Ο Οκτάβιο Πας νεκρολογεί τον Κώστα Παπαϊωάννου

paz-y-kostas

Κ. Παπαϊωάννου και Ο. Πας (Ινδία, δεκαετία του 1960)

*

«Αν κάποιος από τους ανθρώπους που συναναστράφηκα αξίζει το χαρακτηρισμό  φίλος, με την έννοια που απέδιδαν στον όρο οι αρχαίοι φιλόσοφοι, αυτός είναι ο Κώστας. Τον γνώρισα στο Παρίσι του 1946, ένα Παρίσι δίχως αυτοκίνητα, δίχως τρόφιμα, με δριμύ ψύχος και ακμάζουσα μαύρη αγορά. Από τότε και έως το θάνατό του υπήρξαμε φίλοι. Ποτέ δεν αντιλήφθηκα στη συμπεριφορά του ίχνος συμφεροντολογίας, εγωισμού, φθόνου ή άλλου μικροπρεπούς συναισθήματος. Η δε γενναιοδωρία του δεν γνώριζε όρια. Ο Κώστας ήταν φτωχός αλλά πλούσιος σε ιδέες και γνώσεις, που και τις δύο τις χάριζε στους φίλους και ακροατές του απλόχερα και με αξιοθαύμαστη φυσικότητα.»

Η νεκρολογία αυτή του Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας (1914-1998) για τον Έλληνα φίλο του, τον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου  (1925-1981), δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Letras libres (τχ. 65, Πόλη του Μεξικού, Απρίλιος 1982). Περιέχεται στον δεύτερο τόμο των Απάντων του Ο.Π. (Obras completas, Μεξικό 1994 κ.ε.) και σε μεγάλο βαθμό είναι κείμενο παράλληλο, σιαμαίο θα λέγαμε, του «Κώστα», του περίφημου ποιήματος που ο Πας αφιέρωσε στη μνήμη του Παπαϊωάννου δύο χρόνια αργότερα και έχει έκτοτε επανειλημμένα μεταφραστεί στα ελληνικά. Η παρούσα μετάφραση βασίστηκε στο κείμενο της πρώτης δημοσίευσης.

~.~

ΟCTAVIO PAZ

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
( 1925-1981 )

Μετάφραση Έλενας Σταγκουράκη

Στις 18 Νοεμβρίου της περασμένης χρονιάς πέθανε ο Κώστας Παπαϊωάννου. Αν κάποιος από τους ανθρώπους που συναναστράφηκα αξίζει το χαρακτηρισμό «φίλος», με την έννοια που απέδιδαν στον όρο οι αρχαίοι φιλόσοφοι, αυτός είναι ο Κώστας. Τον γνώρισα στο Παρίσι του 1946, ένα Παρίσι δίχως αυτοκίνητα, δίχως τρόφιμα, με δριμύ ψύχος και ακμάζουσα μαύρη αγορά. Από τότε και έως το θάνατό του υπήρξαμε φίλοι. Ποτέ δεν αντιλήφθηκα στη συμπεριφορά του ίχνος συμφεροντολογίας, εγωισμού, φθόνου ή άλλου μικροπρεπούς συναισθήματος. Η δε γενναιοδωρία του δεν γνώριζε όρια. Ο Κώστας ήταν φτωχός αλλά πλούσιος σε ιδέες και γνώσεις, που και τις δύο τις χάριζε στους φίλους και ακροατές του απλόχερα και με αξιοθαύμαστη φυσικότητα. Η μόρφωσή του ήταν στέρεη, η καλλιέργειά του ευρεία: από το νεοπλατωνισμό του Πρόκλου και τον Χέγκελ, τον Μαρξ και τον Μάρλοου, την ελληνοβουδιστική τέχνη και την ποίηση του Τζων Νταν, ώς την αρχαϊκή ελληνική θρησκεία, τον Μπάστερ Κήτον, τα ποικίλα είδη της τζαζ και τον Μονταίνιο. Όπως και οι υπόλοιποι φίλοι του, του οφείλω πολλά. Και όμως, η πνευματική οφειλή μου, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν συγκρίνεται με όλα τα υπόλοιπα: τη χαρά, την εμπιστοσύνη, την ακεραιότητα, τη διαύγεια της κρίσης, την καλοσύνη, το χαμόγελο και το γέλιο, την αλληλεγγύη, με μια λέξη, το βλέμμα το όλο ζωντάνια και ειρωνεία με το οποίο χαιρέτιζε κάθε αυγή την ανατολή του ήλιου και ήταν ο ολόδικός του τρόπος να λέει Ναι στη ζωή, ακόμη και τις πιο δύσκολες στιγμές. Αδιάφθορος, δεν αποζήτησε ποτέ του τιμές, απολαβές, αξιώματα ή εξουσία. Έζησε απολαμβάνοντας το «εδώ» και το «τώρα». Αποζητούσε τη φιλία, την αγάπη και τη γνώση. Δεν υπήρξε άπληστος, ούτε όμως υποτιμούσε τα δώρα της ζωής﮲ η ηδονή –έλεγε, μνημονεύοντας τον Αριστοτέλη– δεν είναι εχθρός ούτε της σοφίας ούτε της αγαθότητας.

