ΝΠ | Αποφθέγματα

Εικόνες απ’ την πλαζ

*

Στον μικρόκοσμο της παραλίας, το βλέπεις καθαρά. Η φυσική γυμνότητα είναι αναφροδίσια. Σε αντίθεση με την γυμνότητα την πολιτισμική –αυτό το πολύφερνο επιτήδευμα του  εκδύεσθαι κατά τες συνταγές των μόδιστρων των Παρισίων ή του Μεδιολάνου, το οποίο είναι εξαρχής προσανατολισμένο στο ερωτικό ξεμυάλισμα και όπου το σώμα καταπίνεται από το ρούχο όπως ο ηθοποιός από τον ρόλο του– εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Τα ενδύματα της παραλίας απορροφώνται από τα κορμιά που τα φέρουν. Και το πιο ζέον μπικίνι ξεφτίζει, ξεπέφτει σε περιζώνιο υγειονομικού ενδιαφέροντος. Σαν εκείνα τα κουρέλια που φορούν περί τα αιδοία τους οι ιθαγενείς του Αμαζονίου ή της Πολυνησίας, χάνει το μέλι του.

///

Για τα λεπτεπίλεπτα ερωτικά ειωθότα μας, η γυμνότητα της πλαζ είναι τόσο βαρετή που καταντά σκανδαλώδης. Προκαλεί όσο το τυχαίο μήλο που ακόμη ξινούτσικο, δύσμορφο και αξεφλούδιστο, βρέθηκε αιφνίδια σε πιατέλα υπεργκουρμέ εστιατορίου. Ένας αληθινά πεινασμένος θα το λιμπιζόταν. Όμως οι ραδινοί λάρυγγες τριγύρω, που παριστάνουν ότι τρων, από καιρό έχουν ξεχάσει τι πάει να πει πείνα. Και το κορεσμένο στομάχι τους για να συγκινηθεί έχει ανάγκη ανυπέρθετη τη διεγερτική γαρνιτούρα.

///

Απ’ ό,τι ονομάζουμε θηλυκή ομορφιά, το μεγαλύτερο μέρος δεν είναι παρά σεξουαλική αυτοπεποίθηση. Κι αυτήν στην υψηλή της μορφή τη βρίσκουμε μόνο σε γυναίκες κατασταλαγμένες κι ωριμότερες, που ξέρουν καλά τι εντύπωση προκαλούν στ’ αρσενικά, όμως δεν επείγονται να την εκμεταλλευτούν –πράγμα που κάνει τις νεότερες να μοιάζουν κάποτε με αρπακτικά– και ούτε καν το επιθυμούν· που χαίρονται τη ματιά που τις χαΐδεύει αλλά μένουν από εκείνη ανέγγιχτες· που προβάρουν επάνω τους σαν κόσμημα πολύτιμο ένα κομπλιμέντο, και αυτοστιγμεί το ξεχνούν. Αυτή η ομορφιά είναι μια τέχνη με την έννοια του Καντ – «ωραία», πάει να πει ανεφάρμοστη. Δεν εξαργυρώνεται στο ταμείο της σάρκας ή των συναναστροφών. Υπάρχει για να υπάρχει. (περισσότερα…)

Στο βασίλειο της Κλειούς

*

του ΜΑΡΙΟ ΑΝΤΡΕΑ ΡΙΓΚΟΝΙ

Κάποιες μορφές ματαιότητας γειτνιάζουν με τον ηρωισμό. Γνωρίζουμε από τον Ηρόδοτο ότι πριν από τη μάχη των Θερμοπυλών ένας έφιππος ανιχνευτής που στάλθηκε από τον Ξέρξη προς αναγνώριση, για να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο των Ελλήνων, είδε κατάπληκτος πως οι Σπαρτιάτες χτένιζαν αφοσιωμένοι, με ιδιαίτερη φροντίδα, τα μακριά μαλλιά τους πριν να πάνε προς τη σφαγή. Ήταν σίγουροι για το τέλος που θα είχαν, τόσο μεγάλη ήταν η δυσαναλογία των δυνάμεων: άλλωστε ο ίδιος ο βασιλιάς τους, ο Λεωνίδας, είχε προαναγγείλει πως εκείνο το βράδυ «θα δειπνούσαν στον Άδη».

Το επεισόδιο με έκανε πάντοτε να σκέφτομαι εκείνες τις κυρίες του γαλλικού 18ου αιώνα, που ήταν ικανές, όπως αφηγούνται οι Γκονκούρ, να σηκώνονται με το ζόρι από το κρεβάτι του ψυχορραγήματος και να καλλωπίζονται για τελευταία φορά, ώστε να «μην προκαλέσουν απέχθεια στον θάνατο».

*** (περισσότερα…)

Στις ακρογιαλιές των ομήρων

*

Τ’ ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο του 2024. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1: Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν ένας κομματάρχης, ένας μαφιόζος κι ένας Κινέζος μεσίτης. Που σημαίνει: με άλλους τόσους την ξαναφτιάχνεις.

2: Το γινόμενο της αναγραφόμενης τιμής επί τον βασικό μισθό δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου καρτέλ.

3: Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις κιλοβατώρες (του κλιματισμού) και στα τιμολόγια (πράσινα, κίτρινα και μπλε). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά της η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού.

