ΝΠ | Αφηγήματα

Δημήτρης Καρακίτσος, Δνείπερος

*

*

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

Δ Ν Ε Ι Π Ε Ρ Ο Σ

~.~

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΓΙΑ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΗ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΙΑ

  1. Εγώ, που δεν έχει νόημα πώς λέγομαι, ούτε τι θέλω, κάτοικος Μαριούπολης, για να αφηγηθώ την ιστορία μου λέγω:
  2. Ότι μια μέρα πριν την κήρυξη του πολέμου, πήρα άδεια για να πάω σ’ έναν φίλο μου, που ήξερα ότι δεν περνούσε καλά.
  3. Αυτός, εξήντα χρονών, είχε χάσει το πόδι του σ’ ένα ατύχημα, και τώρα, απ’ το να μην έχει να πιει προτιμούσε να ψοφήσει της πείνας.
  4. Αλλά εγώ στη σακούλα έβαλα κρέας, μακαρόνια, λαχανικά και δυο πακέτα τσιγάρα.
  5. Και ξεκίνησα, αν και με κρύο τσουχτερό. Θυελλώδης φυσούσε απ’ τη θάλασσα ο άνεμος, κι όλοι έλεγαν ότι θα ’ρθει βροχή.
  6. Και έτρεχαν να πάνε στις δουλειές τους, ενώ ένα κίτρινο παλιό LADA είχε κολλήσει σ’ έναν παράδρομο και τα αυτοκίνητα πίσω κόρναραν και κορόιδευαν.
  7. Σαν κοχύλια που πήρες το μέσα τους, έτσι είν’ η Αζοφική, αλλά από το τζάμι του λεωφορείου αφηρημένος θυμήθηκα την άφιξή μου στην πόλη, λίγους μήνες πριν.
  8. (Μέρα συννεφιασμένη στα μέσα του Ιουλίου. Και είχα στενάξει γιατί ήταν άσχημα στην αρχή, ούτε μ’ άρεσε ο κόσμος παρότι στο γραφείο μιλούσαν ελληνικά.)
  9. Και σκέφτηκα: Πατρίδα τα λεξικά καμίας γλώσσας δεν ξέρουν τι είναι. Δυο λόγια λένε, κι αυτά με παραδείγματα.
  10. Και μια γυναίκα τότε ανέβηκε στο λεωφορείο, όμορφη σαν τη δροσιά, ενώ το άρωμά της με κύκλωσε σαν ασημένιο δαχτυλίδι που ’πεσε στο νερό.
  11. Κι άρχισα να μετρώ τις στάσεις που ήθελα ακόμη. Και μου ’ρθε στον νου ο Ιωνάς μέσα στο κήτος. Ένας Ιωνάς που μετρά τις μέρες κι όλο τις βρίσκει δυο.
  12. Γι’ αυτό ήταν βαθιά η ανάσα στο τέλος. Προσέταξε Κύριος τω κήτει, και εξέβαλε τον Ιωνάν επί την ξηράν, μουρμούρισα, λες και είχα μπροστά μου τη Νινευή. Κι άρχισα να ανεβαίνω τις σκάλες.
  13. Εγώ είμαι, Βένια, φώναξα. Είχε την τηλεόραση ο γέρος στη διαπασών. Τότε τον άκουσα να σέρνει μια το πόδι το καλό και μια το πόδι το ψεύτικο. Όπως κάνει πάντα.
  14. Άρχισε να μου λέει για έναν εφιάλτη που ’χε δει. Κι ένα μπουκάλι, και δίπλα ένα δεύτερο, στον νεροχύτη, ανάμεσα σε πιάτα, άπλυτα από μέρες, ήταν σαν να ’βαζαν στα λόγια του την απόστροφο.
  15. Ήταν, λέει, πεθαμένος, κι από πάνω έκλαιγαν κάτι γυναίκες που δεν τις είχε ξαναδεί.
  16. Και στο ταβάνι είχαν άξαφνα απλωθεί ρωγμές, μα δεν ήταν νερό ούτε αίμα αυτό που έσταζε αλλά όπως θα ’ταν οι ευχές αν είχαν το σώμα σκουληκιού.
  17. Άσ’ τα όνειρα, είπα, και βάλε καφέ. Και πήγα κι έπιασα στο παράθυρο, στη θέα, εκεί που μ’ άρεσε να κάθομαι.
  18. Και τον ρώτησα για το σονέτο απ’ τις προάλλες. Και τότε ο Βένια πέταξε μπροστά μου ένα κίτρινο μπλοκάκι απ’ το οποίο δεν μπορούσα να βγάλω νόημα, με τις λέξεις του να κορδώνονται σαν τίποτε παγόνια.
  19. Εκτός βέβαια απ’ την πρώτη. Που δεν τη θυμάμαι πια. Κατά τα άλλα, είπα στον Βένια, το ποίημά του δεν είχε καμία χάρη.
  20. Το ξέρω, είπε ο Βένια, αλλά οι λέξεις θα φύγουν τώρα και τη θέση τους θα τη δώσουν στα όπλα. Πρέπει όμως, είπε –φώναξε–, γιατί οι λέξεις χάσανε τα λόγια τους.
  21. Και θα ’ρθουν καινούργιες λέξεις, είπε. Αλλά κι εκείνες, θα το δεις, μόνο τη σιωπή θα ξέρουν.
  22. Και τότε μου ’πε ότι, αργά, το καλοκαίρι, λίγο πριν γνωριστούμε, είχε μεθύσει κι αποκοιμηθεί σ’ ένα παγκάκι, και κάτι αληταράδες του ’βγαλαν το ψεύτικο ποδάρι κι εκείνος ξύπνησε απ’ τα ουρλιαχτά τους.
  23. Και το πετούσε ο ένας στον άλλο σαν να ’ταν μπάλα και γελούσαν και έλεγαν στον γέρο, έλα να το πάρεις.
  24. Και αφού βαρέθηκαν, το πέταξαν στα παρτέρια και έφυγαν να κάνουν αλλού τις αλητείες τους.
  25. Παιδιά των είκοσι ετών.
  26. Κι εσύ μιλάς για λέξεις, είπε ο Βένια, μιλάς για ποιήματα, λες και μπορούν να πετάξουν οι άγγελοι άμα τους πει όχι ο Θεός.
  27. Άλλα έτσι και μπουν οι Ρώσοι, θα το δεις, είπε ο Βένια, και θα καταλάβεις τη φύση των πραγμάτων. Έλληνα φίλε.

(περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Ο ασπρούλης (πασχαλινό διήγημα)

 

*

Είχαμε κότες στην αυλή, άσπρες, μαύρες, κόκκινες και λαθουράτες. Τις κυνήγαγα να τις πιάσω, να φιλήσω το ράμφος τους το γυριστό, να χαϊδέψω τα κοραλλένια νυχοποδαράκια τους και να δαγκάσω το μεταξένιο τους λειρί, που έμοιαζε σαν κρεατένια φράουλα, μα έτρεχαν δεξά-ζερβά και ξέφευγαν με κωμικούς αλλά επιδέξιους ελιγμούς, εκτός από μία. Αυτηνής της φώναζα «κάτσ’-κάτσ’» –«κάτσε- κάτσε» δηλαδή– κι αμέσως ανέκοπτε την τρεχάλα της και κάθονταν να την πιάσω. Γι’ αυτό την έβγαλα «Κάτση-κάτση». Δεν έκατσε, όμως, πολύ σ’ αυτόν τον κόσμο. Αρρώστησε. Και πριν πεθάνει, την έσφαξε ο μπάρμπας μου και την έφαγαν οι άλλοι. Εγώ πήρα τα κοκαλάκια της και τα ’θαψα κάτω απ’ την τριανταφυλλιά να μην τα βρουν οι γάτες.

Είχαμε και γαϊδουράκι, αγαθό και ράθυμο, με αυτιά χωνιά βελούδινα, που τα κουνούσε σαν κεραίες πρόσληψης ενός άγνωστου σήματος και ξάφνου αφήνιαζε και κλωτσοπατούσε στον αέρα, λες και πολέμαγε εχθρό αόρατο, που ήταν απλώς μια αλογόμυγα ή εγώ που ήθελα καλά και σώνει να σμίξουμε τις μουσούδες μας για να νιώσω το ζεστό του ρουθούνισμα στο πρόσωπό μου.

Είχαμε και γίδες, μια κερατούσα και μια σούτα, με γενάκι κάτω απ’ το σαγόνι και κρεατάκια, που εμείς τα λέμε σκουλαρίκια.

Τι πλάσμα η γίδα! Πώς τρώει, πώς μηρυκάζει, πώς βαδίζει, πώς στέκεται, πώς οσφραίνεται τον αέρα, πώς σκάφτει με το ποδάρι της το χώμα, πώς ξαπλώνει να πλαγιάσει, πώς σηκώνεται! Και τι νύχια τα νύχια της! Όταν μεγαλώνουν πολύ την λέμε τσουραπάτη. Κι όταν πέφτουν για να βγούνε άλλα, μοιάζουν με κερατένιες κουπίτσες – σκουτελίτσες τις λέμε στο χωριό – μες στα χορταράκια! Τις μάζευα και τις είχα για ποτηράκια μου στο ψευτονοικοκυριό μου, στην γωνιά του αχουριού που πλάγιαζα κι εγώ πάνω στ’ άχερα σιμά τους, ώσπου να με βρει η μάνα μου, να φάω κάνα τριομφίδι ή να με κατακεφαλίσει για την αποκοτιά μου να κάμω τ’ αχούρι σπίτι μου.

Κάποτε η γίδα γέννησε δύο κατσικάκια, ένα άσπρο κι ένα μπερδελό. Το άσπρο το έβγαλα Ασπρούλη –τι πρωτότυπο!– και το μπερδελό το υιοθέτησε ο αδερφός μου. (περισσότερα…)

Οι ζωές των λέξεων και άλλες ιστορίες

*

ΕΠΙΣΗΣ

Το «επίσης» είναι μια λέξη που ποτέ δεν αξιώθηκε το πρωτείο, ποτέ δε βρέθηκε στην αφετηρία, ποτέ δεν όρισε τίποτε. Πάντα ακόλουθος πιστός, πάντα αναμένει την άφιξη του πρώτου νοήματος , για να ορίσει τον εαυτό της σε σχέση μ’ αυτό. Η πιο μεγάλη φιλοδοξία της η μη επανάληψή της. Ο πιο μεγάλος φόβος της μη μείνει να κρέμεται στην άκρη της φράσης σαν τραγούδι που του έκοψαν τις τελευταίες νότες και τρέχει κουτσαίνοντας πάνω στα πλήκτρα , σαν να μη φτάνει η στέγη των λέξεων να την προστατέψει από τη βροχή και να μουλιάζει εκεί αβοήθητη στο απροσδιόριστο, στο ημιτελές.

— . —

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ

Έχει ένα μικρό τραπέζι στην άκρη του καθιστικού. Εκεί ακουμπά τη λίστα με τα ψώνια, τα αποτελέσματα των εξετάσεων (το ζάχαρο στα όρια), το τετράδιο που γράφει κάθε μέρα τις δουλειές (σουπερμάρκετ, τηλέφωνο στον υδραυλικό). Εκεί αφήνει και κάτι χαρτάκια με κομμένα μέλη λέξεων, τραυματίες από πολέμους του σημειωματάριου και ένα κλειδί από ένα γραμματοκιβώτιο από ένα σπίτι όπου έμενε παλιά.

Μερικές φορές ψάχνει τον αφαλό της κλειδαριάς στα συρτάρια των συναδέλφων στη δουλειά και άλλες θέλει να βάλει το κλειδί μέσα στα μάτια των διπλανών του στο μετρό και να ξεχυθούν τα γράμματα από μέσα τους.