Υπέστη φυλακίσεις, εξορίες και στερήσεις. Η τότε αντιδραστική ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να του εκδώσει διαβατήριο και έτσι έζησε κάμποσα χρόνια περίκλειστος εντός των συνόρων της Γαλλίας, της χώρας που του είχε παραχωρήσει άσυλο. Δεδομένης της δίψας του για ταξίδια, διέτρεξε όλη τη χώρα, κάποτε πεζή, με τη γυναίκα του Νίτσα. Έτσι, κατόρθωσαν να γνωρίσουν όσο ελάχιστοι τα μνημεία, την αρχιτεκτονική, την τέχνη και τα τοπία της Γαλλίας. Διανοητικά και πολιτικά είχε γαλουχηθεί με τη μαρξιστική παράδοση και ήταν αυτή ακριβώς η βαθειά γνώση του εν λόγω πεδίου που τον οδήγησε να ασκήσει κριτική ενάντια στον ολοκληρωτικό «σοσιαλισμό». Επί έτη συναπτά συνεργάστηκε με το περιοδικό του Μπόρις Σουβαρίν Le Contrat Social. Αργότερα σύναψε φιλία με τον Ρεϋμόν Αρόν και συνεργάστηκε μαζί του στο πανεπιστήμιο, καθώς και στο περιοδικό Commentaire. Τα δοκίμια και τα άρθρα του τού εξασφάλισαν την αναγνώριση στον κύκλο των ειδημόνων, τη μόνη που πραγματικά μετράει. Θυμάμαι μια φορά που, προς τη δύση της ζωής του και με κάποιες από τις ιδεολογικές και πολιτικές ψευδαισθήσεις του να φθίνουν, ο Λυσιέν Γκολντμάν μού σχολίασε: «Ο Κώστας ήταν ο φάρος μας. Έβλεπε πιο ξεκάθαρα και πριν από όλους μας σχεδόν». Πόσο δίκιο είχε.

Για να δώσω ένα παράδειγμα της διαφωτιστικής επίδρασης τού Κώστα: Στο μεταπολεμικό Παρίσι, το ταραγμένο από τις αντιπαραθέσεις μεταξύ Καμύ, Μπρετόν, Σαρτρ, Νταβίντ Ρουσσέ και των κομμουνιστών, γινόταν πολύς λόγος για το βιβλίο τού Μερλώ-Ποντύ Ουμανισμός και Τρόμος, μια ευφυή –αν και άστοχη– υπεράσπιση του μασκαρεμένου πίσω από ιστορικά επιχειρήματα σταλινισμού. Ο Κώστας κατέρριψε την επιχειρηματολογία του Γάλλου φιλοσόφου, βοηθώντας μας να δούμε ξεκάθαρα. Ο Μερλώ-Ποντύ, όπως και ο Σαρτρ, έπεφτε στη λογική πλάνη του ἐν αρχῇ αἰτεῖσθαι. Αμφότεροι θεωρούσαν το σοβιετικό καθεστώς επαναστατικό και σοσιαλιστικό εξ ορισμού, παρά τις οφθαλμοφανείς κοινωνικές αδικίες και τα εγκλήματα που εκείνο διέπραττε. Οι δύο Γάλλοι φιλόσοφοι δεν έπραξαν με την ΕΣΣΔ ό,τι ο Μαρξ έπραξε με τον καπιταλισμό: την αντιπαραβολή των προϋποθέσεων με την πραγματικότητα, ώστε να εξακριβωθεί η πραγματική φύση, κοινωνική και ιστορική, της γραφειοκρατικής αυτής δικτατορίας. Χρόνια αργότερα, ο Κώστας εξέδωσε το δοκίμιο Η ψυχρή ιδεολογία (L’ ideologie froide). Γραμμένο με ιδιαίτερη ένταση, οξύτητα πνεύματος και γνώση του αντικειμένου, συνιστά ένα από τα λαμπρότερα και περιεκτικότερα σύγχρονα κριτικά κείμενα ενάντια στον σκοταδισμό εκείνο που σφετερίστηκε το όνομα και την παράδοση του σοσιαλισμού.

