ΝΠ | Αφηγήματα

«ο ενθουσιώδης ψάλτης, ο ηλεκτρίζων τας ψυχάς»: Αιμίλιος Ριάδης (1880-1935)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

κι έπειτα το κεφάλι μου σφιχτόδεσα
με το λαδί της μοίρας μου τουλπάνι

«Ο Αιμίλιος Ριάδης φαίνεται πως είχεν ενοχληθεί από εκείνην την εγκάρδια υποδοχή που μου είχε κάνει ο Παλαμάς», γράφει στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Γεώργιος Βαφόπουλος, αναφερόμενος στην τελευταία επίσκεψη του Παλαμά στην Θεσσαλονίκη. Ο Ριάδης ήταν ένας από τους πρώτους που δρομολόγησαν το κάλεσμα για τα πενηντάχρονα του ποιητή, καθώς διατηρούσε φιλική σχέση και αλληλογραφία μαζί του.

Σε γράμμα που του απευθύνει έξι μήνες νωρίτερα από την ανάβασή του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς, την 19η Οκτωβρίου του 1927, κι ενώ εξακολουθούσαν οι συνεννοήσεις για τον επικείμενο ερχομό του, του γράφει υποδηλώνοντας και την αγαπητική τους σχέση.

«Αγαπητέ μου Ριάδη,

Κρίμα. Μια φορά που τα σημεία έδειχναν πως η διαφημισμένη γιορτή πήγαινε να πραγματοποιηθή, στις ημέρες μάλιστα που θα πανηγύριζε η χώρα το Μυροβλήτη ποιητικώτατο Άγιο της, βρέθηκ’ έξαφνα πως λείπουν οι παράδες. Είμαι της ιδέας πως η υπόθεση αυτή στεναχωρεί κι εσένα και σε υποβάλλει, από την αρχή μάλιστα που έγινε αντικείμενο και δημοσιογραφικών συζητήσεων, σε ενοχλήσεις… Σ’ ευχαριστώ και σ’ ευγνωμονώ για τον μουσικό σου ενθουσιασμό προς εμένα, που ελπίζω πως θα μείνει απαρασάλευτος.

Πάντα με τη σκέψη του για σένα και την αγάπη του, ο ποιητής

Κωστής Παλαμάς».

Ο Αιμίλιος Ριάδης ήταν συνθέτης, πιανίστας, ποιητής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά του 1880. Το όνομα Ριάδης προέρχεται από το Ελευθεριάδης, οικογενειακό επώνυμο της μητέρας του της Αναστασίας Γρηγοριάδου-Νίνη με καταγωγή από το χωριό Λιβάδι Ολύμπου, ενώ ο πατέρας του ήταν ο χημικός-φαρμακοποιός Χάινριχ Κου από το Teschen της Σιλεσίας, που η οικογένεια του είχε απώτατη ελληνική καταγωγή από τις Σέρρες. Ο Ριάδης διέμενε στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου 4 σε μια μονοκατοικία κοντά στη θάλασσα μαζί με τη μητέρα του.

«Την αγαπούσα τη θάλασσα με παιδιάστικον ενθουσιασμό, ίσως όχι όλως διόλου απηλλαγμένον κάποιας λαιμαργίας για τα ωραία της μύδια, στρείδια και, ίσως πολὺ περισσότερο για τα καβούρια, τα χτενάκια, τις δυσπερίγραπτες πίνες και, πρι πάντων, για τους αχινούς της… Θεέ μου! τους αχινούς. Χώρια όμως απὸ δαύτα, τρελλαινόμουν να ξαπλώνουμαι ολόγυμνος πάνω στην ήσυχη ακρογιαλιά, με τον κοσκινισμένο απ’ τις μανίες του Κυρίου χλιαρό άμμο…». (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ πτερόεντα δῶρα

*

Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.

Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.

Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.

Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος. (περισσότερα…)

Παραμονή Χριστουγέννων 1914 μ.Χ. – Στα χαρακώματα της Φλάνδρας

*

Ο χειμώνας του 1914 έσφιγγε σαν θηλιά τα χαρακώματα της Φλάνδρας. Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες αντίκριζαν ο ένας τον άλλο μέσα από τη λάσπη και το αίμα του Μεγάλου Πολέμου.

—Τη μάσκα θα τη φοράς κι όταν κοιμάσαι, κι όταν κατουράς, ακόμη κι όταν γαμάς! Ακούς, σκατόπαιδο, παλιομαλάκα; Θα σου σώσει τη ζωή!

