Κώστας Κουτσουρέλης, Ένα σεφερικό ποίημα του Οκτάβιο Πας

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 9 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Δύο σημαντικοί διάλογοι του Γιώργου Σεφέρη με είχαν απασχολήσει παλαιότερα. Ο διάσημος και πολυσχολιασμένος του 1938-39 με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Και ο ματαιωμένος εκείνος με τον Νίκο Καζαντζάκη την παραμονή του ελληνοϊταλικού πολέμου, τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1940, διάλογος που έμεινε κρυφός καθότι ο Σεφέρης αποσιώπησε το δικό του μέρος και έφτασε ώς εμάς μετά τον θάνατό του, ως ημερολογιακή εγγραφή. Ένας σεφερικός ‘‘διάλογος’’ θα με απασχολήσει και τώρα, εντελώς άλλου είδους αυτή τη φορά και, εξ όσων γνωρίζω, άδηλος και ανεντόπιστος από τους μελετητές. Πρόκειται για ένα σεφερογενές, όπως θα δείξω, ποίημα του Οκτάβιο Πας (1914-1998). Πιο συγκεκριμένα για ένα έργο του που όχι απλώς διαλέγεται με ένα ομόθεμο και ομότροπο ποίημα του Σεφέρη, αλλά επιπλέον αφορμάται και εμπνέεται ευθέως από εκείνο.» (Κ.Κ.)

*

*

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ένα σεφερικό ποίημα του Οκτάβιο Πας

Δύο σημαντικοί διάλογοι του Γιώργου Σεφέρη με είχαν απασχολήσει παλαιότερα. Ο διάσημος και πολυσχολιασμένος του 1938-39 με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο[1]. Και ο ματαιωμένος εκείνος με τον Νίκο Καζαντζάκη την παραμονή του ελληνοϊταλικού πολέμου, τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1940, διάλογος που έμεινε κρυφός καθότι ο Σεφέρης αποσιώπησε το δικό του μέρος και έφτασε ώς εμάς μετά τον θάνατό του, ως ημερολογιακή εγγραφή[2].

Ένας σεφερικός «διάλογος» θα με απασχολήσει και τώρα, εντελώς άλλου είδους αυτή τη φορά και, εξ όσων γνωρίζω, άδηλος και ανεντόπιστος από τους μελετητές. Πρόκειται για ένα σεφερογενές, όπως θα δείξω, ποίημα του Οκτάβιο Πας (1914-1998). Πιο συγκεκριμένα για ένα έργο του που όχι απλώς διαλέγεται με ένα ομόθεμο και ομότροπο ποίημα του Σεφέρη, αλλά επιπλέον αφορμάται και εμπνέεται ευθέως από εκείνο. Όπως ο Σεφέρης, ο Μεξικανός συγκαταλέγεται στους μείζονες ποιητές και δοκιμιογράφους του 20ού αιώνα· όπως εκείνος τιμήθηκε το 1990 με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας· και οι δύο εργάστηκαν ως διπλωμάτες καριέρας – οι βιογραφικές συνάφειες μεταξύ τους, ελπίζω θα φανεί παρακάτω, δεν σταματούν εδώ.

Η εκτενής αυτή σύνθεση, που ανήκει στα σημαντικότερα ποιήματα του Πας, ολοκληρώνεται κατά μία πληροφορία τον Ιανουάριο του 1982 και ο ποιητής την αφιερώνει στη μνήμη του Έλληνα φιλοσόφου Κώστα Παπαϊωάννου (1925-1981), στενού φίλου και μέντορά του, που είχε πεθάνει λίγους μήνες νωρίτερα, στις 17 Νοεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς. Το ποίημα είναι πολυώνυμο. Στην πρώτη του δημοσίευση, τη δίγλωσση ισπανική-γαλλική έκδοση του 1984[3] και τρία χρόνια αργότερα, το 1987, στη  συλλογή του Πας Árbol adentro (To ένδον δέντρο)[4], παρουσιάζεται με τον τίτλο «Kostas». Σε κάποιες αλλόγλωσσες δημοσιεύσεις του όπως στην αγγλική μετάφρασή του από τον Έλιοτ Ουαϊνμπέγκερ[5] το 1986 τιτλοφορείται με πλήρες το ονοματεπώνυμο του τιμώμενου: «Kostas Papaioannou». Το 1990 στην μεξικανική έκδοση του παπαϊωαννικού έργου Η αποθέωση της ιστορίας, όπου παρατίθεται αμέσως μετά το προλογικό σημείωμα του Οκτάβιο Πας, το ποίημα εμφανίζεται για πρώτη φορά με τον τίτλο «París: Bactria: Skiros» («Παρίσι: Βακτριανή: Σκύρος»), τοπωνύμια σημαδιακά που δηλώνουν τρεις κύριους σταθμούς της τριανταπεντάχρονης φιλίας του Έλληνα φιλοσόφου και του Μεξικανού ποιητή: τον τόπο της αρχικής γνωριμίας τους το 1946, την επανεύρεσή τους στις εσχατιές του κράτους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, την Ινδία τη δεκαετία του 1960, και το αιγαιοπελαγίτικο νησί των Σποράδων τόπο της οριστικής ανάπαυσης του φιλοσόφου.[6] Με τον ίδιο τίτλο το βρίσκουμε στη μεταθανάτια έκδοση των Απάντων του ποιητή.[7]