4: Όπου υπάρχουν καμένα υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει επενδυτής. Η ηδονή είναι αφαιρετέα.

5: Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά το μοχίτο.

ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

*

*

*

 

Ἐμίλ Σιοράν, Ἐπιθυμία καί φρίκη γιά τή δόξα

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Ἔστω ὅτι ὀμολογούσαμε τήν πιό κρυφή μας ἐπιθυμία, αὐτή πού λανθάνει σέ κάθε μας ἀποστολή καί οἰστρηλατεῖ τήν κάθε μας πράξη∙ θά λύναμε τότε τή σιωπή μας μέ τή φράση: «προσβλέπω στόν ἔπαινο». Κανείς ὅμως δέν θά ξανοιγόταν σέ ἐκμυστηρεύσεις τοῦ εἴδους αὐτοῦ, διότι εἶναι λιγότερο ἀτιμωτική ἡ διάπραξη μιᾶς κακοήθειας ἀπό τήν παραδοχή μιᾶς τόσο ἀξιοθρήνητης καί ταπεινωτικῆς ἀδυναμίας, γέννημα ἑνός αἰσθήματος μοναξιᾶς καί ἀνασφάλειας ἀπό τό ὁποῖο καταθλίβονται τόσο οἱ ἀπόκληροι τῆς τύχης ὅσο καί οἱ εὐνοηθέντες. Κανείς δέν εἶναι βέβαιος γιά τό ποιός εἶναι ἤ τί κάνει. Ὅσα χαρίσματα κι ἄν ἔχουμε, μᾶς κατατρώει ἡ ἀνησυχία, τό μόνο δέ πού ζητᾶμε γιά νά τήν ξεπεράσουμε εἶναι νά ἐξαπατηθοῦμε, νά μᾶς ἀπονείμουν ἕνα ὁποιοδήποτε βραβεῖο. Ὁ παρατηρητής ἐντοπίζει ἀμέσως μιά ἔκφραση θερμῆς παράκλησης στό βλέμμα ὁποιουδήποτε ἔχει ἤδη περατώσει ἕνα ἔργο ἤ ἔχει ἁπλῶς ἑτοιμαστεῖ νά λάβει μέρος σέ μιά ὁποιαδήποτε δραστηριότητα. Ἡ ἀνεπάρκεια εἶναι καθολική· ἄν ὁ Θεός ἐμφανίζεται ἀλώβητος, τό ὀφείλει στή δημιουργία, μετά τήν ἀποπεράτωση τῆς ὁποίας, ἐλλείψει μαρτύρων, δέν μποροῦσε νά ὑπολογίζει σέ ἐπαίνους. Θά τούς ἀπευθύνει ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του, στό τέλος τῆς κάθε ἡμέρας!

*

Κάθε ἄνθρωπος, προκειμένου νά δημιουργήσει μιά καλή φήμη, ἀνταγωνίζεται τούς ἄλλους. Κατά παρόμοιο τρόπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος πρωταρχίνιζε τή δράση του, πρέπει νά τοῦ γεννήθηκε ἡ ἀκαθόριστη ἐπιθυμία νά ἐπισκιάσει τά ζῶα, νά διαδραματίσει εἰς βάρος τους ἕναν πρωτεύοντα ρόλο, νά λάμψει πάσῃ θυσίᾳ. Μιά ἀναστάτωση, πηγή φιλοδοξίας, ἄν ὄχι ἐνέργειας, κατέστρεψε τήν ἠρεμία τῆς ζωτικῆς του οἰκονομίας· βρέθηκε ἔτσι σέ ἀνταγωνισμό μέ ὅλα τά ἔμβια ὄντα, εἰσερχόμενος μετ’ ὀλίγον καί σέ μιά ἀναμέτρηση μέ τόν ἑαυτό του παρακινούμενος ἀπό τούτη τήν ἄγρια τρέλα τῆς προσπέρασης τῶν πάντων, ἡ ὁποία βαίνοντας συνεχῶς ἐπί τά χείρω ἔμελλε νά ἀποτελέσει τό πιό δικό του χαρακτηριστικό γνώρισμα. Αὐτός μόνο στή φυσική κατάσταση θέλησε νά εἶναι σημαντικός, αὐτός μόνο, ἀνάμεσα στά ζῶα, πάσχισε νά βγεῖ ἀπό τήν ἀνωνυμία. Νά ἀξιοδοτείται, αὐτό πάντα ὀνειρευόταν. Δυσκολευόμαστε νά πιστέψουμε ὅτι θυσίασε τόν παράδεισο γιά τήν ἁπλή ἐπιθυμία νά γνωρίσει τό καλό καί τό κακό∙ ὅλως ἀντιθέτως, εὔκολα τόν φανταζόμαστε νά διακινδυνεύει τά πάντα γιά νά γίνει κάτι ξεχωριστό. Πρέπει, συνεπῶς, νά κάνουμε μιά διόρθωση στή Γένεση: ἄν ὁ ἄνθρωπος κατέστρεψε τήν ἀρχική εὐτυχία του, δέν τό ἔκανε ἀπό δίψα γιά γνώση, ἀλλά ἀπό τή βουλιμία του γιά τή δόξα. Ὅταν ὑπέκυψε στή γοητεία της, πέρασε στήν πλευρά τοῦ διαβόλου. Καί εἶναι πράγματι διαβολική τόσο καθαυτή ὅσο καί στίς ἄμεσες ἐκδηλώσεις της. Ἐξαιτίας της ὁ πιό προικισμένος ἀπό τούς ἀγγέλους κατέληξε τυχοδιώκτης καί πλείονες τοῦ ἑνός ἅγιοι ἔγιναν σαλτιμπάγκοι. Ὅσοι τή γεύτηκαν ἤ ἔστω λίγο ἔλειψε νά τήν ἀποκτήσουν, δέν τήν ἀφήνουν στιγμή· μάλιστα, δέν θά ἀποφύγουν καμιά κακοήθεια ἤ ἀχρειότητα προκειμένου νά παραμείνουν κοντά της. Ὅταν δέν μποροῦμε νά σώσουμε τήν ψυχή μας, ἐλπίζουμε τουλάχιστον στή διάσωση τοῦ ὀνόματός μας. Ἄραγε, τοῦτος ἐδῶ ὁ σφετεριστής, πού ἔπρεπε σώνει καί καλά νά ἐξασφαλίσει μιά προνομιακή θέση στό σύμπαν, θά τά κατάφερνε ποτέ χωρίς νά κατέχεται ἀπό τή ζωηρή ἐπιθυμία νά συζητεῖται τό ὄνομά του, χωρίς τήν μετά μανίας καί μετ’ ἐπιμονῆς ἐπιδίωξη διάκρισης; Ἄν τούτη ἡ μανία κατελάμβανε ἕνα ὁποιοδήποτε ζῶο, ὅσο «καθυστερημένο» κι ἄν ἦταν, αὐτό θά προχωροῦσε τόσο ἁλματωδῶς πού χωρίς μεγάλη καθυστέρηση θά προλάβαινε τόν ἄνθρωπο. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Περί ἀσθένειας

