ΝΠ | Βιογραφήματα

Κώστας Κουτσουρέλης, Ένα σεφερικό ποίημα του Οκτάβιο Πας

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 9 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Δύο σημαντικοί διάλογοι του Γιώργου Σεφέρη με είχαν απασχολήσει παλαιότερα. Ο διάσημος και πολυσχολιασμένος του 1938-39 με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Και ο ματαιωμένος εκείνος με τον Νίκο Καζαντζάκη την παραμονή του ελληνοϊταλικού πολέμου, τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1940, διάλογος που έμεινε κρυφός καθότι ο Σεφέρης αποσιώπησε το δικό του μέρος και έφτασε ώς εμάς μετά τον θάνατό του, ως ημερολογιακή εγγραφή. Ένας σεφερικός ‘‘διάλογος’’ θα με απασχολήσει και τώρα, εντελώς άλλου είδους αυτή τη φορά και, εξ όσων γνωρίζω, άδηλος και ανεντόπιστος από τους μελετητές. Πρόκειται για ένα σεφερογενές, όπως θα δείξω, ποίημα του Οκτάβιο Πας (1914-1998). Πιο συγκεκριμένα για ένα έργο του που όχι απλώς διαλέγεται με ένα ομόθεμο και ομότροπο ποίημα του Σεφέρη, αλλά επιπλέον αφορμάται και εμπνέεται ευθέως από εκείνο.» (Κ.Κ.)

*

(περισσότερα…)

Γεωργία Τριανταφυλλίδου, «Δε με τραβάνε τα μουσεία»

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 8 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Η Καβάλα δεν του κάνει καμία απολύτως εντύπωση. Είναι η υποχρεωτική στάση για το πέρασμα στην αντικρινή Θάσο. Δεν της επιφυλάσσει καμιά κρίση ή αποτίμηση, τον παραμικρό επιθετικό προσδιορισμό. Ξέρω, όμως, με βεβαιότητα πως περπάτησε μέχρι τη γειτονιά μου, πήγε στο Ιμαρέτ και την οικία του Μωχάμετ Άλι. Ανέβηκε στη συνοικία της Παναγίας. Σκέφτομαι ότι ήταν η κατεξοχήν ανηφορική εκδρομή αυτή που πραγματοποίησε με τους Σαββίδηδες. Και έκλεισε με την ξενάγησή του στο τοπικό μουσείο από ένα δεσποινίδιο». (Γ.Τ.)

*

(περισσότερα…)

Κώστας Χατζηαντωνίου, Ο Μακρυγιάννης στη Μέση Ανατολή

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 3 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Η ματιά του Σεφέρη βλέπει την Ιστορία ως ένα Όλον και αντιμετωπίζει τελικά ως ανυπόστατο το δίλημμα παράδοση ή μοντερνισμός. Ανυπόστατο επειδή η στάση του Σεφέρη απέναντι στην παράδοση όχι μόνο δεν αντίκειται στη μοντερνιστική του πρακτική, αλλά αποτελεί ισχυρή έκφρασή της, έκφραση σύγχρονου ελληνοκεντρισμού που έγινε μύθος. Μύθος τόσο ζωντανός και αξιοσέβαστος στη συλλογική συνείδηση, που να δαιμονίζει ουκ ολίγους στις ημέρες μας και να τους παρακινεί, άλλοτε διά της δεξιάς και άλλοτε διά της αριστεράς χειρός, σε απόπειρες υπονόμευσης, όχι του μύθου ή της ηθικής ακεραιότητας του επταπληγιασμένου Μακρυγιάννη ή του Σεφέρη αλλά αυτού που ενοχλεί βαθύτατα: της συλλογικής συνείδησης του ελληνικού λαού». (Κ.Χ.)

*

(περισσότερα…)

Ο Οκτάβιο Πας νεκρολογεί τον Κώστα Παπαϊωάννου

*

«Αν κάποιος από τους ανθρώπους που συναναστράφηκα αξίζει το χαρακτηρισμό  φίλος, με την έννοια που απέδιδαν στον όρο οι αρχαίοι φιλόσοφοι, αυτός είναι ο Κώστας. Τον γνώρισα στο Παρίσι του 1946, ένα Παρίσι δίχως αυτοκίνητα, δίχως τρόφιμα, με δριμύ ψύχος και ακμάζουσα μαύρη αγορά. Από τότε και έως το θάνατό του υπήρξαμε φίλοι. Ποτέ δεν αντιλήφθηκα στη συμπεριφορά του ίχνος συμφεροντολογίας, εγωισμού, φθόνου ή άλλου μικροπρεπούς συναισθήματος. Η δε γενναιοδωρία του δεν γνώριζε όρια. Ο Κώστας ήταν φτωχός αλλά πλούσιος σε ιδέες και γνώσεις, που και τις δύο τις χάριζε στους φίλους και ακροατές του απλόχερα και με αξιοθαύμαστη φυσικότητα.»

Η νεκρολογία αυτή του Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας (1914-1998) για τον Έλληνα φίλο του, τον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου  (1925-1981), δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Letras libres (τχ. 65, Πόλη του Μεξικού, Απρίλιος 1982). Περιέχεται στον δεύτερο τόμο των Απάντων του Ο.Π. (Obras completas, Μεξικό 1994 κ.ε.) και σε μεγάλο βαθμό είναι κείμενο παράλληλο, σιαμαίο θα λέγαμε, του «Κώστα», του περίφημου ποιήματος που ο Πας αφιέρωσε στη μνήμη του Παπαϊωάννου δύο χρόνια αργότερα και έχει έκτοτε επανειλημμένα μεταφραστεί στα ελληνικά. Η παρούσα μετάφραση βασίστηκε στο κείμενο της πρώτης δημοσίευσης.

(περισσότερα…)

Γιώργης Μανουσάκης, Οἱ κατακόμβες τοῦ Ἁγίου Καλλίστου

 

Ἐπιμέλεια Ἀγγελικῆς Καραθανάση-Μανουσάκη

Ἀπόγευμα. Ξεκινοῦμε μὲ τὸ λεωφορεῖο γιὰ μιὰ ἐπίσκεψη στὶς Κατακόμβες. Ἀκολουθοῦμε τὴν Ἀππία Ὁδό, τὸν πιὸ διάσημο ἀπὸ τοὺς μεγάλους ρωμαϊκοὺς δρόμους, ἔργο τοῦ τιμητῆ Ἄππιου Κλαύδιου Καίκου ποὺ τὴ διάνοιξε τὸ 312 π. Χ. γιὰ νὰ συνδέσει τὴ Ρώμη μὲ τὴν Καπύη. Ἀργότερα ὁ δρόμος ἐπεκτάθηκε ὣς τὸ Βρινδήσιο, τὸ σημερινὸ Μπρίντιζι, κι ἐξυπηρετοῦσε τόσο τοὺς ἐμπόρους ὅσο καὶ τὸ ρωμαϊκὸ στρατὸ στὶς γρήγορες μετακινήσεις του. Σὲ μερικὰ σημεῖα διατηρεῖ ἀκόμη τὴν ἐπίστρωση μὲ μεγάλες σκουρόχρωμες ἡφαιστειακὲς πλάκες μ’ ἀκανόνιστα σχήματα. Κατὰ μῆκος τῆς Ἀππίας Ὁδοῦ σταυρώθηκαν τὸ 71 π. Χ. οἱ ἕξι χιλιάδες ἐπαναστάτες δοῦλοι τοῦ Σπάρτακου.

