ κα­τα­δι­α­σκέ­δα­σε… Τὸ εἶ­χα δεῖ γραμ­μέ­νο σὲ κά­ποι­ον τοῖ­χο, νο­μί­ζω… Ἀλ­λὰ δι­έ­δι­δε, ὅ­πως μοῦ ’λε­γε ὁ Χαρ­μά­νης, ὅ­τι τὸ εἶ­χα πεῖ ἐ­γώ…

Ὅ­μως, θὰ σὲ ξα­να­γυ­ρί­σω —θέ­λεις δὲ θές— στὰ «δύσ­λη­πτα»! Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ θὰ δο­θεῖ ἡ μά­χη τῆς ποί­η­σης τοῦ Ἀρ­μά­ου στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται (ποὺ τώ­ρα ἔ­γι­νε καὶ εἰ­ρω­νι­κὰ καὶ τρα­γι­κὰ καὶ ἀ­με­τά­τρε­πτα «ὅ­λος δι­κός του»!)…

Θὰ ἀρ­χί­σω μὲ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πει­δὴ ἀ­ξί­ζει νὰ δοῦ­με κα­τό­πιν τὴν ἀν­το­χὴ τῆς κρί­σι­μης κα­τη­γο­ρί­ας καὶ στὶς πιὸ φι­λό­δο­ξες συν­θέ­σεις της… Νά, ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­κά­τω τρί­στι­χο:

ΚΟΜΙΣΣΑ DE NOAILLES

Ὅταν γεννάει στ’ ἀπόνερά της Καρυωτάκη
Δὲ μπορεῖς      φίδι!      νὰ τὴ λὲς
«Αὐτὴ ἡ σάχλα».

Ἀ­θώ­α ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο τὸ ποι­η­μα­τά­κι;… “Βι­βλια­κό” ἢ “λό­γιο” καὶ δῆ­θεν κουλ­του­ρι­ά­ρι­κο ἀ­μη­χά­νως;… – δέν θὰ τό ’λε­γα… Για­τὶ αὐ­τὸ ποὺ συ­ζη­τᾶ­με ἐ­δῶ εἶ­ναι τὰ μι­κρὰ ποι­η­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τῶν με­τα­φρά­σε­ων τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη, ἐ­κεῖ­νο τὸ

Ὅταν πιὰ θά ’μαι κουρασμένη
ἐδῶ νὰ ζῶ μόνη καὶ ξένη
          χρόνους ἀβίωτους,
θὰ πάω νὰ δῶ τὴ χώρα πού ’ναι
οἱ ποιητὲς καὶ καρτεροῦνε
          μὲ τὸ βιβλίο τους […]

ὑ­πέ­ρο­χη ποι­η­τι­κὴ σκιὰ ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Οἱ σκιές» τῆς κό­μισ­σας-ποι­ή­τριας· καὶ ναί —φί­δι!—, καὶ μό­νον γιὰ τὴν “ἀ­νά­πλα­ση” αὐ­τὴ ποὺ γέν­νη­σε ἡ ποί­η­σή της μὲ τὴν πέν­να τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη [ὄ­χι σὰν κά­ποι­ους ποὺ μᾶς λέ­νε ὑ­πε­ρη­φά­νως «δὲν σᾶς ξέ­ρω» στὰ πρω­τό­τυ­πα!], δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὴν λὲς «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα»!…

Μή­πως καὶ ξέ­ρεις ποι­όν ἐν­νοῦ­σε μὲ αὐ­τὸ τὸ «φί­δι!» – ἔ­βα­λε καὶ τὸ «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα» σὲ εἰ­σα­γω­γι­κά…

Ὅ­ταν τὸ “ποι­η­μα­τά­κι” ἔ­χει κερ­δί­σει τὴ μά­χη γιὰ τὸ νό­η­μα τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τί ση­μα­σί­α ἔ­χει;… Ναί, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ κά­ποι­ος “ὑ­παρ­κτός”, μὲ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο, ποὺ εἶ­πε αὐ­τὴν τὴ μπα­ρού­φα γιὰ τὴν κό­μισ­σα…

Ἀλ­λὰ σοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κα κι ἕ­να πιὸ πλού­σιο γεῦ­μα – ἔ­χεις ὑ­πο­μο­νή;…

Θὰ κά­νω…

Σοῦ δι­α­βά­ζω, λοι­πόν τὸ ποί­η­μα:

Η ΚΥΡΙΑ MASSIN ΤΑ ’ΧΕΙ ΚΟΠΑΝΗΣΕΙ
ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΕΕΙ

Ἂ τὸν χαντούμη!      ξέρω πὼς μὲ μελετάει
Μοῦ τ’ ἀκουμπάει ἀκόμα κάθε τόσο ἀλήθεια      μ’ ἔχει ἔγνοια του
Κατάφερα νὰ τοῦ ξεφύγω ὅταν δὲν εἶχα πιὰ τὰ θέλγητρά μου

Πολὺ παραπονιέται καὶ γιὰ λόγου μου
Κι ὅλο μὲ τὶς γυναῖκες τά ΄χει γενικὰ σ’ ἐκεῖνα τὰ χοντροκιτάπια του
Ποὺ δὲ μᾶς χάρισαν μέρα γλυκιὰ παρὰ τὸν ὄγκο τους
Μ’ ὅσες ἐλπίδες κι ἂν τὰ σκάρωνε ὑφαρπάζοντας συνύπαρξη
Ἐμένα δὲν μὲ ρώτησε πῶς πέρασα μέσα στὸν χάρτινό του κόσμο
Ὅπου χωρὶς καλὰ-καλὰ νὰ καταλάβω βρέθηκα θαμμένη
Παραληρῶ ἔχεις τὴν ἰδέα;      τὸν ξαναγέννησα
Θεϊκὸ ἦταν μεγαλεῖο αὐτό (γιατί τί θέλει
Ὁ ἄντρας ἀπὸ μιὰ γυναίκα;      νέα γέννηση) μὰ ἦταν μακρὰ κυοφορία
Κι ὅταν      εἶχαν κυλήσει χρόνια ἁγνείας καὶ πίστης πιὰ μᾶλλον συζυγικῆς
Ἀπαύδησα κι ἄρχισα νὰ τοῦ τὰ φοράω κι ἐγὼ μὲ κάποιο σύστημα
Τὸν ἔριχνα λέει σὲ κατάθλιψη      μὰ ἐγὼ
Μόλις ποὺ γλύτωνα ἔτσι ἀπ’ τὴν αὐτοκτονία      ναὶ τὴν αὐτοκτονία!
(Δὲ θά ΄θελες νὰ ξέρεις τί αἰσθάνεται μιὰ καθαρὴ καρδιὰ σὰ τὴν δικιά μου
Παίρνοντας κάβο τὶς πηγὲς τῆς προκατάληψης)

Pardon      καὶ τί περίμενε νὰ κάμω πλάγι του;      καριέρα;
Εἶδα κι αὐτὲς ποὺ κάνανε     εἶδα κι αὐτὸς ἂν ἔκανε
Εὐκαιρία δὲν ἔχασε νὰ πλακωθεῖ μ’ ἐκείνους ποὺ εἶχε τὴν ἀνάγκη τους
Ὅλα τά ’χω δοκιμασμένα στὴν πλατούλα μου
«Φτάνει» τοῦ ξεκαθάρισα      κι ἔστριψα δῶθε

(Ἔτσι ποῦ σοῦ μιλῶ τώρα τί σκέφτομαι;
Κάτι κοθώνια θὰ νομίσουν ἢ θὰ ὑποστηρίξουνε πὼς σ’ ἔχω γιὰ ὑπαρχτόν
Δὲν πά’ νὰ ξεδοντιάζονται)
                                                                                Μόρτη νὰ μὴ λένε Καρολίνα
Ἂν δὲ μοῦ δόθηκε τὸ ἴδιο κεφάλαιο καὶ μὲ πάρτη του καὶ μὲ τὸν κάθε παλαβιάρη
Τοῦ χαζοσιναφιοῦ του       μ ι ὰ   ζ ω ή
Καὶ νὰ σ’ τὸ καμπανίσω καὶ τὸ ρέστο;      τόνε πόνεσα
Μὲ μέτρο      ἐντάξει      φουκαράς ἠταν
Γι’ αὐτὸ καὶ ἰδίως τὰ μπούτια μου ἀποφάσισα
Νὰ μὴν τ’ ἀφήσω παραπονεμένα      μαραζώνουν
Πολὺ εὔκολα τὰ σώματα μέσα στὴ δυστροπία
Ἔχεις σκεφτεῖ πῶς ὑποφέρεται ἕνα σῶμα (ὄχι καὶ χτικιασμένο κι ἀπὸ πάνω);
Κότσι καὶ διπλοσάγονο καὶ μῆλα λέω λοιπὸν
Κάτι μετρᾶν ἅμα δὲν κουδουνᾶνε τὰ ὄβολα
Κι ὅσο γιὰ ὑστεροφημία      ἄ τὸν ἀνόητο
Ἦταν τόσο περίπλοκος ὁ τρόπος ποὺ σκεφτόταν
Ὥστε ἁπαξάπαντες θὰ δώσουνε τὸ δίκιο ἁλάκερο σ’ἐμένα
Πλάσμα φυσικό.