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας» (Σελίν). Τό 1928 ἐγγράφεται στή Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βουκουρεστίου. Μελετᾶ Κάντ, Σοπενάουερ καί Νίτσε. Πιάνει φιλίες μέ τόν Ἰονέσκο καί τόν Ἐλιάντε. Τό 1933 πραγματοποιεῖ σπουδές στό Βερολῖνο μέ ὑποτροφία τοῦ Ἱδρύματος Humboldt. Μελετᾶ Χάρτμαν, Κλάγκες κ.ἄ. Ἐξονυχίζει τό ἔργο τοῦ Ζίμελ. Τήν περίοδο αὐτή υἱοθετεῖ ἀκραῖες ἐθνικιστικές καί ἀντισημιτικές θέσεις, οἱ ὁποῖες γρήγορα θά πάρουν τέλος. Ὅταν τόν ρώτησαν τί σκέφτεται γιά τό ἀλλοτινό του παραλήρημα, ἀπάντησε ὅτι «εἶναι σάν νά ἀντικρίζω τίς ἐμμονές ἑνός ξένου, καί μένω ἀποσβολωμένος ὅταν διαπιστώνω ὅτι αὐτός ὁ ξένος εἶμαι ἐγώ» (Καραβασίλης). Τό 1933 δημοσιεύει τό πρῶτο του βιβλίο, Στό ἀπόγειο τῆς ἀπελπισίας. Τό 1937 δημοσιεύει τό περιώνυμο καί ἐπίμαχο Περί δακρύων καί ἁγίων. Τήν ἴδια χρονιά ἀναχωρεῖ γιά τό Παρίσι, «παγκόσμια πολιτεία τῶν γραμμάτων» (Καζανοβά), μέ ὑποτροφία τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου καί μέ τήν πρόθεση νά ἐκπονήσει διδακτορική διατριβή πάνω στόν Μπεργκσόν. Τό ὅτι δέν τήν ὁλοκλήρωσε, τό ξέρουμε. Μαντεύουμε ὅμως καί ὅτι δέν τήν ἄρχισε κἄν. Δέν θά ἐπιδιώξει νά συγκαταλεχθεῖ στήν τιμητική φρουρά τοῦ γαλλικοῦ ἀκαδημαϊκοῦ πνεύματος· ἀλητεύει στίς γειτονιές της Μονμάρτης, στήν πλατεῖα Σαίν-Μισέλ, στό Καρτιέ Λατέν, νά πιάνει γνωριμίες μέ κάθε λογῆς ἀδέσποτους παλαβούς, πένητες καί πόρνες· κοντολογίς, δέν ἔχασε χρόνο καί ἄρχισε νά μειονεκτεῖ, νά προστυχαίνει τήν ἀξία καί νά ψευτίζει τήν κεφαλαιώδη σημασία. Θά ζήσει σέ φτηνά ξενοδοχεῖα καί σέ σοφίτες. Χωρίς ἐπιτήδευμα, χωρίς εἰσόδημα καί χωρίς ἀκαδημαϊκούς τίτλους. Θά γευματίζει (γιά περίπου δεκαπέντε χρόνια) στήν φοιτητική ἑστία καί οὐδέποτε θά ἀμελήσει τίς σπουδές του στούς Γάλλους moralistes: Σαμφόρ, Λά Ροσφουκώ, Ριβαρόλ κ.ἄ. Ὅταν, δε, τό Πανεπιστήμιο θά τοῦ δηλοποιήσει ἐπισήμως ὅτι τοῦ ἀνακαλεῖ λόγῳ προκεχωρημένης ἡλικίας τήν φοιτητική ἰδιότητα, αὐτός θά χαρακτηρίσει τήν ἡμέρα ἐκείνη «ὡς μία ἀπό τίς πιό τραγικές τῆς ζωῆς μου» (Καραβασίλης). Φαίνεται λοιπόν πώς τήν ζωογόνο ἐπαφή μέ τήν ζωή δέν τήν στερήθηκε. Γνώρισε τήν ὑπερένταση καί τήν ζέση, «τό