Ἀπὸ τὸ λεωφορεῖο βλέπομε κάποιες ἐκκλησίες κοντὰ στὸ δρόμο. Κάποια ἀπ’ αὐτὲς πρέπει νά ’ναι ἡ Quo Vadis, Domine, χτισμένη ἐκεῖ πού, κατὰ τὴν παράδοση, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, φεύγοντας ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Καισάρων, στὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν τοῦ Νέρωνα, συνάντησε τὸ Χριστὸ καὶ τόνε ρώτησε «Ποῦ πηγαίνεις, Κύριε;». Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: «Πηγαίνω στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ ξανασταυρωθῶ». Κι ὁ πάντα εὐαίσθητος Πέτρος, γύρισε πίσω γιὰ νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριό του.

Κατεβαίνομε σὲ μιὰ μικρὴ πλατεία, ὅπου βρίσκονται σταματημένα κάμποσα τουριστικὰ λεωφορεῖα. Τὰ γκροὺπ ἔρχονται συγκροτημένα, παίρνουν τὸ καθένα τὸν ξεναγό του καὶ χάνονται. Ἐμεῖς περιμένομε. Εἴμαστε ἕξι Ἕλληνες –οἱ δυὸ Κύπριοι– κι ἤρθαμε χωρὶς ν’ ἀνήκομε σὲ καμιὰ μεγαλύτερη ὁμάδα. Ἕνας νεαρὸς μᾶς ρωτᾶ ἂν εἴμαστε Ἱσπανοί. Τοῦ ἀπαντοῦμε πὼς εἴμαστε Ἕλληνες. Μᾶς κάνει νόημα νὰ περιμένομε καὶ δὲ θ’ ἀργήσει. Ξανάρχεται μ’ ἕνα φορητὸ μαγνητόφωνο ὅπου κάποιος ἔχει ἠχογραφήσει τὴν ξενάγηση στὴ γλώσσα μας. Μπαίνει μπροστά, πατεῖ ἕνα κουμπὶ κι ἀρχίζει ἡ κάθοδος στὶς κατακόμβες τοῦ Ἁγίου Καλλίστου, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀρχαιότερο, τὸ μεγαλύτερο καὶ τὸ πιὸ γνωστὸ χριστιανικὸ κοιμητήριο τῆς Ρώμης.

Σύμφωνα μὲ τὴν ἀκέφαλη φωνὴ ποὺ προπορεύεται ὑ/πάρχουν ἐδῶ 170 χιλιάδες τάφοι, σὲ διαδρόμους μάκρους εἴκοσι χιλιομέτρων, σὲ πέντε ἐπάλληλα πατώματα. Χωρὶς νὰ λογαριάσομε τὶς ἄλλες κατακόμβες –τῆς Δομιτίλλας, τῆς Πρίσκιλλας, τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ, τοῦ Πραιτεξτάτου, τῆς Via Latina… Οἱ κατακόμβες πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸν διάκονο Κάλλιστο, δοῦλο ἀπελεύθερο, ποὺ ὁ πάπας Ζεφυρίνος τὸν εἶχε διορίσει προϊστάμενο τοῦ κοιμητήριου. Ὅταν ἐκεῖνος ἔγινε πάπας, ἀπὸ τὸ 217 ὣς τὸ 222 μ. Χ., ἔβαλε κι ἄνοιξαν κι ἄλλους τάφους.

Ἔχομε κατεβεῖ στὸ δεύτερο ἐπίπεδο τῶν κατακομβῶν κι ἀρχίζομε νὰ νιώθομε τὴν ὑγρασία τοῦ ὑπόγειου χώρου. Ὁ διάδρομος ποὺ ἀκολουθοῦμε στρίβει πότε δεξιά, πότε ἀριστερά, συχνὰ διακλαδίζεται, ἔτσι ποὺ ἔχεις τὴν ἐντύπωση πὼς βαδίζεις σ’ ἕνα λαβύρινθο, ὅπου χωρὶς τὸν ὁδηγὸ θἀ χανόσουν. Οἱ διάδρομοι φωτίζονται κατὰ διαστήματα ἀπὸ μικροὺς προβολεῖς. Εἶναι στενοί, καὶ στὰ δυὸ τοιχώματά τους ἔχουν σκαλιστεῖ στὴ μαλακὴ πέτρα οἱ ὀρθογώνιοι ὁριζόντιοι τάφοι, οἱ loculi, σὲ μακριὲς σειρές, ὣς πέντε ὁ ἕνας πάνω ἀπὸ τὸν ἄλλο. Μοιάζουν σὰν ἔπιπλα ποὺ τοὺς ἔβγαλαν τὰ συρτάρια. Μιὰ ὁλόκληρη πόλη νεκρῶν κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, μὲ τὶς πέτρινες πολυκατοικίες της. Κοιτάζεις ἀπὸ περιέργεια τὶς φωτιζόμενες θῆκες. Εἶν’ ἄδειες –τὸ πολὺ μὲ μιὰ χούφτα σκόνη στὸ βάθος τους.

Κατὰ διαστήματα οἱ διάδρομοι φαρδαίνουν καὶ παρεμβάλλονται τάφοι ποὺ ξεχωρίζουν. Εἶναι μεγαλύτεροι μὲ μιὰ καμάρα ἀπὸ πάνω τους: τὰ arcosolia. Κάποτε διακρίνονται παραστάσεις ζωγραφισμένες πάνω ἀπὸ τὴν ἁψίδα, ὅπως στὸν τάφο τῶν Πέντε Ἁγίων: Πέντε ἀνθρώπινες μορφές, ἀρκετὰ φθαρμένες ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ τὴν ὑγρασία, ὄρθιες, μὲ τὰ χέρια ἀνοιχτὰ στὰ πλάγια, σὲ στάση δέησης. Μιὰ τέχνη λίγων χρωμάτων κι ἁπλῶν γραμμῶν, συγκινητικὴ στὴν ἀφέλειά της. Μὲ κάποια προσπάθεια μπορεῖς νὰ διαβάσεις καὶ τὰ ὀνόματα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους, ποὺ εἶν’ ὅλα ἑλληνικά, ἂς εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες: DIONYSIA, NEMESIOS, PROCOPIOS, ELIODORA, ZOE, ARCADIA.

