ΝΠ | Αφηγήματα

Σταυριδάκι ή ζωάκι;

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι αληθινοί παράδεισοι είναι εκείνοι που έχουμε χάσει.
MΑRCEL PROUST

Ανεβαίνοντας την ανηφόρα του Αγίου Χριστοφόρου, απ’ την αριστερή πλευρά, και προσπερνώντας τα γκλουβισάνικα αχούρια του Πρίκωλου και του Βιτσέλια, έβλεπες μπρος σου το καφενείο του μπαρμπα-Νίκου.

Το θηλυκό κυπαρίσσι –με τ’ απλωμένα κλαριά– στην αυλή βούιζε απ’ τα τσιροπούλια τον χειμώνα κι απ’ τα τζιτζίκια το καλοκαίρι. Καρφωμένη στον κορμό του –σαν την επιγραφή στον σταυρό του Χριστού– η πινακίδα της στάσης του ΚΤΕΛ.

Λίγα τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες με ψάθινα καθίσματα περίμεναν τον Νάσο, τον Μήτσο, τον Δρόση, τον Χρήστο, τον Σπύρο, τον Λάμπρο, τον Οδυσσέα και τον Χαρίλαο να ξεκινήσουν την παράσταση: ν’ αλληλοτσακωθούν, ν’ αλληλοσκοτωθούν, ν’ αλληλοκεραστούν· να ορίσουν την ώρα που ο νεριάρης θ’ ανοίξει την βάνα στο δικό τους αυλάκι για να ποτίσουν· ν’ ανακατώσουν τα τραπουλόχαρτα, να βροντοχτυπήσουν τα πούλια στα τάβλια, να χύσουν στα ποτήρια τα ξίδια, να φλακιάσουν τις τσιγάρες τους και να πουν παλαιές ιστορίες με μισόκλειστα μάτια, για σπορές και γεννήματα, για προξενιά και παντρολογήματα, για κυνήγια και ψαρέματα.

Κατόπιν έρχονταν απ’ τ’ αχούρια τους οι Γκλουβισάνοι. Στα φτωχοκάλυβα τούτα οι αγρότες της Εγκλουβής –του ορεινού χωριού που βρίσκεται πίσω απ’ την Ελάτη– έμεναν προσωρινά, ώσπου να μαζέψουν τις ελιές τους. Κατέβαιναν απ’ το βουνό με κάτι πανύψηλα μουλάρια, που δάγκωναν αγριεμένα τα χαλινάρια τους.

Η πρώτη γυναίκα του παππούλη μου, η Κυριακή, ήταν απ’ την Εγκλουβή – Πατράλαινα. Ο θρύλος θέλει για κάποια πρόγονό της –την προ-προβαβά μου την Βαγγελιώ– να σκοτώνεται με δόλο από τ’ αδέρφια της ο Αργύρης ο ντελμαντζής, επειδή της είπε «τι άσπρο ποδάρι πόχεις, ωρή Βαγγελιώ». Για το Κοντρί του Αργύρη –που δεν είναι αυτό που δείχνουνε στο Δημοσάρι–  κάνει λόγο ο Βαλαωρίτης στο «Ξεριζωμένο δέντρο»:

Πέρνα, ποτάμι, μέριασε, σύρε να σκιάζεις άλλους,
εμέ μ’ επάτησε βαρύ ποδάρι ανδρειωμένου,
μ’ εστοίχειωσε το αίμα του, κ’ είμαι θεμελιωμένο,
για να φωνάζω ανάθεμα σ’ εκείνους που προδίνουν.
Είμαι τ’ Αργύρη το κοντρί, είμαι τ’ Αργύρη ο τάφος…

Όλα αυτά –και άλλα πολλά– συζητιόντανε στα καφενεία τότενες, λες και γινήκανε μόλις χτες και δεν συμβήκανε πριν κάτι αιώνες. Εκεί μάθαινες όλους τους αγίους –απ’ τα βλαστήμια– κι όλη την Πατριδογνωσία που δεν διδάσκονταν στο σχολείο. Εκεί βλέπαμε, καμιά φορά, το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι και την Μάχη, με τον λοχία Σώντερς, πριν καταφθάσουν οι μεγάλοι. Η τηλεόραση του μπαρμπα-Νίκου ήταν η καλή νεράιδα με τ’ ασπρόμαυρα παραμύθια. (περισσότερα…)

Μωβ, φίδι, καρέκλα

*

ΜΩΒ, ΦΙΔΙ, ΚΑΡΕΚΛΑ: 3 ΛΕΞΕΙΣ

Υπάρχει ένας πλανήτης όπου εξορίζονται όσοι έχουν χάσει τον προορισμό τους πάνω στη γη. Χθες, έφτασε στον πλανήτη μια ΜΩΒ μπάλα. Έπαιζε με αυτήν στην εξοχή ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα ΦΙΔΙ. Το κορίτσι τρόμαξε τόσο, ώστε η μπάλα τού έφυγε από τα χέρια και έπεσε στο ποτάμι. Έτσι, κατέληξε στον πλανήτη με τους απόκληρους.

Σήμερα πάλι, έφτασε στον πλανήτη μία ΚΑΡΕΚΛΑ. Καθόταν σε αυτή με τις ώρες ένας παππούς μόνος και του άρεσε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά που έπαιζε με μια μωβ μπάλα. Το πρωί, όμως, ο παππούς πέθανε. Η καρέκλα άδειασε και κατέληξε στον πλανήτη των παρείσακτων. Δεν είχε πια προορισμό.