Πρότυπο του Πας είναι όπως είπα μια ομόθεμη σύνθεση του Γιώργου Σεφέρη, το «Γράμμα στον Rex Warner, πάροικο του Storrs, Connecticut, U.S.A., για τα εξήντα του χρόνια». Ο γνωστός Άγγλος πεζογράφος και ελληνιστής Ρεξ Ουώρνερ (1905-1986), υπήρξε όπως ξέρουμε στενός φίλος και μεταφραστής του Έλληνα ποιητή από τη δεκαετία του 1940 ώς τον θάνατό του.[8] Το ποίημα κατά τη σημείωση του Σεφέρη γράφτηκε την τριετία 1965-1968. Εις πρώτον δημοσιεύθηκε στα αγγλικά σε μετάφραση Έντμουντ Κήλυ στο βρετανικό περιοδικό Encounter τον Φεβρουάριο του 1970[9], και αυτοτελώς μαζί με την αγγλική του μετάφραση σε δίγλωσση εκτός εμπορίου έκδοση τον Νοέμβριο 1972, μετά τον θάνατο του Έλληνα ποιητή[10]. Υπογραμμίζω τη συμμετρία των δύο κειμένων διότι από μόνη της είναι σημαίνουσα. Στην περίπτωση του Σεφέρη, ένας Έλληνας ποιητής τιμά έναν νεότερό του ξένο φίλο. Στην περίπτωση του Πας, ένας ξένος ποιητής εγκωμιάζει έναν νεότερό του Έλληνα φίλο. Και τα δύο ποιήματα γράφονται σε επίσημη περίσταση: ως δώρο για τα 60ά γενέθλια του Ουώρνερ το πρώτο, ως επιτάφια σπονδή εις μνήμην του Παπαϊωάννου το δεύτερο. Και τα δύο ποιήματα φέρουν στον τίτλο τους (του Μεξικανού στις αρχικές του δημοσιεύσεις) το όνομα του τιμώμενου. Και τα δύο είναι σε «γράμματα», ρητώς του Σεφέρη, αρρήτως του Πας: συντεταγμένα σε δεύτερο πρόσωπο απευθύνονται απ’ ευθείας στον τιμώμενο φίλο. Σημειώνω και μια άλλη ενδιαφέρουσα συνάφεια των δύο κειμένων που αν υπέπεσε στην προσοχή του Πας ενδέχεται να τον παρακίνησε, μια απ’ αυτές τις άδηλες ομοιοκαταληξίες του σύμπαντος: και οι δύο ποιητές ολοκληρώνουν τα ποιήματά καθώς συμπληρώνουν τα 68 έτη τους.

Όπως το σεφερικό «Γράμμα», έτσι και το παζιανό ποίημα ξεκινά αυτοβιογραφικά, με την εξιστόρηση της πρώτης συνάντησης των δύο φίλων σε συνθήκες κοινές, τα πρώτα χρόνια του Μεταπολέμου και μέσα στην ατμόσφαιρα της ανέχειας, της ψυχικής ερήμωσης και της υλικής καταστροφής που άφησε πίσω της η γερμανική κατοχή: το 1945 στην Αθήνα οι Σεφέρης-Ουώρνερ, έναν χρόνο μετά, το 1946, στο Παρίσι οι Πας και Παπαϊωάννου.

Γράφει ο Σεφέρης:

Τον καιρό που συναντηθήκαμε
έλεγες το κυνήγι της αγριόχηνας
στο Δεσποτάτο των ερμαφροδίτων·
εκεί το γήπεδο του ποδόσφαιρου
είχε γνωρίσει την αδιάντροπη σφαγή.
Γύριζα από ένα καλλιμάρμαρο στάδιο
όπου ο θεληματικός μαραθωνοδρόμος λαβωμένος
έβλεπε τη σφενδόνη ν’ αρμενίζει στο αίμα.
Έτσι σ’ ένιωσα και γίναμε φίλοι.[11]
 
Πηγαίναμε σ’ έναν τόπο ρημαγμένο από τον πόλεμο
ώς και τις κούκλες των παιδιών τις είχαν σακατέψει.

Και ο Πας:

 Εγώ ήμουνα τρι­άντα χρονώ, ερ­χό­μουν από την Αμε­ρική κι ανα­ζη­τούσα στις στάχ­τες του 1946 το αυγό του Φοί­νικα,
 εσύ ήσουν εί­κοσι, ερ­χό­σουν από την Ελ­λάδα, απ’ την εξέ­γερση κι από τη φυ­λακή
 βρε­θή­καμε πρώτη φορά μες σ’ ένα κα­φε­νείο όλο κα­πνό, φω­νές, λο­γο­τε­χνία,
 μια εστία μι­κρή, που την κρα­τούσε ζων­τανή ο εν­θου­σι­α­σμός, ενάν­τια στην ανέ­χεια και την πα­γω­νιά εκεί­νου του Φλε­βάρη [12]

Το «κυνήγι της αγριόχηνας», που κρυπτικά μνημονεύει ο Σεφέρης, είναι το γνωστό μυθιστόρημα του Ουώρνερ The Wild Goose Chase, έργο του 1937. Ο «θεληματικός μαραθωνοδρόμος» παραπέμπει βεβαίως στη σεφερική Κίχλη, η οποία γράφεται και εκδίδεται τα χρόνια ακριβώς της γνωριμίας των δύο ανδρών, 1945-48, όταν ο Άγγλος συγγραφέας διευθύνει το British Institute στην Αθήνα, στην καρδιά δηλαδή του ελληνικού  εμφυλίου. Ως προς το περιεχόμενό του, το μυθιστόρημα του Ουώρνερ είναι έργο ευθέως πολιτικό. Σ’ αυτό αντανακλώνται οι πρώιμες μαρξιστικές-σοσιαλιστικές ιδέες του νεαρού τότε συγγραφέα, ιδέες που τις μοιράζεται με τους πολλούς άλλους Βρετανούς συγγραφείς και διανοητές της γενιάς του, όπως οι ποιητές Οίνσταν Χ. Ώντεν και Σέσιλ Νταίυ-Λιούις που υπήρξαν στενοί του φίλοι. Ο δεύτερος ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Ώντεν μάλιστα πήγε εθελοντής στον ισπανικό Εμφύλιο.