Μπροστὰ ἀπὸ τὴν καμάρα τοῦ τάφου τοῦ διάκονου Severus εἶναι στημένη σὲ μιὰ βάση μιὰ μαρμάρινη πλάκα μὲ πυκνὰ γράμματα. Γράφει πὼς ὁ κληρικὸς τοῦτος μὲ ἐξουσιοδότηση τοῦ πάπα Μαρκελλίνου (296-304), εἶχε στὴ διάθεσή του ἕνα διπλὸ cubiculum (νεκρικὸ θάλαμο), μὲ ἕνα arcosolium καὶ ἕνα φεγγίτη, γιὰ νὰ ἐξυπηρετεῖ ὡς τάφος τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν οἰκογένειά του. Στὴ συνέχεια ἡ ἐπιγραφὴ ὑπαινίσσεται τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ἡ νέα Severa θὰ κεῖται σ’ αὐτὸν τὸν οἶκο τῆς εἰρήνης ἕως ὅτου ὁ Κύριος ἐπαναφέρει στὸ σῶμα της τὴν ἀθάνατον ψυχήν της.

Στὴν κρύπτη τῆς Ἁγίας Καικιλίας, στὸ βαθούλωμα τοῦ τάφου ἔχει τοποθετηθεῖ ἕνα ἀντίγραφο τοῦ ἀγάλματός της, ἔργου τοῦ γλύπτη Μαντέρνο. Στὸ πρώτο ἀντίκρυσμά του ξαφνιάζεσαι σὰ νὰ βρῆκες μπροστά σου τὸ πραγματικὸ σῶμα ἑνὸς νεκροῦ. Ἡ νεαρὴ Ρωμαία ποὺ πέθανε ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, ὅπως κι ὁ μνηστήρας της, τὸ 230 μ. Χ. στὸ διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλέξανδρου Σεβήρου, εἶναι ξαπλωμένη στὸ δεξὶ πλευρό, μὲ τὰ δυὸ χέρια σὰ δεμένα μπροστά, καὶ τὸ πρόσωπο γυρισμένο πρὸς τὸ ἔδαφος. Ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα ποὺ μοιάζει νὰ κοιμᾶται. Χωρὶς συγκεκριμένο πρόσωπο, σὰ νὰ συμβολίζει ὅλους τοὺς μάρτυρες τούτης τῆς ὑπόγειας πολιτείας.

Στὸν τοῖχο εἶναι ζωγραφισμένο τὸν 7ο αἰώνα τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στὸν γνωστὸ μὲ τὰ μακριὰ μαλλιά, τὰ γένια καὶ τὸ φωτοστέφανο τύπο. Μπροστά του εἶναι τοποθετημένο ἕνα μικρὸ τραπέζι μὲ δυὸ κηροπήγια κι ἕναν χάλκινο Ἐσταυρωμένο.

Σὲ κάποιο σημεῖο τῶν κατακομβῶν εἶναι λαξευμένο ἕνα εὐρύχωρο παρεκκλήσι, ποὺ ἠ θολωτὴ στέγη κι οἱ δυὸ μακρὲς πλευρές του εἶναι χτισμένες μὲ ρωμαϊκὰ τοῦβλα. Τὸ δάπεδο εἶναι πλακόστρωτο καὶ στὰ πλάγια ἔχει μαρμάρινους κορινθιακοὺς κίονες μὲ λεπτὲς στριφτὲς ραβδώσεις. Ἐδῶ εἶναι θαμμένοι ἐννιὰ πάπες τοῦ 3ου αἰώνα, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους θανατώθηκαν κατὰ τοὺς διωγμούς. Εἶναι μὲ τὴ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητάς τους ὁ Ποντιανός (230-235), ὁ Ἀντέρως (236), ὁ Φαβιανός (236-250), ὁ Λούκιος (253-254), ὁ Στέφανος ὁ Α’(254-257), ὁ Σίξτος ὁ Β΄ (257-259), ὁ Διονύσιος (259-268), ὁ Φέλιξ (269-274) κι ὁ Εὐτυχιανός (275-283). (Δὲν πρέπει, βέβαια, νὰ ξεχνοῦμε πὼς οἱ πάπες ἐκείνων τῶν χρόνων δὲν ἤτανε παρὰ ἁπλοὶ ἐπίσκοποι τῆς Ρώμης). Μπροστὰ ἀπὸ τοὺς τάφους των τοὺς λαξευμένους στοὺς τοίχους κρέμονται ἁπλὰ καντήλια.

Στὴν κρύπτη τῆς Λουκίνας διατηρεῖται ἀρκετὰ καλὰ ἡ νωπογραφία ἑνὸς Καλοῦ Ποιμένος ζωγραφισμένου μὲ καστανὸ καὶ κίτρινο χρῶμα. Μὲ τὸ ἕνα του χέρι κρατᾶ μπροστὰ ἀπὸ τὸ στῆθος του τὰ πόδια τοῦ ἀρνιοῦ καὶ μὲ τ’ ἄλλο ἕναν κάδο. Δυὸ πρόβατα στέκονται δεξιὰ κι ἀριστερά του.

Σ’ ἕναν ἄλλο τοῖχο, ποὺ ὁ ἄσπρος σουβᾶς του ἔχει πέσει κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, εἰκονίζεται τὸ Εὐχαριστιακὸ Δεῖπνο. Στὸ ἡμικυκλικὸ τραπέζι κάθονται ἑφτὰ ἀνθρώπινες φιγοῦρες, ὅμοιες ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη, ἐνῶ στὶς δυὸ μεριὲς τῆς τράπεζας εἶναι ἀκουμπισμένα χάμω δέκα μεγάλα καλάθια μὲ ψωμιά.