Τα λόγια του λοχία Τσέισον Μπακ του 2ου Τάγματος «Γκόρντον Χάιλαντερ» αντηχούσαν ακόμη στ’ αυτιά του. Η μάσκα τον έπνιγε, δεν την άντεχε στιγμή. Στεκόταν φρουρός στο χαράκωμα, παρατηρώντας τις κινήσεις των Γερμανών απέναντι. Τις είχε μάθει πια απ’ έξω: την ακριβή ώρα που ο καθρέφτης έκανε σκοπιά, ποιος κάπνιζε, ποιος ούρλιαζε, ποιος έκλαιγε, ποιος αψηφούσε το κράνος με το γελοίο καρφί στην κορυφή.

Τους είχε δώσει ονόματα και τα ψιθύριζε μέσα του: Hans, Wilhelm, Friedrich… Η ομίχλη απλωνόταν απόκοσμη πάνω από τα άταφα πτώματα με τα ορθάνοιχτα μάτια και στόματα, παγωμένα σε αφύσικες στάσεις.

—Έεε, Νικ, πρόσεχε τους Φρίτσηδες απέναντι, έρχονται Χριστούγεννα και θέλω να γράψω στους δικούς μου, φώναξε ο Άντριου Χολμς τελειώνοντας τη σκοπιά του.

Και τότε, σαν από θαύμα, οι Γερμανοί άρχισαν να βγαίνουν από τα χαρακώματά τους. Αντί για όπλα κρατούσαν ένα έλατο. Το έστησαν και άρχισαν να το στολίζουν, περιμένοντας τους απέναντι να τους ακολουθήσουν.

O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
Du grünst nicht nur zur Sommerzeit
Nein, auch im Winter, wenn es schneit
O Tannenbaum, o Tannenbaum
Wie treu sind deine Blätter!
 
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!
Thy leaves are constant ever green,
Not only in the summertime,
But in the winter’s frost and rime.
O Christmas Tree, O Christmas Tree,
How faithful are thy branches!

Έθαψαν μαζί τους νεκρούς τους. Αντάλλαξαν σοκολάτες με τσιγάρα. Έπαιξαν ποδόσφαιρο στη νεκρή ζώνη. Για λίγο, ο πόλεμος σώπασε.

Μα ο Άντριου Χολμς κείτεται τώρα νεκρός, με μια σφαίρα στο μέτωπο και τα πνευμόνια του δηλητηριασμένα. Δεν ήταν πια Χριστούγεννα.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

*

*

*

Ο μυστικός στρατός των Χριστουγέννων

Vincent van Gogh, Οι φτωχοί και το χρήμα (1882)

~.~ 

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον διάβολο δεν τον ενδιαφέρει τι κάνεις,
αλλά γιατί το κάνεις.

Πάω να πάρω τα γάλατα απ’ το δημαρχείο. Μια δουλειά που είναι να γίνει, ας γίνει. Θα τα φορτώσω στ’ αμάξι και μετά βλέπω τι θα τα κάνω.

Διαβαίνοντας την διασταύρωση, παραλίγο να τρακάρω μ’ ένα φάντασμα. Κόρναρα παρατεταμένα. Δεν πήρε είδηση. Μόνον το κασκόλ της πλατάγιζε στον αέρα, σαν γλώσσα προτεταμένη που με κορόιδευε.

Πολλές φορές την είχα δει, ασουλούπωτη και ξεδοντιασμένη, να κυκλοφορεί μ’ ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο στην πόλη σαν λάμπασμα. Ποια ήταν και πού πήγαινε δεν μ’ ενδιέφερε. Στα λίγα δευτερόλεπτα που καθρεφτιζόταν στα μάτια μου, σκεφτόμουν πως το ’σκασε από κάποιο ίδρυμα. Αν ήθελε να με καταραστεί ο Θεός, θα μ’ έκανε να γυρίζω έτσι –ανέστιος και πένης, ασουλούπωτος και ξεδοντιάρης– να σκιάζω τους περαστικούς με την παρουσία μου, όπως αυτή εμένα.

Πάρκαρα έξω απ’ τον δήμο να φορτώσω τα γάλατα.

«Παραμονή Χριστουγέννων, αδερφέ!» διαμαρτυρήθηκε ο αποθηκάριος. «Ημιαργία σήμερα, ετοιμαζόμουν να κλείσω».