Και πιο πολύ σκέφτεται τους λογαριασμούς που στοιβάζονται στο γραμματοκιβώτιο και απαιτούν την εξόφλησή τους. Φτάνουν στο σπίτι και το κυκλώνουν ψηλά μέχρι τη στέγη. Και τότε το κλειδί γίνεται μια αχρείαστη πρόφαση. (περισσότερα…)

Φεζ, ένα στιγμιότυπο

*

Είναι αμφίβολο εάν κάθε φορά που ανοίγω τα μάτια μου μετά απ’ τον ύπνο συνεχίζω, μερικώς συμβιβάζω τη μη συνείδησή μου με το υπάρχον, μερικώς βρίσκω τρόπο να αναλάβω από το σημείο στο οποίο σταμάτησα προτού κοιμηθώ, γιατί κάθε ύπνος μοιάζει να είναι διαφημιστική καμπάνια θανάτου, εξημέρωση της αίσθησής του, έλεγχος συμβατότητας με τον νεκρό που κάποια μέρα θα τον καρπωθεί, έλεγχος συμβατότητας με όσα κατόπιν ή εκ νέου αναρωτιέμαι, μυούμαι σε κάτι καθώς από κάτι σημαδεύομαι. Γίνομαι πολύ γρήγορα, τόσο γρήγορα όσο ξεγίνομαι.

Αυτή η ars apodemica ταξινομείται σε άλλο είδος εκμηδένισης, το οποίο επισκιάζει κάθε λογής θανατικές αιρέσεις, σχολαστικές ή αυθόρμητες αντιδράσεις γραπτού λόγου που δεν είναι παρά σκέτος γραπτός λόγος.

Όταν φτάνει στο τέλος της η χιλιοστή δεύτερη αραβική νύχτα, σκέφτομαι πως ανακτώμαι μέσ’ απ’ ότι συμβαίνει, μα είμαι γελασμένος, αφικνούμαι: ο άνεμος γίνεται σταδιακά όλο και πιο καυτός και διασκορπίζει μια αμυδρή ευωδία ζυμαριού λες και ο ουρανός είναι η διάτρητη ψίχα ενός ψωμιού που σιγοψήνεται στο φως του ήλιου. Η ανατολή μια απόχρωση λειψάνου που τα τελευταία του απομεινάρια σάρκας δεν έχουν προλάβει ακόμη να σαπίσουν. Μια αρχαία ταφική λυχνία, που όταν ανάβει, το φως της είναι πιο εκτυφλωτικό από το παρελθόν, όταν σβήνει πιο μαύρο από το έρεβος των τέλειων κι ολοκληρωμένων συλλογισμών.

Κατεβαίνω από την επίπεδη στέγη μέσα στο δωμάτιο μαζί με το σεντόνι, το μαξιλάρι και τα σύνεργά μου. (περισσότερα…)

Το προδοτικό φιλί

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Στο σημερινό απόσπασμα, συνέχεια του προηγούμενου («Ένας έρωτας γεννιέται»), από το ανέκδοτο βιβλίο Η Ελισάβετ της Κρήτης, παρακολουθούμε τις συνέπειες της ερωτικής σχέσης μεταξύ της Ελισάβετ και του νεαρού ζωγράφου Πέτρου Μωραΐτη, που σχεδόν βίαια ως ανεπίτρεπτη, διακόπτουν αγαπημένα της πρόσωπα, αλλάζοντας ανεπίγνωστα την πορεία της ζωή της.

~ . ~

Απόγευμα πρωταπριλιάς του 1855 η Ελισάβετ άκουσε να κτυπά η πόρτα της ιεραποστολικής κατοικίας και πήγε ν’ ανοίξει. Είχε καλέσει τον Πέτρο,[1] να δει προσεχτικά την Ἀνθοδέσμη της, πριν την παραδώσει στην Επιτροπή, της το είχε προτείνει ο ίδιος· ήθελε να ελέγξει μήπως υπάρχει κάποια αβλεψία που μπορούσε την τελευταία στιγμή να διορθωθεί.

— Πρωταπριλιάτικο αστείο; τη ρώτησε εκείνος χαριτολογώντας και της πρόσφερε ένα κλαδάκι με ροζ απριλιάτικα τριαντάφυλλα.

— Όχι, δεν θα έκανα ποτέ τέτοια φάρσα, του είπε και τον οδήγησε στον συνηθισμένο χώρο, στη Βιβλιοθήκη.

Η Ελισάβετ τράβηξε από το ράφι της μικρής βιβλιοθήκης την κασετίνα, όπου φυλασσόταν το λεύκωμά της, και του την έδωσε. Την πήρε στα χέρια του με  προσοχή και αναφώνησε με θαυμασμό:

— Τι εντυπωσιακή ξυλογλυπτική και πόσο αρμονική με το έργο!

— Ντόπιο πλατανόξυλο και ελιόξυλο, ό,τι καλύτερο για μια τέτοια κασετίνα· είναι άξιος λεπτουργός ο Γλήνης, σχολίασε η Ελισάβετ.

Κάθισαν δίπλα δίπλα στο τραπέζι· ο Πέτρος έβγαλε προσεχτικά την Κλασική Ἀνθοδέσμη από την κασετίνα κι άρχισε να την ξεφυλλίζει και να την ελέγχει λεπτομερώς· σταμάτησε στην σελίδα με τον τίτλο «Πρόθεσις»·[2] τυπωμένο με μαύρα και κόκκινα γράμματα το μικρό κείμενο που ακολουθούσε αποκάλυπτε τον στόχο του έργου της. Ήταν το πρώτο δικό της γραπτό που είχε διαβάσει· είχε έλθει σε άμεση επαφή με τον νου και την ψυχή της, από όπου είχε αντληθεί. Θέλησε τώρα να το ξαναδιαβάσει δυνατά, να νιώσει πάλι τον ήχο των λέξεων και την ισχυρή επίδρασή τους στο πνεύμα και στην καρδιά του.

