Ἰωάννης Λεοντακιανάκος (1954-1974)
«Ἕνας Ἕλληνας Προῦφροκ, γεννημένος μὲ ἄσπρα μαλλιά»
τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ
Ὁ Τάκης Παυλοστάθης ποῦ νὰ κοιμᾶται; Ὁ Λεωνίδας Παπαδάκης, ὁ Σπύρος Βέργος, ὁ Ζάχος Σιαφλέκης, ὁ Ἀλέξης Τραϊανός, ὁ Καλλίνικος Διονύσης, ὁ Χρῆστος Μπράβος, ποῦ νὰ κοιμοῦνται; Ὁ Ἰωάννης Λεοντακιανάκος, ὁ Λαδᾶς, ὁ Ἀνδρέας Τζουράκης, ὁ Στέφανος Μπεκατῶρος, ὁ Δημήτρης Ποταμίτης ποῦ, ποῦ νὰ κοιμοῦνται; Ὁ Βασίλης Στεριάδης, ὁ Γιάννης Κοντός, ἡ Μπίλη Βέμη, ὁ Γιῶργος Κ. Καραβασίλης, ἡ Μαρία Κυρτζάκη, ὁ Γιάννης Κακουλίδης, ὁ Χιόνης Ἀργύρης, ὁ Βαρβέρης, ποῦ νὰ κοιμοῦνται; Ἡ Νατάσα Χατζιδάκι, ὁ Κώστας Ριτσώνης, ὁ Στέλιος Λύτρας, ὁ Σουλιώτης Μίμης καὶ ἄλλοι, ἄλλοι, ποὺ ξέχασα, ποῦ, ποῦ νὰ κοιμοῦνται; Ὢ στίχοι ἀσημένιοι ποὺ σφάζετε. Ὢ ποίηση σφραγίδα σὲ ἔνταλμα συλλήψεως ἀθώου.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, «Ὑπὲρ τεθνεώτων»[1]
~.~
Στὶς 3 Δεκεμβρίου 1974 ἡ ἐφημερίδα Τὰ Νέα ἔγραψε: «Οἱ καλοὶ πεθαίνουν νέοι. Μόλις 21 ἐτῶν πέθανε χθὲς ὁ ποιητὴς Ἰωάννης Λεοντακιανάκος, ἀπὸ συγκοπὴ καρδιᾶς. Ἔπασχε παιδιόθεν ἀπὸ μυοπάθεια. Παρ’ ὅλα αὐτὰ σπούδασε φιλολογία κι ἔγραφε ποίηση. Στὶς δυὸ συλλογές του –Οἱ διάφανες συμφωνίες τῆς Πέμπτης [1972] καὶ Τόξα καὶ μίμηση βίων [1973]- ὁ κριτικὸς Κώστας Κουλουφάκος εἶχε ξεχωρίσει μιὰ μεγάλη ἐλπίδα τῆς νεότερης ποίησης. Ὁ Ἰωάννης Λεοντακιανάκος κηδεύεται ἀπόψε στὴν πατρίδα του, τὴν Ἀρεόπολη Μάνης». (περισσότερα…)
Όλα ξεκίνησαν από το γνωστό ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ για τον Μπελογιάννη (Ο άνθρωπος με το γαρούφαλο). Πριν από καιρό με ρώτησε ένας φίλος αν ήξερα τον μεταφραστή αυτού του ποιήματος στα ελληνικά. Γιατί ενώ η μετάφραση αποδίδεται από διάφορους στον Γιάννη Ρίτσο, ο ίδιος δεν το δηλώνει πουθενά αλλά ούτε και το συμπεριλαμβάνει στον τόμο με τις μεταφράσεις του των ποιημάτων του Χικμέτ (εκδ. Κέδρος). Κι έτσι άρχισε η έρευνα, διαδικτυακή καταρχάς και, γρήγορα, μια σύντομη αναφορά εντός παρενθέσεως στο τέλος του ποιήματος που συνάντησα σε ορισμένες ιστοσελίδες, με οδήγησε και προς την (οριστική αλλά φευ κι ανολοκλήρωτη, όπως θα φανεί) λύση του αινίγματος. Ας παραθέσω πρώτα όμως το ποίημα όπως είχε ολόκληρο πρωτοδημοσιευτεί:

~.~
Όταν επιχειρούμε ιστορικές ανασκοπήσεις του ελληνικού διηγήματος, ξεκινάμε συχνά την προσέγγισή μας με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη, περνάμε στον Βουτυρά, τον Ξενόπουλο, τον Θεοτόκη, τον Μητσάκη, τον Νιρβάνα, συνεχίζουμε με Χατζή, Γονατά, Χάκκα, Γιώργο Ιωάννου, και φτάνουμε σταδιακά μέχρι τους σύγχρονούς μας διηγηματογράφους. Συνήθως τραβάμε μια νοητή γραμμή με πρόθεση να ενώσουμε όλες αυτές τις τόσο διαφορετικές αφηγηματικές τάσεις και φωνές. Αγωνιούμε να αποδείξουμε μια ομαδοποίηση, μια ομοιογενοποίηση που καταδεικνύει ενδεχομένως την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού διηγήματος. Αυτή η συνέχεια δεν έχει να κάνει φυσικά με μορφικά, ιδεολογικά, αισθητικά ή τεχνικά ζητήματα, όσο με μια ακκίζουσα βεβαιότητα ότι το επίπεδο στο ελληνικό διήγημα είναι πάντοτε υψηλό. Σίγουρα υψηλότερο από αυτό του μυθιστορήματος, όπως είπαμε. Στο μυαλό όλων μας αντηχεί εκείνη η κοινωνιολογικής προέλευσης ερμηνεία που διατείνεται ότι οι Έλληνες δεν μπόρεσαν ποτέ να διαπρέψουν στο μυθιστόρημα επειδή δεν είχαν να επιδείξουν αστικό πολιτισμό. Για κάποιον παράξενο λόγο θεωρούμε ότι το διήγημα προσιδιάζει καλύτερα στην επαρχιακή – αγροτική κουλτούρα και αντίληψη για τη ζωή, από την οποία, υποτίθεται, είμαστε διαποτισμένος ως λαός ακόμα και σήμερα. 