παλμῶδες αἴσθημα τοῦ ὑπάρχειν, τήν διψαλέα ἀπόλαυση τοῦ παρόντος» (Νικολαρεΐζης). Ἡ βραχύτητα τῆς ζωῆς καί ὁ συνακόλουθος αἰσθησιασμός θά τόν ἀπασχολοῦν εἰς τό διηνεκές. Πάντοτε φιλικά προσκείμενος στήν χοϊκή, ἐνθαδική ἀνθρωπότητα, οἱ ἀνώτερες σφαῖρες θά εἶναι γι’ αὐτόν ἁπλῶς κάτι μεγάλες μπάλες πού πουλᾶνε τά ἐπώνυμα πρατήρια σκέψης. Θά ἀπέχει ριζικά ἀπό τήν μεταρσίωση. Δέν θά ἀποκτήσει μαθητές καί οὐδέποτε θά ἀνεβεῖ στήν ἕδρα τοῦ λόγου του γιά νά χειρονομεῖ καί νά ἀναγγέλλει διά προσωποπαγῶν σημάτων τίς σημασίες του. Τό 1947 ἀλλάζει γλῶσσα· ἀσκεῖται ἐξαντλητικά στήν γαλλική. Καρπός τῆς προσπάθειας αὐτῆς εἶναι ἡ δημοσίευση, τό 1949, τοῦ Ἐγκόλπιου ἀνασκολοπισμοῦ – ὁ τίτλος εἶναι πρωτότυπη παραγωγή τοῦ ἀείμνηστου Παπαγιώργη. Σήμερα εἶναι τό πιό φημισμένο. Ὁ Τσελάν τό μεταφράζει στά γερμανικά τό 1953. Ἀκολουθοῦν οἱ ἐκδοτικές ἀποτυχίες: Συλλογισμοί τῆς πίκρας (1952) καί Πειρασμός τοῦ ὑπάρχειν (1956). Τή δεκαετία τοῦ ’60 δημοσιεύει τά βιβλία Ἱστορία καί οὐτοπία, Πτώση μέσα στόν χρόνο καί Ὁ κακός δημιουργός. Ἡ πρώτη του ἐκδοτική ἐπιτυχία σημειώνεται μέ τό Περί τοῦ ἀτοπήματος τῆς ἔλευσης στήν ζωή (1973). Σιγά σιγά φημίζεται, ἔστω καί σ’ ἕναν στενό κύκλο ἀναγνωστῶν ἀρχικά. Δείχνει μετριοπάθεια στήν ζωή του. Διάγει βίον, ἄν ὄχι ἀσκητικό, τοὐλάχιστον ἐγκρατῆ. Οἱ ἀλλοτινές νύκτιες σωμασκίες στούς δρόμους τῆς πόλης, ἐκδηλώσεις ἐνθουσιασμοῦ καί διάψευσης συνάμα, καταπαύουν καί σβήνουν. Δέν ξέρω ἄν ἔγινε κύριος τῶν παθῶν του, πάντως ἐμφανίζεται μετρημένος καί ὀλιγαρκής. Ἐξάλλου ἡ μισανθρωπία καί ἡ μοναξιά δέν τόν ἐμπόδισαν νά συνάψει δεσμούς (Σιμόν Μπουέ, ἡ ἰσόβια σύντροφός του) ἤ σχέσεις φιλίας (Μπέκετ, Τσελάν κ.ἀ.). Ἐφεξῆς, καὶ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, θά κάνει ἤρεμους περιπάτους στόν Κῆπο του Λουξεμβούργου. Τά πάθη καί τά βιώματα σοβαρεύουν τή ζωή, κι ἄν δέν καταστρέψουν τόν ἄνθρωπό τους, τόν στρώνουν στή δουλειά. Τό ἔργο πού θά προκύψει εἶναι πνευματικό γεγονός, ὁλοκληρία μή ἔχουσα αἰτιώδη ἐξάρτηση μέ τή διαδρομή τῶν βιωμάτων. Θά γράφει μέχρι τέλους… Καὶ μετὰ τὸ τέλος του, θὰ ἐρίζουν γιὰ τὰ κατάλοιπα ἄφησε. Ποιός νὰ τοῦ τό ’λεγε! Ἀπεβίωσε στίς 20 Ἰουνίου τοῦ 1995.