///

ΤΑ ΑΠΟΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ

Είναι κάτι λέξεις που περισσεύουν, που δεν έχουν τόπο να σταθούν. Παράταιρες για το νόημα, παράφωνες για το μέτρο. Γυρεύουν τόπο να σταθούν, να βρουν την αναπνοή τους μα όλο τις διώχνει το κύρος του ποιητή, η σοβαρότητα του στίχου.

Πώς να το κάνουμε; Είναι κατώτερες των περιστάσεων. Γκρεμίζονται απ’ την άκρη αυστηρών κοκκάλινων γυαλιών που κρέμονται με την κομψή αλυσιδίτσα τους πάνω στα στέρνα μεσόκοπων κριτών.

Βαριές κι ανεπιτήδευτες, ακατάλληλες για τα σαλόνια των αναγνώσεων, τις κομψές σελίδες των εκδόσεων, επαίτες μιας μικρής γωνιάς μέσα σε ποιήματα λαμπρά σαν καλογυαλισμένα πατώματα όπου χορεύουν ακκιζόμενα, άδεια σαρκία, οι περίτεχνες λέξεις.

Λέξεις υπό διωγμόν που καταδιώκουν την αλήθεια. (περισσότερα…)

Τζούλυ Οτσούκα, Diem perdidi

*

Προλόγισμα – Μετάφραση:
ΜΑΡΙΑ Σ. ΜΠΛΑΝΑ

Η Julie Otsuka (γεν. 1962) είναι Αμερικανίδα ζωγράφος και συγγραφέας με ιαπωνικές ρίζες. Αντλεί από την προσωπική της ζωή για να γράψει αυτοεθνογραφικά ιστορικά μυθιστορήματα για τη ζωή των Ιαπωνοαμερικανών. Το 2002 δημοσίευσε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο When the Emperor was Divine, το οποίο αναφέρεται στα στρατόπεδα εγκλεισμού των Ιαπωνοαμερικανών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιστορία ξεκινά στην Καλιφόρνια, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και βασίζεται στον παππού της Οτσούκα, ο οποίος συνελήφθη ως ύποπτος για κατασκοπεία την επομένη της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ. Το μυθιστόρημά της βραβεύτηκε με το Asian American Literary Award και το American Library Association Alex Award το 2003. Η Οτσούκα συνέχισε να γράφει για την ιστορία της οικογένειάς της και το 2011 δημοσίευσε το παρόν διήγημα με τίτλο Diem Perdidi, σκιαγραφώντας τη μητέρα της που έπασχε από άνοια. Αυτό το διήγημα ήταν ο πρόδρομος του τρίτου μυθιστορήματός της που δημοσιεύτηκε το 2022 με τίτλο Τhe Swimmers (Κολυμπώντας), το οποίο αναφέρεται περαιτέρω στην εμπειρία της ως κόρη μιας μητέρας με άνοια και κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Θωμά Σκάσση από τις εκδ. Πατάκη.

«Amici, diem perdidi!» Φίλοι μου, έχασα τη μέρα μου! Φράση που φέρεται να είπε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τίτος στους φίλους του, στη σκέψη πως δεν είχε κάνει τίποτα εκείνη τη μέρα για να βοηθήσει κάποιον άνθρωπο. (Σουητώνιος, De Vita Caesarum)

~.~

Θυμάται πώς τη λένε. Θυμάται πώς λένε τον πρόεδρο. Θυμάται πώς λένε τον σκύλο του προέδρου. Θυμάται σε ποια πόλη μένει. Και σε ποια οδό. Και σε ποιο σπίτι. Σ’ αυτό με την μεγάλη ελιά στον κήπο, στη γωνία του δρόμου. Θυμάται τι χρονιά έχουμε. Θυμάται τι εποχή είναι. Θυμάται τη μέρα που γεννήθηκες. Θυμάται την κόρη που γεννήθηκε πριν από σένα –Είχε τη μύτη του πατέρα σου, αυτό πρωτοπρόσεξα πάνω της– αλλά δεν θυμάται τ’ όνομα εκείνης της κόρης. Θυμάται τ’ όνομα του άντρα που δεν παντρεύτηκε –Φρανκ– κι έχει φυλαγμένα τα γράμματά του σ’ ένα συρτάρι πλάι στο κρεβάτι της. Θυμάται πως παντρεύτηκες κάποτε αλλά αρνείται να θυμηθεί τ’ όνομα του πρώην άντρα σου. Εκείνος ο άντρας, έτσι τον αποκαλεί. Δεν θυμάται πώς έπαθε τις μελανιές στα μπράτσα της ή ότι πήγατε βόλτα μαζί το πρωί. Δεν θυμάται ότι έσκυψε κάποια στιγμή, στη βόλτα, κι έκοψε ένα λουλούδι από το παρτέρι του γείτονα και το έβαλε στα μαλλιά της. Ίσως τώρα με φιλήσει ο πατέρας σου. Δεν θυμάται τί έφαγε χτες βράδυ ή πριν πόση ώρα πήρε τα φάρμακά της. Δεν θυμάται να πίνει αρκετό νερό. Δεν θυμάται να χτενίζει τα μαλλιά της.