*

Ο Rex Warner φωτογραφημένος από τον Γιώργο Σεφέρη

*

Ας δούμε τώρα την αναλογία με τα αυτοβιογραφικά στοιχεία που παραθέτει στο δικό του ποίημα ο Πας. Όπως ο νεαρός Ουώρνερ, ο νεαρός Παπαϊωάννου εμφορείται αρχικά από το απελευθερωτικό ιδεώδες του μαρξισμού. Έτσι συμμετέχει στο ΕΑΜ και στην Εθνική Αντίσταση, τον Μάιο του 1944 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται και μετά τα Δεκεμβριανά περνάει στην παρανομία. Το 1945 καταλέγεται στους νεαρούς αριστερούς διανοουμένους που επιβιβάζεται στο περίφημο Ματαρόα και μεταβαίνει στην Γαλλία η οποία του παρέχει πολιτικό άσυλο και υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές. Ανάμεσα στους συνεπιβάτες, ο στενός του φίλος Κώστας Αξελός, ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Γιάννης Ξενάκης και τόσοι άλλοι. Τόσο ο Ουώρνερ όσο και ο Παπαϊωάννου θα απομακρυνθούν γρήγορα από τον κομμουνισμό και τον μαρξισμό, ο πρώτος ήδη από την υπογραφή του Συμφώνου Ρίμπεντροφ-Μολότωφ προπολεμικά, ο δεύτερος μεταπολεμικά, οπότε μάλιστα θα αναδειχθεί ώς ένας από τους πρωιμότερους και ιδιοφυέστερους κριτικούς του σταλινισμού και των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο Πας, που στρατεύθηκε κι εκείνος στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών στον Ισπανικό Εμφύλιο, δεν έπαψε ποτέ να τονίζει την επιρροή που άσκησε πάνω του η κριτική σκέψη του Παπαϊωάννου. Σε όλο το ώριμο έργο του υπήρξε δριμύς πολέμιος της καταπίεσης και του ολοκληρωτισμού όποιας απόχρωσης, πράγμα που τον φέρνει κοντά και στον όψιμο Σεφέρη της αντιδικτατορικής δράσης.

*

Κώστας Παπαϊωάννου και Οκτάβιο Πας (Ινδία, δεκαετία του 1960)

*

Και τα δύο ποιήματα αμέσως μετά το προοίμιό τους περιέχουν μια σκηνή επιφανείων, μια βαθιά εντυπωτική στιγμή δηλαδή όπου ο χρόνος αίφνης ακινητεί και τα πράγματα παγώνουν καθώς αποκαλύπτουν το βαθύτερο νοημά τους, σκηνή που έρχεται να υπογραμμίσει τη βαθιά και μύχια σχέση που εγκαθιδρύεται ευθύς εξαρχής μεταξύ των νέων φίλων.

Γράφει, λιτά, ο Σεφέρης:

Το φως ταχύ και δυνατό
δάγκωνε κι απολίθωνε τα πάντα.
Περπατούσαμε ανάμεσα
σε ποδήλατα και χαρταετούς
βλέπαμε τα χρώματα μα η κουβέντα μας
παραστρατούσε σ’ εκείνη την ανεπούλωτη φρίκη. 

Και, πληθωρικότερα, ο Πας:

 λες κι η πρα­γμα­τι­κό­τητα είχε απο­γυ­μνω­θεί κι άλλο δεν έμενε παρά η βουβή τρο­χιά ατό­μων και μο­ρίων,
 ένα πλα­τά­γι­σμα ση­κώ­θηκε φτε­ρών πάνω απ’ το κύμα, του ήλιου μια αστρα­ψιά πάνω στα βρά­χια,
 ακού­σαμε το βήμα του νε­ρού πάνω στις πλά­κες τις τε­φρώ­δεις να πλα­νι­έ­ται
 εί­δαμε στο τα­μείο μια πε­τα­λούδα να κουρ­νι­ά­ζει πάνω στης υπαλ­λή­λου το κε­φάλι, να ξε­δι­πλώ­νει τα ολο­φλό­γινα φτερά της και να σκορ­πάει σ’ αν­ταύ­γειες
 αγ­γί­ξαμε τις σκέ­ψεις που σκε­πτό­μα­σταν, τις λέ­ξεις εί­δαμε που εί­χαμε στο στόμα

Και τα δύο ποιήματα μνημονεύουν το ξαναντάμωμα των δύο φίλων σε μια χώρα διαφορετική εκείνης που τους πρωτοένωσε, σε μια περίοδο μάλιστα όπου και οι δύο ποιητές υπηρετούν ως πρέσβεις. Στη Βρετανία ο Σεφέρης την πενταετία 1957-1962, όπου έχει την ευκαιρία να συναναστραφεί περισσότερο τον Ουώρνερ, ο οποίος το 1960 μάλιστα τον φιλοξενεί στο σπίτι του στη Σκωτία. Στην Ινδία ο Πας όπου υπηρετεί ως πρέσβυς το διάστημα 1962-68 και όπου φιλοξενεί και ξεναγεί τον Κώστα Παπαϊωάννου όταν αυτός τον επισκέπτεται στα μέσα της δεκαετίας. Και οι δύο ποιητές περιγράφουν στιγμές περιήγησης στη φύση, αναδρομής στην ιστορία και το παρελθόν, πρωτίστως όμως φιλικής θαλπωρής, ξεγνοιασιάς και γέλιου.

Γράφει ο Σεφέρης:

Πέρασαν χρόνια και σε ξαναβρήκα
στα χώματα με την πλούσια βλάστηση
όπου παραμονεύει κάποτε ο φαρμακερός κισσός
και τα μελετηρά παιδιά μαθαίνουν
να συλλαβίζουν τα σοφά βιβλία
και το λαβύρινθο του έρωτα.
Πάντα μνημόνευες τον Όμηρο και τη γενιά του.
Σ’ ένα τεράστιο δέντρο ο σκίουρος,
σπασμωδική περισπωμένη, σκαρφάλωνε
ολοένα πιο ψηλά και τον εκοίταζες
γελώντας.

Και του «αποκρίνεται» ο Πας:

 Ήρ­θες κά­ποτε στην Ιν­δία απ’ όπου ο Δι­ό­νυ­σος πρω­το­ξε­κί­νησε κι όπου έγινε βα­σι­λιάς ο Μέ­ναν­δρος ο στρα­τη­γός, που εκεί τον λεν Μι­λίντα,
 και όπως ο βα­σι­λέας θαύ­μα­σες κι εσύ πώς οι δι­α­φο­ρές ανά­μεσα στο Εν και το Κε­νόν οδη­γούν­ται σε ταυ­τό­τητα
 και θαύ­μα­σες ακόμη πιο πολύ —γι­ατί το πνεύμα σου έπινε όχι μο­νάχα απ’ της Ιδέας το φως αλλά κι από την κρήνη των μορ­φών—
 στο Μα­χαμ­πα­λι­πού­ραμ βλέ­πον­τας μια έφηβη να περ­πατά ξυ­πό­λυτη πάνω στη μαύρη γη, το φό­ρεμά της μια αστραπή,
 και εί­πες: Α, το κάλ­λος όπως στους και­ρούς του Πε­ρι­κλή! και γέ­λα­σες και η Μαρί Ζοζέ κι εγώ γε­λά­σαμε μαζί σου
 και με τους τρεις εμάς γέ­λα­σαν όλοι οι θεοί και της Μα­χαμ­πχα­ρά­τας οι ήρωες και οι Μπον­τι­σάτβα όλοι από τις σού­τρες,
 ακάθε­κτα έθνη χα­ρα­κώ­ναν τον αι­θέρα: μια ορδή από κό­ρα­κες και, ομο­βρον­τία κα­τα­πρά­σινη, μια ομάδα πα­πα­γά­λοι