(περισσότερα…)

Ανατομία της ματαιότητας

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Κάθε απόπειρα εξωραϊσμού της ζωής είναι μασκάρεμα. Όλες οι καθιερωμένες δράσεις ισοδυναμούν με λήθη και απώθηση, νάρκωση και αποχαύνωση. Βιασύνη, άγχος, ιδρώτας, λαχάνιασμα, κόπωση, μίμηση, φιλοδοξίες, σχέδια, στόχοι: συμπτώματα μιας συλλογικής υστερίας που βυθίζει το εγώ μας στην αυταπάτη μιας αδιατάρακτης μονιμότητας, το εθίζει σε μια τυπική διαχείριση της ζωής και το καθιστά ανίκανο να στοχαστεί με θάρρος τα βασικά δεδομένα της ύπαρξης. Όμως οι απωθημένες αλήθειες κάποτε φανερώνονται. Μπορεί η είδηση ενός ξαφνικού θανάτου ή η αποκάλυψη μιας τερματικής ασθένειας να μας θυμίσει το αναπότρεπτο. Ή μπορεί κάποιο βράδυ η κούραση να έχει ασυνήθιστη κατάληξη. Μπροστά στον καθρέφτη, το είδωλό μας μάς κοιτάζει περίεργα. Η μάσκα ξεθωριάζει, το κρανίο αποκαλύπτεται: σύμβολο της ματαιότητας, τελική μορφή του μέλλοντός μας, υπαινιγμός θανάτου που διαρκεί όσο και το κοίταγμα. Το ίδιο φευγαλέα είναι και τα ερωτήματα. Γιατί υπάρχουμε; Τι νόημα έχει τόση κούραση; Προς τι όλα αυτά αφού κάποτε θα πεθάνουμε; Ενοχλητικά ερωτήματα. Τα απωθούμε ξανά. Τα προσπερνάμε και συνεχίζουμε. Ξεγελάμε τον εαυτό μας και περιμένουμε.

~~~

Υπάρχω σημαίνει υποφέρω, υπομένω, περιμένω. Το τέλος γνωστό: δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Μόνο Ένας γλίτωσε αλλά το μυστικό το πήρε μαζί του. Ο άνθρωπος γεννιέται με τη σφραγίδα του θανάτου. Το επιχείρημα του σκελετού είναι ακλόνητο, όπως και το επιχείρημα της τέφρας. Άρα, κάθε ανθρώπινο εγχείρημα είναι μάταιο. Χιλιοειπωμένη και αυτονόητη, αυτή η παραδοχή δεν είναι απαισιόδοξη, είναι απλώς φυσιολογική. Και χρήσιμη. Όποιος την αποδέχεται ανεπιφύλακτα μπορεί να θεραπεύσει την ασθένεια της υπερβολικής σοβαρότητας που μας μετατρέπει σε γελοία θύματα της ματαιοδοξίας και της έπαρσης. Ίσως η μοναδική νίκη που μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος είναι να μη γίνει γελοίος, δηλαδή παράφορα και καταστροφικά σοβαρός. Μόνο όσοι δεν προσβάλλονται από την υστερία του ενθουσιασμού και της παθιασμένης σοβαρότητας διατηρούν πιθανότητες να κρατηθούν μακριά απ’ το κακό ή τουλάχιστον να αποφύγουν περιττά δράματα και ρεζιλίκια.

~~~

Βρήκα καταφύγιο στα βιβλία όπως άλλοι βρίσκουν καταφύγιο στο χρήμα, άλλοι στο αλκοόλ και άλλοι σε κάθε λογής εξαρτήσεις. Χρήσιμο ή καταστροφικό, κάθε στήριγμα έχει τη δική του ιστορία. Εύκολος τρόπος να εξηγήσουμε το πώς οικοδομεί ο καθένας τις αυταπάτες του δεν υπάρχει. (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Για το Βυζάντιο

*

Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δώσεις μια μπάλα σ’ ένα παιδί, δεν πα’ να κοστίζει τρεις δεκάρες, αν είναι η καλύτερη στην αγορά, είναι υπόδειγμα μεγαλείου – και το ύφος, είτε στη ζωή είτε στη λογοτεχνία, πηγάζει, νομίζω, από την υπερβολή, απ’ αυτό το κάτι πέρα και πάνω από τη χρησιμοθηρία που σφίγγει την καρδιά. Στα όψιμα ποιήματά μου το ονομάζω Βυζάντιο, από εκείνη την πόλη όπου οι αναλωμένες μορφές των Αγίων πρόβαλλαν πάνω σε χρυσό ψηφιδωτό φόντο, και ένα τεχνητό πουλί τραγουδούσε πάνω σ’ ένα χρυσόδεντρο εμπρός στον αυτοκράτορα – και σ’ ένα ποίημά μου έχω φανταστεί τα πνεύματα να κολυμπούν, καβάλα σε δελφίνια που σχίζουν τις αισθησιακές θάλασσες, για να χορέψουν στα πλακόστρωτά της.