Θυμάται τους αποξηραμένους λωτούς που κρέμονταν κάποτε από τις μαρκίζες του σπιτιού της μητέρας της στο Μπέρκλεϋ Είχαν το πιο όμορφο πορτοκαλένιο χρώμα. Θυμάται ότι στον πατέρα σου αρέσουν πολύ τα ροδάκινα. Θυμάται πως, κάθε Κυριακή πρωί, στις δέκα, την πηγαίνει βόλτα κάτω στη θάλασσα, με το καφέ αυτοκίνητο. Θυμάται πως κάθε απόγευμα, λίγο πριν αρχίσει το δελτίο ειδήσεων των οκτώ, βγάζει δύο τυχερά μπισκότα σε ένα χάρτινο πιάτο και της ανακοινώνει ότι θα κάνουν πάρτυ. Θυμάται πως τις Δευτέρες επιστρέφει από το κολέγιο στις τέσσερις, και πως ακόμα και πέντε λεπτά ν’ αργήσει, εκείνη βγαίνει στην αυλόπορτα να τον περιμένει. Θυμάται ποιο είναι το δικό της δωμάτιο και ποιο το δικό του. Θυμάται πως το δωμάτιο που κοιμάται τώρα ήταν κάποτε το δικό σου δωμάτιο. Θυμάται πως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα.

Θυμάται τον πρώτο στίχο του How High the Moon. Θυμάται τον εθνικό ύμνο. Θυμάται το ΑΜΚΑ της. Θυμάται το τηλέφωνο της κολλητής της, της Τζιν, παρόλο που η Τζιν πέθανε πριν έξι χρόνια. Θυμάται ότι η Μάργκαρετ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Μπέττυ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Γκρέης έπαψε να της τηλεφωνεί. Θυμάται ότι η μητέρα της πέθανε πριν εννέα χρόνια, ενώ σκάλιζε τον κήπο της, και τη νοσταλγεί ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα. Αυτός ο πόνος δεν σβήνει. Θυμάται το νούμερο με το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση φακέλωσε στην οικογένειά της όταν άρχισε ο πόλεμος. 13611. Θυμάται ότι τους έστειλαν στην έρημο, μαζί με την μητέρα και τον αδελφό της, τον πέμπτο μήνα εκείνου του πολέμου και ότι τότε πήρε για πρώτη φορά το τραίνο. Θυμάται τη μέρα που επέστρεψαν στο σπίτι. 9 Σεπτέμβρη, 1945. Θυμάται τον συριγμό του αέρα στο φύλλωμα της φασκομηλιάς. Θυμάται τους σκορπιούς και τα μυρμήγκια. Θυμάται τη γεύση της σκόνης. (περισσότερα…)

Το Σημάδι του Λαζάρου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 

20 Οκτωβρίου 2024

Εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη διάβασα την παρακάτω είδηση:

ΗΠΑ: Άνδρας εγκεφαλικά νεκρός ξύπνησε την ώρα που οι γιατροί του αφαιρούσαν τα όργανά του για δωρεά.

Ένα απίστευτο περιστατικό σημειώθηκε σε νοσοκομείο του Κεντάκι, όπου ένας 36χρονος άνδρας που είχε υποστεί ανακοπή και, σύμφωνα με τους γιατρούς, ήταν εγκεφαλικά νεκρός, ξύπνησε την ώρα που οι χειρουργοί του αφαιρούσαν τα όργανά του για δωρεά.

Η οικογένειά του Άντονι Τόμας «TJ» Χούβερ δήλωσε σε τοπικά ΜΜΕ ότι η περίπτωσή του εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη διαδικασία για τη δωρεά οργάνων επισημαίνοντας ότι ο άνθρωπός τους βίωσε έναν αληθινό εφιάλτη. Ενώ ήταν νεκρός, σύμφωνα πάντα με το ιατρικό πρωτόκολλο, ξαφνικά, την ώρα που η ομάδα των χειρουργών του αφαιρούσαν τα όργανα, αναστήθηκε…

 

Πριν από τριάντα χρόνια

Η κηδεία του θείου μου του Λάζαρου θα ήταν μια τυπική κηδεία ενός ηλικιωμένου ανθρώπου αν δεν είχαν συμβεί εκείνα τα περίεργα σκηνικά κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Ήμουν τότε είκοσι πέντε χρονών και οι εικόνες που αντίκρισα χαράχτηκαν πολύ βαθιά στη μνήμη μου.

Σαν άνθρωπος ο θείος Λάζαρος ήταν μονόχνωτος, αγενής και σκληρός με τους άλλους. Το μούτρο του ήταν μονίμως συνοφρυωμένο – και καλημέρα να του έλεγες μπορεί και να σε έβριζε. Είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του στα χωράφια, με τις καλλιέργειες και τα ζώα του. Η μπόχα που άφηνε στο πέρασμά του ήταν ανυπόφορη. Για αρκετά χρόνια πριν πεθάνει ζούσε σε μια παράγκα στο χωράφι του. Ακούστηκε πως τον είχε διώξει η θεία μου η Καλλιόπη. Κατά καιρούς ακούγονταν διάφορα. Υπήρχαν και φήμες που δεν ήθελα να τις πιστέψω  – το σενάριο να παρέσερνε ο θείος παιδιά στο κτήμα του και να ασελγούσε πάνω τους μου φαινόταν αδιανόητο. Τον βρήκαν πεθαμένο στην παράγκα και κάποιοι είπαν ότι τον σκότωσαν για τα υποτιθέμενα ή πραγματικά εγκλήματά του. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι ο θείος, ανάμεσα στ’ άλλα, ήταν τρομερά φιλάργυρος. Στην παράγκα, μέσα σε κουβάδες καλυμμένους με κοπριά βρήκαν σακούλες με πολλά εκατομμύρια δραχμές, τυλιγμένα σαν καρούλια, τα περισσότερα κατεστραμμένα από την υγρασία και τη μούχλα. Το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας αποκλείστηκε. Δεν βρέθηκαν σημάδια που να δείχνουν δολοφονία. Με βάση το πιστοποιητικό θανάτου ο θείος είχε πεθάνει από παθολογικά αίτια στα εβδομήντα του – «ανακοπή καρδιάς» έμαθα από τη θεία μου ότι έγραφε το επίσημο έγγραφο. (περισσότερα…)

H ωραία Ελένη

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ωραία γυναίκα η Ελένη, όπως εκείνη της Τροίας. Την γλέπουν οι γέροι και τους τρέχουν τα σάλια. Την σκέφτονται οι νέοι και στεγνώνει το στόμα τους. Μπροστά της κι οι γυναίκες την παινεύουνε, και πίσω της κι οι πέτρες την φθονάνε: «Η ποίσα, η δείξα, μ’ ένα λουβί σκόρδο την περνάει και παρασταίνει την Βαλαωρίταινα!»