Ας προσεχθεί πώς και τα δύο χωρία κλείνουν με μια εικόνα από τη φύση αποκορυφούμενη σε μια δυνατή ποιητική μεταφορά. Από τη μια μεριά έχουμε τον σκίουρο-«σπασμωδική περισπωμένη» του Σεφέρη, από την άλλη τους παπαγάλους-«ομοβροντία καταπράσινη» του Πας.

Και τα δύο ποιήματα βρίθουν από αναφορές στην ιστορία, τη μυθολογία, τη λογοτεχνία και την τέχνη, κατά τον συνήθη τρόπο της μοντερνιστικής ποίησης, αναφορές όμως που εδώ υπογραμμίζουν την πνευματική εγγύτητα των φίλων και τον ζωντανό τους διάλογο. Στο ποίημα του Σεφέρη γίνεται λόγος για τον Όμηρο, τον Θεοτοκόπουλο, τον προφήτη Ιωνά, τον Πικάσσο, τον Τζιακομέττι, την Περσεφόνη και τον ήρωα Μεγακλή. Στο ποίημα του Πας παρελαύνουν ο Πρόκλος, ο Ζαπάτα, ο Νερβάλ, ο Θεόκριτος, ο Μαρξ, μορφές της ινδικής μυθολογίας κ.ά.

Ειδολογικά, και τα δύο ποιήματα είναι εγκώμια. Ο Σεφέρης, όπως είναι ο τρόπος του, εγκωμιάζει εμμέσως τον φίλο του. Έτσι δίνει έμφαση στο βάρος του αποχωρισμού απ’ αυτούς που αγαπάμε και στα εμπόδια που αναβάλλουν το ξαναντάμωμά μας, παρομοιάζει δε το ποιητικό ανάθημα που του αφιερώνει με τιτίβισμα πουλιών.

Ζωή μας είναι πάντα ο αποχωρισμός
κι η πιο δύσκολη παρουσία. […]
 
Τώρα τα εξήντα σου και δεν μπορώ
να σου χαρίσω τίποτε
παρά τούτο τ’ ανώφελο τιτίβισμα.

Ο Πας, όπως είναι ο δικός του τρόπος, εγκωμιάζει ευθέως και μεγαλοφώνως τον φίλο του, τον αντιπαραβάλλει μάλιστα με τον Λυκίδα, ήρωα της φερέτιτλης ελεγείας του Τζων Μίλτον, και παρομοιάζει τους στίχους που του αφιερώνει με τον χτύπο της καρδιάς:

 Δεν ήσουν ο Λυ­κί­δας ούτε πνί­γη­κες σ’ ένα ναυ­ά­γιο στης Ιρ­λαν­δίας τον πόντο,
 ήσουν ο Κώ­στας Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου, ένας Έλ­λη­νας οι­κου­με­νι­κός του Πα­ρι­σιού, με το ένα πόδι στη Βακ­τρι­ανή και το άλλο στους Δελ­φούς,
 κι εί­ναι γι’ αυτό που γράφω τώρα εις μνή­μην σου τους στί­χους τού­τους στο μέ­τρο το ακα­νό­νι­στο της συ­στο­λής και της δι­α­στο­λής,
μια προ­σω­δία της καρ­διάς που επι­μη­κύ­νει τις βρα­χείες συλ­λα­βές και τις μα­κρές βρα­χύ­νει

Και τα δύο ποιήματα σχολιάζουν τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες του καιρού τους. Πιο απαισιόδοξα ο Σεφέρης, που διατυπώνει ένα οξυδερκές σχόλιο για την απουσία του μέτρου από τη σύγχρονη ζωή και τη χαυνωτική δύναμη της τεχνικής και των επινοήσεών της – για τις φωταγωγημένες μεγαλουπόλεις λ.χ. και τα μέσα επικοινωνίας που την ίδια στιγμή μαζοποιούν και απομονώνουν τον άνθρωπο, ακυρώνοντας ακόμη και την παραμυθητική λειτουργία της τέχνης.

Όλα τηλεόραση
δύσκολα γγίζεις κάτι από κοντά.
Μέσα στη ζέστη της ηλεχτρικής νύχτας
σε μιαν αράγιστη μοναξιά βυθού
οι φωταγωγημένοι ουρανοξύστες
δείχνουν τα τζάμια τους γυαλιστερά
σαν το πετσί μεγάλου κήτους
καθώς τινάχτηκε στον αφρό.
Ο πολύχρωμος λαός που τους γέμιζε
ο άμετρος συνωστισμένος λαός
έφυγε τέτοιαν ώρα
γι’ άλλες χαρές και γι’ άλλα καρδιοχτύπια.