Στὴ σπασμένη πλάκα ἑνὸς τάφου εἶναι χαραγμένο τὸ μονόγραμμα . Τοῦτο τὸ ἁπλό, ἄτεχνο σημάδι, εἶναι πιὸ συγκινητικὸ κι ἀπὸ τὶς σχεδὸν παιδικὲς κάποτε τοιχογραφίες. Ἐκφράζει τόση πίστη, τόση βεβαιότητα. Φαντάζομαι τὸν λιθοξόο νὰ χτυπᾶ μὲ τὴ σμίλη ὥρα τὸ μάρμαρο γιὰ νὰ σκαλίσει τοῦτες τὶς τρεῖς διασταυρούμενες εὐθεῖες μὲ τὸ μικρὸ  κύκλο στὴν ἄκρη τῆς μεσιανῆς. Δὲν ἐχάραζε δυὸ γράμματα, ἔθετε τὴ σφραγίδα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γι’ αὐτὸν ἴσως μαρτύρησε ὁ «κεκοιμημένος». Ὁ Θεὸς ὑπόγραφε μὲ τὸ χέρι του ὅτι ὁ νεκρὸς παραδόθηκε στὴν αἰωνιότητα. Ἀσφαλισμένο τὸ σῶμα του στὸ κοίλωμα τοῦ τοίχου περιμένει τὸν ἦχο τῆς σάλπιγγος.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

 

Σ.τ.Ε.: Τὸ κείμενο προέρχεται ἀπὸ τὶς σελίδες 279-285 τοῦ Α΄ τόμου τοῦ ἀνέκδοτου δίτομου χειρόγραφου  (πρώτης γραφής, με μικρές διορθώσεις) βιβλίου τοῦ συγγραφέα μὲ τὶς ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις ἀπὸ δύο ταξίδια μας στὴν Ἰταλία μὲ πλοῖο καὶ πούλμαν τὰ καλοκαίρια τοῦ 1987 καὶ τοῦ 1996· ἄρχισε νὰ τὶς γράφει τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997 σὲ λυτὰ φύλλα (σχήματος Α5). Ὁ Α΄ τόμος (φύλλα-σελίδες 367) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ Ἀγκώνα, Ρίμινι, Ραβέννα, Μέστρε, Βενετία, Μπολώνια, Φλωρεντία, Ρώμη καὶ ὁ Β΄ τόμος (φύλλα-σελίδες 261) ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία: Καλαβρία, Μεγάλη Ἑλλάδα, Σικελία, Νάπολη, Πομπηΐα, Κάπρι.

 

Στέφανος A. Kουμανούδης (1818 – 1899), Στοιχεία αυτοβιογραφίας

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της παλαιότερης αλλά και της πιο πρόσφατης ελληνικής λογοτεχνίας. 

 

Eγεννήθην.
εθήλασα.
ησθένησα.
εβαυκαλίσθην.
εκουνήθην.
εκοιμήθην.― ωνειρεύθην.― Mίαν ολόκληρον νύκτα δεν εκοιμήθην από έννοιαν.
εκοιτάχθην άρρωστος πολλαχώς και δη:
έπια φάρμακα
κατέπια καταπότια
εκαπνίσθην.
ετρίφθην
εμπλαστρώθην
εκλυστηρίσθην
ετάμην χειρουργικώς
εμβολιάσθην
εσιναπίσθην
περιεδέθην δέματι διά κήλην
εφλεβοτομήθην
εβδελλώθην.
εδαγκάθην υπό κυνός ίσως και λυσσώντος.
έπεσα πλεονάκις πεζός και έχω σημάδια 2-3.
εδάρην πλεονάκις, αλλ’ όχι ανιλεώς.
έμαθα γράμματα και ξένας γλώσσας.
αναγνώστου έργα έκαμα εν εκκλησία.
έμαθα:
μουσικήν ωδικήν
και κιθάραν
και χορόν ολίγον
ως και κλειδοκύμβαλον.
εγυμνάσθην εν γυμναστηρίω ολίγον.
έψαλα εν εκκλησίαις και εν συμφωνία κανονική μετά τριών και πλειόνων.
εγλύστρισα εις πάγον και δη τριχώς:
πεζός, ως συνήθως·
με επιμήκη σίδηρα υπό τους πόδας·
και επί ελκηθριδίου.
ίππευσα και έπεσα πλέον ή εξάκις. (περισσότερα…)

Ο Ποσειδώνας στην Αμοργό

 

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Στον αντιδικτατορικό αγώνα έλαβε μέρος στο περίφημο Κίνημα του Ναυτικού, όντας ο νεαρότερος από τους συλληφθέντες αξιωματικούς του στόλου. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Μανώλη Μπουζάκη Ο δρόμος του Ποσειδώνη: Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου.

 

 

Καλοκαίρι 1988. Ο άνεμος ήταν ούριος και η θάλασσα ίσα που ρυτίδωνε. Με ανοιγμένα τρία πανιά αφήσαμε πίσω μας τη Σχοινούσα και βάλαμε πλώρη για την Αιγιάλη στην Αμοργό. Η Αμοργός ήταν και είναι ένα από τα αγαπημένα μου κυκλαδίτικα νησιά. Ο βασικός λόγος γι’ αυτή μου την προτίμηση είναι βέβαια οι άνθρωποι που γνώρισα εκεί, οι φιλίες που δημιούργησα, αλλά και μια αδιευκρίνιστη διαίσθηση, που έφερνε στα μάτια μου την Αμοργό σαν μια μικρή Κρήτη. Το γεωλογικό της ανάγλυφο, το γεωγραφικό της σχήμα, οι πολλές απόκρημνες βραχώδεις ακτές της, που μαζί με τις μαγικές αμμουδερές της παραλίες προσφέρουν στους επισκέπτες της αξέχαστες εμπειρίες, τα ορεινά της χωριά και τέλος κάποια τοπωνύμια όπως Γραμβούσα, Μινωικά (;) κ.ά. έφερναν πάντα την Αμοργό ψηλά στις προτιμήσεις μου, μέχρι που ανακάλυψα ένα ακόμη λόγο που την τοποθέτησε στην κορυφή και έκτοτε παραμένει εκεί σταθερή και αμετακίνητη.

Τις γυναίκες της Αμοργού συνόδευε πάντα η φήμη των ωραιότερων γυναικών της Ανατολής. Έψαξα να βρω τους λόγους που συντέλεσαν για να δημιουργηθεί αυτή τη φήμη. Ανακάλυψα λοιπόν πως, από τα πολύ παλιά χρόνια, οι γυναίκες της Αμοργού όταν έβγαιναν από το σπίτι τους για δουλειές ή για περίπατο φορούσαν πάντα λευκά γάντια και ήταν αναπόσπαστο αξεσουάρ τους το ειδικόν αλεξήλιον, αυτό που στις μέρες μας, νεοελληνιστί, ονομάζουμε ομπρέλα. Ανακάλυψα επίσης κρητικό ριζίτικο τραγούδι που υμνεί την ομορφιά Αμοργιανής νέας που τα κύματα της θάλασσας αποθέσαν ευγενικά σε ακτή της βόρειας Κρήτης, κοντά στα Χανιά, η οποία είχε ριχτεί στη θάλασσα όταν δέχτηκε επίθεση από ναύτες δικού της πλοίου που έκλεψε από τον καραβοκύρη πατέρα της, για να απαλλαγεί από την καταπίεση στην οποία την υπέβαλε. Τέλος, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον πληροφορήθηκα ότι ο μεγάλος μας Αριστοφάνης, στη «Λυσιστράτη» του,  έντυσε με διαφανείς (see-through θα τις αποκαλούσαμε σήμερα σε άπταιστα νεοελληνικά), λινούς,  «αμοργίνους χιτώνας» τις Αθηναίες συζύγους των πολεμοχαρών αντρών τους, προκειμένου να τους προκαλέσουν αλλά να μην τους επιτρέψουν… αν δεν σταματούσαν τον πόλεμο.