Και πράγματι, ψωμολύσσαγαν κι αυτήνη κι η μάνα της, απ’ όταν κατάπιαν τον πατέρα τα χώματα.

Τον έφαγε ο καημός του γιου του, που γύρισε απ’ τον πόλεμο κουτσαύλης, μανταλώθηκε στην κάμαρή του και κόσμο δεν ήθελε να ματαϊδεί. «Μωρέ καλέ, μωρέ χρυσέ, “Ήρωας Πολέμου” γράφει το χαρτί και κρύβεσαι, καημένε; Λογιέσαι εσύ σακάτης, πο’ ’δωκες το ποδάρ’ σ’ να περβατήσει η Ελλάδα;»

Αυτός να φουμέρνει στο ντιβάνι και να τηράει το ταβάνι ατάραχτος. Με το μπαστούνι θα χόρευε στο παν’ύρι τ’ Αϊ-Γιωργιού; Πώς θα ξανάπαιρνε αγκαλιά την αρρεβωνιαστικιά του την Τασούλα;

Πήρε τον γκρα αγκαλιά και παντρεύτηκε τον Χάρο.

Σήμαινε ολημερίς η καμπάνα…

Η Τασούλα παντρεύτηκε άλλον.

Βάραγαν οληνυχτίς τα νταούλια…

Τώρα, η Ελένη κι η μάνα της η Στάθαινα σφίξανε τα δόντια, σφίξανε τα μαντήλια, σφίξανε τα ζωνάρια. Κι απόμεινε η περηφάνια στην μία κι η ομορφάδα στην άλλη να τις βράσ’νε και να τις φάνε.

«Αχ, Ελένη, με τον καημό σου θα πεθάνω! Πού θα σ’ αφήκω, μωρή μαύρη, άμα πει και κλείσω τα μάτια μου;»

«Τσώπα, μάνα, κι έχει ο Θέος!»

«Χα!  Όπως είχε για τον πατέρα σου και τον αδερφό σου;»

Α, όλα κι όλα! Του Θεού δεν του χαριζόντανε η Στάθαινα. Μπορεί να μην έλειπε από λειτουργιά κι εσπερινό, μπορεί να κόλλαγε τα καντήλια απ’ όλα τα ξωκλήσα, μπορεί να νήστευε –αναγκαστικά το πιο πολύ– πριν τις μεγάλες γιορτάδες της χριστιανοσύνης, μπορεί να ξομολογιόντανε και να μεταλάβαινε τακτικά, να λιβάνιζε με το σουρίπωμα να φύβγουν οι διαόλοι, αλλά ο Θεός, αν ήθελε να ’ναι Θεός, έπρεπε να της βγάλει δίκιο κι αυτηνής. Έπρεπε να της δείξει το πάνδημον και μεγαλοπρεπές έλεός του: να στείλει μια καλή τύχη για την Ελένη, να πετάξει απάνουθέ της τα μαύρα, να ντυθεί νυφούλα και «να ’χει να μασήσει και να φτύσει», όχι με μία αλλά με δύο μασέλες. (περισσότερα…)

Η ευθεία

*

Όλος ο τόπος μου μια ευθεία –ήταν δεν ήταν– 300 μέτρα. Ξεκίναγε από την λίμνη και ανηφόριζε ως πάνω στην αγορά. Δεξιά και αριστερά σπαρμένα διάφορα μικρά πλινθόκτιστα σπιτάκια και προχειροφτιαγμένες υπαίθριες παράγκες όπου οι χωριάτες κατεβαίνοντας από τα βουνά πούλαγαν τα λιγοστά τους προϊόντα.

Σκληρή γη. Ήθελε πολύ κόπο, ιδρώτα και υπομονή για να δώσει τους λιγοστούς της καρπούς. Ελιές, λάδι, αμύγδαλα, χόρτα, κατσικίσιο τυρί και φακές. Αυτά κατέβαιναν και πουλούσαν οι χωριάτες και δεν έπαιρναν ανταμοιβή μόνο λεφτά αλλά και άλλα πράγματα που χρειαζόντουσαν. Καπνό, κρασί, ρύζι, ζυμαρικά, τραχανά και κανένα παστό ψάρι. Και αν πήγαινε καλά η μέρα, έπαιρναν και κανένα ζαχαρωτό για τα μικρά.

Αριστερά της λίμνης μικρά παραπήγματα ψαράδων που ψάρευαν στο ιβάρι και πωλούσαν κι αυτοί την ψαριά τους στην αγορά. Έντονη η μυρωδιά εκεί, λίμναζαν τα νερά και δεν είχε φτιαχτεί ακόμη το πέρασμα στη θάλασσα για να ανανεώνονται. Και οι ψαράδες τόσο ποτισμένοι σε αυτή τη μυρωδιά που όταν ανέβαιναν για να πουλήσουν τους ακολουθούσε κι αυτή και οι νοικοκυρές μύριζαν ότι έρχονται και έβγαιναν στα παραθύρια να τους περιμένουνε.