— Τι ωραίο το κείμενό σου, αγαπητή μου Ελισάβετ! εγκιβωτίζεις άριστα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της πόλης μας. Στις δυο λέξεις, «αλλεπάλληλα δυστυχήματα»,[3]  περιλαμβάνεις με λεπτό, έξυπνο και σύντομο τρόπο την τρέχουσα πολιτική και υγειονομική κατάσταση της Αθήνας, την Κατοχή και τη χολέρα·υμνείς δυο πόλεις, την Αθήνα, όπου δημιουργήθηκε η Ἀνθοδέσμη σου και από όπου ξεκινά το ταξίδι της και την πόλη του φωτός, όπου θα εκτεθεί·[4] φανερώνεις την αγωνία σου για την κακή τύχη, που φοβάσαι πως θα εξακολουθήσουν να έχουν τέχνες και επιστήμες στον τόπο, όπου γεννήθηκαν. Είμαι συγκινημένος.

— Γράφω ό,τι νιώθω, Πέτρο, και χαίρομαι πολύ που σου αρέσει. Ναι, δεν σου κρύβω ότι ανησυχώ για το μέλλον… απάντησε η Ελισάβετ, ενώ ο Πέτρος συνέχιζε να ξεφυλλίζει ένα ένα τα σχεδόν εβδομήντα φύλλα τού λευκώματος· σε κάθε φύλλο έλεγχε προσεχτικά τα πάντα, ακόμη και τα κενά. (περισσότερα…)

Στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Ένα μικρό χωριό ήταν το 1948 η Παλαιοχώρα ή Παλιόχωρα, όπως ήταν γνωστό το όνομα με το οποίο τη γνώριζαν οι περισσότεροι κάτοικοι της Κρήτης. Στις μέρες μας έχει εξελιχτεί σε έναν γοητευτικό και ιδιαίτερα δημοφιλή τουριστικό προορισμό, αλλά και σε ένα δραστήριο κέντρο συναλλαγών και εμπορίου της ευρύτερης περιοχής του νοτιοδυτικού άκρου του νομού Χανίων.

Στο Γυμνάσιο της  Παλιόχωρας υπηρετούσε ως καθηγητής μαθηματικών ο πατέρας μου. Στο σπίτι η μάνα μου παιδευότανε με τα  τέσσερα όχι και τόσο εύκολα αγγελούδια της. Η αφεντιά μου, ως πρωτότοκος, δημιουργούσε τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα. Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε ο πατέρας μου, το συζήτησε με τον φίλο του, Διευθυντή του Δημοτικού σχολείου και αποφασίστηκε να με στείλουν στην Α΄ τάξη του σχολείου, ως ακροατή! Επαρχιακή αυθαιρεσία είπατε; Αυτό μπορούσε να γίνεται την εποχή εκείνη. Είσοδος στα Πανεπιστήμια με βαθμούς 2 ή 3 ή 5, πλαστά ή μαϊμού πτυχία και λοιπές επαναστατικές και εναλλακτικές εκπαιδευτικές διαδικασίες δεν υπήρχαν τότε. Από το αυτί λοιπόν –κυριολεκτώ εδώ– και στον δάσκαλο.

Πήγαινα λοιπόν στο σχολείο και μάθαινα την αλφαβήτα και την προπαίδεια και υποσχέθηκα πως έτσι θα έκανα καθημερινά, αφού όμως και ο κύριος Διευθυντής είχε αναλάβει τη δική του ευθύνη να μου προσφέρει ένα μικρό χωνί ζάχαρη κάθε μέρα την ώρα του μεγάλου διαλείμματος. Με αυτά και με τ’ άλλα η εκπαίδευσή μου ξεκίνησε με καλούς οιωνούς. Προς το τέλος της εκπαιδευτικής περιόδου ο Δάσκαλος μας πληροφόρησε πως θα ερχόταν κάποιος άλλος, ένας πιο σοφός Δάσκαλος, να δει αν ο δικός μας Δάσκαλος κάνει καλά τη δουλειά του κι αν εμείς είμαστε μαθητές της προκοπής. Ήρθε λοιπόν ο κύριος Επόπτης Στοιχειώδους Εκπαίδευσης και μας ζήτησε να γράψουμε με λίγα λόγια γιατί αγαπούμε το χωριό μας. Δεν θυμάμαι πώς σκέφτηκα και έγραψα ότι έγραψα. Θυμάμαι όμως πολύ καλά πως αφού δώσαμε όλες και όλοι τα γραπτά στο Δάσκαλό μας βγήκαμε έξω για το μεγάλο διάλειμμα. Πήγα στο γραφείο του κυρίου Διευθυντή, πήρα το χωνάκι μου με τη ζάχαρη και αμολήθηκα στην αυλή. Είχαμε ήδη επιστρέψει στην τάξη μας όταν εισήλθαν ο Δάσκαλός μας και ο κύριος  Επιθεωρητής ο οποίος κρατούσε στο χέρι του τα γραπτά μας. Κάθισαν δίπλα-δίπλα πίσω από την έδρα οι μεγάλοι μας κριτές και άρχισαν κάτι ψου ψου ψου και πάλι ψου ψου ψου και μετά ο κύριος Επιθεωρητής ρωτά:

— Ποιος είναι ο Μπουζάκης; (περισσότερα…)

Λάκης Παπαστάθης (1943-2023), Η Ήσυχη

*

Ο επιλοχίας, ανεβασμένος στα σκαλιά του λόχου, μοίραζε τα γράμματα φωνάζοντας το όνομα. Τα πετούσε με δύναμη στον ουρανό κι αυτά προσγειώνονταν με τσαλίμια μέσα στο τσούρμο των φαντάρων. Ο παραλήπτης σπάνια έπιανε το γράμμα στον αέρα, συνήθως το έψαχνε ανάμεσα στις αρβύλες των άλλων φαντάρων που περίμεναν κι αυτοί το δικό τους. Όταν τα γράμματα τέλειωναν ο λοχίας φώναζε χαιρέκακα «οι υπόλοιποι έχετε χαιρετίσματα από τη Βουγιουκλάκη… και φιλιά!».