Νὰ πῶ ὅ­τι στὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ κρύ­βε­ται —ἢ πιὸ σω­στά: φα­νε­ρώ­νε­ται— ὅ­λο τὸ δρά­μα τῶν ἀν­τι­φά­σε­ων τοῦ δυ­τι­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, στὴν πιὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κή του ἔκ­φρα­ση, τὴν φι­λο­σο­φί­α τοῦ θε­τι­κι­σμοῦ, κα­θὼς αὐ­τὸ σαρ­κώ­νε­ται, ὅ­πως πρέ­πει (καὶ ὅ­πως ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸς ποι­η­τὴς μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει), σὲ χα­ρα­κτῆ­ρες πραγ­μα­τι­κῶν ἄν­θρώ­πων – για­τὶ ποῦ ἀλ­λοῦ με­τριέ­ται πράγ­μα­τι ὁ πο­λι­τι­σμός;… Πὼς αὐ­τή ἡ γυ­ναί­κα—τὸ με­θυ­σμέ­νο πρό­σω­πο ποὺ μι­λά­ει στὸ ποί­η­μα τὴν “χυ­δαί­α” γλώσ­σα τοῦ κα­πη­λει­οῦ—, ἡ Κα­ρο­λί­να Μασ­σίν, εἶ­ναι μιὰ νό­θα κό­ρη ζεύ­γους ἐ­παρ­χια­κῶν ἠ­θο­ποι­ῶν, πόρ­νη “πο­λυ­τε­λεί­ας” τῆς βα­σι­λι­κῆς αὐ­λῆς ἕ­ναν και­ρό, μαι­τρέσ­σα, σύ­ζυ­γος με­τά, καὶ τώ­ρα “στιμ­μέ­νο λε­μό­νι” τοῦ μι­σο­γύ­νη, πο­λε­μί­ου ἀ­πό­­λυ­του τῶν προ­κα­τα­λή­ψε­ων, καὶ ἱ­δρυ­τῆ τῆς Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας ὡς ἐ­πι­στή­μης τῶν ἐ­πι­στη­μῶν καθὸ ἐ­πι­στή­μης φυ­σι­κῆς, δη­λα­δὴ τοῦ Αὐ­γού­στου Κόντ – ἡ ἄ­γνω­στη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας πλά­ι στὸν πνευ­μα­τι­κὸ κο­λο­φώ­να τῆς Δύ­σης;… Γιὰ τὴν αὐ­θε­ντι­κὴ στά­ση γυ­ναί­κας —«πλά­σμα φυ­σι­κό»—, κο­ρυ­φαί­α ἀ­λη­θι­νῆς στὴν ἀ­πό­γνω­σή της, ποὺ στὸ ἀ­γέ­ρω­χο ἦ­θος της —ἀ­πὸ βα­θειὰ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ— φέρ­νει στὸ νοῦ μαῦ­ρες “Ἀν­τι­γό­νες”, μιᾶς ἄλ­λης, κα­τα­ρα­μέ­νης, ἐ­πο­χῆς;…

ArmaosStonKapetanMichaliMeFilous(04-10-2014)-01Καὶ σὺ ὅ­λα τοῦ­τα ποῦ τὰ βρῆ­κες;…

Ἐ­κεῖ ποὺ τώ­ρα τὰ βρί­σκει ὁ κα­θέ­νας… Ἐπι­τέ­λους!… Στὸ  δί­κτυ­ο δὲν μπαί­νου­με μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με πό­σα like εἰ­σπρά­ξα­νε οἱ σα­χλα­μά­ρες ποὺ γρά­φου­με γιὰ τὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις μας στὸ φέ­ισ­μπουκ…

Νο­μί­ζω πὼς ἀρ­χί­ζεις νὰ μὲ πεί­θεις… Λέ­ω νὰ πά­ρω τὸν τό­μο τοῦ Ἀρ­μά­ου…

Κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρεις ἄ­δεια ἀ­πὸ τὴν δου­λειά… Δὲν ξεμ­περ­δεύ­εις εὔ­κο­λα μὲ δαῦ­τον…

Ἂν εἶ­ναι γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση τῆς ποί­η­σής του, νὰ τὸ κά­νω… Ἐ­σὺ τί λὲς ἐπ’ αὐ­τοῦ, ἔ­χει μέλ­λον ὁ Ἀρ­μά­ος ὡς ποι­η­τής;..

Τὸ προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ κά­νεις!… Γιὰ μέ­να, δὲν «βά­ζει στοί­χη­μα ὁ ποι­η­τὴς μὲ τὸν χρό­νο», ὅ­ταν γρά­φει τὴν ποί­η­σή του, ὅ­πως μοῦ ἔ­λε­γε κά­πο­τε κά­ποι­ος λε­βέν­της “κρι­τι­κός”… Ἂς ἀ­φή­σου­με ἔ­ξω τὰ «γρα­φεῖ­α στοι­χη­μά­των», τοὺς τζο­γα­δό­ρους καὶ τοὺς ἀ­τζέν­τη­δες τῆς Τέ­χνης… Μὴ εἰ­κῆ πε­ρὶ τῶν με­γί­στων συμ­βαλ­λώ­με­θα…

Ἂν ὅ­μως συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὸ πῶς στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ἀ­νοί­γε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση τὸ ποί­η­μα, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε πεῖ κά­πο­τε μιὰ σο­φὴ κου­βέν­τα: «Ἡ “δυ­σκο­λί­α”, τώ­ρα, στὴν ποί­η­ση εἶ­ναι κά­τι ποὺ ὡς γνω­στόν, κρα­τά­ει λί­γο: μιὰ γε­νιὰ ἀ­να­γνω­στῶν με­τά, ὅ­λα ἔ­χουν γί­νει “ἐ­φη­με­ρί­δα” – μὰ ὁ ἦ­χος μέ­νει.»… Ἔ­τσι ἔ­λε­γε, ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος ὄ­χι μό­νον τὴν ὅ­ποι­α “δυ­σκο­λί­α” της, ἀλ­λὰ —αὐ­τὸ ποὺ βα­θύ­τε­ρα γνω­ρί­ζει κά­θε πραγ­μα­τι­κὸς ποι­η­τὴς— τὴν ρυθ­μι­κὴ ἀ­γω­γὴ τῆς ποί­η­σής του καὶ τῆς ποί­η­σης γε­νι­κό­τε­ρα, τὸ μο­να­δι­κὸ σω­μα­τι­κό της ἀ­πο­μει­νά­ρι ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν αἰ­ώ­νων, αὐ­τὴν τὴν ἀπ’ ἔ­ξω κι ἀ­πὸ μέ­σα «ἀ­κου­στι­κό­τη­τά» της δη­λα­δή, κα­τε­ναν­τί­ον —μά­λι­στα!— καὶ τῆς ἔν­τυ­πης μορ­φῆς!… Κι ὅ­ταν σκε­φτό­ταν γιὰ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­φά­νεια τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ποί­η­σης στὸν και­ρό μας κι ἔ­λε­γε «Δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ καρ­ποί της ὡ­ρί­μα­σαν στὸ ὑ­πέ­δα­φος», ἐ­γὼ καὶ τὴν δι­κή του ποί­η­ση σκέ­φτο­μαι γιὰ λο­γα­ρια­σμό του…

Μπο­ρῶ νὰ φύ­γω τώ­ρα;…

Ὄ­χι, πρὶν νὰ μοῦ πεῖς τί θὰ θυ­μᾶ­σαι στὰ χρό­νια ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀρ­μά­ο;…

Νὰ σοῦ πῶ… Τὰ βουρ­κω­μέ­να μά­τια του στὸ πρό­σω­πό του τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο, ὅ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἕ­κτο Ἑ­σπε­ρι­νὸ Λύ­κει­ο Μι­χα­ὴλ Βό­δα καὶ Μα­κε­δο­νί­ας, μοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ πῶς ἔ­χα­σε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του σκυ­λί…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Πά­σχα τοῦ 2016

Πα­ρέμ­βα­ση στὴν Ἡ­με­ρί­δα τοῦ Συν­δέ­σμου Φι­λο­λό­γων Φω­κί­δας τὴν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὸν Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ο. 

Α. Κ. Χριστοδούλου: Δημήτρης Ἀρμάος

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΑΛΛΟΙΘΩΡΙΖΕΙ

Πρῶτο μέρος τοῦ διαδικτυακοῦ ἀφιερώματος τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο.  Ἕπονται τὰ κείμενα τοῦ Γιάννη Πατίλη καὶ τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.

Θὰ προτιμοῦσα ἀπόψε νὰ μιλήσω ὄχι γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ ᾿Αρμάου, ἀλλὰ γιὰ τὰ τυπώματά του. Γιατὶ ὁ Δημήτρης ὑπῆρξε ἀπαράμιλλος τυπογράφος. Δηλαδὴ φανατικὸς ζηλωτὴς τοῦ Πνεύματος, γιατὶ ἡ τυπογραφία εἶναι ἡ Μορφή του καὶ γιατὶ Πνεῦμα χωρὶς Μορφὴ δὲν ὑπάρχει. Πνεῦμα καὶ Μορφὴ ταυτίζονται. Κατανάγκην λοιπὸν ἀπὸ σπουδαῖος τυπογράφος ἔγινε καὶ σπουδαῖος ποιητής, ἐνηλικιωμένος δηλαδὴ μὲ τὸ δυναμωτικὸ γάλα τῆς τυπογραφίας. Ρουφώντας τυπογραφικὰ μελάνια, φασκιωμένος ἀπὸ τὶς σφιχτὲς διαστάσεις ἀτελείωτων σελιδοποιήσεων, ψηλαφώντας διαρκῶς τὴν ὑφὴ ἀπὸ τόπια χειροποίητα φανταστικὰ χαρτιά, ὑπνοβατώντας ἀνάμεσα σὲ πυκνὲς ἀράδες ἀπὸ τυπογραφικὰ στοιχεῖα, μὲ δυὸ λόγια συνεπαρμένος ὁλόψυχα ἀπὸ τὴ μαυλίστρα Μορφή (μὲ τὸ Μ κεφαλαῖο), ἦταν μοιραῖο κάποια στιγμὴ νὰ πιαστεῖ θύμα στὶς πλεκτάνες τῆςἐκείνης τῆς μιᾶς ἄπιαστης Οὐσίας ποὺ κατὰ συνθήκην ὅλος ὁ συμβιβασμένος κόσμος ὀνομάζει, χωρὶς νὰ ξέρει τίποτα γιὰ τὴν οὐσία της, «Πνεῦμα». ῎Ετσι ἔγινε τελικὰ ποιητὴς αὐτῆς τῆς Οὐσίας.