Δεξιά της λίμνης βάτα, βούρκος και καλαμιές. Και σε μια ξεραμένη σούδα το πρακτορείο μεταφορών. Φορτηγά μικρά και ταλαιπωρημένα, έβγαζαν μαύρο καπνό από καμένα λάδια και μπεζίνα και αγκομαχώντας μετέφεραν πράγματα και ανθρώπους ανεβασμένους στην καρότσα για τα μεγαλύτερα χωριά όπου μπορούσαν να πάρουν το λεωφορείο για την πόλη.

Μακρύτερα, ο βάλτος της Μπαλούς. Εκεί, πριν χρόνια, μια κακότυχη που την φωνάζανε Μπαλού –άγνωστο το πραγματικό της όνομα– έπεσε θύμα κάζου μιας παρέας αγοριών, που πάνω στη χαζομάρα της ηλικίας τους την έπεισαν ότι την αγάπησε ένας ξάδερφος του αρχηγού τους που έμενε στην μεγάλη πόλη και την είχε δει όταν είχε έρθει το καλοκαίρι και τους μήνυσε ότι θα την πάρει γυναίκα του. (περισσότερα…)

Ο άνδρας που μιλούσε με τους τοίχους

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Γνώρισα κατά καιρούς ανθρώπους βασανισμένους, χτυπημένους από κάθε λογής συμφορές, άτομα που δεν μπόρεσα να μάθω την ιστορία τους και το παρελθόν τους. Τους έφερε η ζωή στο δρόμο μου και παρότι δεν μπόρεσα να τους βοηθήσω, έγιναν κομμάτι της εσωτερικής ζωής μου και της μνήμης μου.

Τον άνδρα που μιλούσε με τους τοίχους – έτσι τον θυμάμαι ακόμα – τον γνώρισα σε δύσκολη εποχή. Η γειτονιά είχε ρημάξει, πολλές συνοικίες το ίδιο – παντού σημάδια κατάρρευσης και παρακμής. Προσωπικά, πάλευα να κρατηθώ όρθιος, να παραμείνω αφοσιωμένος στη γυναίκα μου και στο παιδί, να αντέξω την περιφρόνηση – μήνες είχε να πατήσει άνθρωπος στο σπίτι.

Πρέπει να έμενε σε κάποιο σπίτι κοντά στο δικό μας – δεν μπόρεσα να εντοπίσω ποιό ακριβώς. Τον έβλεπα συνήθως βραδινές ώρες όταν γύριζα απ’ τη δουλειά. Τα ρούχα του ήτανε ταλαιπωρημένα – φόρμες που έμοιαζαν με πιτζάμες και τρύπιες χειμωνιάτικες παντόφλες. Τις πρώτες φορές δεν έδωσα σημασία. Με τον καιρό κατάλαβα ότι βάδιζε πάνω κάτω στον κεντρικό δρόμο, μέχρι κάποιο σημείο, λες και φοβόταν να απομακρυνθεί απ’ τη γειτονιά, σαν φοβισμένο παιδί που δίσταζε να βγει από τα μέρη που ήξερε.

Ήταν γύρω στο ένα ογδόντα, αδύνατος, καμπουριαστός. Φορούσε πάντα αθλητικό καπέλο και μiα φορά που τον είδα να το βγάζει διαπίστωσα πως ήταν καραφλός με λίγα μαλλιά στους κροτάφους και τον αυχένα. Δεν ήταν εύκολο να υπολογίσω την ηλικία του αλλά τον έκανα γύρω στα τριάντα πέντε. Το πρόσωπό του ήταν μονίμως σκυθρωπό, αγέλαστο και με ένα βαθύ παράπονο σαν κι αυτό που κάνει τα πρόσωπα των παιδιών έτοιμα να κλάψουν. Το βλέμμα του ήταν πάντα ριγμένο στο δρόμο, απέφευγε να το σηκώσει. (περισσότερα…)

Η Μάγδα και το σπίτι

*

της ΑΦΡΟ ΞΥΛΑΝΘΗΣ

Σ’ εκείνο το σπίτι όλα ήταν στραβά. Ο τοίχος ήταν στραβός, οι καρέκλες ήταν στραβές, ακόμα και το τραπέζι ήταν στραβό και με κάτι πόδια τεράστια, τόσο μάλιστα που όποτε ήθελε να στηρίξει τους αγκώνες της πάνω του, κατέληγε να στριφογυρνά στη θέση της και να βλαστημά. Η Μάγδα δεν είχε επιλέξει κανένα από τα έπιπλα του σπιτιού. Μετά τον τελευταίο της χωρισμό αναγκάστηκε να επιστρέψει προσωρινά στους γονείς της – προσωρινά, είχαν περάσει τρία χρόνια. Η επιστροφή στο σπίτι τους την πήγαινε πίσω στην εφηβεία της, όταν στη διπλανή πολυκατοικία κατοικούσε μια οικογένεια με τα διπλάσια χρόνια από τη δική τους. Οι γονείς είχαν βγει στη σύνταξη προ αμνημονεύτων χρόνων, αλλά η κόρη έμενε ακόμα μαζί τους. Τότε δεν το καταλάβαινε, το έβρισκε άθλιο και μάλλον ήταν, ιδίως εκείνες τις εποχές που οι περισσότεροι τριαντάρηδες αγόραζαν δεύτερο αυτοκίνητο και πήγαιναν διακοπές στη Μαγιόρκα. Στα τριάντα τέσσερα πλέον, η Μάγδα μετρούσε τις αποτυχημένες της σχέσεις και μέχρι και η ίδια λυπόταν τον εαυτό της. Στις περισσότερες, η μιζέρια είχε εισχωρήσει σαν νερό που έσταζε απ’ το ταβάνι, μια άκακη στάλα τη φορά, ώσπου στο τέλος όλα σάπιζαν.