«Και σήμερα δεν ήρθε γράμμα της. Ας μου ’γραφε δυο γραμμές που να λένε πως μ’ αγαπάει και πως με σκέπτεται κι εγώ ας καθόμουν τρεις μέρες συνέχεια σκοπιά. Θ’ άντεχα τα πάντα!»

Η έξοδος των φαντάρων στην Κόρινθο κρατούσε από τις τρεις το απόγευμα μέχρι τις εννιά το βράδυ. Όλη η πόλη ντυνόταν στο χακί. Γέμιζαν τα ζαχαροπλαστεία και οι ταβέρνες. Οι πιο τυχεροί, που τους επισκέπτονταν τα κορίτσια ή οι γυναίκες τους, κλείνονταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου κι έβγαιναν στο παρά πέντε τρέχοντας να προλάβουν να χωθούν στο στρατόπεδο πριν από τις 9. Η αγαπημένη του ήρθε μόνο μία φορά. Ήταν βιαστική και αγχωμένη. Σχεδόν δεν πρόλαβε να τη φιλήσει, να την αγκαλιάσει λίγο πριν μπει στο λεωφορείο για την Αθήνα. Όμως το βράδυ στη σκοπιά τη σκεφτόταν με την άνεσή του. Αναπαριστούσε στο μυαλό του τις πιο έντονες ερωτικές σκηνές τους και φανταζόταν πως όταν θα πήγαινε με άδεια στο σπίτι της στην Αθήνα θα πετούσε τα φανταρίστικα από την είσοδο, θα γδυνόταν για να την αγκαλιάσει. Την ποθούσε τόσο πολύ που δεν είχε καθαρό μυαλό να δει πως το κορίτσι τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο απομακρυνόταν απ’ αυτόν. (περισσότερα…)

Η αγγελία

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Κάποτε ήρθε στην εφημερίδα μια αρκετά παράξενη αγγελία, τέσσερις σειρές όλες κι όλες.

«Ζητείται ικανός βιογράφος να γράψει την ζωή μου. Απαραίτητη προϋπόθεση, να διαθέτει φαντασία, χρόνο και έμφυτη ικανότητα στα ψέματα. Πληροφορίες…»

Όταν είδε ο υπάλληλος στα γραφεία της εφημερίδας το παράξενο κείμενο, γέλασε δυνατά και κοίταξε τριγύρω, μη τον έβλεπε κανείς, θα τον περνούσαν σίγουρα για τρελό ή κάπως μεθυσμένο ενώ εκείνος είχε κόψει το ποτό εφτά χρόνια πριν∙ κι αυτό γιατί του είχε απαγορεύσει το σεβαστό δικαστήριο να βλέπει, έστω και τα Σαββατοκύριακα, την κόρη του, κι έτσι δεν πρέπει να γνώριζαν, τότε, τι θυσίες είναι ικανός να κάνει ένας πατέρας για το βλαστάρι του και δεν το ξανάβαλε στο στόμα του. Εδώ και δυόμισι χρόνια, ευτυχώς, την έβλεπε πιο συχνά.

Σκούπισε στο πουκάμισο τα γυαλιά του∙ γεμίζανε δαχτυλιές κάθε τόσο κι όλο νόμιζε πως έβλεπε ορθογραφικά λάθη στο χαρτί και διόρθωνε γραπτά που δεν είχαν κανένα λάθος. Έτσι και εκείνη την στιγμή, τα σκούπισε μηχανικά και άρχισε να την ξαναδιαβάζει. Μπα! το ίδιο έλεγε. Ποιος παλαβός, σκέφτηκε, στέλνει κάτι τέτοιο να δημοσιευτεί; Και καλά, συνέχισε, άντε να βρεθεί ένας άλλος παλαβός να του γράψει την ιστορία του, ποιος θα βρεθεί να καταπιεί τόσα ψέματα; Χαμογέλασε, και την άφησε πιο πέρα στο γραφείο, ούτε καν στα υπ’ όψιν, ενώ βάλθηκε να οργανώσει τις άλλες, τις πλέον σοβαρές που είχαν φτάσει στα χέρια του.

Οι ώρες περνούσανε βασανιστικά αργά. Κάποια στιγμή σήκωσε με κούραση το βλέμμα του από τον υπολογιστή. Χρειάστηκε κάμποσα λεπτά ωσότου να ξεδιαλύνει μέσα του πόσο είχε περάσει από την προηγούμενη στιγμή που έκανε το ίδιο. Και η αλήθεια είναι πως μόλις σήκωσε τα μάτια, ψαχούλεψε επάνω στο γραφείο του, για εκείνη την αλλόκοτη αγγελία. Πρέπει να ήταν αυτή που δεν τον άφηνε διόλου να συγκεντρωθεί. (περισσότερα…)