Σὰν παράδειγμα αὐτῆς τῆς παγίδας θὰ χρησιμοποιήσω ἀπόψε ἕνα μικρὸ ποίημα ἀπὸ τὶς Βίαιες ᾿Εντυπώσεις᾿Εκτυπώσεις τοῦ ᾿Αρμάου μὲ τίτλο Μικρὸς Παρακλητικός. ᾿Αντιγράφω μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καὶ διαβάζω ὁλόκληρο τὸ ποιηματάκι, ποὺ εἶναι σπασμένο σὲ τρεῖς στροφές:

Καταγραφή

᾿Ακολουθώντας τὴ λογικὴ τοῦ ποιήματος, θὰ διαπιστώσουμε στὸ τέλος πὼς ὅ,τι φαντάζει σὲ πρώτη ἀνάγνωση «σπασμένο» καὶ αὐθαίρετο, κρύβει μιὰν ὑγιέστατη λογική, ἕναν εἱρμὸ στοχασμοῦ ποὺ εἶναι φυσικὰ ἔξω ἀπὸ τὴ δική μας παραδοσιακή, συνθηκολογημένη καὶ περιορισμένη λογική.

Προσέχω τὴν τυπογραφία τοῦ ποιήματος. Προσέξτε καὶ νὰ θυμάστε πὼς κάθε στροφὴ ἀρχίζει μὲ κεφαλαῖο γράμμα (ΣΠΑΣΤΕ, ẺΛΕΗΣΕ, ΑΝ): Μιὰ πρώτη τυπογραφικὴ ἰδιορρυθμία ἀποτελεῖ τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν Ε τῆς δεύτερης στροφῆς, τοῦ ρήματος «ẺΛΕΗΣΕ» δηλαδή, ποὺ εἶναι τυπωμένο μὲ ἕνα κεφαλαῖο τονισμένο Ε. Φέρει τὸ πνεῦμα τῆς ψιλῆς ὄχι ἀριστερὰ πλάϊ του, ὅπως στὴν κοινὴ (τὴ δική μας) γλώσσα, ἀλλὰ ἀπὸ πάνω του, ὡσὰν σκέπη του. Μιὰ δεύτερη τυπογραφικὴ ἰσορρυθμία εἶναι τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν Α τοῦ ὑποθετικοῦ συνδέσμου «ΑΝ» τῆς τρίτης στροφῆς, ποὺ εἶναι τυπωμένο μὲ κεφαλαῖο ψηφίο, ἀπολύτως ἄτονο ὅμως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ὑπερ-τονισμένο «ẺΛΕΗΣΕ». Μιὰ τρίτη ἰδιορρυθμία εἶναι τὸ μεγάλο τυπογραφικὸ διάστημα, ἡ τεράστια ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ «μας» καὶ στὸ «Κύριε» τῆς δεύτερης στροφῆς. Μὲ συμπαθᾶτε γι᾿ αὐτὰ τὰ ἀναγνωστικά μου ψειρίσματα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ξέρω καλὰ τί ἐστὶ ᾿Αρμάος, σᾶς βεβαιώνω πὼς ὁ ἀπολιπὼν παρὼν ἦταν μέγας ψείρας τυπογράφος καὶ κατεπέκταση ἢ κατασυνέπεια ψιλολόγος ποιητής. ῏Ηταν ἱκανὸς νὰ παραμείνει ξάγρυπνος μιὰ βδομάδα, νηστικός, γιὰ μιὰ καὶ μόνο ψιλὴ ἢ δασεία.

Armaos-BiaiesEntyposeisΤὸ σπάσιμο τοῦ ποιήματος σὲ τρεῖς στροφὲς εἶναι μιὰ δεύτερη σιωπηρὴ προτροπὴ τοῦ ποιητῆ, παράλληλη μὲ τὴν ρητὴ προτροπὴ τοῦ πρώτου στίχου «ΣΠΑΣΤΕ τα», ποὺ στὴ σκέψη μου σημαίνει «σπάστε» τὰ λόγια τοῦ ποιήματος καὶ μετὰ διαβάστε τα «σπασμένα». Ποιὸς ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς διπλῆς προτροπῆς; Μὰ γιὰ νὰ «βγεῖ» ἀπὸ αὐτὸ τὸ διπλὸ βίαιο σπάσιμο «ζωὴ βεβιασμένη», καὶ «ζωή» καὶ «ποίηση ἢ γλώσσα», σὰν προϊόντα βίας. Δηλαδή; «Ζωή» (μὲ κεφαλαῖο Ζ), ἀκούω τὸ Δημήτρη νὰ μοῦ ψιθυρίζει, δὲν εἶναι καθόλου, μὰ καθόλου, μιὰ κατάσταση φυσιολογική, ὁρισμένη καὶ περιορισμένη ἀπὸ τὰ ἐννοιολογικὰ (καὶ κατεπέκταση αἰσθηματικὰ) πλαίσια τοῦ κοινοῦ ὅρου «ζωή». Ξεπερνάει καὶ τὶς πάγιες γνώσεις μας καὶ τὰ ὁρισμένα αἰσθήματά μας καὶ τὶς παραδοσιακὲς ἢ τὶς νεωτεριστικὲς τέχνες μας καὶ τὴ καθιερωμένη γλώσσα μας. Εἶναι ἁπλῶς μιὰ λέξη, μιὰ «συνθήκη» τῆς κοινῆς γλώσσας, «βεβιασμένη»· μιὰ αὐθαιρεσία μας. Εἶναι ἡ συνηθισμένη βία ποὺ ἀσκεῖ πάντα τὸ γνωστικό μας ὄργανο, τὸ μυαλό μας, (γιατὶ ἔτσι λειτουργεῖ), πάνω σὲ κάτι ᾿Επέκεινα, σὲ Κάτι ἔξω καὶ πέραν ἀπὸ τὶς γνωστικές του δυνατότητες, ἀπροσπέλαστο καὶ ἀπερίγραπτο στὴν Οὐσία. ᾿Απὸ αὐτὴ τὴν ἀσύλληπτη Οὐσία (ἀπο)σπᾶμε μὲ τὴ βία ἕνα θραῦσμα καὶ τὸ βαφτίζουμε μὲ ἕνα ὄνομα, μὲ τὴν ἐτικέτα «ζωή».

Μπαίνω τώρα σὲ λεπτομέρειες. «Σπάστε τα» λέει ὁ πρῶτος στίχος. «Ποιά» ἀναρωτιέμαι. «Ποιά» εἶναι αὐτὰ τὰ ἄτονα καὶ ἄγνωστα τῆς ἀόριστης ἀντωνυμίας «τα», ποὺ πρέπει νὰ σπάσουμε, ξαναρωτάω. Οἱ τόνοι ἐδῶ, ἀρχίζω νὰ πιστεύω στὰ ἐπίμονα ψιθυρίσματα τοῦ Δημήτρη, παίζουν ἕναν δικό τους ἄκρως δραματικὸ ρόλο. ᾿Απὸ τὰ ἄτονα καὶ ἀόριστα «τα» βγαίνουν ἀποσπασμένα μὲ τὴ βία καὶ τονισμένα κατεπιταγὴν τῆς συνομολογημένης ὀρθογραφίας δυὸ κομμάτια, δυὸ λέξεις: οἱ δυὸ ὀρθογραφημένες λέξεις «ζωὴ βεβιασμένη». ῎Οχι κάτι φυσικὸ ἢ φυσιολογικό, ἢ κάτι ὁλόκληρο καὶ ἀδιάσπαστο, ἢ κάτι ζωντανό, ἑνιαῖο, ἀκέραιο καὶ ἀκατάτμητο, ἀλλὰ κάτι σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια καὶ ἄρα λειψὰ τὸ ἕνα σὲ σύγκριση μὲ τὸ ἄλλο, σχηματισμένο μάλιστα σὰν θραύσματα τὴν ὥρα ἀκριβῶς τοῦ σπασίματος καὶ ἐξαιτίας τοῦ σπασίματος.

Φίλοι μου, δὲν ξέρω ἂν ἀρχίζετε νὰ καταλαβαίνετε γιὰ τί πράγμα μιλάει ὁ ποιητής. ῾Η ποίηση δὲν εἶναι χῶρος ψυχοσωτήριος καὶ λυτρωτικός. Εἶναι σφαγεῖο, ὅπως λέει ὁ Γιάννης Πατίλης, ἕνας ἄλλος σπουδαῖος ποιητής μας, ἀπὸ ὅπου βγαίνει καταματωμένος ὁ ἀνα-γνώστης, ἀναβαπτισμένος στὸ ἴδιο του τὸ αἷμα. ῍Ας παρακολουθήσουμε λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἀναβάπτιση τοῦ ᾿Αρμάου στὸν Παρακλητικό του. Συλλαβίζω τὸν τρίτο στίχο τῆς πρώτης στροφῆς ὅπου ὁ ποιητὴς κάνει λόγο τώρα γιὰ κάποια «αὐγὰ ταπεινῶν». Προφανῶς ὁ τρίτος στίχος ἀναφέρεται καὶ προσδιορίζει τὰ ἄτονα «τα» τοῦ πρώτου στίχου, λέω μέσα μου. Ξεκαθαρίζει ἔτσι τὸ μυστήριο τῆς ἄτονης ἀόριστης ἀντωνυμίας «τα». ῾Η προστακτικὴ «σπάστε τα» ἐννοεῖ ἀκριβῶς τὰ «ἀβγὰ ταπεινῶν», ποὺ πόρρω ἀπέχουν καὶ δὲν ταυτίζονται ἀσφαλῶς μὲ τὸ Πρωτ-᾿Αβγὸ ἀπὸ ὅπου γεννιέται ἡ Ζωή. ῞Ο,τι σπάζουμε λοιπὸν γιὰ νὰ δώσουμε νόημα καὶ μορφὴ στὴ ζωή μας εἶναι μιὰ πράξη βίας πάνω σὲ ἀβγὰ ταπεινά, κατώτερης ἢ δεύτερης ποιότητας· πάνω σὲ ἀβγὰ/λέξεις, ἀπὸ ὅπου γεννιοῦνται μὲ καισαρικὴ ἄλλα παρόμοια ἀβγά: οἱ λέξεις «βεβιασμένη ζωή».