«Σιγά, μωρέ, ούτε ο Χριστός για να γεννηθεί δεν βιάζεται τόσο!» τον κορόιδεψα εγώ, ενώ προσπαθούσα να φανταστώ πού θα μπορούσε να πήγαινε όταν σχολούσε αυτός ο κακομούτσουνος αποθηκάριος, που τον έκρυψαν, λες, εδώ, στο ζοφερό ετούτο υπόγειο, για έναν και μοναδικό λόγο: για να μην φαίνεται η ασχήμια του.

Εκείνος μου γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε σε μια γωνιά της αποθήκης.

«Αυτά είναι, πάρτα κι άντε στο καλό!» είπε.

Ήταν πέντε χαρτονένιες κούτες, που εμπεριείχαν σαράντα οκτώ κουτιά γάλα εβαπορέ το καθένα. Μια παροχή βασισμένη σ’ ένα παλαιό άρθρο, που αφορά στους εργαζόμενους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν μας έδιναν και μερικά κουτιά μέλι, θα μπορούσαμε να πούμε πως την περνάγαμε –και στην κυριολεξία– μέλι-γάλα στο δημόσιο.

Εγώ τον καφέ μου τον πίνω σκέτο. Σκέτο από ζάχαρη, γιατί μια κουταλιά γάλα την χρειάζομαι για να στρώσει η γεύση. Μα με μια κουταλιά γάλα σε κάθε καφέ που φτιάχνω, δεν τελειώνουν σ’ έναν χρόνο πέντε κούτες, με σαράντα οκτώ κουτιά ανά κούτα, δηλαδή διακόσια σαράντα κουτιά ετησίως. Για να τελείωναν, θα έπρεπε να έβαζα σε κάθε φλιτζάνι καφέ, μισό κουτί γάλα. Τότε, όμως, δεν θα ήταν καφές με γάλα, αλλά γάλα με καφέ.

Σκέφτηκα να χαρίσω μερικά κουτιά σε φίλους, σε γείτονες και σε γνωστούς, μα κανείς δεν τα ’θελε, γιατί ήταν μάρκα «κλάψε με», κι ας είχαν γεύση «μπόμπα».

Καλόμαθε ο κοσμάκης τελευταία – κωλόμαθε πες καλύτερα. Ένας πόλεμος μας σώζει, μια κατοχή, να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», να δούμε «πόσα απίδια παίρνει ο σάκος» και «πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι».

Κάποιος πρότεινε να πάω τα γάλατα στην μητρόπολη. Τα δίναν, λέει, στους φτωχούς – μέρες που είναι. Μ’ αφού σε φτωχούς τα ’δινα κι εγώ και δεν τα ’παιρναν, σε πόσο πιο φτωχούς θα τα ’διναν εκείνοι για να τα πάρουν;

Κράτησα δυο κούτες για τον καφέ μου. Τις υπόλοιπες τις πήγα, τελικά, στην μητρόπολη, μα ήταν αργά και την βρήκα κλειστή. Ένας περαστικός είπε να τις αφήσω στην είσοδο και θα τις πάρουν αυτοί. Τώρα, αν κάποιος τις έκλεβε μέχρι αύριο, θα σήμαινε πως τις ήθελε πραγματικά, οπότε θα έφταναν στον παραλήπτη τους αδιαμεσολάβητες. (περισσότερα…)

Αιώνια λιακάδα, ο Χουάν

*

Πάνε δυο χρόνια από την τελευταία βροχή. Ο ήλιος λάμπει ακαταπόνητος παρά τις ανησυχίες, τις προβλέψεις, τις ικεσίες. Η χώρα θεωρείται επισήμως η πιο άνυδρη της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι το σημείο αναφοράς, κι όχι  μόνο για τις βροχοπτώσεις. Σε τέτοια ατμόσφαιρα άκρατης ηλιοφάνειας, τα προβλήματα φαίνονται συχνά μικρότερα. Σαν οπτικές οφθαλμαπάτες της ερήμου. Το φως τυφλώνει και ζεσταίνει, ο ασυννέφιαστος, γαλάζιος ουρανός μοιάζει με προστατευτική αγκαλιά. Ποιος μπορεί να υποφέρει όταν έξω ο καιρός είναι υπέροχος;

Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Μια ιδανική θερμοκρασία είκοσι βαθμών Κελσίου σύμφωνα με τις εμπειρικές μου μετρήσεις δεσπόζει εδώ και βδομάδες. Ανοίγω τα παράθυρα καθώς η σιωπή περιβάλλει το σπίτι και βλέπω την καταπράσινη πρασιά του γείτονα made in P.R.C[1] από ανθεκτικό πλαστικό να τείνει να φύλλα της στον ανύπαρκτο αέρα. Πίσω απ’ την πρασιά ακούγεται το γουργουρητό του συστήματος αυτοκαθαρισμού μιας πισίνας. Η δυνατότητα έξυπνης προσαρμογής προσφέρει εκπληκτικά πλεονεκτήματα. Στην περιοχή μας οι πωλήσεις συνθετικού χλωροτάπητα, πλαστικών λουλουδιών και τεχνητών δέντρων φτιαγμένων σαν  αληθινά, εκτοξεύθηκαν απ’ τον προηγούμενο χρόνο.

Το γεγονός πως ζούμε ανάμεσα σε νταμάρια όπου τίποτα δεν φυτρώνει, δεν εμποδίζει κάποιον να ξαπλώσει στη σκιά του συνθετικού κλώνου ενός πεύκου, αν και είναι αλήθεια πως οι περισσότεροι αγοραστές προτιμούν να διακοσμούν τους κήπους τους με ψιλόλιγνους φοίνικες τους οποίους συνδυάζουν συνήθως με ‒αειθαλείς‒ ανθισμένες βουκαμβίλιες. Η προσομοίωση βλάστησης έχει κάνει θαύματα σ’ αυτή τη σχεδόν ηφαιστειογενή περιοχή. (περισσότερα…)

Ο μπαρμπα-Κώστας

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Κατέβασε τα πόδια του απ’ το κρεβάτι. Έξω δεν είχε για τα καλά ακόμα νυχτώσει και το ’χε καταλάβει. Τα πουλιά τέτοια ώρα είχανε πια λουφάξει ανάμεσα στα δέντρα και κουρνιάζανε στα κλαριά μακάρια με το πτωχό τους πνεύμα.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» σκέφτηκε και αναστέναξε. Τα είχε πριν από ώρα ακούσει που κάνανε αυτό τον ήχο όλα μαζί, σαν το ένα να τραβά το άλλο να κελαηδούν και να μαζεύονται προτού χαθεί το φως της μέρας. Ήταν ένας ήχος αλλόκοτος, του προξενούσε μια θλίψη κάθε φορά, σαν τον καλούσανε κοντά τους. Τώρα ακουγόντουσαν φωνές.

Με το που ακούμπησε τις ξεκάλτσωτες πατούσες του στο τσιμεντένιο πάτωμα ασύνειδα τις ξανασήκωσε για ένα εκατοστό. Τόσο, όσο να συνηθίσει τη παγωνιά κάτω απ’ τα ποδάρια του. Έτριψε το αριστερό του μάτι, λες, και ήθελε να του μαδήσει τα τσίνορα ενώ σηκώθηκε. Οι φωνές όλο και δυνάμωναν.

Γι’ αρχή στηρίχτηκε στη κεφαλή του κρεβατιού. Στάθηκε ευθεία, κάμποσα βήματα μπροστά του και κοίταξε τη φωτογραφία της Σοφίας, της γυναίκας του, σα να ήταν έτοιμη και πάλι να τον μαλώσει γιατί σηκώθηκε γι’ ακόμη μια φορά ξεκάλτσωτος. Τη ρώτησε φωναχτά: «Ποιος να’ ναι Σοφία έξω;» κι εκείνη λες και του ’γνέψε: «Τράβα μόνος σου να δεις!»

Τα ενενήντα τέσσερά του χρόνια τού επέτρεπαν να προχωράει αθόρυβα στηριζόμενος κάθε τόσο ανάμεσα στα έπιπλα. Πέρασε πρώτα από το δωμάτιο που κοιμόταν και ψαχούλεψε δειλά να βρει το τραπέζι στο σκοτάδι, ανάμεσα του κρεβατιού και της ανοιχτής του πόρτας. Κατέβηκε τα δυο σκαλιά που οδηγούσαν στο μικρό του σαλονάκι. Χαιρέτησε τον γιό του το Γιωργή με το που ακούμπησε το χέρι του στο διακόπτη και άνοιξε το φως. Ταυτόχρονα. Χάιδεψε μια μια τις φωτογραφίες επάνω στη τραπεζαρία του γιού του. Του Γιωργή. (περισσότερα…)