~.~

Νομίζω ότι αν μου χάριζαν έναν μήνα Αρχαιότητας και είχα το ελεύθερο να τον περάσω όπου θέλω, θα διάλεγα το Βυζάντιο, λίγο προτού ο Ιουστινιανός τελέσει τα θυρανοίξια της Αγίας Σοφίας και βάλει λουκέτο στην Ακαδημία του Πλάτωνος. Νομίζω ότι θα πετύχαινα εκεί σε κάποιο ταβερνάκι κανέναν φιλόσοφο φηφιδογράφο ικανό ν’ απαντήσει όλες μου τις ερωτήσεις, που θα ’ταν πιο κοντά στο υπερφυσικό και από τον Πλωτίνο τον ίδιο, γιατί με την υπερήφανη δεξιοτεχνία του, ό,τι ήταν για τους ηγεμόνες και τους κληρικούς όργανο εξουσίας και για τον όχλο φονική παράκρουση, εκείνος θα το ’κανε να μοιάζει μορφή εξαίσια και λυγερή σαν τέλειου ανθρώπινου σώματος. Νομίζω ότι στο πρώιμο Βυζάντιο, ίσως όσο ποτέ πιο πριν ή πιο μετά στην καταγεγραμμένη ιστορία, θρησκευτική, αισθητική και πρακτική ζωή ήταν ένα, ότι οι αρχιτέκτονες και οι καλλιτέχνες –αν όχι, ίσως, και οι ποιητές, αφού η γλώσσα ήταν όργανο για έριδες και πρέπει να ’χε γίνει αφηρημένη– μιλούσαν και στους πολλούς και στους λίγους το ίδιο. (περισσότερα…)

Έμιλυ Ντίκινσον, «Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;»

*

Επιλογή-Μετάφραση
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

Είμαι άρρωστη, Κύριε. Ο πιο μεγάλος πόνος μου όμως είναι που είστε άρρωστος εσείς. Βάζω μπρος το χέρι μου το πιο γερό και το ζορίζω μήπως και καταφέρω να σας μιλήσω. Πίστευα ότι είχατε φτάσει πια στον Ουρανό, κι όταν άκουσα ξανά τη φωνή σας μού φάνηκε τόσο απαλή και υπέροχη που ξάφνιαστηκα απίστευτα. Μακάρι να αναρρώσετε, Κύριε. Δεν θέλω να ’ναι αδύναμο ό,τι αγαπώ. Είμαι καθισμένη πλάι στις βιολέτες, έχω έναν κοκκινολαίμη εδώ κοντά – και η «Άνοιξη»; με ρωτάνε; Μα ποια είναι τούτη η «Άνοιξη»; Άκου, μόλις μου χτύπησε την πόρτα.

~.~

Μ’ έχει πιάσει ένα βηχαλάκι τοσοδά, σαν δαχτυλήθρα, αλλά δεν σκοτίζομαι. Πελέκι Ινδιάνου έχω χωμένο στο πλευρό, μα δεν το πολυνιώθω. Εκείνην ο Κύριός της την έχει μαχαιρώσει πιο βαθιά. Ω Κύριε, ανοίξτε μου τη ζωή σας διάπλατα και κλείστε με μέσα της για πάντα. Ποτέ δεν θα αποκάμω να σας υπηρετώ, ούτε ποτέ θα ξεσηκώνω σαματά όταν εσείς θα ξαποσταίνετε. Θα είμαι πάντοτε το καλό σας κοριτσάκι – άλλος κανείς δεν θα με βλέπει, μόνο εσείς. Εμένα ωστόσο αυτό μου αρκεί κι ούτε ποτέ μου θα ζητήσω τίποτε άλλο. Μονάχα ο Ουρανός θα με απογοητεύσει κάπως όταν θ’ ανέβω ώς εκεί – γιατί αυτόν τον αγαπώ πιο λίγο.

~.~ (περισσότερα…)

Ψυχροί συλλογισμοί

*

Ενώπιον του τάφου τα πάντα ακυρώνονται – σχεδόν τα πάντα.

 

Τι μένει από μια ανθρώπινη ζωή; Σχεδόν τίποτα. (Επιμένω να γράφω τη λέξη «σχεδόν» γιατί δεν είναι εύκολο να πιστέψω ότι η ζωή δεν έχει απολύτως κανένα νόημα).

 

Να νοιώθεις ξαφνικά, μπροστά στον τάφο του άλλου, ότι είσαι ένα τίποτα, ενώ λίγο πριν, έξω απ’ το νεκροταφείο, ένοιωθες πως είσαι τα πάντα – αυτή κι αν είναι επίγνωση!

 

Κάποτε θα πεθάνω, θα ξεχαστώ, θα είναι σα να μην υπήρξα ποτέ – αυτό είναι όλο.

 

Σκέφτομαι τον θάνατό μου: θα μου λείψει το μέλλον που δεν έζησα.

 

Οι προσευχές παρηγορούν αλλά δεν σώζουν. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Περί εαυτού

*

Αποσπάσματα από τις σημειώσεις του Π.Κ. για το ημιτελές έργο του Το Πολιτικό και ο άνθρωπος. Κάποιες από αυτές, όθεν η παρούσα επιλογή, είδαν το φως της δημοσιότητας σε παλαιότερο αφιερωματικό τεύχος της Νέας Εστίας σε επιμέλεια του π. Ευάγγελου Γκανά.