Πολὺ σωστὰ σκέφτομαι. ῞Ομως κάτι μοῦ λέει πὼς ὁ ποιητὴς μιλάει μιὰ διφορούμενη γλώσσα. ῾Η διγλωσσία του μοῦ λέει πὼς «τα» καὶ «ἀβγὰ ταπεινῶν» εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, ἀφοῦ καὶ τὰ ἄτονα «τα» εἶναι μιὰ λέξη, ὅπως λέξεις εἶναι καὶ τὰ «ἀβγὰ ταπεινῶν». Κάτι μὲ τρώει ὅμως. Προσέχω λοιπὸν καὶ πάλι τὸν τυπογράφο ᾿Αρμάο. ᾿Ανάμεσα στοὺς δύο πρώτους στίχους καὶ στὸν τρίτο στίχο (καὶ τῆς πρώτης καὶ τῆς δεύτερης στροφῆς) ὑπάρχει ἕνα ἐπιπλέον διάστιχο. Οἱ τρεῖς στίχοι δηλαδὴ τῶν δύο πρώτων στροφῶν ἀπὸ τυπογραφικὴ ἄποψη παρουσιάζουν μιὰν ἀνισότητα, ἕνα ἄλλο σπάσιμο, αὐτὴ τὴ φορὰ τῆς στροφῆς. Τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὸ δεύτερο καὶ τρίτο στίχο εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὸν πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο στίχο. ῎Ετσι οἱ δύο πρῶτοι στίχοι ἀποτελοῦν μιὰ νοηματικὴ ἑνότητα ποὺ ἀντιδιαστέλλεται ἀπὸ τὸ νόημα τοῦ τρίτου στίχου. ῾Ο λεπτολόγος τυπογράφος καὶ ποιητὴς ἐδῶ, μὲ αὐτὴ τὴν τυπογραφικὴ διάταξη φαίνεται νὰ ξεπερνάει τὴν προηγούμενη λογικὴ ἀνάγνωση. Τὰ «ἀβγά» τώρα μοιάζουν νὰ μὴν ὑποκαθιστοῦν, νὰ μὴ διευκρινίζουν τὰ ἄτονα «τα». Οἱ ἀναγνῶστες δὲν καλοῦνται νὰ σπάσουν «ἀβγά», καὶ μάλιστα «ἀβγὰ ταπεινῶν», γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτὰ «βεβιασμένη», «πρόωρη» ἡ ζωή· μία συγκεκριμένη μορφὴ ζωῆς. Τὸ «τα» παραμένει, ἄτονο, ἀπροσδιόριστο, ἀπερίγραπτο καὶ κατεπέκταση ἄψυχο καὶ ἀνυπόστατο, στὴ Σκιὰ τοῦ πρώτου στίχου ἢ σὰν μιὰ Σκιὰ Πρώτης Γραμμῆς· σὰν μιὰν ὀντολογικὴ Σκιά. ῾Υπάρχει σὰ Σκιά, ὄχι σὰν κάτι ὁρισμένο καὶ ὁριστέο. ῾Υπάρχει σὰν αὐτόνομη, ἀόριστη ἀντωνυμία καὶ ὄχι σὰ συγκεκριμένο οὐσιαστικό. ῾Υπάρχει σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὰ ἀπομονωμένα στὸν τρίτο στίχο «ἀβγὰ ταπεινῶν».

Τί ἀκριβῶς λοιπὸν ἔχει τώρα στὸ ἀλλοίθωρο μυαλό του αὐτὸς ὁ περίεργος τυπογράφος/ποιητής; Γιὰ μένα, ἕναν πολὺ πονηρεμένο πιὰ καὶ μανιακὸ ἀναγνώστη τοῦ ᾿Αρμάου πλέον, τὸ δεύτερο καὶ βαθύτερο νόημα τῆς πρώτης διπλοσήμαντης στροφῆς ἀρχίζει νὰ ξεκαθαρίζει: Σπάστε, βιάστε τὴν ᾿Ασύλληπτη Οὐσία ποὺ εἶναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ἀόριστη ἀντωνυμία «τα». ῞Ο,τι θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ σπάσιμο αὐτὸ θὰ εἶναι «ἀβγὰ ταπεινῶν», βεβιασμένα, πεπερασμένα λόγια καὶ μόνο λόγια. ῞Ο,τι λοιπὸν σπάει, ὅ,τι βιάζει ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἀόριστο (= μὴ ὁριστέο) «τα» τῆς ἀόριστης ᾿Οντολογικῆς Σκιᾶς του.

Κι ἐδῶ ἀκριβῶς ὑποκρύπτεται ἡ τραγωδία μιᾶς φρικτῆς καὶ ἀνυποψίαστης ἀντίφασης. Τὰ ἄλεκτα καὶ ἄσπαστα στὴν οὐσία τους «τα» σπάζουν καὶ βιάζονται ἀπὸ τὸ μυαλό μας σὰν λεκτὰ καὶ σπάσιμα, σὰν ἔννοιες, σὰ λέξεις πάντοτε, σὰν «ἀβγὰ ταπεινῶν». Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ φοβερὴ ἀντίφαση, αὐτὴ τὴν τραγωδία ὑπαινίσσεται ἡ τυπογραφία τῶν τριῶν στίχων τῆς πρώτη στροφῆς: Πὼς μολονότι τὰ «τα» ἀντιδιαστέλλονται πάντα ἀπὸ τὰ προϊόντα τους, ἀπὸ τὰ «ἀβγά» τους, τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ μήτρα καὶ ἀβγὰ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό. ῾Η φυλακὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐπιτρέπει ἀποδράσεις. ῾Ο ἐγκλεισμὸς στὴ φυλακὴ τῶν λέξεων εἶναι ὁ Νόμος τοῦ ἀνθρώπου.

Προσοχὴ καὶ πάλι παρακαλῶ. ῾Η φρασούλα «ἀβγὰ ταπεινῶν», ἀποτελεῖ τὸν τρίτο στίχο τῆς πρώτης στροφῆς, ἀπομονωμένο ἀπὸ τοὺς δύο προηγούμενους. ῞Ο,τι ἐπιπλέον ὑποδηλώνει αὐτὸς ὁ ἀποσπασμένος τρίτος στίχος, εἶναι ὁ κλοιὸς τῆς ἀπομόνωσης: Μόνο «ἀβγὰ ταπεινῶν» ὄντων μποροῦμε νὰ ἀποσπάσουμε μὲ τὴ βία ἀπὸ τὸ ῎Αρρητο, ποὺ κυοφοροῦν ὡστόσο τὸ ῎Αλεκτο χωρὶς ὅμως νὰ μποροῦν νὰ τὸ γεννήσουν. Γιατὶ ὅ,τι γεννοῦν μὲ καισαρική, μὲ τὸ βίαιο σπάσιμο δὲν εἶναι τὸ ῾Υψηλὸ καὶ ᾿Ασύλληπτο, ἀλλὰ ἄλλα ὅμοια ἀβγά, λέξεις ποὺ παράγουν ἕνα πλάσμα ζωῆς, ἕνα εἴδωλο ζωῆς καὶ ὄχι τὴν Αὐθεντικὴ ζωή.

Παίρνω λοιπὸν βαθιὰ ἀνάσα καὶ διαβάζω τὸ δεύτερο «θραῦσμα» τοῦ Παρακλητικοῦ: «ẺΛΕΗΣΕ μας      Κύριε  |  Τὰ παιδάρια  || Ζωγραφίζουμε ἀράχνες». Σὲ ποιὸν Κύριο ἀπευθύνει τὸν παρακλητικό του στίχο ὁ Δημήτρης; ῏Ηταν ἄραγε ἄνθρωπος θρῆσκος; ῍Αν καὶ δὲν τὸ ἀποκλείω, ἐδῶ τουλάχιστον ἄλλο πράγμα ἔχει στὸ μυαλό του ὁ ποιητής. Λέω λοιπὸν ξεκάθαρα πὼς «Κύριος» ἐδῶ εἶναι τὰ προηγούμενα ἄτονα «τα». «Κύριος» εἶναι τὸ ῾Υψηλὸ Θεῖο Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ψιλῆς ποὺ ἵπταται πάνω ἀπὸ τὸ φωνῆεν Ε τῆς παρακλήσεως «ẺΛΕΗΣΕ μας»· τὸ Ψιλὸ (μὲ γιώτα, παρακαλῶ, γιὰ τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου) Πνεῦμα. Αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μίλια μακριὰ ἀπὸ «μας». Γιατὶ μιὰ ἀβυσσαλέα ἀπόσταση μεσολαβεῖ ἀνάμεσα σὲ «μας» καὶ σὲ Κεῖνο, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ἡ ἀβυσσαλέα τυπογραφικὴ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὶς λέξεις «μας» καὶ «Κύριε». ᾿Απὸ αὐτὸ ζητάει ἔλεος ὁ ποιητής, γιατὶ δὲν ἔχει αὐταπάτες. Γνωρίζει σὲ βάθος τὸ ἀνθρώπινο δράμα. ᾿Εμεῖς, οἱ ἄνθρωποι ὅλοι, δὲν εἴμαστε παιδιά του, ἀλλὰ παιδάριά του. ῾Ο ὅρος «παιδάρια» λέει τὸ λεξικό, σημαίνει κατὰ συνεκδοχὴν «ἀνθρώπους ἀνόητους». Καρικατοῦρες, ἀστεῖα καὶ ἀνόητα ὄντα εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς, ποὺ μὲ τὸ φωνῆεν μιᾶς λέξεως, μὲ τὴ φωνὴ τῶν λέξεων, μὲ τὰ ἀβγά μας, ἀβγὰ ταπεινῶν παιδαρίων, γεννᾶμε «ζωὴ βεβιασμένη», μιὰ βεβιασμένη τέχνη δηλαδή, τὴν τέχνη τῆς ποίησης/γλώσσας, τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς, μιὰ τέχνη ποὺ μιμεῖται ἀποτυχημένα τὴν ἀπροσδιόριστη Οὐσία τῆς ζωῆς, μιὰ τέχνη παμπάλαια καὶ εὔθραυστη, ὅπως παμπάλαιες καὶ εὔθραυστες εἶναι οἱ ἀράχνες, τὰ δίχτια τους, στὶς γωνιὲς τῶν ἐγκαταλειμένων, ἀκατοίκητων καὶ κλειστῶν σπιτιῶν, παγίδες γιὰ μᾶς τὰ παιδιάρια, ποὺ γινόμαστε βορὰ στὸ τέλος τοῦ Ζώου τῆς ᾿Αράχνης/Πνεύματος.