Ένα κρανίο και 206 οστά

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 ~.~

1

Το νεκροταφείο του χωριού επεκτάθηκε πρόσφατα. Δεν περνά μέρα χωρίς κηδεία. Χιλιάδες συγχωριανοί μου βρίσκονται θαμμένοι εκεί: γνωστοί και άγνωστοι, συγγενείς και φίλοι, ανάμεσά τους και πολλοί νέοι άνθρωποι που χτυπήθηκαν ξαφνικά από αρρώστιες και άλλοι που σκοτώθηκαν σε τροχαία δυστυχήματα. Τόσες χαμένες ζωές, τόσες τραγωδίες, τόσα σχέδια που έμειναν ορφανά και ανολοκλήρωτα: ποιο το νόημα; Το ίδιο αναρωτιέμαι και όταν στέκομαι μπροστά στον τάφο των γονιών μου. Φαντάζομαι τα οστά και τα κρανία τους και αναρωτιέμαι «αυτό είναι όλο;». Δεν ξέρω. Εκείνη τη στιγμή όλα μου φαίνονται το ίδιο τραγικά όσο και γελοία. Θα ήθελα, μόλις βγω απ’ το νεκροταφείο, να τα παρατήσω όλα, κάθε προσπάθεια, κάθε στόχο, επιτέλους να ζήσω την απλούστερη δυνατή ζωή, την πιο ήσυχη, την πιο λιτή, απαλλαγμένη απ’ όλες τις μάταιες συνήθειες και τις καθιερωμένες ανοησίες. Αλλά δεν είμαι ακόμα απόλυτα έτοιμος για μια τέτοια κατάκτηση.

2

Ενώπιον του τάφου θεωρίες, προσχήματα και αυταπάτες καταρρέουν. Δεν είναι αστείο πράγμα ο λάκκος. Δεν ξέρω αν εκεί μέσα τελειώνουν όλα ή αν υπάρχει συνέχεια. Ωστόσο, μια φωνή μέσα μου, σαν εσωτερικός υποβολέας, μου υπενθυμίζει διαρκώς: και πριν στον τάφο κατεβείς, πρόσεξε πώς θα πορευτείς.

3

Πέθανε ο γάτος μας ο Ερμής. Έντεκα χρόνια έζησε μαζί μας.  Ο πόνος μου ήταν στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. Η γυναίκα μου ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαψε πολλές φορές μέχρι το βράδυ. Έκλαιγε και τις επόμενες μέρες. Ο δικός μου πόνος παρέμεινε στεγνός, ξερός, χωρίς δάκρυα. (Ερμάκο μου, σε ευχαριστώ για την παρέα και τις χαρές που μας έδωσες. Εύχομαι ολόψυχα να ξαναβρεθούμε).

4

Προσωρινό μέλος της ζωντανής ανθρωπότητας, αργά ή γρήγορα θα γίνω κι εγώ μόνιμο μέλος της νεκρής ανθρωπότητας. Η ατομική μου ιστορία θα χαθεί για πάντα στο αχανές κοιμητήριο της λήθης. Αυτή είναι η βιογραφία μου στην απλούστερη μορφή της. Και με κάποιες διαφορές, και η βιογραφία κάθε ανθρώπου.

5

Μήπως δηλητηριάζω τη ζωή μου συλλογιζόμενος διαρκώς τον θάνατο; Είναι κακό να σκέφτομαι τόσο συχνά ότι κάποτε θα πάψω να υπάρχω; Δεν ξέρω για τους άλλους αλλά για μένα αυτή η ιδεοληψία με τα χρόνια λειτουργεί θετικά. Μόνο συλλογιζόμενος τη θνητότητά μου μπορώ να ζω φυσιολογικά: με βοηθά να μην παίρνω τίποτα στα σοβαρά (με εξαίρεση τον ανθρώπινο πόνο) και μειώνει όσο πρέπει την υπερβολική βούληση για δράση που είναι πάντα η αναγκαία συνθήκη για την εκδήλωση του κακού. (περισσότερα…)

Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (1930-2024)

*

ΟΙ ΦΡΑΚΑΣΑΝΕΣ

Καθὼς γύριζα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.

Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα, πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τὄφε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.