Πιο αισιόδοξα ο Οκτάβιο Πας που ενώ στηλιτεύει κι αυτός τις κοινωνικές κακοδαιμονίες, μοιάζει να τις θεωρεί καταστάσεις μόνιμες και ανυπέρβλητες και τονίζει την δωρεά του παρόντος, τις σπάνιες εκείνες στιγμές της συναλληλίας που απελευθερώνουν τον άνθρωπο από τη δίδυμη παγίδα του σκεπτικισμού και του ιδεαλισμού – με τη δύναμη του γέλιου:

 και ναι, μπορούμε να γε­λάμε με τους δρά­κον­τες και να χα­μο­γε­λάμε εμ­πρός στο άδικο με το χα­μό­γελο του Πύρ­ρωνα ή εκείνο του Χρι­στού,
 δι­α­φέ­ρουν με­ταξύ τους μα το χα­μό­γελό τους εί­ναι το ίδιο, υπάρ­χουν δι­ά­δρο­μοι αθέ­α­τοι που ενώ­νουν αμ­φι­βο­λία και πί­στη,
 ελευ­θε­ρία εί­ναι να λες για πάντα την ώρα που λες τώρα, εί­ναι ένας όρ­κος και εί­ναι η τέ­χνη του αι­νί­γμα­τος του δι­ά­φα­νου:
 και εί­ναι το χα­μό­γελο — εί­ναι να λύ­νεις τα δε­σμά του κα­τα­δί­κου και λέ­γον­τας στο τέ­ρας όχι, να λες ναι στον ήλιο τού­της της στι­γμής

Η πολιτική διάσταση των στίχων του Πας φωτίζεται από το μότο του ποιήματος. Εκεί ο ποιητής παραθέτει την ακόλουθη σημείωση του Μίλτον για τον «Λυκίδα»:

In this monody the author bewails a learned friend, unfortunately drowned in his passage from Chester on the Irish Seas, 1637. And by occasion foretells the ruin of our corrupted clergy.

Στη μονωδία αυτή ο συγγραφέας θρηνεί έναν βαθύγνωμο φίλο, που ναυάγησε κατά τον διάπλου του από το Τσέστερ προς την Ιρλανδική Θάλασσα, στα 1637. Και επ’ ευκαιρία προλέγει τον όλεθρο του διεφθαρμένου μας κλήρου.

Στα συμφραζόμενα του Πας, «διεφθαρμένος κλήρος» είναι βεβαίως το πολιτικό ιερατείο των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και τα φερέφωνά του στους κύκλους των διανοουμένων της Δύσης. Στο πρόσωπό του Παπαϊωάννου ο Οκτάβιο Πας τιμά ακριβώς τους λίγους αριστερούς στοχαστές που, με μεγάλο προσωπικό κόστος ενίοτε, έφεραν στο φως το πραγματικό πρόσωπο του σταλινισμού.

Τέλος και τα δύο ποιήματα τελειώνουν με ένα εγκώμιο όχι πλέον αποκλειστικά του τιμώμενου φίλου αλλά της φιλίας εν γένει. Ο μεν Σεφέρης βλέπει στη φιλία όχι μια πρόσκαιρη παραμυθία αλλά την ίδια τη δύναμη της ζωής που μας «παρακινεί» γιατί μας αίρει από τη μοναξιά μας, μια συλλογική φωλιά που το σύμβολό της το βρίσκει στους «φιλέταιρους», λεγόμενους, σπουργίτες, είδος ενδημικό της νότιας Αφρικής. Τα πουλιά αυτά χτίζουν μια ενιαία τεράστια φωλιά όπου συζούν και συνυπάρχουν όλα τα μέλη του σμήνους – προστατευμένα από τους κινδύνους και τις αντιξοότητες που τα περιβάλλουν. Όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωσή του, την μεταφορά αυτή ο Σεφέρης την εμπνεύστηκε από έκθεμα του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης. Έτσι, στο μέσο του ποιήματός του παραβάλλει τους έρημους κατά τις νυχτερινές ώρες ουρανοξύστες της αμερικανικής μεγαλούπολης με τις βρίθουσες από ζωή

φωλιές εκείνου του σπουργίτη
που επονομάζεται φιλέταιρος
—Philetaerus Socius—, τις πολυκύτταρες

Στον επίλογο του ποιήματός του, επανέρχεται στην εικόνα των σπουργιτιών. Μπορεί οι στίχοι που απευθύνει στον φίλο του για τα εξηκοστά του γενέθλια, γράφει, να μην είναι παρά ένα «ανώφελο τιτίβισμα», ωστόσο (κι αυτό το «ωστόσο» στον Σεφέρη εδώ λέει τα πάντα):

Ωστόσο λέω πως μ’ έζωσαν και με παρακινούν
πυκνό κοπάδι τα φιλέταιρα σπουργίτια.  

Αντλημένη από το ζωικό βασίλειο είναι και η εικόνα με την οποία ολοκληρώνει το ποίημά του ο Οκτάβιο Πας. Πρόκειται για μια εικόνα οραματική, όπως γράφει, καθολικής συμφιλίωσης ή, ορθότερα, καταλλαγής, με την παύλεια έννοια, της ειρήνευσης των όντων της Δημιουργίας:

 αργά πή­ραν να ξε­προ­βάλ­λουνε απ’ τα λη­μέ­ρια κι από τα μαντριά οι ταύ­ροι κι οι γε­λά­δες, οι αί­γες, οι όφεις, τα σκυ­λιά,
 κάποια τρυ­γόνα ακούμ­πησε τη γη, ο αη­τός κι η τσί­χλα, ήρ­θανε όνοι και άλογα, ένας κά­προς, ένας γά­τος κι ένας λύγ­κας,
 κι όλα μαζί, τα ζώα τ’ αγρί­μια κι όσα ο άν­θρω­πος ημέ­ρωσε, σε κύ­κλο ει­ρη­νικό πί­ναν το βρό­χινο νερό

Η εικόνα έχει ίσως την καταγωγή της στον Κίπλινγκ και σε παρατηρήσεις παλαιότερων εξερευνητών της Αφρικής που μίλησαν για το φαινόμενο της λεγόμενης «εκεχειρίας του νερόλακκου», της ειρηνικής συνύπαρξης δηλαδή των άγριων ζώων, θηρευτών και θηραμάτων, γύρω από συγκεντρώσεις πόσιμου νερού σε εποχές μεγάλης ξηρασίας. Οι σύγχρονοι βιολόγοι μάλλον αμφισβητούν την ορθότητα αυτών των παρατηρήσεων, ωστόσο η ποιητική χρήση τους δεν χάνει κάτι από τη δύναμή της νομίζω. Άλλωστε, για εκεχειρία πρόσκαιρη πρόκειται, όχι για ουτοπία, για την πλήρη και τελειωτική Σωτηρία που υπόσχονται οι κάθε λογής θρησκευτικοί και πολιτικοί Μεσσίες. Ευφυώς λοιπόν ο Πας την ενθέτει αμέσως πριν από την κατακλείδα του εγκωμίου του προς τον Κώστα Παπαϊωάννου.