Όταν στέρεψε ο Αχέροντας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Κάτω από το σπίτι μου ζει ένας άστεγος. Βέβαια, δεν είναι ακριβώς άστεγος. Πριν χρόνια, δεν θυμάμαι κι εγώ πόσα, ήρθε με το σαραβαλιασμένο, πράσινο βανάκι του και πάρκαρε δίπλα από την παιδική χαρά. Δοκίμασε μερικές θέσεις. Πήγε το βανάκι λίγο μπροστά, λίγο πίσω, στο τέλος βρήκε ένα καλό σημείο με σκιά, κάτω από μια χαρουπιά. Κι έμεινε εκεί. Περνάω κάθε μέρα δίπλα του. Σχεδόν άδειο το βανάκι στην αρχή, με τους μήνες και τα χρόνια το γέμισε με την προίκα του. Δεν γίνεται να μη ρίξεις μια ματιά όταν περνάς από δίπλα. Μόνο το χειμώνα καλύπτει τα παράθυρα με κάτι σεντόνια. Τον υπόλοιπο χρόνο το αφήνει ακάλυπτο το κελί του, σαν άγιος που δεν έχει τίποτα να κρύψει. Έβαλε ένα ξύλινο ντουλάπι, που μάλλον θα το βρήκε πεταμένο στα σκουπίδια, στη θέση του συνοδηγού. Τον έχω δει να βγάζει από κει μέσα κονσέρβες για το μεσημεριανό του. Μετά έβαλε κι ένα γκαζάκι πάνω στο ντουλάπι. Τα πρωινά του καλοκαιριού, γύρω στις επτά, πριν ο δρόμος πιάσει πολλή κίνηση, το ακουμπάει στο πεζοδρόμιο και ψήνει τον καφέ του. Το ξέρω γιατί τον πετυχαίνω απαρέγκλιτα κάθε φορά, μετά από μια νύχτα αϋπνίας, όταν βγαίνω στο μπαλκόνι να καπνίσω και να μαζέψω κουράγιο για την ανηφόρα της υπόλοιπης μέρας μου. Δεν έπινα καφέ. Τώρα πίνω. Μόνο όμως παρέα του, μόνο σ’ εκείνα τα επίχειρα πρωινά που ακολουθούν μια νύχτα εξάντλησης. Αυτά τα πρωινά γίνονται όλο και πιο συχνά πλέον. Από πού βρίσκει νερό; Δεν είμαι σίγουρος. Έχει κάτι εικοσάλιτρα, άσπρα μπιτόνια που τ’ ακουμπάει στο παρτέρι. Τα βάζει κάτω από τους πλαστικούς σωλήνες του αυτόματου ποτίσματος που έχει περάσει ο δήμος και μαζεύει νερό. Ίσως να τους έχει κάνει και κάποια τρύπα. Το πίνει αυτό το νερό ή το έχει μόνο για πλύσιμο; Στο κουβούκλιο, στο πίσω μέρος του βαν, έχει απλώσει ένα στρώμα με κουβέρτες. Έχει και μια μικρή τηλεόραση. Δεν είναι καν ασπρόμαυρη. Βγάζει ένα φως μπλε που διαφεύγει τα βράδια από τα πίσω παράθυρα σε σπασμούς, λες και το βανάκι μηρυκάζει μέσα στο σκοτάδι το φως του ήλιου που όλη μέρα έπεφτε πάνω στις λαμαρίνες του.

Στην τελευταία απογραφή, πριν πέντε-έξι χρόνια, έπιασα κι εγώ δουλειά ως απογραφέας. Αφού τελείωσα με τα οικοδομικά τετράγωνά που μου αντιστοιχούσαν και παρέδωσα τα χαρτιά μου, με πήρε τηλέφωνο η υπεύθυνη του τομέα μου. Έγινε κάποιο παράπονο στον δήμο. Αμέλησα να πάρω συνέντευξη από τον άστεγο. Πήρα ξανά τις φόρμες μου και κατέβηκα στο βαν. Χτύπησα, ξαναχτύπησα, τίποτα. Κοίταξα από τα πίσω τζάμια, κανείς. Κοίταξα από τα μπροστινά, πάλι κανείς. Πάνω στο ξύλινο ντουλάπι όμως είδα στοιβαγμένα τρία βιβλία. Την προηγούμενη είχα πετάξει στον κάδο μερικές σακούλες με βιβλία. Μέσα στις σακούλες ήταν κι αυτά τα τρία. Ίδιοι τίτλοι, ίδιες εκδόσεις. Δεν γινόταν να είναι απλή σύμπτωση. Ο εκνευρισμός μου για τη γραφειοκρατική τυπολατρία του μετατράπηκε σε μια συγκαταβατική ευθυμία. Μετά από μήνες τον πέτυχα πρωί να σηκώνεται από τον ύπνο, με ανοιχτά τα φύλλα της πίσω πόρτας. Πάνω σε μια κρεμάστρα, στο εσωτερικό του ενός φύλλου, κρεμόταν ένα μπουφάν που είχα πετάξει πριν λίγες μέρες στα σκουπίδια. Ταράχτηκα αυτή τη φορά. Τι άλλο έχει μαζέψει από τα πράγματά μου; Δείχνει μία προτίμηση σε ό,τι πετάω εγώ. Άραγε ψάχνει τα σκουπίδια μου; Αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, αυτό σημαίνει ότι ξέρει τι τρώω, τι πίνω, τι λογαριασμούς πληρώνω, σε ποιους γιατρούς πηγαίνω. Ξέρει ποιες είναι οι ένοχες, μυστικές μου απολαύσεις που κι εγώ ο ίδιος τις διώχνω χωρίς να τις αφήνω για πολύ στο σαλόνι της συνείδησής μου. Αυτός ο άστεγος κρατάει ένα φωτοαντίγραφο του εαυτού μου. (περισσότερα…)

Γιάννης Ρίτσος, Στο μπουζουξίδικο του Θύμιου

*

Προλογικά-Επιμέλεια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ρίτσος εξέδωσε το Ίσως να ’ναι κι έτσι ως το τέταρτο εξομολογητικό πεζογράφημα (από τα συνολικά εννέα που είχε γράψει), προσπαθώντας να ιστορήσει μια ψυχική τοιχογραφία συναπαρτισμένη από παραμελημένες και παραθεωρημένες συλλογικές μα και βαθύτατα προσωπικές στιγμές, με διάσπαρτα στοιχεία και σπαράγματα αυτοβιογραφικής κατάθεσης, την οποία κι ενδεικτικά ονομάτισε «Εικονοστάσιο των ανωνύμων αγίων». Μιλούσε για πράγματα δηλαδή εκεί μέσα που η αριστερή του στράτευση επί χρόνια του επέβαλε να βάζει στην άκρη και να χώνει παράμερα, να αυτολογοκρίνει και να φιμώνει το δημόσιο ξεστόμισμά τους, παρότι είχαν χαραχτεί αξεδιάλυτα στην ψυχή και το σώμα, τόσο το δικό του όσο κι αρκετών της γενιάς του. Είναι ενδιαφέρον πως ο Ρίτσος όλα εκείνα τα γραπτά τα είχε στο συρτάρι του για δεκαετίες, μέχρι τη στιγμή που πήραν την οδό της δημοσίευσης.