Ἕνα με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά. (περισσότερα…)

Η Βερδίκω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Να τον τσακίσ’νε οι δαιμόνοι, να τον πάρ’νε και να τον σ’κώσ’νε! Να μην βρίσκει τόπο να σταθεί, να μπει στο μνήμα και να μην λειώνει! Ανάθεμά τονε τον παλιοκερατά! Όπως με κατάστρεψε, να καταστραφεί κι εκειός…»

Ξεστομίζοντας βαρύτατες κατάρες η Βερδίκω, έγδερνε τα μάγουλά της κι άφηνε τα δάκρυά της να κατρακυλούν στις ρυτίδες του προσώπου της, να ποτίζουν το μαραμένο στήθος της και να μουσκεύουν το πολυκαιρίτικο χωριάτικο φόρεμά της, το περίκλειστο έως τον λαιμό, που έδειχνε –σύμφωνα με την λευκαδίτικη παράδοση– πως η γυναίκα ήταν ανύπαντρη.

Απότομο κι αναίτιο το ξέσπασμά της, όμως εμείς το ’χαμε συνηθίσει αυτό από χρόνια. Δεν υπήρχε φορά να την απαντήσουμε και να μην ακούσουμε να καταριέται τον γιο του Αλεγραμμά. Έσκουζε σαν κουρούνα, ρέκαζε σαν κατσίκι που το σφάζουν, λες κι όλα γίνηκαν χτες, κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας.

Κατόπιν, απότομα όπως ξεκίναγε, σταμάταγε. Η Βερδίκω σκούπιζε τα μάτια με την ανάστροφη του χεριού της και χαμογελούσε ηλιθιωδώς, η αγλύκαντη! Κι αυτό ακριβώς το χαμόγελο, σ’ ένα στόμα δίχως δόντια, έδειχνε την θλίψη απροσμέτρητη, όπως δείχνει απέραντη μια έρημος την μοναξιά.

Η έρημος, όμως, κατοικούσε από καιρό στο μυαλό της Βερδίκως. Δεν θυμόνταν παρά μονάχα όσα την πλήγωναν. Λες και δεν έζησε χαρές, λες και δεν είχε όνειρα, λες και δεν ήτανε ποτέ κορίτσι δροσερό, λες και γεννήθηκε γριά και μαραμένη, καταραμένη απ’ τα σπάργανά της, νανουρισμένη απ’ τις Μοίρες με το «αχ» και με τ’ «ανάθεμα».

Ζούσε, τι ζούσε; Λούφαζε όπως τ’ αλούπι στο Βλυχό, σ’ ένα καλύβι πέτρινο. Τι πέτρινο; Βολιός. Λιθάρια το ’να πάνω στ’ άλλο δίχως λάσπη αρμολογημένα, χωρίς παράθυρα, χωρίς τζάκι: κατάχαμα άναβε φωτιά κι έφευγε ο καπνός απ’ τα τσίγκα, που τ’ αναμέριζε μ’ ένα καλάμι να μην την πνίξει η αμπούρα. (περισσότερα…)

«Χαμένος ολότελα μες στο πλήθος»: Τα δυο ταξίδια του Κωστή Παλαμά στη Θεσσαλονίκη

Aπό την πρώτη επίσκεψη του Κωστή Παλαμά στη Θεσσαλονίκη τον Δεκέμβριο του 1927. Εικονίζονται όρθιοι από αριστερά: Γιώργος Θ. Βαφόπουλος, Δ. Δάλλας, Δέξιππος Αντωνιάδης, Αναστάσιος Μισιρλόγλου, Αντώνιος Χαμουδόπουλος, Λέανδρος Παλαμάς. Καθήμενοι: Αιμίλιος Ριάδης, Αγλαΐα Σχοινά, Κωστής Παλαμάς, Άννα Χαμουδοπούλου, Νίκος Βέης, Κ. Ρέσσος.

~.~

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ανάμεσα στα πάμπολλα ιατρεία της οδού Αγίας Σοφίας βρισκόταν και το δικηγορικό γραφείο του Νικόλαου Δαρβέρη. Ο Δαρβέρης καταγόταν από τα Βέρβαινα της ορεινής Αρκαδίας και η οικογένειά του ήρθε στη Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωσή της και αγόρασε ακίνητα στο κέντρο της πόλης. Βουλευτής ο ίδιος, εκδότης της εφημερίδας Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος και άνθρωπος με δραστήρια κοινωνική ζωή, ο Δαρβέρης θέλησε να προσφέρει στη Θεσσαλονίκη έναν χώρο πολιτισμού, οπότε και έφτιαξε στον αριθμό 17 της οδού ένα εμβληματικό σινεμά –τα λαμπρά εγκαίνια έγιναν στις 26 Σεπτεμβρίου 1926–, με τ’ όνομα «Διονύσια». (Όνομα που δόθηκε κατόπιν δημόσιας πρόσκλησης στους αναγνώστες της εφημερίδας και για το οποίο δόθηκαν ως βραβείο 1.000 δραχμές.) Ο κινηματογράφος που κατεδαφίστηκε το 1973, παρίστανε αιγυπτιακό ναό, με παραστάσεις ανάγλυφες των Φαραώ και ιερογλυφικά, με κίονες και αετώματα. Τα φεϊγβολάν που κυκλοφόρησαν για το κοινό τη μέρα της έναρξης έγραφαν