Έμενε στον δεύτερο όροφο, οι γονείς της στον πρώτο, το μαγαζί βρισκόταν στο ισόγειο. «Όλα βολικά στο ίδιο οικόπεδο», έλεγαν οι γονείς της.  Στα χαρτιά, το μαγαζί ήταν δικό της. Οι γονείς της, όμως, θεωρούσαν ότι δεν είχε την πείρα που απαιτούσε η διοίκηση μιας επιχείρησης κι έτσι στην ουσία παρέμενε υπάλληλος. Δούλευε εκεί τα απογεύματα. Τα πρωινά, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και περιποιούταν νύχια, ενώ τα δικά της έμεναν πάντα απεριποίητα. «Καλά, ολόκληρο μαγαζί έχουμε», έλεγε η μητέρα της, «τι πας και κάνεις τη νυχού;». Η Μάγδα είχε μάθει τις φράσεις απ’ έξω: «Και το πτυχίο», θα συνέχιζε η μητέρα της, «τι το πήρες το πτυχίο;». Αν και οι γονείς της δεν της επέτρεπαν να πάρει αποφάσεις για το μαγαζί, η Μάγδα διαχειριζόταν τους λογαριασμούς, αφού εκείνοι δε θα το έκαναν ποτέ. Οι επιστολές από τους προμηθευτές, από τη Δ.Ε.Η., από την εφορία, από την τράπεζα και τις ασφαλιστικές μαζεύονταν σχηματίζοντας μια στοίβα. Κάπως έπρεπε να πληρωθούν. Θα έφτιαχνε τα νύχια όλων των κατοίκων της Αγίας Παρασκευής, αν χρειαζόταν.

Συνήθως ανέβαλλε να ετοιμαστεί για τη βάρδιά της στο μαγαζί και πήγαινε ένα λεπτό πριν την ώρα της. Γυρνούσε από τα ραντεβού και, παρά την κούρασή της, την κατέκλυζε μια ανάγκη ν’ ανακατατάξει τα πάντα. Έβγαζε όλα τα πορσελάνινα σερβίτσια και τα τύλιγε με σελίδες διαφημιστικών καταλόγων, με την ελπίδα να αγοράσει καινούργια χωρίς πουλιά και κότες ή μετέφερε το τραπέζι από την κουζίνα στο σαλόνι. Μα επειδή το σπίτι είχε τις ιδιομορφίες του, όπως τα τελειώματα των τοίχων σε καμπύλες αντί για γωνίες, τα περισσότερα πράγματα κατέληγαν στην αρχική τους θέση. Το ίδιο συνέβαινε και στους υπόλοιπους χώρους. Το μπάνιο είχε μια χάλκινη μπανιέρα στην άκρη, εντοιχισμένα ντουλάπια και πλακάκια στο χρώμα του σάπιου μήλου· ήξερε ότι δε θα κατάφερνε να τα ξηλώσει μόνη της. Το μονό, άβολο κρεβάτι, το κρεβάτι των παιδικών της χρόνων, επέστρεφε πάντα στη μέση της κρεβατοκάμαρας, δίπλα στο κομοδίνο από μαόνι, υλικό που οι γονείς της είχαν προτιμήσει για τα περισσότερα έπιπλα. Χωρίς να θέλει να παραδεχτεί την αδυναμία της να επέμβει στην πραγματικότητα, η Μάγδα επέμενε ότι η συρταριέρα ταίριαζε στον τοίχο αριστερά της εισόδου. Στην ίδια μεριά στο σαλόνι έστεκε ο καθρέφτης με τον σκαλιστό μπουφέ και μπροστά από την μπαλκονόπορτα βρισκόταν ο γκρίζος καναπές. Οι πίνακες με τα τοπία και τις βουκολικές σκηνές έπρεπε να παραμείνουν στον τοίχο, εφόσον ήταν δώρο της άτεκνης αποθανούσας θείας, που τους είχε κληροδοτήσει αρκετά χρήματα ώστε να πληρώσουν την προκαταβολή του σπιτιού – και η αλήθεια ήταν πως μόνον αυτήν είχαν πληρώσει. Η Μάγδα δεν θυμόταν καθόλου εκείνη τη θεία. Ο υπερμεγέθης πίνακας με το καΐκι που φαινόταν σαν να το κατάπιναν τα κύματα τής αρκούσε για να καταλάβει τι είδους άνθρωπος ήταν.      (περισσότερα…)

«ο ενθουσιώδης ψάλτης, ο ηλεκτρίζων τας ψυχάς»: Αιμίλιος Ριάδης (1880-1935)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

κι έπειτα το κεφάλι μου σφιχτόδεσα
με το λαδί της μοίρας μου τουλπάνι

«Ο Αιμίλιος Ριάδης φαίνεται πως είχεν ενοχληθεί από εκείνην την εγκάρδια υποδοχή που μου είχε κάνει ο Παλαμάς», γράφει στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Γεώργιος Βαφόπουλος, αναφερόμενος στην τελευταία επίσκεψη του Παλαμά στην Θεσσαλονίκη. Ο Ριάδης ήταν ένας από τους πρώτους που δρομολόγησαν το κάλεσμα για τα πενηντάχρονα του ποιητή, καθώς διατηρούσε φιλική σχέση και αλληλογραφία μαζί του.