 Κώ­στα, στις πα­γω­μέ­νες στάχ­τες της Ευ­ρώ­πης δεν βρήκα το αυγό της ανά­στα­σης:
 στα πό­δια της ανή­λεης Χί­μαι­ρας της πο­τι­σμέ­νης με αίμα, βρήκα το γέ­λιο το δικό σου της κα­ταλ­λα­γής.

Υπάρχουν και άλλες, λιγότερο σημαντικές, συγγένειες των δύο ποιημάτων – ο τρόπος με τον οποίο Σεφέρης και Πας χειρίζονται τις εικόνες και τους συμβολισμούς λ.χ. Τις προσπερνώ. Μια παρατήρηση μόνο μορφική προτού περάσω στο μείζον ερώτημα που ανακύπτει, αν δηλαδή πέραν των ενδοκειμενικών υπάρχουν και εξωκειμενικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν τη σχέση των δύο ποιητών μεταξύ τους, με άλλα λόγια αν έχουμε άμεσες μαρτυρίες ότι ο Πας είχε μελετήσει και κατά πόσο τον Σεφέρη και το έργο του. Το «Γράμμα» του Σεφέρη είναι γραμμένο σε ελεύθερους ανισομήκεις και κάποτε ετερόρρυθμους στίχους. Αντιθέτως, το ποίημα του Μεξικανού είναι γραμμένο σε verset, στο ομοιόρρυθμο μακρύστιχο εδάφιο δηλαδή, που στην νεώτερη ποίηση απαντά ιδίως στον Κλωντέλ. Ωστόσο, σε τέτοιο στίχο είναι γραμμένα αρκετά άλλα ποιήματα του Σεφέρη, όπως ξέρουμε – για «κλωντελική περιοδoλογία» μιλούσε ήδη ο Παλαμάς στην επιστολή του για την Στροφή. Ανάμεσά τους μάλιστα βρίσκεται ένα που απευθύνεται επίσης σ’ έναν ξένο φίλο, το “Les anges sont blanc” του 1939, που είναι αφιερωμένο στον Χένρυ Μίλλερ και ο Σεφέρης το περιέλαβε στο Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄.[13] Και αυτό το ποίημα παρουσιάζει κάποιες, αν και πολύ ασθενικότερες αναλογίες με το ποίημα του Οκτάβιο Πας – πλάι στη χρήση του verset, η πληθωρική του εικονοπλασία είναι το κυριότερο. Δεν αποκλείω λοιπόν να αποτέλεσε δευτερεύουσα πηγή του ποιήματος του Πας.

Ότι ο Πας γνώριζε τον Σεφέρη και το έργο του το μαθαίνουμε από τον ίδιο. Πέρα από κάποιες γενικόλογες αναφορές που κάνει σε δοκίμιά του στη συμβολή των Ελλήνων ποιητών στη μοντέρνα ποίηση του 20ού αιώνα, ο Μεξικανός ποιητής μνημονεύει τον Σεφέρη και ειδικότερα. Και αυτή του η μνεία έχει την ενδιαφέρουσα ιστορία της. Το διάστημα 1965-68 πρέσβυς του Μεξικού στην Αθήνα είναι ο γνωστός συγγραφέας και ποιητής Χάιμε Γκαρσία Τερρές (1924-1996). Ο Γκαρσία Τερρές έχει διπλή ιδιότητα: αφενός μεν, είναι παλαιός και στενός φίλος του Οκτάβιο Πας, με τον οποίο αλληλογραφούν και συνεργάζονται σε ποικίλες περιστάσεις επί δεκαετίες. Αφετέρου δε, είναι θερμός εραστής και εξαίρετος γνώστης της σύγχρονης Ελλάδας, καταθέτει μάλιστα την ελληνική εμπειρία του σε δύο βιβλία (Grecia 60: Poesía y verdad, 1962, και Reloj de Atenas, 1977) που καταλέγονται στα σημαντικά ταξιδιωτικά βιβλία της μεξικανικής λογοτεχνίας.

*

Jaime García Terrés

*

Ο Γκαρσία Τερρές  είναι συστηματικός μεταφραστής και διαδότης της ελληνικής ποίησης στον ισπανόφωνο κόσμο. Συγκεκριμένα αποδίδει ποιήματα του Σικελιανού, του Καβάφη, του Εμπειρίκου, του Ελύτη, κυρίως όμως του Γιώργου Σεφέρη. Με τον Σεφέρη ο Γκαρσία Τερρές θα γνωριστεί προσωπικά στη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα, οπότε και θα τον επισκεφτεί στο σπίτι της οδού Άγρας και θα αρχίσουν να αλληλογραφούν. Τώρα, στις επιστολές του Οκτάβιο Πας προς τον Γκαρσία Τερρές, που εκδόθηκαν το 2017[14], περιλαμβάνεται μία όπου ο Πας επαινεί τις σεφερικές μεταφράσεις του φίλου του, σημειώνει μάλιστα ότι συζήτησε γι’ αυτές με τον Οδυσσέα Ελύτη[15]. «Tu traducción de Seferis es muy buena. Hablé de ella con Elytis»[16].

Στις σεφερικές μεταφράσεις του Γκαρσία Τερρές δεν περιλαμβάνεται το «Γράμμα στον Rex Warner», θεωρώ όμως βέβαιο ότι ο Πας το γνώριζε είτε από τη δημοσίευση της μετάφρασης του Κήλυ στο Encounter το 1970, είτε από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Σεφέρη στο Princeton University Press το 1976, είτε από κάποια άλλη ενδεχομένως γαλλική ή ισπανική μετάφρασή του.