«Τα Διονύσια κρίνονται ως το τελειότερον οικοδόμημα του είδους εν Ανατολή και από απόψεως αρχιτεκτονικής και από απόψεως διακοσμήσεως. Περιλαμβάνει μετά των θεωρείων 1000 καθίσματα.»

Η μουσική των ταινιών ακουγόταν ζωντανά από μόνιμη ορχήστρα που έπαιζε επί σκηνής κοντά στην οθόνη, ενώ εκτός από προβολές, στους χώρους του διοργανώνονταν και άλλα καλλιτεχνικά γεγονότα.

Την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου του 1927, έναν χρόνο περίπου μετά την ανέγερση του κτηρίου, ο Κωστής Παλαμάς μίλησε στην κεντρική αίθουσα με αφορμή την ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη της πόλης.  Έναν χρόνο πριν, συμπλήρωνε πενήντα χρόνια ποιητικής δημιουργίας και σε όλη τη χώρα έγιναν μια σειρά από εκδηλώσεις.

«Τη χρονιά που μας πέρασε δύο τρεις –καλά καλά δεν τα γνωρίζω τα ονόματά τους– φιλόμουσοι νέοι, συγκινημένοι από την ποίησή μου, φαντάστηκαν πως μπορούσανε να οργανώσουν γύρω στ’ όνομά μου κάποια γιορτή, με την αφορμή πενήντα χρόνων που είχανε κλείσει από την ημέρα που δημοσιεύθηκε στο Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασωπίου το πρώτο μου τάχα ποίημα».

Για την βράβευση της Θεσσαλονίκης πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν ο καθηγητής Αναστάσιος Μισιρλόγλου, ο Δέξιππος Αντωνιάδης, ο δημοσιογράφος Αντώνης Χαμουδόπουλος και ο μουσικός Αιμίλιος Ριάδης («πόσο μ’ ευχαρίστησε τ’ όνομα του κ. Δέξιππου παράπλευρα στο δικό σου! Τι συγκαταβατικός προς εμένα… πόσο υποχρεωτικός…»), οι οποίοι με ανακοίνωση στις εφημερίδες καλούσαν τον λαό της Θεσσαλονίκης στην υποδοχή του ποιητή. (περισσότερα…)

Το πανηγύρι των συγγενών

*

Με βάση κάποιες συγκεκριμένες αφορμές οι κόσμοι θ’ αναποδογυρίσουνε. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να συμβεί. Δεν έχει τόση σημασία ο χρόνος που θα γίνει, όσο το αποτέλεσμά του.

Καθώς ο φλοιός της γης είναι σώμα κι όπως παθαίνει κορεσμό, σαν εκείνους που συμβαίνουν στ’ άμαθα στομάχια των ανθρώπων επιφέροντας τον εμετό του ξαλαφρώματος, χρειάζεται να έρθουν τα πάνω κάτω ή τα μέσα έξω. Με όποια σειρά το θέλετε εσείς, δεν επιμένω τόσο σε αυτό. Σ’ αυτό όμως που θα επιμείνω είναι ο τρόπος.