Σε γράμμα που του απευθύνει έξι μήνες νωρίτερα από την ανάβασή του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς, την 19η Οκτωβρίου του 1927, κι ενώ εξακολουθούσαν οι συνεννοήσεις για τον επικείμενο ερχομό του, του γράφει υποδηλώνοντας και την αγαπητική τους σχέση.

«Αγαπητέ μου Ριάδη,

Κρίμα. Μια φορά που τα σημεία έδειχναν πως η διαφημισμένη γιορτή πήγαινε να πραγματοποιηθή, στις ημέρες μάλιστα που θα πανηγύριζε η χώρα το Μυροβλήτη ποιητικώτατο Άγιο της, βρέθηκ’ έξαφνα πως λείπουν οι παράδες. Είμαι της ιδέας πως η υπόθεση αυτή στεναχωρεί κι εσένα και σε υποβάλλει, από την αρχή μάλιστα που έγινε αντικείμενο και δημοσιογραφικών συζητήσεων, σε ενοχλήσεις… Σ’ ευχαριστώ και σ’ ευγνωμονώ για τον μουσικό σου ενθουσιασμό προς εμένα, που ελπίζω πως θα μείνει απαρασάλευτος.

Πάντα με τη σκέψη του για σένα και την αγάπη του, ο ποιητής

Κωστής Παλαμάς».

Ο Αιμίλιος Ριάδης ήταν συνθέτης, πιανίστας, ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά του 1880. Το όνομα Ριάδης προέρχεται από το Ελευθεριάδης, οικογενειακό επώνυμο της μητέρας του της Αναστασίας Γρηγοριάδου-Νίνη με καταγωγή από το χωριό Λιβάδι Ολύμπου, ενώ ο πατέρας του ήταν ο χημικός-φαρμακοποιός Χάινριχ Κου από το Teschen της Σιλεσίας, που η οικογένεια του είχε απώτατη ελληνική καταγωγή από τις Σέρρες. Ο Ριάδης διέμενε στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου 4 σε μια μονοκατοικία κοντά στη θάλασσα μαζί με τη μητέρα του.

«Την αγαπούσα τη θάλασσα με παιδιάστικον ενθουσιασμό, ίσως όχι όλως διόλου απηλλαγμένον κάποιας λαιμαργίας για τα ωραία της μύδια, στρείδια και, ίσως πολὺ περισσότερο για τα καβούρια, τα χτενάκια, τις δυσπερίγραπτες πίνες και, πρι πάντων, για τους αχινούς της… Θεέ μου! τους αχινούς. Χώρια όμως απὸ δαύτα, τρελλαινόμουν να ξαπλώνουμαι ολόγυμνος πάνω στην ήσυχη ακρογιαλιά, με τον κοσκινισμένο απ’ τις μανίες του Κυρίου χλιαρό άμμο…». (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ πτερόεντα δῶρα

*

Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.

Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.

Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.

Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος. (περισσότερα…)

Παραμονή Χριστουγέννων 1914 μ.Χ. – Στα χαρακώματα της Φλάνδρας

*

Ο χειμώνας του 1914 έσφιγγε σαν θηλιά τα χαρακώματα της Φλάνδρας. Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες αντίκριζαν ο ένας τον άλλο μέσα από τη λάσπη και το αίμα του Μεγάλου Πολέμου.

—Τη μάσκα θα τη φοράς κι όταν κοιμάσαι, κι όταν κατουράς, ακόμη κι όταν γαμάς! Ακούς, σκατόπαιδο, παλιομαλάκα; Θα σου σώσει τη ζωή!

Τα λόγια του λοχία Τσέισον Μπακ του 2ου Τάγματος «Γκόρντον Χάιλαντερ» αντηχούσαν ακόμη στ’ αυτιά του. Η μάσκα τον έπνιγε, δεν την άντεχε στιγμή. Στεκόταν φρουρός στο χαράκωμα, παρατηρώντας τις κινήσεις των Γερμανών απέναντι. Τις είχε μάθει πια απ’ έξω: την ακριβή ώρα που ο καθρέφτης έκανε σκοπιά, ποιος κάπνιζε, ποιος ούρλιαζε, ποιος έκλαιγε, ποιος αψηφούσε το κράνος με το γελοίο καρφί στην κορυφή.

Τους είχε δώσει ονόματα και τα ψιθύριζε μέσα του: Hans, Wilhelm, Friedrich… Η ομίχλη απλωνόταν απόκοσμη πάνω από τα άταφα πτώματα με τα ορθάνοιχτα μάτια και στόματα, παγωμένα σε αφύσικες στάσεις.

—Έεε, Νικ, πρόσεχε τους Φρίτσηδες απέναντι, έρχονται Χριστούγεννα και θέλω να γράψω στους δικούς μου, φώναξε ο Άντριου Χολμς τελειώνοντας τη σκοπιά του.

Και τότε, σαν από θαύμα, οι Γερμανοί άρχισαν να βγαίνουν από τα χαρακώματά τους. Αντί για όπλα κρατούσαν ένα έλατο. Το έστησαν και άρχισαν να το στολίζουν, περιμένοντας τους απέναντι να τους ακολουθήσουν.

O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
Du grünst nicht nur zur Sommerzeit
Nein, auch im Winter, wenn es schneit
O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
 
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!
Thy leaves are constant ever green,
Not only in the summertime,
But in the winter’s frost and rime.
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!