Ταξιδεύαμε τρεις-τέσσερις ώρες. Εγώ στο τιμόνι και ο Ποσειδώνας ξαπλωμένος μπροστά από τα πόδια μου. Έχει τα μάτια ανοιχτά και στραμμένα απλανώς στην άκρη του ορίζοντα. Κάποια στιγμή σηκώνει το κεφάλι και με κοιτάζει εμφανώς ερωτηματικά. Τον ρωτώ «τι θες Ποσειδώνα;» Δεν μου απάντησε ούτε και κούνησε με κάποιο νόημα την ουρά του. Ξαναέφερα τα μάτια μου στην πυξίδα. Άξαφνα πετάχτηκε απάνω ο Ποσειδώνας, πήγε προσεκτικά κοντά στα ρέλια, στη δεξιά μπάντα του ιστιοπλοϊκού, σταμάτησε και με κοίταξε με το ίδιο ερωτηματικό ύφος. Ξαναρωτώ, «τι θες ρε Ποσειδώνα;» Καμιά κίνηση και καμιά απάντηση. Και τότε τον βλέπω να βάζει το κεφάλι του ανάμεσα στα συρματόσχοινα και με μία επιδέξια εκτίναξη πηδάει στη θάλασσα. Βάζω αστραπιαία το τιμόνι μου όλο δεξιά και κάνω κράτει. Ο γιος μου ο Γιώργος κι εγώ μαζεύουμε άτακτα τα πανιά. Λάσκα τη μεγίστη φωνάζω και στρέφω το βλέμμα στον Ποσειδώνα. Είναι πίσω μας, ασφαλής, ακίνητος, με το κεφάλι ψηλά και μου δίνει την εντύπωση πως… μάλλον απαγγέλλει κάποιο δικό του ποίημα. «Μπαμπά, νομίζω τα κάνει», μου λέει ο γιος μου. «Γεια σου, ρε Ποσειδώνα μεγάλε!» του φωνάζω. Άλλη μια φορά το είχε κάνει αυτό μετά όμως από πολύωρο ταξίδι. Εφτά, οχτώ ώρες, δεν θυμάμαι. Δεν αντέχει ο λεβέντης να λερώσει το σκάφος. Κατεβάζουμε μια πλαϊνή, μικρή σκάλα και πάμε δίπλα στο γνήσιο παιδί του παλιού, θαλασσινού Ποσειδώνα. Πατάει το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι, τον πιάνω από το σβέρκο και ωωπ, απάνω στο κατάστρωμα ο καλός μου.

Φτάσαμε απογευματάκι στην Αιγιάλη. Ειδοποιημένος ο φίλος μας ο καπετάν Δημήτρης μας έχει έτοιμο το ρεμέτζο του και δένουμε με ασφάλεια στο μικρό λιμανάκι. Βρίσκεται ήδη εκεί ο επίσης καλός φίλος ο Τάκης με τη γυναίκα του τη Σοφούλα. Ανεβήκαμε πιο ψηλά στο χωριό όλοι, η γυναίκα μου η Φλώρα, τα παιδιά μου και οι φίλοι μας ο Τάκης με τη Σοφούλα, όταν ο ήλιος ήταν έτοιμος να βουτήξει στη θάλασσα. Είχαμε μια σπάνια ζωγραφιά, μια μοναδική θαλασσογραφία στα μάτια μας. Γιορτάσαμε τη συνάντησή μας πιο αργά το βράδυ στο «κοράλλι» με φίνα μπαρμπουνάκια και αστακομακαρονάδα. Το άσπρο κρασί ήταν υπέροχο.

Την επομένη στις 6.30 τα ξημερώματα ήμουν στο πόδι. Έχω πάρει τη μεγάλη, μαύρη σακούλα σχεδόν γεμάτη με τα λογής απορρίμματα που είχαμε μαζέψει τις προηγούμενες τρεις-τέσσερις μέρες και συνοδευόμενος από τον Ποσειδώνα διέσχιζα την πλατεία πηγαίνοντας στον κάδο των σκουπιδιών, μερικές δεκάδες μέτρα πιο πέρα. Τα περισσότερα καφενεία της πλατείας είναι ακόμη κλειστά. Ένα είναι ανοιχτό και κάθονται έξω για τον πρωινό τους καφέ καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι. Όταν βρισκόμουν στο ύψος του καφενείου αυτού βλέπω έναν αστυνομικό να σηκώνεται και να με πλησιάζει. «Γιατί έχεις τον σκύλο σου ελεύθερο;» με παρατηρεί αυστηρά και συνεχίζει, «δεν έχεις διαβάσει τις ντιρεκτίβες της ΕΟΚ;» Ανατρίχιασα μ’ αυτά που άκουσα, το μυαλό πήγε πίσω στον Αρχιχωροφύλακα, στον παππού μου και στον Ποσειδώνη του χωριού μου. Τον μετρώ με τα μάτια δυο τρεις φορές, από τα νύχια των ποδιών του ως την κορφή, και του λέω: (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Η αγαπημένη ξένη