Ένα παράδειγμα τα πανηγύρια, που παλιότερα ήταν συγκέντρωση ανθρώπων. Ξενιτεμένων, κάτοικων, μόνιμων σε μια περιοχή και συγγενών. Στηνόταν το πανηγύρι υπαίθριο, πάντοτε, γιατί βόλευε και την μουσική που θα εξαπλωνόταν μες στο δάσος που θα γίνει, ημερήσιο καθώς σε έβγαζε κι απ’ τις κακοτοπιές, γιατί φανταστείτε να πίνατε έως πνιγμού κρασιά και άλλα αμαρτωλά οινοπνεύματα και να μην βλέπατε τον δρόμο που σας γυρνάει στο σπίτι, πράγμα φριχτό και λιγάκι χλευαστικό, δεν νομίζετε; Γιατί εγώ, που σας παρατηρώ, γελάω αληθινά όταν ο ένας προσπαθεί πάνω στη σούρα του να συγκρατήσει τον διπλανό, ενώ στο τέλος, και οι δυο σας κουτρουβαλάτε στα χαντάκια. Όχι δεν μιλώ για σας. Τούτο ήταν η αρχή, για φτάσω εκεί που θέλω∙ περάστε κι εσείς μαζί μου σαν αερικά, αδιάφορα αν και λίγο φιλοπερίεργα, ανάμεσα κόκκινων παρειών κι άδειων μποτιλιών με μπύρα∙ εδώ ο τόπος είναι ζεστός, γεμάτος κυπαρίσσια.

Και θέλω να ρωτήσω κάτι προτού θα συνεχίσουμε: γιατί τα κυπαρίσσια φυτρώνουν πιο συχνά από τα άλλα δέντρα, ας πούμε πεύκα ή έλατα, δρύες ή και πλατάνια; Και αφού φυτρώνουν εκεί που φύτρωσαν, γιατί οι άνθρωποι στήνουν τα πανηγύρια ανάμεσά τους με μικρόφωνα, πλανόδιους τραγουδιστές, ηχεία, τραπέζια πλαστικά και καρέκλες οι οποίες τρίζουνε με τα τέσσερα ποδάρια τους, καθώς και τα καρφώνουνε στο χώμα; Είναι ένα σημάδι θεϊκό, συμπαντικό ή μήπως θέμα τύχης; Αν και δεν ρώτησα ποτέ αυτούς που τραγουδάνε, μήπως και σ’ άλλες περιοχές συνάντησαν το ίδιο, δεν το πολυπιστεύω, θεωρώ πως την τιμητική την έχει αυτό το πανηγύρι. Ευτυχώς που σας έκοψε και τραβήξατε τα λιόπανα καταμεσής και δεν θα μας κάψει ο ήλιος, γιατί κανείς δεν θα μπορέσει να σκεφτεί για ό,τι θα πω πιο κάτω. (περισσότερα…)

Ο Κοτζιούλας καλόγερος στ’ Αγιονόρος;

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ο Ηπειρώτης ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος Γιώργος Κοτζιούλας από την άνοιξη μέχρι και τις αρχές του φθινοπώρου του 1939 μετέφραζε σε συνέχειες μια βιογραφία του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς κι ενώ η μεταφραστική συνεργασία του με το περιοδικό συνεχιζόταν απρόσκοπτα, η Διεύθυνση του περιοδικού λαμβάνει ένα περίεργο γράμμα από έναν στενό φίλο του ποιητή, το οποίο και συνοδεύει με ένα σύντομο εισαγωγικό κείμενο. Κείμενο, που φανερώνει με τον πλέον έκδηλο τρόπο το ξάφνιασμα και την αμηχανία του ίδιου του διευθυντή του περιοδικού για τα όσα αναφέρει ο εξίσου ξαφνιασμένος κι έκπληκτος επιστολογράφος φίλος του Κοτζιούλα. Παραθέτω ευθύς αμέσως την επιστολογραφία, όπως δημοσιεύτηκε στο φύλλο υπ. αριθ. 148 (Σάββατο 30/9/1939).

(Δημοσιεύουμε παρακάτω, με κάθε επιφύλαξη, ένα γράμμα που πήραμε από τον κ. Αντ. Φιλ. Κατσουρό, που είναι καθηγητής στο Βαθύ της Σάμου.

Ο εκλεχτός συνεργάτης μας κ. Γ. Κοτζιούλας, που το περιοδικό μας τώρα δημοσιεύει τη μετάφρασή του της εξαιρετικής βιογραφίας του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, αναχώρησε πριν δυο μήνες περίπου για ένα ταξίδι στα νησιά, καθώς μας είχε πει, κι’ αφού πριν μας παράδωσε όλα τα χειρόγραφα της παραπάνω μετάφρασής του. Στο αναμεταξύ πληροφορηθήκαμε πώς πήγε στο Άγιον Όρος. Η μόνη πληροφορία που έχουμε πως έγινε καλόγερος εκεί, είναι αυτή που μας έρχεται με το παρακάτω γράμμα.

(περισσότερα…)