Αγαπούσε το ελισαβετιανό θέατρο και τη ζωγραφική του Ματίς, την ινδική μουσική και την ποίηση του Μπονφουά. Αξιομνημόνευτες οι μελέτες του με θέμα την ελληνική τέχνη, αλλά και τη βυζαντινή και ρωσική ζωγραφική, όπως και οι συλλογισμοί του ως προς τις απαρχές του σύγχρονου πνεύματος. Τη μέρα που τα διάσπαρτα δοκίμια και άρθρα του θα συγκεντρωθούν επιτέλους σε έναν αυτοτελή τόμο, θα γίνει εμφανές ότι η σκέψη του είναι μία από τις πλουσιότερες και πιο πολύπλευρες της εποχής. Στις σελίδες του αφιερώματος που το Commentaire εξέδωσε προς τιμήν του φίλου μας, ο διευθυντής του περιοδικού, Ζαν Κλωντ Καζανοβά, προανήγγειλε τη δημοσίευση μιας εκτενούς βιβλιογραφικής καταγραφής των γραπτών του Κώστα σε προσεχές τεύχος, αλλά την πρόθεση μιας ομάδας φίλων και μαθητών του να συγκεντρώσουν τις εργασίες του σε έναν ή δύο τόμους. Ευχής έργον!

Την άνοιξη του 1981, η γυναίκα μου κι εγώ περάσαμε κάποιες μέρες στο Παρίσι. Ο Κώστας είχε μόλις εισαχθεί στο νοσοκομείο. Τον επισκεφτήκαμε κάμποσες φορές και μας εξέπληξαν η διαύγεια και η ευδιαθεσία του. Οι φίλοι του τον επισκέπτονταν και το δωμάτιο νοσηλείας του μετατρεπόταν σε λογοτεχνικό στέκι, όπου μπορούσε να συναντήσει κανείς τον Ρεϋμόν Αρόν, τον Κλωντ Ρουά, τη Λολέ Μπελλόν, τον Αλαίν Μπεσανσόν, τους Φιλίπ και Κάρμεν Μεγιέ, τον Πιέρ Νορά, τον Λε Ρουά Λαντυρί, τον Φρανσουά Φουρέ και άλλους. Κατάφερε μάλιστα –άγνωστο με ποιο τερτίπι, όπως την εποχή που ήταν φοιτητής– να ξεγελάσει τους φύλακες του νοσοκομείου και να συναντηθεί με τους φίλους του στο μπιστρό της γωνίας. Με την επιστροφή μας στο Μεξικό, πληροφορηθήκαμε ότι η επέμβαση είχε πάει καλά. Σε λίγους μήνες όμως παρουσίασε νέα υποτροπή και η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε. Το καλοκαίρι το πέρασε στην Ελλάδα· δεν ήθελε να πεθάνει προτού ξαναδεί το αγαπημένο του νησί, τη Σκύρο. Επέστρεψε σε πολύ άσχημη κατάσταση, όπως μου ανέφερε σε γράμμα του ο Κορνήλιος Καστοριάδης, συνταξιδιώτης του στο πλοίο: «Ο Κώστας έχει μαραζώσει, αλλά διατηρεί απτόητο το ηθικό και τη διαύγειά του». Αργότερα, σε άλλο γράμμα, η Κάρμεν Φιγκερόα Μεγιέ μου διηγήθηκε τις τελευταίες εβδομάδες του, τη σωματική αποσύνθεση αλλά την έμμονη επιθυμία του να κατανοήσει. Ένα τηλεγράφημα τού Κλωντ Ρουά μού ανακοίνωσε το τέλος. Ο Κώστας πέθανε όπως πεθαίνουν οι αγαθοί.

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΖ

*

Η πρώτη δημοσίευση της νεκρολογίας τον Απρίλιο του 1982. Οι χρονολογίες γεννήσεως και θανάτου του Παπαϊωάννου που αναγράφονται δεν είναι οι ορθές.

*