*

Επιμέλεια στήλης – Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

Η αγαπημένη ξένη

Ο πατέρας μου ήταν ευαγγελικός ιερέας, ο πατέρας του επίσης. Πρόσφατα (1933), σε ένα δοκίμιο στο περιοδικό Εβδομάδα, σκιαγράφησα το ιδιάζον κληρονομικό περιβάλλον της οικογένειας των  ευαγγελικών κληρικών. Ιδιάζον όχι μόνο επειδή χάρισε στατιστικά στη Γερμανία, στους περασμένους τρεις αιώνες, τα κατά πολύ περισσότερα μεγάλα της τέκνα, δηλαδή, όπως απέδειξε ο Σούλτε, πάνω από το 50 τοις εκατό, αλλά επειδή επρόκειτο για ένα εντελώς συγκεκριμένο είδος χαρισμάτων που παρήγαγε κληρονομικά η οικογένεια των κληρικών και που εκδηλώθηκε στα τέκνα της. Ήταν ο συνδυασμός εκείνος των νοητικών και ποιητικών χαρισμάτων που είναι τόσο χαρακτηριστικός για την γερμανική πνευματική ζωή, και δεν παρουσιάζεται με τη μορφή αυτή σε κανέναν άλλο λαό. Αν θέλει κανείς να θυμηθεί ονόματα, ας σκεφτεί τον Νίτσε, τον Σέλλινγκ, τον Λέσσινγκ, τον Βήλαντ, τους αδελφούς Σλέγκελ, τον Ζαν Πάουλ. Σύμφωνα με τις έρευνες του Κρέτσμερ, του θεμελιακού ερευνητή για το γερμανικό κληρονομικό υλικό, στις παλιές οικογένειες των παστόρων και των λογίων καλλιεργούνταν μια ορισμένη, σταθερή κατεύθυνση των χαρισμάτων και μια επιλογή, η οποία γινόταν επί αιώνες σχεδόν μόνο υπό το ανθρωπιστικό (ουμανιστικό) πρίσμα και η οποία ανέπτυσσε επιλεκτικά τις γλωσσικές και λογικά αφαιρετικές ικανότητες.

Σε αυτό το κληρονομικό περιβάλλον έφερε η μητέρα μου εκατό τοις εκατό ανόθευτο, ρωμανικό αίμα που δεν είχε διασταυρωθεί ποτέ με άλλες φυλές. Καταγόταν από ένα μικρό μέρος της γαλλικής Ελβετίας, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία, που ονομαζόταν Fleurier, στα βουνά του Ιούρα. Εκεί είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει, από μια παλιά, ρωμανική, ντόπια οικογένεια, ήρθε στα είκοσί της χρόνια για πρώτη φορά στη Γερμανία. Ως εκ τούτου μιλούσε τη γερμανική γλώσσα πάντα με ξενική προφορά, ορισμένες γερμανικές λέξεις δεν έλεγαν σε όλη της τη ζωή να της πετύχουν, και νανούριζε τα πολλά της παιδιά με γαλλικά τραγούδια. Ένα τραγούδι άρχιζε, το θυμούμαι καθαρά: «les cloches sonnent, lair en rayonne» – ένα δημοτικό τραγούδι, δυστυχώς δεν θυμούμαι πια πώς συνέχιζε, αλλά θα ήθελα πολύ να ξέρω αν το τραγουδά ακόμη κάποιος στον κόσμο και πού.

Η μητέρα μου μας διηγούνταν πολλά για την πατρίδα της, σε μας τους βόρειους Γερμανούς, για τα βουνά της. Αφάνταστα φωτεινή, γεμάτη με ακτίνες που δεν τέλειωναν ποτέ, έβλεπα πάντα το τοπίο της, όταν μιλούσε γι’ αυτήν. Μια ιστορία από τα παιδικά της χρόνια, αλλά βέβαια μια δυσάρεστη, με εντυπωσίαζε πάντα. Αναφερόταν στον Γενάρη του 1871, η στρατιά του Bourbaki είχε νικηθεί και πέρασε στο ελβετικό έδαφος. Η διάβαση έγινε κοντά στο Fleurier. Οι μονάδες αφοπλίστηκαν και περνούσαν τώρα, νικημένες, παγωμένες και πεινασμένες από τα παραμεθόρια μέρη και τις τάιζαν στους δρόμους. Η μητέρα μου στεκόταν μαζί με τις αδελφές της μπροστά στο σπίτι τους, δίπλα σε μεγάλες χύτρες με αχνιστή σούπα με μπιζέλια και μοίραζε στους στρατιώτες που περνούσαν, φαγητό στις καραβάνες τους. Για πολλές μέρες περνούσαν οι μονάδες από τα ξημερώματα μέχρι τη νύχτα. Όταν έπεφτε το σκοτάδι, οι στρατιώτες πλησίαζαν στα σπίτια, αναζητούσαν εκεί προστασία και κοιμούνταν στις σκάλες. Το πρωί καθάριζαν η μητέρα μου και οι αδελφές της την ακαθαρσία, τα ράκη, τα ζωύφια από τα σκαλοπάτια. Τεράστια εντύπωση για μας τα παιδιά από αυτή την αλλόκοτη πορεία των πεινασμένων και πληγωμένων στρατιωτών! Μακριά από τον πόλεμο και μακριά από τα βουνά εκείνα ακούγαμε ξανά και ξανά την ιστορία αυτή.

Η μητέρα μου δεν ξαναείδε ύστερα από τον γάμο της την πατρίδα της, είμαστε πολλά αδέλφια, και η κατάσταση δεν το επέτρεπε. Χάρισε στη νέα της πατρίδα έξι γιους, από τους οποίους πήγαν πέντε στον πόλεμο, στον άλλο, τον δεύτερο (τον Πρώτο Παγκόσμιο), όχι τον πόλεμο του [στρατηγού] Bourbaki. Αλλά πρωτύτερα κιόλας υποχρεωθήκαμε να την αποχωριστούμε και να την θάψομε στη γη της Βόρειας Γερμανίας, κι όμως η ανάμνηση γι’ αυτήν, την πάνω από όλα αγαπημένη και πιστή μητέρα, εξακολουθεί να ζει στα παιδιά της, η ανάμνηση γι’ αυτήν, την πατρίδα της, τα βουνά της, τα τραγούδια της.

Gottfried Benn, „Die liebe Fremde“ (1933), Prosa und Autobiographie, επιμέλεια Bruno Hillebrand, S. Fischer, Φραγκφούρτη 1984, σ. 303-4.
Μετάφραση Κώστας Ανδρουλιδάκης

*

Εις συκοφάντην

~.~

ΕΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΝ

Είναι απ’ τα γέλια να κρατάς στ’ αλήθεια την κοιλιά σου :
με ψέγει ο Κακόκαρπος ότι τον έχω κλέψει.
Φίλος δεν έμεινε ή γνωστός που δεν τον έπιασε ήδη
με σου-σου-σου και ψου-ψου-ψου και τις γνωστές του κλάψες
για να του πει… ενός στίχου του πως βούτηξα τη δόξα !

Στα φόρα δεν κοτάει να βγει, τις τρέμει τις ντομάτες,
απ’ τη λαγουδοτρύπα του το ψέμα λιβανίζει.
Μα τέτοιος είναι, φταίει αυτός ;  Εγώ τα φταίω όλα
που ανέχτηκα τόσο καιρό τα χοιρινά του κόλπα.
Να μη σου πω, πάλι καλά που με διαβάλλει μόνο
(ούτε κι ο πρώτος είμαι δα ούτε κι ο τελευταίος)…
Για σκέψου λέει –ω βάι κι αλί– να μ’ είχε… μεταφράσει !