Η έκδοση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην αριστερά και η συζήτηση κι η υποδοχή τού κειμένου περιστράφηκε κυρίως –αν όχι αποκλειστικά– γύρω από την εμφανή και διάχυτη παρουσία της σεξουαλικότητας, μα και μιας ομοφυλοφιλικής ερωτικής έκφρασης που ευδιάκριτα στίζει ορισμένα από τα πεζά αφηγήματα στο συγκεκριμένο έργο του ποιητή.

Ο ίδιος, έχοντας ήδη υποψιαστεί τις επερχόμενες αντιδράσεις, έγραφε, οιονεί προ-απολογούμενος, στο τελευταίο διήγημα της συλλογής:

«άστε με το λοιπόν να μιλήσω όπως μου ’ρχεται για πράματα που δεν τα γράφει ποτέ καμιά Ιστορία, πράματα σιωπηλά, βαθιά, αμελημένα, αθώα, περιπαιχτικά, σημαδιακά, ερωτικά, παιδιάστικα, πονηρούτσικα, παμπόνηρα, βουλιαγμένα σαν Ατλαντίδες, τοιχογραφίες της Θήρας, παράξενα “πράματα” που μιλάνε για όλα, για όλους, για πάντα, όπως ένα παπούτσι μονάχο στο ποτάμι, ένα κέρατο βοδιού σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο, ένα πιάτο παντζάρια στο έρημο πανδοχείο, το κέρας του κυνηγού στο φαράγγι, μια άδεια καπότα στο χορτάρι του Δημοτικού Κήπου, ο καθρέφτης του ασανσέρ μ’ ένα τριαντάφυλλο, ο Ορέστης χωρίς τον Πυλάδη μέσα στο μισοφώτιστο ναυτικό μπαρ χτυπώντας τα πλήκτρα του πιάνου με το ’να του δάχτυλο, οι δυο Άγγελοι που μπαίνουν στο μπαρμπέρικο του Μεταξουργείου ναν τους κουρέψουν λίγο τα φτερά τους που παραμεγαλώσανε κι ο μπαρμπέρης τα χάνει και του πέφτει το μεγάλο κύπελλο με τη σαπουνάδα και πιτσιλιέται ο χρυσοβαμμένος μυγοφτυσμένος καθρέφτης κι οι δυο Άγγελοι που κοιτιούνται στον καθρέφτη βλέπουν το πρόσωπό τους διάστικτο με αφρούς σα να χιονίζει, και πράγματι χιονίζει στο Σανατόριο της Πάρνηθος κι απλώνεται παντού μια ευλογημένη ασπράδα, μια ζεστή όμως ασπράδα, ως πέρα πέρα, μια συγγνώμη τόσο διάφανη που βλέπεις απ’ την άλλη της μεριά τα τέσσερα πλοία που φεύγουν και μένει μόνη μια βαλίτσα στην προκυμαία κι ο τελωνοφύλακας κοιτάει τ’ αντικρινό μπαλκόνι – πράγματα ασήμαντα δικά σου, δικά μας, ναι, ασήμαντα που ωστόσο σε βεβαιώνουν τρυφερά πως υπήρχες, υ π ά ρ χ ε ι ς,  θ α  υ π ά ρ χ ε ι ς  κι είσαι όμορφος κι αγαπημένος κι όλα είναι όμορφα κι αγαπημένα κι είναι κατορθωτό το ακατόρθωτο, τόσο που ξύνεις το κεφάλι σου και κλαις σα βλάκας, γιατί είμαι βλάκας βρε Πέτρο και σ’ αγαπάω για όλα»

(«Θύμησες, πράγματα, λόγια»)

Από αυτόν τον τόμο ξεδιάλεξα την παραπάνω αφήγηση που περιστρέφεται γύρω από ένα ζεϊμπέκικο χορό και την τελετουργία του, που σήμερα, μόλις σαράντα χρόνια μετά, μοιάζει τόσο αλλόκοτος και μακρινός, σχεδόν μυθικός, γέννημα της φαντασίας. Στους γύρους του χορευτή σ’ αυτόν τον ζεϊμπέκικο στροβιλίζονται και χορεύουν μνήμες ζωής αλλοτινής, εμπειρίες κοινές, συνυπαρκτικές, κινήσεις και χειρονομίες απλές και μυστικές, τελετουργίες ανέκφραστες, σιωπές εύγλωττες, θραύσματα και θρύψαλα από ένα ενιαίο κάποτε μωσαϊκό ζωής, που έχει πια φθαρεί αμετάκλητα κι έχει παραμεριστεί απολησμονημένο, όταν δεν προβάλλεται πλέον σε διαστροφικά μεταλλαγμένο καταναλωτικό ευδαιμονικό απείκασμά του. Λείψανα μοναχά, σποραδικές επιβιώσεις, σπαράγματα ελάχιστα ανιχνεύονται κι αναδύονται πού και πού, εδώ κι εκεί. Πού εκκλησίασμα πια, πού δισκοπότηρα και που μετάληψη τελετουργιών μυστηριακών, κοινών, συλλογικών και ζωογόνων. Διόλου τυχαία δα δεν κλείνει κι η αφήγηση μνημονεύοντας τον σικελιανικό Διθύραμβο του Ρόδου;

(περισσότερα…)