Solomos-ArmaosStoGrafeioTou(Mesologgiou16,27-05-2014)Περνάω τώρα στοὺς δυὸ τελευταίους στίχους τῆς τρίτης στροφῆς. ῾Η παράκληση τοῦ ποιητῆ συνεχίζεται μὲ μιὰν ὑποθετικὴ οὐτοπικὴ ἐρώτηση. «ΑΝ  |  ᾿Αποσύραμε τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου;», ἂν ἀποφασίζαμε, ἂν μπορούσαμε νὰ ἀποσύρουμε τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου, ἀναρωτιέται καθὼς προσεύχεται, τί θὰ γινόταν; «Θὰ μᾶς ἐλεοῦσες, Κύριε;» εἶναι ἡ σιωπηρὴ καταληκτικὴ προέκταση αὐτοῦ τοῦ ἐρωτήματος. ῞Ομως ὁ ᾿Αρμάος δὲν εἶναι συνηθισμένο μυαλό. ῍Ας προσέξουμε γιὰ τελευταία φορὰ τὰ λόγια του. Οἱ δύο στίχοι, ὁ πρῶτος μονολεκτικὸς καὶ ὁ δεύτερος πολυλόγος, πρέπει νὰ διαβαστοῦν μὲ δύο τρόπους. Αὐτὴ τὴ διπλὴ ἀνάγνωση ὄχι μόνο ἐπιτρέπουν ἀλλὰ καὶ ὑπαγορεύουν ὑπογείως οἱ δυὸ στίχοι\θραύσματα τῆς τρίτης στροφῆς. α) Οἱ συντάξεις τοῦ ρήματος «ἀποσύρω» μὲ τὴ γενικὴ πτώση «τοῦ ἐμπορίου» καὶ μὲ τὴν αἰτιατικὴ πτώση τῆς «κεφαλῆς μας» εἶναι δηλωτικὲς «καταπτώσεων». Οἱ «πτώσεις» ἐδῶ χρησιμοποιοῦνται καὶ μὲ τὴν ὀντολογική τους ἀπόχρωση. Καὶ ἡ γενικὴ (τοῦ ἐμπορίου) καὶ ἡ αἰτιατικὴ (τὴν κεφαλή μας), στὴ σκέψη τοῦ Δημήτρη, εἶναι δύο γλωσσικὲς καταπτώσεις καὶ μοιραῖα δυὸ (κατα-) πτώσεις τοῦ μυαλοῦ. ῾Η γενικὴ «τοῦ ἐμπορίου», στὴν σύνταξή της μὲ τὸ ρῆμα «ἀποσύρω», χρησιμοποιεῖται «ἐπιρρηματικῶς», ὅπως θὰ ἔλεγε ἴσως ὁ Τζάρτζανος, στὸ σπουδαῖο πόνημά του γιὰ τὴ Νεοελληνικὴ Σύνταξιν. «᾿Αποσύρω τοῦ ἐμπορίου» λοιπὸν σημαίνει «ἀποσύρω ἐκ τοῦ ἐμπορίου». ᾿Απὸ τὴν ἄλλη μεριὰ «κεφαλὴ τοῦ ἐμπορίου» δὲν εἶναι παρὰ δύο πράγματα συνάμα: ἕνα ἐμπορικὸ μυαλό, ποὺ ταυτόχρονα εἶναι καὶ τὸ πραγματικὸ «κεφάλαιο» τοῦ ἐμπορίου. «Αν» λοιπόν, ψελλίζει ὁ ποιητής, ξεκινώντας τὸ τραύλισμά του μὲ αὐτὸ τὸ ἄτονο, ἀμφίβολο, ξεμοναχιασμένο, μετέωρο καὶ ξέπνο «Αν», σὲ ἀντίθεση μὲ κεῖνο τὸ προηγούμενο ἔντονο «ẺΛΕΗΣΕ μας», ἀποσύραμε τὸ Πνεῦμα, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν Κεφαλὴ καὶ τὸ πραγματικὸ Κεφάλαιο ὅλων τῶν λογῆς συναλλαγῶν, θὰ ἄλλαζε κάτι; Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπελευθερωθοῦμε ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν «πτώσεων» καὶ νὰ γευτοῦμε τὸ νέκταρ τῆς ῾Υπέρβασης; Τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημήτρη εἶναι ρητορικό· ἐμπεριέχει δηλαδὴ καὶ τὴν ἀπελπιστικὴ ἀπάντηση. β) Καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ γίνεται σαφέστερη ἂν διαβάσουμε τὴ τρίτη στροφὴ σπασμένη· ἂν δηλαδὴ ἀπομονώσουμε καὶ διαβάσουμε τὸ δεύτερο στίχο της αὐτόνομο: «᾿Αποσύραμε <ἄραγε> τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου;» μὲ ὅσα εἴπαμε καὶ διαβάσαμε στὸ ποίημα ἐτοῦτο; ῎Οχι ἀσφαλῶς ἀφοῦ τὸ μυαλό μας ἦταν αὐτὸ ποὺ πρωτοστάτησε τόσο στὸ στήσιμο τοῦ ποιήματος ὅσο καὶ στὴν προώθηση αὐτοῦ τοῦ ἐμπορικοῦ προϊόντος. Τὸ μυαλό μας κατασκευάζει καὶ ἐμπορεύεται τὰ πάντα· καὶ τὰ ποιήματά του. Κεφάλαιο καὶ Κεφαλὴ λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πάντα ἕνα μικρὸ Μυαλό, ψευδεπίγραφο ἀντίγραφο ἑνὸς ῎Οντος αἰώνιου καὶ ἀσύλληπτου στὴν οὐσία του. Παγιδευμένο πάντα στὴ Γλώσσα, σὲ ἕνα πεποιημένο ἐμπόρευμά του, ποὺ βρίθει ἀπὸ εὔθραυστες ζωγραφιές, ἀπὸ ἀραχνούφαντα δίχτια παιδαρίων, κυοφορούμενο πάντα ἀπὸ ἀβγὰ ταπεινῶν ὄντων. «Πιασμένο» στὰ δίχτια/λέξεις τοῦ ἐμπορίου του, σὲ ἀβγὰ ταπεινῶν πτηνοτροφείων, τὸ αἷμα του κυκλοφορεῖ ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὸ χαλασμένο καὶ βρόμιο γλεῦκος αὐτῶν ἀβγῶν/λέξεων. ᾿Εξάλλου ποιὸς ἢ ποιοὶ θὰ ἦταν οἱ «ἐμεῖς», ὅπως ὑπονοεῖ ἡ ὀνομαστικὴ τοῦ πληθυντικοῦ «ἀποσύραμε», ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποσύρουμε ὅ,τι ἔχει θεσμοθετηθεῖ ἀνέκκλητα, ἀπαρχῆς τοῦ κόσμου; Τὸ ἄτονο, χωρὶς τόνο καὶ πνεῦμα «Αν» τοῦ τυπογράφου, ἀτελὲς καὶ λειψὸ σὰν ὀρθογραφημένη λέξη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ὑποβάλλει τὴ δική του αὐτόνομη σημασία. Εἶναι ἀδύνατη ἡ τέλεια ἀπόδραση εἶναι ὁ δικός του τυπογραφικὸς ὑπαινιγμός.