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

~.~

Άνθρωπος κατά Αντιανθρώπου

~.~

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη γραμμένο το καλοκαίρι του 1968 επί δικτατορίας. Θησαυρίστηκε το 2019 στην πολύτομη συναγωγή των δημοσιολογικών του παρεμβάσεων Πολιτικά: Θεωρία και Πράξη απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Καθώς αποτυπώνει την εξ αρχής ενιαία και αδιαίρετη στάση του Θεοδωράκη απέναντι στην Ιστορία και την Τέχνη, προσφέρεται νομίζουμε για να κλείσει το επταήμερο αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου προς τον μεγάλο δημιουργό και αγωνιστή, ο οποίος τις ώρες ετούτες, Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021, κηδεύεται στο πάτριο χώμα της Κρήτης.

Το ΝΠ ευχαριστεί θερμά τους φίλους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και στοχαστές που συνέβαλαν στον πολύπτυχο αυτόν αποχαιρετισμό. Και ονομαστικά, τους Γιώργο Μπλάνα (δις), Γιώργο Ανδρέου, Νίκο Ξυδάκη, Φίλιππο Τσαλαχούρη, Ιωάννα Τσιβάκου, Παρασκευά Καρασούλο, Κώστα Χατζηαντωνίου, Γιάννη Βασιλόπουλο και Χρήστο Μποκόρο.

~.~

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η κρίσιμη μάχη θα δοθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον αντιάνθρωπο. Από την εποχή των σπηλαίων φτάσαμε επιτέλους μπροστά στη μεγάλη πύλη του ελευθερωμένου από την ανάγκη ανθρώπου. Δεν μας χωρίζει πια παρά μονάχα ένα σκαλοπάτι. Που μονομιάς έγινε άβυσσος. Έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ όσους πέρασε ώς σήμερα η ανθρωπότητα. Το όπλο της τίγρης είναι τα νύχια. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ είχε την πέτρα. Οι Έλληνες είχαν τα τόξα. Οι σταυροφόροι τις λόγχες. Ο Χίτλερ τα κρεματόρια. Τον αντιάνθρωπο στηρίζει η αδιαφορία των άλλων, και πρώτα απ’ όλα των δημιουργών· των πνευματικών οδηγών.

Όμως είναι άραγε αδιαφορία ή κάτι βαθύτερο; Αν και ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα μέσα ενημέρωσης και διαφωτισμού, ωστόσο από την επομένη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μεγάλοι δημιουργοί όλο και λιγοστεύουν, η πνευματική παραγωγή απασχολεί όλο και λιγότερο τις μεγάλες μάζες.

Εδώ και πολύ καιρό τα μεγάλα γεγονότα που απασχολούν τη διεθνή κοινή γνώμη είναι ο πόλεμος, οι κοινωνικές αναταραχές και οι πολιτικές εξελίξεις. Πολύ λίγο τα επιστημονικά επιτεύγματα. Και σχεδόν καθόλου η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργική δραστηριότητα· μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα βυθίζονται σταθερά στη λήθη.

Σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή ό,τι αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του ανθρώπου, ο δημιουργός του πολιτισμού, ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός οδηγός, είναι απών. Απέναντι στον αντιάνθρωπο που μας δολοφονεί, ο άνθρωπος, χωρίς την παρουσία του πνευματικού δημιουργού, παραμένει γυμνός και απροστάτευτος. Πού να οφείλεται άραγε αυτή η τραγική απουσία;

Τα τελευταία πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα γνώρισε μια σειρά βαθιές αλλαγές, που δημιούργησαν μια καινούρια εποχή. Λαοί σκλάβοι έγιναν ελεύθεροι. Τάξεις υπόδουλες έγιναν κυρίαρχες. Μάζες υπανάπτυκτες γνώρισαν την πρόοδο. Αγροτικοί πληθυσμοί πέρασαν στη βιομηχανία. Οι επαφές πολλαπλασιάστηκαν. Η διακίνηση των γνώσεων, των ιδεών, των ειδήσεων και των μαζών πήρε χαρακτήρα πρωτοφανή.

Μονομιάς η Γη μας μίκρυνε. Τα σύνορα ουσιαστικά κατέρρευσαν. Η τυπογραφία, οι τηλεπικοινωνίες, η μαγνητοφώνηση έφεραν στις πύλες της πνευματικής δημιουργίας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Φαίνεται όμως ότι οι πνευματικοί δημιουργοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά σ’ αυτό το γιγαντιαίο παλιρροϊκό κύμα των μαζών. Η καλλιτεχνική έκφραση, που απευθυνόταν ως τότε σ’ ένα επιλεγμένο κοινό, είχε προχωρήσει μέσα από τους δαιδάλους της τεχνικής προς νέες περίπλοκες μορφές, στρυφνές και αινιγματικές. Για να μπεις στα άδυτα του νέου έργου τέχνης πρέπει να διαθέτεις πολλά «ειδικά κλειδιά».

Έτσι, ενώ ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός αποδέσμευε όλο και μεγαλύτερες μάζες για να τις φέρει κοντά στο έργο τέχνης, το έργο τέχνης απευθυνόταν σε όλο και πιο εξειδικευμένο κοινό. Είχαμε δηλαδή μια αντίστροφη πορεία, που τελικά απομόνωσε τους σύγχρονους δημιουργούς και άφησε το μεγάλο κοινό, τη στιγμή που μπόρεσε επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα της τέχνης, δίχως σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που να το κατανοεί και να το συγκινεί. Με μια λέξη, που να το αφορά.

Όμως ο πνευματικός δημιουργός όχι μόνο βρέθηκε απροετοίμαστος μπροστά σ’ αυτή την αιφνίδια και ριζική αλλαγή. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική μάζα τον τρομάζει. Αισθάνεται έτσι την ανάγκη να αποσυρθεί. Ο διψασμένος για πνευματικό καλλιτεχνικό έργο λαός, όλες αυτές οι φρέσκες, γεμάτες υγεία και κίνηση δυνάμεις δεν θα βρουν νερό για να ξεδιψάσουν.