~ . ~

Δυο βασικές σχολές για την υφή του Εαυτού: α) υπάρχουν τόσοι εαυτοί στον καθένα όσα και κοινωνικά πρόσωπα ή ομάδες. β) Ο Εαυτός είναι ενιαίος, μια ιδιαίτερη αυτοτελής εξελικτική διεργασία. Ανάλογα εκτιμάται ο ρόλος του κοινωνικού ελέγχου, του αυτοελέγχου, του εκκοινωνισμού κτλ. Η προσπάθεια  να αποδείξει κανείς τη μια από τις δυο αυτές αντιλήψεις ισοδυναμεί με τετραγωνισμό του κύκλου. Τα πολλά πρόσωπα τα υποδύεται κανείς ακριβώς επειδή ζητά ένα πράγμα: την αναγνώριση. Για να είναι ένας, πρέπει να είναι πολλοί. Συχνά το ίδιο πρόσωπο ξέρει ότι υποδύεται πολλά. Το αντίτιμο για να είναι επιτυχής προς τα έξω είναι να εξασθενίζει προς τα μέσα – μπορεί όμως να κάνει και το αντίθετο.

* * *

Η σχέση μεταξύ υποκειμένων είναι διαπραγμάτευση των ταυτοτήτων τους. Αν δεν είναι δυνατό να αποδεχτεί το ένα ολότελα την αυτοκατανόηση του άλλου (γιατί αυτό θα συνεπαγόταν την υιοθέτηση μιας κλίμακας αξιών επικίνδυνης για την δική του ταυτότητα), τότε εξετάζεται εφόσον θεωρείται πλεονεκτικότερη η διατήρηση σχέσεων – ποια σημεία θα εξουδετερωθούν-αγνοηθούν και ποια θα μεταβληθούν εκατέρωθεν (είτε μόνιμα είτε ad hoc, δηλ. ενόψει αυτής της σχέσης, μολονότι μπορούν να παραμείνουν ενεργά ως προς μιαν άλλη). Αλλά ακόμα και όταν επιτευχθεί μια πρώτη ισορροπία, είναι δυνατό, στη βάση των κεκτημένων θέσεων, να επιχειρηθεί ανακατάληψη του εδάφους που χαρίστηκε αρχικά. Έτσι γεννιέται σ’ ένα κατοπινό στάδιο η σύγκρουση που αποφεύχθηκε αρχικά.

* * *

Κατά πόσο το Εγώ του δεκάχρονου ανθρώπου είναι το ίδιο με του πενηντάχρονου; Μήπως αλλάζει ολοκληρωτικά, όπως το πλοίο, που κάθε τόσο αντικαθίσταται ένα μέρος του και στο τέλος δεν κρατά παρά το όνομα – οπότε είναι το ίδιο μόνο και μόνο γιατί κάποιοι το θεωρούν ως ίδιο; Αν η κοινωνία δεν θεωρούσε ένα άτομο ως ταuτόσημο με τον εαυτό του μέσα στην διαδοχή του χρόνου, κατά πόσο θα είχε το ίδιο συναίσθηση της ταυτότητας αυτής; Ήτοι: αν ο πενηντάχρονος δει τον δεκάχρονο εαυτό του σε ποιόν βαθμό θα επαναγνωρίσει ένα συνεχές εγώ; Κι ακόμη περισσότερο: αν μπορούσα να δω τον τωρινό μου εαυτό να φέρεται και να κινείται, θα τον αναγνώριζα, σε περίπτωση που δεν τον είχα δει στον καθρέφτη;

Γιατί μερικές φορές φαίνεται το παρελθόν σαν όνειρο, δηλ. ποιος είναι ο βαθμός αλήθειας στην ανάπλαση περασμένων βιωμάτων; Μήπως η έλλειψη πάγιου εγώ δεν επιτρέπει παρά σκόρπιες διασταυρούμενες παραστάσεις από το παρελθόν; Κατά πόσο το παρελθόν ως οργανωμένη ιστορία βίου είναι αναγκαία μυθοπλασία, που την χρειαζόμαστε για το παρόν;

* * *

Ο άνθρωπος αγωνίζεται αδιάκοπα για να παρουσιάζει προς τα έξω μια προσωπικότητα συνεπή και ολοκληρωμένη. Συνεχώς απατά τον εαυτό του για τον εαυτό του. Η συμπεριφορά του ρυθμίζεται ανάλογα με την εικόνα που θέλει να δώσει, γι’ αυτό κι ανάμεσα στην συμπεριφορά και στον πραγματικό εαυτό υπάρχει ένα χάσμα (η ευγένεια συνίσταται στο να το παραβλέπεις – στους άλλους). Η επιθετικότητα αυξάνεται, όταν οι άλλοι βλέπουν το χάσμα και προπαντός όταν εμείς ξέρουμε πως το βλέπουν. Τότε προσπαθούμε να βρούμε τι ποταπά κίνητρα έχει η συμπεριφορά του άλλου απέναντί μας.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

*

*

Έμιλυ Ντίκινσον, «Η χαρά του να ζεις από μόνη της φτάνει»

*

Όταν διαβάζω ένα βιβλίο και νιώθω όλο μου το κορμί να παγώνει τόσο ώστε καμιά φωτιά να μη μπορεί να με ζεστάνει, ξέρω ότι αυτό είναι ποίηση. Όταν αισθάνομαι σωματικά σαν μου έχουν πάρει το κεφάλι, ξέρω ότι αυτό είναι ποίηση. Αυτοί είναι οι μόνοι τρόποι να την αναγνωρίσω. Υπάρχει άλλος;

 

Πώς ζουν οι περισσότεροι χωρίς να σκέφτονται διόλου; Τόσοι πολλοί ζουν στον κόσμο –το διαπιστώνεις στον δρόμο– πώς ζουν; Πού βρίσκουν τη δύναμη να ντυθούν το πρωί;

 

Η αλήθεια είναι τόσο σπάνια που είναι απολαυστικό να την λες.