῾Ο Μικρὸς Παρακλητικὸς τοῦ ᾿Αρμάου εἶναι μιὰ σύνοψη τῆς ὀντολογίας του, ποὺ λέει αὐτὸ καὶ μόνο τὸ ἁπλό: ἡ Ζωὴ ἢ ἀλλιῶς ἡ ᾿Ιδέα τῆς Ζωῆς, ἢ ἀλλιῶς ἡ Συναίσθηση τῆς Ζωῆς ἢ ἀλλιῶς οἱ ᾿Εμπειρίες τῆς Ζωῆς ἢ ἀλλιῶς οἱ ἄπειρες πνευματικές, (καὶ ἐπιμένω στὸν ὅρο «πνευματικές» γιατὶ καὶ οἱ λεγόμενες «σωματικὲς» εἶναι στὴν οὐσία «πνευματικὲς») ἐμπειρίες ποὺ ἀποτελοῦν τὸ περιεχόμενο τοῦ ἀνθρώπινου βίου, εἶναι ἕνα σύνολο Βίαιων ᾿Εντυπώσεων, προϊόντων μιᾶς βεβιασμένης ἀπόσπασης. Δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲ θὰ εἶναι ποτὲ ἐκεῖνο τὸ ἀπόλυτα φρέσκο καὶ κρυστάλλινο νερό, ποὺ ἀναβλύζοντας πηγαῖο περνάει ἀτόφιο στοὺς ἀνθρώπινους ἱστούς. ῾Η ῾Ιστορία δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲ θὰ εἶναι ποτὲ μιὰ αὐθεντικὴ καὶ ὁλόκληρη ἐμπειρία· ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα, μιὰ βίαιη ἐντύπωση, ἕνα σπάραγμα ἀπὸ κάτι ᾿Επέκεινα τῆς ἱστορίας. ῾Ο ῎Ερωτας δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲν θὰ εἶναι ποτὲ μιὰ αὐθεντικὴ καὶ ὁλόκληρη ἐμπειρία, εἶναι καὶ θὰ εἶναι πάντα μιὰ βίαιη ἐντύπωση, ἕνα σπάραγμα, ἕνα βραχύβιο ἀπόσπαμα ἀπὸ κάτι ὁλόκληρο ποὺ παραμένει ᾿Απλησίαστο, ἀσύλληπτο στὴ σκιά· ἀπὸ κάτι ποὺ μᾶς κοιτάει ψυχρὸ καὶ ἀσυγκίνητο καθὼς σπαράζουμε στὰ ἐρωτικὰ κρεβάτια. ῾Η μοίρα τοῦ ᾿Ανθρώπου λοιπὸν εἶναι δεινή. ῾Ο ἄνθρωπος ζεῖ συμβιβασμένος, συνθηκολογημένος μὲ πολέμους, μὲ ἐρωτικὲς σχέσεις, μὲ θεσμοὺς καὶ ἐθνικὲς παραδόσεις, δουλεύοντας σὲ ἐργοστάσια καὶ γραφεῖα, γράφοντας ποιήματα καὶ βιβλία, περιχαρακωμένος στὰ ψεύδη τῆς γλώσσας του, στὶς αὐταπάτες του, ἔχοντας καρφωμένο τὸ ἕνα του μάτι πάντα πρὸς τὸν ἀθέατο ᾿Οφθαλμὸ τοῦ Παλαιοῦ τῶν ῾Ημερῶν, ποὺ στὸ βλέμμα κάθε ταπεινοῦ ἀνθρώπου ὁ ᾿Οφθαλμὸς ἐκεῖνος μοιάζει νὰ ἀλλοιθωρίζει.

Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 

 

 

 

«Λόγος και σκέψη»: Τέσσερα αγοραία μυθεύματα 

penseur

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ 

Στους καιρούς μας, και όσον έχει να κάνει με τις διάφορες «διαδικτυακές» μορφές που μπορεί να πάρει η λογοτεχνική έκφραση, η κριτική παρατήρηση τείνει να αντικαθίσταται από την ατεκμηρίωτη ή αυθαίρετη προπαγάνδα και τις λογικά ναυαγισμένες «αιτιάσεις». Στο βαθμό, μάλιστα, που ο διαδικτυακός προφορικός λόγος συχνά συμμειγνύεται με όλες εκείνες τις ιδιαίτερες ποιότητες που χαρακτηρίζουν τον γραπτό λόγο ή και τις αντικαθιστά πλήρως (καταστρέφοντάς τες βέβαια), το πρόβλημα θα έλεγε κανείς πως κλιμακώνεται σε βαθμό αν όχι ανεπανόρθωτο, τότε σίγουρα ιδιαζόντως παρακμιακό ή διαβρωτικό.

Από αυτήν την άποψη, πολλά είναι τα «συνθηματολογικά» κλισέ που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα μιας λογοτεχνικής σκέψης, εφ’ όσον βέβαια τα όποια φαινόμενα παρακμής τείνουν να κάνουν αν όχι αποδεκτά, τότε τουλάχιστον πράγματα ανεκτά την αγοραία διαπίστωση, το ψευδοθεώρημα, την συμπλεγματική αποστροφή, ή και μια γκαιμπελική αναστροφή της πραγματικότητας.

Ας δούμε τέσσερα σύγχρονα, ή λιγότερο σύγχρονα, ψευδολογοτεχνικά μυθεύματα τα οποία ελέχθησαν κατά καιρούς και σε διάφορες περιστάσεις , και ας εξετάσουμε λίγο το λογικά αδόκιμο ή και πλήρως παράλογο που τα διακρίνει:

Μύθευμα 1ον: «Τα πάντα έχουν ειπωθεί στην λογοτεχνία». Από εκεί και πέρα οι λογοτέχνες είτε οφείλουν να κλαίνε την μοίρα τους, είτε υποχρεώνονται αυστηρώς και δια ροπάλου σε υποκριτικές επιδείξεις ψευδοταπεινοφροσύνης και «υποταγής» σε κάποιο, –απ’ όλα τα διαθέσιμα στο χρόνο–, παρελθόν (ή τους συγγραφείς του).

Απάντηση: οι διατυπώνοντες αυτή την τετράπαχη κοτσάνα, πάσχουν συνήθως από σύνδρομο χαμηλής αυτοεκτίμησης (αλλά και αλαζονεία που δεν υποψιάζονται) το οποίο και μασκαρεύουν σε ψευδοσεμνότητα. Μα, πραγματικά, για να φτάσει να πει ένας άνθρωπος, σε κάποιο σημείο του χρόνου, σε κάποια ορισμένη εποχή, ότι «τα πάντα έχουν ειπωθεί», αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος γνωρίζει όχι μόνον ποια είναι αυτά τα «πάντα», αλλά και ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά τα πάντα σε κάθε προοπτική και έκταση του χρόνου. Γνωρίζει ακόμα προφητικώς πως στο μέλλον δεν μπορεί να προκύψει τίποτε περισσότερο από τα ήδη γεγονότα «πάντα», και το κυριώτερον, όλα αυτά τα γνωρίζει από την αρχή του χρόνου!

Επειδή δεν μπορείς να ξέρεις σε αυτήν την περίπτωση αν κάτι έχει «τελειώσει» αν δεν είσαι εσύ ο ίδιος που το έχεις δημιουργήσει!

Με λίγα λόγια, όποιος διατείνεται με τόση θρασεία αφέλεια ότι «τα πάντα έχουν ειπωθεί» στην λογοτεχνία, ούτε λίγο ούτε πολύ, πιστεύει ότι είναι ο ίδιος ο θεός!

Απ’ όπου και αν το δει κανείς, δεν συμπεραίνεται τίποτε διαφορετικό. Και να σκεφθεί κανείς, πως αυτή η ψευδοδιαπίστωση εκφέρεται με έκδηλη διάθεση «ταπεινότητας».

Μύθευμα 2ον: «Πολλές φορές η γραφή χρησιμεύει ως «ψυχοθεραπεία». Η διαπίστωση αυτή χρησιμοποιείται για να χλευάσει κατ’ επιλογήν ή να απαξιώσει με συνθηματολογικό-συνοπτικό τρόπο διάφορους γραφείς κλπ.

Απάντηση: Το τι ειναι και δεν είναι «ψυχοθεραπεία» μπορεί να το ορίσουν μόνον πολύ ειδικές επιστημονικές παράμετροι και στο κάτω κάτω θα ήταν παράλογο (ή και πλήρως απευκταίο) αν έλειπε ποτέ η όποια ψυχοθεραπευτική διάσταση από την διαδικασία της λογοτεχνικής δημιουργίας.

Το κυριώτερο, όμως, είναι πως ουδείς μπορεί να βρίσκεται στο κεφάλι του άλλου, για να διαπιστώσει τις προθέσεις ή τις ανάγκες του και να επιτύχει έτσι την απόλυτα επιτυχή «δίκη προθέσεων». Το πολύ πολύ, να προβάλλει με αυτόν τον τρόπο τις δικές του προθέσεις στον άλλον, κρίνοντάς τον κατ’ επέκτασιν με μέτρο τον δικό του εαυτό. Στο βαθμό, μάλιστα, που μην μπορώντας να είναι μέσα στο κεφάλι του άλλου, βρίσκεται αναγκαστικά και εκ δεδομένης βιοανατομικής πραγματικότητας στο δικό του, το ίδιο του το κεφάλι! Εξ αυτού, λοιπόν, ό,τι λέει.

«Του κεφαλιού του», λοιπόν είναι πάντα αυτά τα πράγματα, με ζητούμενο ωστόσο το κεφάλι του άλλου.

Θα πρέπει ωστόσο να λεχθεί ακόμα ότι και «ψυχοθεραπεία» να συνιστά η γραφή για πολλούς, αυτό δεν μας ενδιαφέρει, σε πρώτο πλάνο παρατήρησης τουλάχιστον. Μας νοιάζει κατά κύριον λόγον αν είναι λογοτεχνία, και μάλιστα καλή λογοτεχνία. Αν όντως είναι, ας είναι ταυτόχρονα και ψυχοθεραπεία, ας είναι και γιόγκα, με γειά της με χαρά της. Έχουν διατυπωθει μάλιστα κατά καιρούς και διάφοροι παραλογισμοί που «καταδικάζουν» κάθε αυτοβιογραφική παράμετρο στην γραφή. Εδώ θα απαντούσε κανείς: μα αστειεύεστε. Πάνω από το 50% της ποίησης στους αιώνες θα έπρεπε τότε να αποδοκιμάζεται.

Μύθευμα 3ον: Η «διακειμενικότητα» ως έννοια «λάστιχο». Όταν, δηλαδή, ο μύθος της διακειμενικότητας χρησιμοποιείται είτε εν είδει δικαιολογίας για να καλύψει άνομους σφετερισμούς υλικού είτε κατά κατάχρησιν (ή κατ’ αυθαιρεσίαν) για να «μειώσει» σημαντικά έργα του παρελθόντος ή ποιοτικές και εξαιρετικά πρωτότυπες δουλειές στο παρόν.