Έθαψαν μαζί τους νεκρούς τους. Αντάλλαξαν σοκολάτες με τσιγάρα. Έπαιξαν ποδόσφαιρο στη νεκρή ζώνη. Για λίγο, ο πόλεμος σώπασε.

Μα ο Άντριου Χολμς κείτεται τώρα νεκρός, με μια σφαίρα στο μέτωπο και τα πνευμόνια του δηλητηριασμένα. Δεν ήταν πια Χριστούγεννα.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

*

*

*

Ο μυστικός στρατός των Χριστουγέννων

Vincent van Gogh, Οι φτωχοί και το χρήμα (1882)

~.~ 

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον διάβολο δεν τον ενδιαφέρει τι κάνεις,
αλλά γιατί το κάνεις.

Πάω να πάρω τα γάλατα απ’ το δημαρχείο. Μια δουλειά που είναι να γίνει, ας γίνει. Θα τα φορτώσω στ’ αμάξι και μετά βλέπω τι θα τα κάνω.

Διαβαίνοντας την διασταύρωση, παραλίγο να τρακάρω μ’ ένα φάντασμα. Κόρναρα παρατεταμένα. Δεν πήρε είδηση. Μόνον το κασκόλ της πλατάγιζε στον αέρα, σαν γλώσσα προτεταμένη που με κορόιδευε.

Πολλές φορές την είχα δει, ασουλούπωτη και ξεδοντιασμένη, να κυκλοφορεί μ’ ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο στην πόλη σαν λάμπασμα. Ποια ήταν και πού πήγαινε δεν μ’ ενδιέφερε. Στα λίγα δευτερόλεπτα που καθρεφτιζόταν στα μάτια μου, σκεφτόμουν πως το ’σκασε από κάποιο ίδρυμα. Αν ήθελε να με καταραστεί ο Θεός, θα μ’ έκανε να γυρίζω έτσι –ανέστιος και πένης, ασουλούπωτος και ξεδοντιάρης– να σκιάζω τους περαστικούς με την παρουσία μου, όπως αυτή εμένα.

Πάρκαρα έξω απ’ τον δήμο να φορτώσω τα γάλατα.

«Παραμονή Χριστουγέννων, αδερφέ!» διαμαρτυρήθηκε ο αποθηκάριος. «Ημιαργία σήμερα, ετοιμαζόμουν να κλείσω».

«Σιγά, μωρέ, ούτε ο Χριστός για να γεννηθεί δεν βιάζεται τόσο!» τον κορόιδεψα εγώ, ενώ προσπαθούσα να φανταστώ πού θα μπορούσε να πήγαινε όταν σχολούσε αυτός ο κακομούτσουνος αποθηκάριος, που τον έκρυψαν, λες, εδώ, στο ζοφερό ετούτο υπόγειο, για έναν και μοναδικό λόγο: για να μην φαίνεται η ασχήμια του.

Εκείνος μου γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε σε μια γωνιά της αποθήκης.

«Αυτά είναι, πάρτα κι άντε στο καλό!» είπε.

Ήταν πέντε χαρτονένιες κούτες, που εμπεριείχαν σαράντα οκτώ κουτιά γάλα εβαπορέ το καθένα. Μια παροχή βασισμένη σ’ ένα παλαιό άρθρο, που αφορά στους εργαζόμενους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν μας έδιναν και μερικά κουτιά μέλι, θα μπορούσαμε να πούμε πως την περνάγαμε –και στην κυριολεξία– μέλι-γάλα στο δημόσιο.

Εγώ τον καφέ μου τον πίνω σκέτο. Σκέτο από ζάχαρη, γιατί μια κουταλιά γάλα την χρειάζομαι για να στρώσει η γεύση. Μα με μια κουταλιά γάλα σε κάθε καφέ που φτιάχνω, δεν τελειώνουν σ’ έναν χρόνο πέντε κούτες, με σαράντα οκτώ κουτιά ανά κούτα, δηλαδή διακόσια σαράντα κουτιά ετησίως. Για να τελείωναν, θα έπρεπε να έβαζα σε κάθε φλιτζάνι καφέ, μισό κουτί γάλα. Τότε, όμως, δεν θα ήταν καφές με γάλα, αλλά γάλα με καφέ.

Σκέφτηκα να χαρίσω μερικά κουτιά σε φίλους, σε γείτονες και σε γνωστούς, μα κανείς δεν τα ’θελε, γιατί ήταν μάρκα «κλάψε με», κι ας είχαν γεύση «μπόμπα».

Καλόμαθε ο κοσμάκης τελευταία – κωλόμαθε πες καλύτερα. Ένας πόλεμος μας σώζει, μια κατοχή, να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», να δούμε «πόσα απίδια παίρνει ο σάκος» και «πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι».

Κάποιος πρότεινε να πάω τα γάλατα στην μητρόπολη. Τα δίναν, λέει, στους φτωχούς – μέρες που είναι. Μ’ αφού σε φτωχούς τα ’δινα κι εγώ και δεν τα ’παιρναν, σε πόσο πιο φτωχούς θα τα ’διναν εκείνοι για να τα πάρουν;

Κράτησα δυο κούτες για τον καφέ μου. Τις υπόλοιπες τις πήγα, τελικά, στην μητρόπολη, μα ήταν αργά και την βρήκα κλειστή. Ένας περαστικός είπε να τις αφήσω στην είσοδο και θα τις πάρουν αυτοί. Τώρα, αν κάποιος τις έκλεβε μέχρι αύριο, θα σήμαινε πως τις ήθελε πραγματικά, οπότε θα έφταναν στον παραλήπτη τους αδιαμεσολάβητες. (περισσότερα…)