Προσθέτω εδώ ότι ο Τερρές απευθύνει προς τον Σεφέρη το 1970 ένα δικό του ποιητικό εγκώμιο, τιτλοφορούμενο «Στίχοι προς Έλληνα φίλο», εντελώς άλλου ύφους ωστόσο. Το ποίημα δεν ξέρω τι εντύπωση έκανε στον Σεφέρη. Όταν ο Τερρές του το στέλνει, έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, του απαντά, όπως ο Μεξικανός ποιητής σημειώνει, με δέκα εμφατικές λέξεις («diez rotundas palabras») στα γαλλικά: «Je viens de recevoir le poème.Vous avez raison. Merci.» «Μόλις έλαβα το ποίημα. Έχετε δίκιο. Ευχαριστώ.» Ο Γκαρσία Τερρές σχολίασε ως εξής αυτό το συβιλλικό «Έχετε δίκιο»:

Απάντηση, χωρίς αμφιβολία, επαρκής. Η καθαρή ελληνική αρχοντιά του Σεφέρη περιφρουρούσε την οικονομία της γλώσσας. Μια βραδιά όταν τον ρώτησα για τη στάση του απέναντι στο θάνατο, είπε: «Τον περιμένω με τρυφερότητα…» Κι αυτό ήταν όλο.[17]

Τον Σεφέρη και τον Πας όμως συνδέει και ο ίδιος ο Κώστας Παπαϊωάννου. Για τις επαφές του Έλληνα ποιητή με τον εγκατεστημένο στο Παρίσι φιλόσοφο έχουμε τη μαρτυρία του Λάκη Αποστολόπουλου που είχε την ευκαιρία να δει τη βιβλιοθήκη του Παπαϊωάννου μετά τον θάνατό του:

ορισμένοι της Γενιάς του ’30, όπως ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, έστελναν σχεδόν συστηματικά […] τις ποιητικές συλλογές τους στον Παπαϊωάννου με αφιερώσεις[18]

Στη γνωστή συνέντευξή του προς το περιοδικό Επίκαιρα το 1975, ο Παπαϊωάννου αναφέρεται ονομαστικά όχι μόνο στον Σεφέρη, αλλά και σε κατ’  εξοχήν σεφερικά θέματα όπως ο Μακρυγιάννης ως σημαδιακή μορφή του νέου ελληνισμού και η ανησυχία εμπρός στην επαπειλούμενη εξάλειψη της ιδιαιτερότητας των γλωσσών και των πολιτισμών[19]. Γενικά, σε πολλά ζητήματα, στην αίσθηση του τραγικού, στο αίτημα για την δημιουργία ενός γνήσιου ελληνικού ελληνισμού, στη σημασία που και οι δύο αποδίδουν στην έννοια του μέτρου και της δικαιοσύνης, οι θέσεις του Σεφέρη με εκείνες του Παπαϊωάννου συγγενεύουν στενά.

Εύλογη θεωρώ συνεπώς την εικασία ότι ο Πας θα είχε την ευκαιρία να συζητήσει με τον επιστήθιο φίλο του για το έργο του Σεφέρη, όπως γνωρίζουμε ότι το έκανε με τον Γκαρσία Τερρές και τον Ελύτη, ενδεχομένως και με άλλους Έλληνες συνομιλητές του, τον Κορνήλιο Καστοριάδη λ.χ. ή τον Κώστα Αξελό. Και ότι, όταν θέλησε να τιμήσει μεταθανατίως τον Παπαϊωάννου, εμπνεύστηκε συνειδητά από το σεφερικό εγκώμιο προς τον Ουώρνερ. Από μόνη της η συμμετρία των δύο ποιημάτων, όπως είπα και στην αρχή, είναι σημαίνουσα: στη μία περίπτωση, ένας Έλληνας ποιητής τιμά ένα ξένο φίλο, στην άλλη, ένας ξένος ποιητής τιμά έναν Έλληνα φίλο. Και συνιστά μια χειρονομία διπλή –προς τον εταίρο αλλά και προς τον ομότεχνο– βαθύτατα συγκινητική.

Γενικά, οι παράλληλες, εφαπτόμενες ή διασταυρούμενες πορείες αυτών των τριών προσωπικοτήτων, του Σεφέρη, του Πας και του Παπαϊωάννου, είναι ένα συναρπαστικό θέμα μελέτης για όποιον έχει τη δυνατότητα να το ερευνήσει από πιο κοντά. Τονίζω τη λέξη «δυνατότητα» διότι το μεν Αρχείο Παπαϊωάννου απόκειται σε κάποιο ίδρυμα των Αρδεννών, στη Νορμανδία της Γαλλίας, το δε αρχείο και η βιβλιοθήκη του Οκτάβιο Πας σε μεγάλο βαθμό χάθηκαν στην πυρκαγιά που κατέστρεψε το διαμέρισμά του στο βουλεβάρτο Paseo de la Reforma της Πόλης του Μεξικού το 1996. Πιστεύω πάντως ότι μια ενδελεχής έρευνα των δημοσιευμένων έργων και της αλληλογραφίας του Πας που, φευ, είναι αδύνατο αυτή τη στιγμή να επιχειρηθεί από την Ελλάδα, θα μας δώσει και άλλα ευρήματα για τη σχέση του με τον Σεφέρη.

Σημειώνω πρόχειρα άλλα δύο ακόμη θέματα που τους φέρνουν κοντά και θα άξιζε να ερευνηθούν. Το πρώτο είναι η περί μεξικανικότητος αντιλήψεις του Οκτάβιο Παζ σε αντιπαραβολή με τις αντιλήψεις περί ελληνικότητος του Σεφέρη – το πεδίο εδώ είναι τεράστιο, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του Πας, ο Λαβύρινθος της μοναξιάς του 1950, είναι αφιερωμένο ακριβώς στο ζήτημα της mexicanidad, της μεξικανικής ταυτότητας. Και το δεύτερο είναι η έμπρακτη στάση τους απέναντι στα αυταρχικά καθεστώτα της πατρίδας τους. Θυμίζω ότι ο Μεξικανός ποιητής τον Οκτώβριο του 1968 παραιτήθηκε από τη διπλωματική υπηρεσία της χώρας του διαμαρτυρόμενος για τη λεγόμενη «Σφαγή του Τλατελόλκο», την πολύνεκρη καταστολή μιας ειρηνικής πορείας φοιτητών στην Πόλη του Μεξικού τις παραμονές των εκεί Ολυμπιακών Αγώνων. Η παραίτηση του ήδη τότε διάσημου στο εξωτερικό ποιητή έστρεψε την προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης στις πολιτικές συνθήκες του τόπου του – όπως ακριβώς έγινε μερικούς μήνες αργότερα, σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση, με τη «Δήλωση» του Γιώργου Σεφέρη κατά των Συνταγματαρχών.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
Χαλάνδρι-Αγία Νάπα, Νοέμβριος 2021