«Ο όγκος» και άλλες ιστορίες

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΛΤΣΑ

~ . ~

Ο ΟΓΚΟΣ

Χθες έμαθε τα αποτελέσματα. Δεν είναι μόνος. Έμαθε πως μαζί του μένει ένας όγκος. Συγκάτοικος αξεχώριστος. Όπου αυτός μαζί και ο όγκος. Μήτε τον βλέπει μήτε τον ακούει. Όμως, του είπαν ότι είναι εκεί. Ο όγκος πάλι τον ακούει και τον βλέπει. Τι να σκέφτεται άραγε; Και πώς ενώ ζουν μαζί βλέπουν άλλους κόσμους;

Άραγε και ο όγκος ένιωθε τόσο μόνος όσο εκείνος και βγήκε από τα μέσα του, για να του κάνει παρέα; Να είναι εχθρός ή φίλος;

Το πρωί στο μετρό κανείς δεν παρατήρησε τον όγκο. Και στη δουλειά κανένας δεν τον είδε. Κι όμως κάτι θα έπρεπε να είχαν δει. Πάντα μυρίζονται οι άλλοι τον μοναχό άνθρωπο. Θα έπρεπε να έχουν δει ότι δεν είναι πια μόνος.

 

ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΞΗΣ

Στην αρχή, είσαι το αθώο νεογέννητο. Με ενθουσιασμό, με βεβαιότητες αμέριμνες. Θα λειτουργούν όλα, όπως τα λέει το εγχειρίδιο με τις οδηγίες χρήσης. Ύστερα, κάτι ψυχανεμίζεσαι: απρόσμενη δυσλειτουργία. Μα αυτό είναι ο κανόνας. Ο αληθινός τρόπος λειτουργίας είναι ο λαθεμένος.

«Θα κάνω τη διαφορά», μονολογείς με πάθος, με ασύνετη πεποίθηση. «Μπορώ».

Μετά, τα ερείσματα που υπολόγιζες αποδεικνύονται πλάνες· προσωπικές κι άλλων πριν από σένα που κατάλαβαν ότι το εγχειρίδιο των οδηγιών είναι εκούσια και μεθοδικά ακατάλληλο, παραπλανητικό.

Λίγο μετά, η παραίτηση. Το μηχάνημα ούτε αντικαθίσταται ούτε τροποποιείται ούτε καταστρέφεται. «Παρ’ το απόφαση. Αυτή είναι η μόνη ζωή για σένα.»

Στο τέλος, η συνθηκολόγηση. Δεν έχει άλλο εγχειρίδιο. Δεν έχει άλλη ζωή. Κι εγώ με τους άλλους. Το λάθος είναι το σωστό.

Τέλος της ιστορίας.

Στην αρχή, είσαι το αθώο νεογέννητο… (περισσότερα…)

Αργύρης Χιόνης, Οι εμβάδες

*
Στον Κωστή Παπαγιώργη

Οι εμβάδες ουδεμία σχέση έχουν με τις αμοιβάδες. Ζώα είναι κι αυτές, αλλά πολύ πιο εξελιγμένα. Είναι ένα είδος οικόσιτων υποζυγίων και, ως προς αυτό, διαφέρουν επίσης από τα υποδήματα που είναι υποζύγια ανοικτού εδάφους. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι εμβάδες κινούνται στο περιορισμένο εμβαδόν ενός σπιτιού, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι διανύουν μικρότερες αποστάσεις από τα υπο­δήματα, ιδίως όταν πρόκειται για εμβάδες που μεταφέρουν εξαιρετικά δραστήριες οικοκυρές, οπλι­σμένες με σφουγγαρόπανα, σκούπες και ξεσκονίστρες, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από μπάνιο σε κουζίνα κι από κουζίνα σε βεράντα και σε σκάλα και σε πεζοδρόμιο και πάλι πίσω, από δωμάτιο σε δωμάτιο… Χιλιόμετρα ολόκληρα διανύουν, κάθε μέρα, αυτά τα υπομονετικά υποζύγια, περιφε­ρόμενα μέσα στα περιορισμένα τετραγωνικά μιας κατοικίας.

Παρά την καθημερινή, σκληρή ταλαιπωρία τους, αυτά τα αγαθά ζωντανά ουδέποτε διεμαρτυρήθη­σαν ή εξέφρασαν το παραμικρό παράπονο. Αντίθετα, τα υποδήματα, όντα εκδικητικά από τη φύση τους, πρήζουν ή γεμίζουν με φλύκταινες και κάλους τα πόδια των αφεντικών τους.

Ένα άλλο αξιέπαινο χαρακτηριστικό των εμβάδων είναι η ολιγάρκειά τους. Εν αντιθέσει προς τα δήθεν κοινωνικά, αλλά στην ουσία, φαντασμένα υποδήματα, δεν χρειάζονται ούτε ξεσκονίσματα ούτε γυαλίσματα. Το μόνο που ελπίζουν (όχι απαιτούν) είναι τα πόδια που χώνονται μέσα τους να έχουν, προηγουμένως, πλυθεί, να έχουν αποκαθαρθεί από τη χυδαία υποδηματίλα ή ποδαρίλα, όπως συνήθως ονομάζεται.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι εμβάδες έχουν γίνει σύμβολο της τεμπελιάς, της απραξίας, της απόσυρσης από τη δράση. Οι επιβήτορές τους, όταν πρόκειται για άντρες και όχι για δραστήριες οι­κοκυρές, θεωρούνται κάτι σαν παραιτημένοι απ’ τη ζωή ή, απλώς, τεμπέληδες. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ψευδές από αυτό. Ως απόδειξη περί του αντιθέτου, αρκεί να αναφέρω την περίπτωση των κυρίων Μπαλζάκ και Προυστ που, επιβαίνοντες των παντουφλών τους, διήνυσαν τεράστιες αποστάσεις μέσα στην αχανή στέπα της ανθρώπινης ψυχής. Χωρίς να έχω δει τις σχετικές πληροφορίες, φαντάζομαι ότι το ίδιο έπραξε και ο κύριος Ντοστογιέβσκη.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Όντα και μη όντα, 2006

*

*