 

Βρίσκω έκσταση στη ζωή – η χαρά του να ζεις από μόνη της φτάνει.

 

Όταν έχασα το φως μου, με παρηγόρησε η σκέψη ότι τα αληθινά βιβλία είναι τόσο λίγα στη γη που θα μπορούσα εύκολα να βρω κάποιον να μου τα διαβάσει όλα.

 

Δεν ξέρω τίποτα στον κόσμο τόσο ισχυρό όσο μια λέξη. Μερικές φορές γράφω μία και κάθομαι μετά και την κοιτάζω ώσπου ν’ αρχίσει ν’  αστράφτει.

 

Μα δεν σου φαίνεται η αιωνιότητα τρομακτική;… Η σκέψη αυτή ότι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε για πάντα και η ύπαρξή μας ποτέ να μην πάψει. Ο θάνατος, που όλοι τρέμουν επειδή μας πετάει στο άγνωστο, εμπρός σε τούτη την ατέρμονη, ατελεύτητη ζωή μοιάζει ανακούφιση.

 

Emily Dickinson, Ποιήματα, Εκλογή-Προλεγόμενα-Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, Κίχλη, Ιούνιος 2022. Το βιβλίο παρουσιάζεται απόψε στα Χανιά στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου.

*

*

*

Τσέζαρε Παβέζε, Στοχασμοί (μετάφραση Παναγιώτης Κονδύλης)

*

Γιατί δεν ενδείκνυται να χάνουμε την ψυχραιμία μας; Γιατί τότε είμαστε ειλικρινείς.

Υπάρχει κάτι ακόμα θλιβερότερο από το ναυάγιο των ιδεωδών σου: η πραγμάτωσή τους.

Πηγή όλων των αμαρτημάτων είναι το αίσθημα της μειονεξίας – το ονομαζόμενο και φιλοδοξία.

Η θρησκεία συνίσταται στην πίστη πως ό,τι συμβαίνει είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα εξαφανιστεί ποτέ.

Δεν αρκούν οι συμφορές για να γίνει ο βλάκας έξυπνος.

Πρώτα υπηρετούσε η εξουσία τις ιδεολογίες, τώρα οι ιδεολογίες υπηρετούν τη εξουσία.

Ο επαγγελματισμός στην έκφραση ενθουσιασμού είναι η εμετικότερη ανειλικρίνεια.

Δεν είμαι φιλόδοξος: είμαι περήφανος. Παύεις να ‘σαι νέος όταν καταλάβεις ότι λέγοντας σε κάποιον τον πόνο σου δεν κάνεις τίποτε.

Μπορεί με αγάπη μπορεί και με μίσος, αλλά έτσι κι αλλιώς με τη βία.

Κάθε γυναίκα, εκτός και αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα συναντάει κάποιο ανθρώπινο ναυάγιο και προσπαθεί να το σώσει. Κάποτε, επιτυγχάνει. Και κάθε γυναίκα, εκτός και αν είναι ηλίθια, αργά ή γρήγορα βρίσκει έναν υγιή, ολότελα λογικό άνδρα και τον καταντάει ναυάγιο. Αυτό, το πετυχαίνει πάντοτε.

Τί νόημα έχει να ζεις με τους άλλους όταν στα πράγματα που αληθινά είναι σημαντικά για τον καθένα ο καθένας γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τον άλλον;

Παύεις να ‘σαι νέος όταν καταλαβαίνεις ότι λέγοντας σε κάποιον τον πόνο σου δεν κάνεις τίποτα.

Το πρόβλημα δεν είναι η σκληρότητα της μοίρας, αφού έτσι κι αλλιώς αποκτάς ό,τι επιθυμήσεις με επαρκή ένταση. Το πρόβλημα είναι μάλλον πως δεν μας αρέσει ό,τι αποκτήσαμε. Και τότε δεν πρέπει να τα βάζουμε ποτέ με τη μοίρα παρά με τις επιδιώξεις μας.

Ή χωροφύλακες ή εγκληματίες.

Δίκιο έχουν οι ηλίθιοι, οι παλαβοί, οι ξεροκέφαλοι, οι βίαιοι, οι πάντες – εκτός από τους λογικούς ανθρώπους. Τί άλλο γίνεται μέσα στην ιστορία πέρα από το να εφευρίσκει ο καθένας λογικές εξηγήσεις για τις παλαβομάρες του; Κι αυτό πάλι σημαίνει ότι έρχονται καινούργιοι παλαβοί στο προσκήνιο που τα κάνουν όλα άνω κατω.

Πρέπει να είμαστε παλαβοί, όχι ονειροπόλοι. Να βρισκόμαστε εντεύθεν του κανόνα, όχι εκείθεν.

Ένας παλαβός μπορεί να ξανάρθει στα σύγκαλά του, όμως ο ονειροπόλος δεν έχει άλλη λύση παρά ν’ απογειωθεί. (περισσότερα…)