Παράλληλα, μια άνευ προηγουμένου μαζική πλύση εγκεφάλου αρχίζει, με επίκεντρο έναν νέο τύπο ζωής βασισμένο εξ ολοκλήρου σε υλικά αγαθά. Ολόκληρη η δημιουργική ζωτικότητα των μαζών αποξηραίνεται προοδευτικά από τους χυμούς της ανθρωπιστικής παιδείας, των ιδανικών και των οραμάτων, όπως μας τα προσφέρει το έργο τέχνης και γενικότερα η πνευματική δημιουργία. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται το «ιδεώδες» κοινωνικό περιβάλλον για να μπορέσει να σταθεί και να κυριαρχήσει ο αντιάνθρωπος.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

~.~

Από τον Όλυμπο στην Ιπποκράτους: δύο μνήμες

~.~

Ο ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Μεσούσης, που λένε, της δικτατορίας, πρέπει να ήταν 1970 με 1971, βρέθηκα ένα χρονικό διάστημα σ’ ένα από τα πιο απομακρυσμένα χωριά του Ολύμπου. Εκεί στις εξορμήσεις μου στις έρημες πλαγιές του βουνού ανάμεσα σε θεόρατα έλατα μέσα στη σιωπή μ’ ένα μικρό ταλαιπωρημένο κασετόφωνο στη διαπασών, μακριά απ’ το «εχθρικό αυτί», χωρίς φόβο και σαν να βρισκόμουν στην άκρη του κόσμου άκουγα και τραγουδούσα τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια εκείνο τον καιρό. Τραγούδια με τις πιο πλατιές, σχεδόν νωχελικές μελωδίες.

Όμορφη πόλη
φωνές μουσικές
απέραντοι δρόμοι
κλεμμένες ματιές…
ο ήλιος χρυσίζει
κεριά σπαρμένα…

Απ’ τις καμινάδες ξέφυγε η καπνιά…
σκέπασε ατμός ατμός τον έρωτα μας…

Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί…

Ο ύπνος σε τύλιξε…

Αμαρτία μου να ’χω κι εγώ μιαν αγάπη…

Της Δικαιοσύνης ήλιε…

Μαζί με άλλα πιο μαχητικά. Στις κορυφές του Ολύμπου, εκεί απέναντι σ’ ένα πλάτωμα σαν αντίγραφο μιας πόλης ουράνιας, σαν μια πλατεία που δεν γινόντουσαν πια συλλαλητήρια, η μουσική και τα τραγούδια του Μίκη αντηχούσαν σχεδόν ιδανικά και για πάντα. Κι εγώ λες κι ανακάλυπτα το κρυφό πρόσωπο της μουσικής. Ένοιωθα πως η συλλογική ψυχή δεν ήταν άδεια και κενή, σε μια χρονική στιγμή που είχες την αίσθηση πως ζεις σε μια γέρικη χώρα. Αυτό έκανε τα τραγούδια του ν’ ακούγονται λίγο σαν μια πράξη αντιποίνων και δικαιοσύνης. Που δεν ξέρω αν έρχεται ποτέ. Όμως μαζί με την αξία τους τη μουσική, της τέχνης του τα μυστήρια, γεννούσανε μια ηθική συγκίνηση. Οι νότες της μουσικής του ακουγόντουσαν πιο τραγικές από ένα συνηθισμένο τραγούδι. Και σαν τον μουσκεμένο στο νερό, δεσμευόμουν όλο και περισσότερο από την μουσική του.

Πολύ αργότερα μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, μέσα στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της εποχής και την πτώση της δικτατορίας θα τον δω πρώτη φορά από κοντά. Νύχτωνε στην οδό Ιπποκράτους, στο κατηφόρισμα προς την Πανεπιστημίου. Στο βάθος του δρόμου φαινόταν μια ψιλόλιγνη φιγούρα που γρήγορα την αντιλήφθηκαν, και την αναγνώρισαν κι άλλοι περαστικοί. Τον κύκλωσαν, άρχισαν να του μιλάνε σαν να τον περίμεναν από χρόνια. Του ζητούσαν μια πορεία ειρήνης. Έλεγε πως δεν είναι η στιγμή. Στο τέλος τον πίεζαν να τραγουδήσει κάτι. Αρνιόταν ευγενικά. Είχαν μαζευτεί ήδη καμιά σαρανταριά άτομα. Υπέκυψε. Ανέβηκε στο σκαλοπάτι μιας εισόδου πολυκατοικίας. Άρχισε να τραγουδάει με τον γνωστό παθιασμένο του τρόπο «Είμαστε δυο, είμαστε τρείς… είμαστε χίλιοι δεκατρείς». Με νικηφόρα πεποίθηση. Λες και ήθελε να ταρακουνήσει όλη τη χώρα. Και ας ήταν μόνο σαράντα μπροστά του. Σε λίγο τον συνόδευαν όλοι εν χορώ σε μια έκρηξη αγάπης. Η φωνή του ήταν σαν να ’βγαινε όχι από το στόμα, αλλά από τους πόρους του σώματος και της Μνήμης. Κάτι σαν κάλεσμα σε δράση, μια ώθηση, με μεγάλες χειρονομίες μαέστρου, που δεν καθοδηγούσε κάποια ορχήστρα αλλά έδινε κουράγιο.

Καθώς άρχισε σε λίγο να καταλαγιάζει αυτό το κάπως επικό περιστατικό και το μικρό εκείνο πλήθος να διαλύεται, ανάμεσά τους ξεκίνησε μια ισχνή φωνή να τραγουδάει το τραγούδι του Μίκη και του Μανόλη Αναγνωστάκη «…και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα κι ούτε κανένας με γνώριζε». Κανείς όμως δεν φάνηκε πια να το ακολουθεί και σιγά σιγά έσβησε μισοτελειωμένο…

Από εκείνο το σούρουπο, από εκείνη τη διαδρομή, από τον Όλυμπο ώς την Ιπποκράτους και μέχρι σήμερα, ακόμα με συνοδεύει ο απόηχος αυτού του τραγουδιού…

ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ

Στέλιος Ράμφος, Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Ράμφος        282_kondilis_panagiotis

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

Πρώτη δημοσίευση 6. 5. 2015

[Σημείωση ΝΠ της 6.5.2015: Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ καινούργιο βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ ποὺ θὰ κυκλοφορήσει προσεχῶς ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμός. Ἀπὸ τὸν ἐκτενέστατο (120 σελίδων) καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης διάλογο τοῦ Ράμφου μὲ ὀμάδα συγγραφέων ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα πέρσι τὸν Ὁκτώβρη. Τὴν πρωτοβουλία τῆς συνάντησης εἶχε ὁ Γιῶργος Θ. Χατζηιακώβου, ἐκδότης τοῦ Ἁρμοῦ. Ἀπὸ τὸ ΝΠ, μετεῖχαν ὁ Κωνσταντῖνος Πουλῆς καὶ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης.]