*

*

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Κώστας Κουτσουρέλης, «‘‘ένα είδος γλωσσικής ταχυδακτυλουργίας’’»: Ο διάλογος Κ. Τσάτσου – Γ. Σεφέρη ογδόντα χρόνια μετά”» στο Γιώργος Γεωργής – Φώτος Κίκιλλος (επιμ.), Και βλέπεις το φως του ήλιου. Πρακτικά Γ΄ Σεφερικού Συμποσίου στην Αγία Νάπα, Δήμος Αγίας Νάπας, Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου, Λευκωσία 2021, σ. 195-209.
[2] Κώστας Κουτσουρέλης, «Σεφέρης – Καζαντζάκης: ένας ‘‘διάλογος’’», The Books’ Journal, τχ. 105, Ιανουάριος 2020, σ. 39-42. Αναδημοσίευση: https://booksjournal.gr/kritikes/logotexnia/3394-seferis-kazantzakis-enas-dialogos  [1.11.2021]
[3] Octavio Paz, Kostas, Edición bilingüe, Traducción al francés de Claude Roy, Ediciones Papeles Privados, Μεξικό, Μάρτιος 1984. Τυπώθηκαν 650 αντίτυπα, τα 180 εκτός εμπορίου.
[4] Octavio Paz, Árbol adentro, Seix Barral, Μεξικό 1987, σ. 74-80.
[5] Octavio Paz, «Kostas Papaioannou», translated  by Eliot Weinberger, The Massachusetts Review, Vol. 27, No. 3/4, Fall-Winter, 1986, σ. 571-574.
[6] Kostas Papaioannou, La consagración de la historia, Introducción Octavio Paz, Fondo de Cultura Económica, Μεξικό 1990, σ. 7-16.
[7] Octavio Paz, Obras completas, τόμος 12: Obra poética II (1969-1998), Círculo de Lectores,  Fondo de Cultura Económica, Μεξικό 2004, σ. 129-132.
[8] Βλ. Ελένη Αντωνιάδου, «Γιώργου Σεφέρη ‘‘Τα αφιερωμένα’’: Γ.Π. Σαββίδης, Rex Warner», The Books’ Journal, τεύχος 105, Ιανουάριος 2020, σ. 56-60. Αναδημοσίευση: https://booksjournal.gr/pezografia/3396-giorgou-seferi-ta-afieromena-g-p-savvidis-rex-warner [1.11.2021]
[9] George Seferis, «Letter to Rex Warner»,  Encounter, February 1970, σ. 68-69. Βλ. επίσης: George Seferis, Collected Poems 1924-1955, Princeton University Press, 1976, σ. 433-437.
[10] Γιώργος Σεφέρης, Γράμμα στον Rex Warner, πάροικο του Storrs, Connecticut, U.S.A., για τα εξήντα του χρόνια, Δίγλωσση έκδοση, Μετάφραση στα αγγλικά Edmund Keeley, Αθήνα 20 Nοεμβρίου 1972. Τυπώθηκαν 500 αντίτυπα εκτός εμπορίου.
[11] Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο γυμνασμάτων Β΄, Ίκαρος, 21993· το ποίημα στις σελίδες 41-44.
[12] Οκτάβιο Πας, Ηλιόπετρα, Εισαγωγή-Μετάφραση-Επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης, Δίγλωσση έκδοση, Gutenberg, 22015· το ποίημα στο ‘‘Παράρτημα’’, σ. 91-107.
[13] Βλ. την υποδειγματική ανάλυση του Χρήστου Δ. Αντωνίου, «Πληροφορίες και σχόλια για το ποίημα του Σεφέρη ‘‘Les anges son blanc’’», Περί ου, 20.12.2017 [1.11.2021].
[14] El tráfago del mundo. Cartas de Octavio Paz a Jaime García Terrés 1952-1986, Compilación, Prólogo y Notas de Rafael Vargas, Fondo de Cultura Económica, Μεξικό 2017.
[15] Τη γνωριμία του Πας με τον Ελύτη τη γνωρίζουμε και από μαρτυρία του τελευταίου, βλ. στον τόμο Ο. Ελύτης, Συν τοις άλλοις: 37 συνεντεύξεις , Ίκαρος, 2011, σ. 298.
[16] Αντλώ το παράθεμα εμμέσως, από τη βιβλιοκρισία του  David Noria, “Octavio Paz y Jaime García Terrés: surtidores de otros vientos”, https://zonaoctaviopaz.com/detalle_conversacion/110/octavio-paz-y-jaime-garcia-terres-surtidores-de- [1.11.2021]. Καθώς δεν κατόρθωσα να δω την έκδοση, δεν αποκλείω να υπάρχουν σε αυτήν και άλλες αναφορές στον Σεφέρη.
[17] Giórgos Seféris, Breve antología, Versiones y Presentación de Jaime García Terrés, Universidad Nacional Autónoma de México, Μεξικό, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη 2007, σ. 26 (πρώτη έκδοση 1969). Για τη σχέση και την αλληλογραφία των δύο ανδρών, βλ. επίσης Γιάννης Σουλιώτης, «‘‘Είναι κρίμα που δεν ξέρω κάτι από τη γλώσσα σου…’’ Ανέκδοτες επιστολές του Γιώργου Σεφέρη και του πρώην μεξικανού πρεσβευτή Jaime Garcia Terres», Τα Νέα, 15.5.2021. Και στον ιστότοπο της εφημερίδας:  https://www.tanea.gr/print/2021/05/15/lifearts/einai-krima-pou-den-ksero-crkati-apo-ti-glossa-sou/  [1.11.2021].
[18] Καβάφεια 2006: Αφιέρωμα στον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου. Δεκατέσσερις εισηγήσεις, Προλογικό σημείωμα Α. Αποστολόπουλος, Επιμέλεια Δ. Αρμάος, Αθήνα 2008, σ. 355.
[19] Κώστας Παπαϊωάννου, «Το ελληνικό πρόσωπο και η Δύση», Επίκαιρα, τχ. 373, 25 Σεπτεμβρίου 1975, όπως αναδημοσιεύεται τώρα στο ιστολόγιο Αναγράφω, http://anaghrapho.blogspot.com/2011/12/blog-post.html [1.11.2021].

*

*