Απάντηση: Οι παλιοί καλοί λογαριασμοί και διαχωρισμοί, τουτέστιν η σαφής διάκριση ανάμεσα σε νόμιμη επιρροή, μίμηση και λογοκλοπή, κάνουν και τους καλούς φίλους της ποίησης. Οι επιρροές είναι νόμιμες και χωρίς αυτές δεν νοείται όχι μόνο λογοτεχνία, αλλά και καμμία ανθρώπινη πράξη. Η ξεδιάντροπη μίμηση όμως (σε ηλικίες που δεν είναι νεαρές) και η λογοκλοπή είτε απροκάλυπτη είτε «με δικαιολογίες» (δήθεν «διακειμενικότητα»), είναι καταδικαστέες από κάθε άποψη.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ιδιοτελείς συνηθίζουν να «συσκοτίζουν», να μην κατονομάζουν, να μην τεκμηριώνουν, να δικαιολογούνται, να ψεύδονται. Στο διαδίκτυο σπάνια στέκεται κανείς να εξετάσει επιμελέστερα όχι μόνο το ΤΙ λέει ο άλλος, αλλά κυρίως το ΠΩΣ το τεκμηριώνει! Και όμως θα έπρεπε.

Από εκεί και πέρα, είναι αρμοδιότητα και χρέος της κριτικής, να εξετάζει κάθε φορά αυτά τα ζητήματα με τεκμηριωμένο λόγο, με παραθέσεις κειμένων, με αιτιολόγηση και με σαφέστατο ειρμό. Όλα τα άλλα είναι απλά για τα σκουπίδια.

Μύθευμα 4ον: «Η λογική είναι κάτι που δεν έχει σχέση με την λογοτεχνία και δη με την ποίηση».

Απάντηση: Η λογική έχει σχέση με τα πάντα!

Καίτοι αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα που χρίζει μιας διεξοδικότερης δοκιμιακής αντιμετώπισης, εν τούτοις, και για τους σκοπούς μόνον του παρόντος κειμένου, θα λέγαμε το εξής: αλλοίμονον αν διαχωρίζαμε τόσον στενόμυαλα και φέρναμε σε μια παράλογη αντιπαράθεση μεταξύ τους την λογική με την φαντασία ή την ποιητική δραστηριότητα! Συχνά, τους λιγότερο συνειδητοποιημένους ποιητές τους χαρακτηρίζει ένα είδος ψευδοηρωικού συνδρόμου κατά της «λογικής» (ειδικά στην χώρα μας, για πολλούς και διάφορους ιστορικούς λόγους που σχετίζονται με την αντιθεωρητική παράδοσή της). Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη χίμαιρα από αυτό. Κυρίως, δεν θα υπήρχε λόγος να κρύβεται σε αυτές τις ολιγόμυαλες (πραγματικά) περιπτώσεις η μασκαρεμένη ελπίδα για επικράτηση μιας πλήρους αυθαιρεσίας (ιδιαίτερα στην κριτική θεώρηση), ώστε και ο λίγοτερο προικισμένος στην γραφή να ανακουφίσει κάπως το αίσθημα μειονεκτικότητάς του με αιτιάσεις «ό,τι να ‘ναι» και τις οποίες επιχειρεί να τις πλασάρει ως «ποιητικές» ή «γνωμοδοτικές».

Αυτά είναι, λοιπόν, τέσσερα αγοραία μυθεύματα που επιχειρήσαμε να καταδείξουμε εδώ ως αναληθείς «φόρμουλες» και τα οποία συχνά αναπαράγονται ακρίτως και με μιμητικό ή άσκεπτο τρόπο από διάφορους θιασώτες των λογοτεχνικών πραγμάτων.

Ίσως ασχοληθούμε κάποια στιγμή και με άλλα αγοραία «συνθήματα» αυτού του είδους.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ

Η αειθαλής πρόσληψη του Σολωμού

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Καταντάει κουραστικό να διατυπώνουμε συνεχώς ερωτήματα τύπου “γιατί διαβάζουμε σήμερα Σολωμό;” και τα λοιπά. Παρ’ όλα αυτά είναι αναπόφευκτο. Ο Σολωμός ανήκει στους ποιητές που γνωρίζουμε σε νεαρή ηλικία, μέσα από το σχολείο, καθώς τραγουδούσαμε ανόρεχτα τους στίχους του στον εθνικό μας ύμνο. Ανήκει επίσης σε μια κατηγορία ποιητών που απορρίπτουμε συνήθως κατά την εφηβεία μέσα στην παραζάλη του ποιητικού κυκεώνα που μας παρασύρει στην δίνη του (με συναρπαστικά διαβάσματα μοντερνιστικών καταβολών). Είναι τέλος ένας ποιητής που ανακαλύπτουμε εκ νέου μεγαλώνοντας και θαυμάζουμε τις κρυφές του χάρες. Ίσως αυτή η διαδοχή να μην έχει καθολική ισχύ. Το αξιοσημείωτο πάντως είναι ότι με την ίδια περίπου διαπίστωση ξεκινάει ο Παλαμάς το δοκίμιό του για τον Σολωμό 115 χρόνια πριν. Υπάρχει προφανώς ένα διαχρονικό στοιχείο στην πρόσληψη του Σολωμού που μας κάνει να τον επανεκτιμούμε ξανά και ξανά.

Ο επιθετικός προσδιορισμός “εθνικός ποιητής” μπορεί να του προσέδωσε για δεκαετίες αίγλη, αλλά τον κατέστησε έως και απωθητικό στο μάτια του σύγχρονου αναγνώστη, για τον οποίο η έννοια “εθνικό” έχει πια ποικίλες αποχρώσεις. Αυτός ο μεγαλόσχημος τίτλος όμως συναιρεί δύο ιδιότητες. Ο Σολωμός δεν αποκαλείται εθνικός ποιητής μόνο επειδή προσέφερε δύο στροφές, από τις 158 που απαρτίζουν τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ως στίχους του Εθνικού Ύμνου, ούτε μόνο λόγω της εθνοκεντρικής θεματικής κάποιων από τα πιο γνωστά έργα του. Αλλά και επειδή είναι ο θεμελιωτής, ο γεννήτωρ της εθνικής μας λογοτεχνίας. Πριν από αυτόν, καθώς λέγεται δεν υπήρξε παρά ο Ερωτόκριτος και το δημοτικό τραγούδι. Μετά το πέρασμά του στο μπαρουτοκαπνισμένο έδαφος της νεοπαγούς ελληνικής επικράτειας ανθίζει η ελληνική λογοτεχνία και κυρίως η ποίηση. Ο 19ος αιώνας είναι ασφαλώς ο αιώνας της ποίησης και αυτό πιστοποιείται από όλες τις εκφάνσεις της λογοτεχνικής ζωής: τις εκδόσεις, τις δημοσιεύσεις, τους διαγωνισμούς. Η λεγόμενη Πρώτη Αθηναϊκή Σχολή αυτοπροσδιορίζεται σε σχέση και σε αντιπαράθεση με την σολωμική ποίηση.

Σήμερα προτιμούμε να αντικρίζουμε τον Σολωμό ως έναν poète maudit, παρά ως τον άμεμπτο και αψεγάδιαστο (και για αυτό βέβαια ψεύτικο) εθνικό ποιητή. Ο αλκοολισμός του, η αντικοινωνικότητα, ο μισογυνισμός, η θρυλούμενη εβραϊκή του καταγωγή, η ελλιπής γνώση της ελληνικής γλώσσας, όλα αυτά τα στοιχεία τέλος πάντων που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς από τους αρνητές του ως μέσο κατακρήμνισης από το βάθρο του εθνικού ποιητή, τώρα αντιμετωπίζονται με ανεκτικότητα, με συμπάθεια, για να μη πω ότι θεωρούνται και εύσημα για έναν δημιουργό. Ο “καταραμένος» ποιητής, αυτός που άγεται και φέρεται από τα πάθη του, ασκεί πάντα μεγάλη γοητεία σε ευρεία γκάμα αναγνωστών. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν μας αφορά καν αν ο εθνικός μας ποιητής λεγόταν Salamon ή Salomone – ίσα ίσα κάτι τέτοιο δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, ενώ προσθέτει στον μύθο του γιατί μας θυμίζει συνειρμικά τον Carl Solomon από το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ. (περισσότερα…)

Δημήτρης Αγαθοκλής: Ο Ποιητής ως Αξίωμα

pic-1

♦♦♦

ΤΟ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Η ΠΟΙΗΣΗ, και γενικώς η Τέχνη, έχει τον ένα ή τον άλλο σκοπό, λίγο θα ωφελήσει. Εάν δηλαδή στοχεύει στην ανάδειξη τού ιδανικώς Ωραίου αναπτύσσοντας την αισθητική ευαισθησία, ή στο να τέρπει τις αισθήσεις και να κάνει τον άνθρωπο να στοχάζεται ή ακόμα να βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητά του· λίγο ενδιαφέρει.

Κανείς δεν διαβάζει έχοντας στο πίσω μέρος τού κεφαλιού του ότι με το πέρας τής ανάγνωσης θα πρέπει να έχει κερδίσει κάτι απτό, κάτι μετρήσιμο που να μπορεί να το βάλει δίπλα σε μιά σειρά από λοιπές «γνώσεις» για επίδειξη προς τρίτους, όπως για παράδειγμα όταν τοποθετούμε τα βιβλία μας στη βιβλιοθήκη ή όπως συνηθίζαμε μικροί να έχουμε τα στρατιωτάκια μας σε διάφορους σχηματισμούς, δείχνοντάς τα επαιρόμενοι σε φίλους. Όχι. Η Ποίηση είναι κάτι διαφορετικό. Δεν ποσοτικοποιείται, δεν έχει λαβές να την πιάσεις και να την σηκώσεις ψηλά για να δεις όλες της τις πλευρές· κάθε παραμικρή καμπύλη, ακμή, επιφάνεια ή κορυφή κάτω από άπλετο φως. Αν μάς επιτρέπεται η φανταστική μεταφορά, η Ποίηση ομοιάζει προς ένα τετραδιάστατο στερεό την μορφή τού οποίου αντιλαμβανόμαστε απ’ την προβολή τής σκιάς του στις διαστάσεις που γνωρίζουμε, ανάλογα με τον φωτισμό κάθε φορά. Όσο ικανώτερος ο ποιητής, τόσο πιο πλούσιες και ποικίλες οι προβολές τού (ιδεατού) ποιητικού στερεού. Διότι μη γελιόμαστε. Είμαστε (και θα παραμείνουμε) δέσμιοι των αισθήσεών μας. Μέσω αυτών αντιλαμβανόμαστε τον Κόσμο και δίνουμε νόημα στις ενέργειές μας. Είναι μια πικρή αλήθεια αυτή, πράγματι· ίσως και ήττα. Γι’ αυτό κι εν προκειμένω η Ποίηση έρχεται ως αρωγός (αλλά και παρηγορία). Όχι για να μάς υποδείξει πώς να ζήσουμε, όχι! Η Ποίηση δεν ξέρει τον τρόπο, δεν μπορεί να μάς δώσει καμμιά μονολεκτική απάντηση για την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι όμως σε θέση (και οφείλει) να ξεσκεπάζει τα μεγάλα ερωτήματα τής Ζωής, τις μεγάλες αγωνίες. Κι αυτό μεν δεν αποτελεί ικανή συνθήκη· είναι όμως σίγουρα αναγκαία για να λέμε ότι έχουμε Ποίηση – τουλάχιστον το είδος που αξίζει μνείας και καλούμε σπουδαία.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ όσον αφορά στον ρόλο τού Ποιητή. Μερικοί υποστηρίζουν ότι πρέπει να είναι μεταρρυθμιστής, αναμορφωτής των μαζών, κοινωνικός καινοτόμος. Άλλοι, και δεν είναι λίγοι, ότι δεν πρέπει να είναι οπαδός τής «δράσης» αλλά αντιθέτως περισσότερο ιδεαλιστής, συγκεντρωμένος στα γραπτά του ανεξαρτήτως εάν αυτά, τελικώς, επηρεάσουν ή όχι τον κοινωνικό του περίγυρο. Η αλήθεια πιστεύουμε βρίσκεται, όπως συνήθως, κάπου στη μέση. Σίγουρα ο ποιητής δεν είναι επαναστάτης αλλά από την άλλη δεν είναι και επαίτης. Όπως δεν αρμόζει να ανεμίζει ποιητικές μπαντιέρες άλλο τόσο δεν αρμόζει και να παρακαλεί. Δεν είναι τής φύσης του να περπατά με σκυφτό κεφάλι στους δρόμους, μ’ ένα λουλούδι στο χέρι, ζητώντας συγκατάθεση για να το δωρίσει εδώ ή εκεί. Η ταπεινότητα δεν είναι γνώρισμά του. Αντιθέτως! Ο Ποιητής, που έχει επίγνωση τής θέσης του, κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο όχι με τηλεβόα και συνθήματα αλλά με χαρτί και πέννα. Στέκεται καταμεσής τού πλήθους κι αρχίζει να κηρύττει, να κατηχεί τις καρδιές των συνανθρώπων του που μέσα στη ρεαλιστικά απροσδιόριστη καθημερινότητα που καλούμε Ζωή, άλλοτε αγωνιούν κι άλλοτε χαίρουν. Ζωή για την οποίαν έχει την πεποίθηση πως γνωρίζει αρκετά ώστε ν’ αξίζει να μιλήσει γι’ αυτήν σε μια γλώσσα πιο θελκτική ή προσιτή, σίγουρα πάντως εκλαϊκευμένη – απευθυνόμενη στους πολλούς και όχι στους ολίγους. Ο Ποιητής πρέπει να φέρει ερωτήματα στην επιφάνεια· να θέσει τα φλέγοντα ζητήματα τού καιρού του υπό τον τύπον των ήλων, να εγείρει παλαιά πάθη από την λήθη και να τα μελετήσει υπό νέον πρίσμα, κι όλα μαζί να τα ξαπλώσει σαν ασθενή επί τής χειρουργικής κλίνης να τ’ ανατάμει. Προσοχή όμως, να μην προτρέχουμε! Δεν είναι χρέος τού Ποιητή να προτείνει κάποια λύση, κάποια απάντηση να τού βρίσκεται – δεν είναι φιλόσοφος ή καλύτερα μάγος να εμφανίζει λαγούς μέσα από καπέλλα. Μην τού ζητούμε να ενδυθεί ένα ρούχο που τού είναι μεγάλο ή εκτός εποχής. Είναι όμως Κτίστης ο Ποιητής. Δημιουργός, Γεννήτωρ ενός Κόσμου που οφείλει να πλάσει απ’ το μηδέν. Να πάρει χώμα και να κάνει λάσπη –κι απ’ την λάσπη μετά πηλό!– αυτοβούλως θέτοντας τ’ Αξιώματα πάνω στα οποία θα οικοδομήσει τις Προτάσεις και τα Θεωρήματά του· ή αν θέλουμε αλλιώς, τους Ήρωες και τις Σχέσεις που διέπουν την προσωπική αισθητική του Σκηνή (όπως στο θέατρο). Αυτή είναι η προσφορά του. Δεν αποτελεί διέξοδο, ούτε όμως κι αδιέξοδο (δεν προσπαθεί ν’ αποδείξει κάτι). Δεν υπάρχει επιμύθιο ή happy end σε ό,τι μάς λέει. Γιατί δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτε παραπάνω από μια γνήσια μεταγραφή τής Αλήθειας σε όρους κατά τι πιο προσιτούς στα συνήθη γλωσσικά αισθητικά μας κριτήρια. Αυτό είναι ο Ποιητής. Μια υπερχορδή, ένα bing bang, μια πιθανότητα που θέτει τα πράγματα «στη μυστική κίνηση» ενώπιόν μας, βάσει των δικών του αξιωματικώς απολύτων Σταθερών. Κι αλλοίμονο σε εκείνον που αντί να ορίσει τις δικές του σταθερές, τις παίρνει έτοιμες και αρχίζει να κτίζει επ’ αυτών σαν να ήτανε δικές του! Τί πλάνη… Η ποίησή του είναι καταδικασμένη να καταρρεύσει, να χαθεί για πάντα – γιατί τα ποιητικά παραγώμενα θα είναι ξένα, όχι δικά του, και αναπόφευκτα θα παγιδευτεί στην προσπάθεια να δικαιολογεί αενάως τ’ αδικαιολόγητα· τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποίησε αλλότρια Αξιώματα αντί τού να παραγάγει/ορίσει ο ίδιος νέα. Η ποίησή του δεν θα είναι ειλικρινής και ο τόνος του θα τείνει διδασκαλίστικος. Και φυσικά, κάτι τέτοιο δι’ όλου δεν αρμόζει στον ποιητικό Λόγο.

ΑΝ Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ μονότονο και πεζό, αν ο Σεφέρης τον είδε χαλάσματα κι ο Ελύτης να πλέει σ’ ένα εκθαμβωτικό αιγαιοπελαγίτικο φως, και οι τρεις είχαν το θάρρος να ορίσουν καλώς τα Αξιώματα τής ποίησής τους επί των οποίων, αργά και μεθοδικά, όρθωσαν το (στέρεο) ποιητικό τους Σύμπαν με ειλικρίνεια και συνέπεια. Δεν προσπάθησαν να τον αλλάξουν ή χειρότερα να μάς «νουθετήσουν» να δεχτούμε την ορθότητα τής οπτικής τους. Κάτι τέτοιο θα αποδομούσε το ποιητικό τους εγχείρημα, θα αναιρούσε την ποιητική τους ενέργεια· που δεν ήταν άλλη απ’ το να θέσει ερωτήματα που λίγο-πολύ βρίσκονταν στα χείλη όλων εκείνη την εποχή, αλλά αδυνατούσαν να λάβουν νόημα και μορφή. Και δεν είναι περίεργο που οι παραπάνω ποιητές, αν και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, πραγματεύονται πολλές φορές το ίδιο θέμα αλλά με τόσο ανόμοιο και συνάμα ξεχωριστό τρόπο. Γιατί κανείς τους δεν φοβήθηκε να μάς φανερώσει τί πίστευσε, τί είδε· με δικά του λόγια, με δική του φωνή. Αυτό που τόσο πολύ λείπει απ’ την Ποίηση σήμερα.

ΑΡΑΓΕ, ΠΟΤΕ ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ θα τολμήσουν να μιλήσουν με αυτούσια δική τους φωνή και όχι δανεική; Να πάρουν τον ποιητικό τους λόγο έξω σε πλατείες και δρόμους, χωρίς φωνασκίες, χωρίς πομπώδη σχήματα και ρητορείες, αποθέτοντάς τον στα πόδια ενός τυχαίου περαστικού και να πουν: «Ορίστε, αυτά είναι τα  Αξιώματά μου, αυτός είναι ο Κόσμος μου – όχι κάποιου άλλου αλλά δικά μου, διότι αυτά μάς απασχολούν σήμερα, αυτά μάς καίνε τούτη την στιγμή, τώρα που μιλάμε και αναπνέουμε, εγώ κι εσύ· και οι στίχοι μου, αυτές οι ταπεινές γραμμές που βγήκαν με κόπο και που ίσως να μην αξίζουν τίποτα ή ίσως πάλι και να μη συμφωνείς με αυτές (έχεις κάθε δικαίωμα), είναι η Ζωή όπως την βλέπω εγώ –όμορφη ή άσχημη, ποιός θα το πει!– όμως γυμνή με κάθε της μέλος κι από ένα ερώτημα, που αυθαίρετα (και συγχώρεσέ με για το θάρρος) είπα να το θέσω εδώ, σε αυτήν την κοινή τράπεζα που καθόμαστε όλοι νύχτα-μέρα, για συζήτηση».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
www.dagathoklis.com