Συντάκτης: L'apprendista

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |38. Ράνια Καραχάλιου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ράνια Καραχάλιου

50428398_10156142621707399_6647620445103194112_o

(Σκλήθρα, Ἀθήνα, Ἐκάτη, 2018)

ἡ χλωρίνη ἐπιστρέφει

Ἀπόψε ἦρθε δίπλα μου ἐκεῖνος, πέρασε ξυστά. Δὲν διάλε-
ξε ἐμένα, οὔτε τὴν ἑτοιμόρροπη γιαγιὰ στὸ ἀπέναντι δια-
μέρισμα. Μιὰ μετανάστρια ἀπὸ τὴ Βουλγαρία, γύρω στὰ
πενήντα θά ‘ταν. Ἦρθε ἡ ἀστυνομία, ἔφυγε, οὔτε γάτα, οὔτε
ζημιά. Ὁ διάδρομος μοσχοβολᾶ ξανὰ χλωρίνη.
Κι ἐγὼ ν’ ἀκούω τὰ δελτία, νὰ διαβάζω τὶς ἐφημερίδες,
νὰ μὴν μπορῶ ν’ ἀποδεχτῶ πὼς τὸ συμβὰν αὐτὸ εἴδηση δὲν
λογίζεται, ἐξὸν τοῦ πέμπτου ὀρόφου.

~.~

ἀνήσυχα πόδια

Ὁ Χρῆστος δὲν χόρευε ποτὲ αὐτοβούλως. Δυὸ μέτρα μπόι
ἔνιωθε παραπάνω ἀπὸ ἄβολα νὰ σείεται πέρα δῶθε στὸν
ρυθμὸ τῆς μουσικῆς. Στὰ τέσσερα χρόνια τοῦ δεσμοῦ, εἶχα
δοκιμάσει κάθε εἴδους τερτίπι γιὰ νὰ τὸν δελεάσω, ἀλλὰ
μάταια. Στὰ πάρτυ μόνο κι, ἀφοῦ πρῶτα εἶχε καταναλώ-
σει συγκεκριμένη ποσότητα ἀλκοόλ, δεχόταν νὰ τὸν πα-
ρασύρω ὣς τὴν πίστα. Ἐκεῖ διάλεγε ἕνα μέρος ἡμισκότει-
νο, μοῦ παρέδιδε τὰ χέρια του νεκρὰ καὶ μ’ ἄφηνε νὰ τὰ
ὁδηγῶ σὰν μαριονετίστας.
Τὰ βράδια ποὺ ἔμενε σὲ μένα, ὁ ὕπνος συνήθως τὸν ἐπι-
σκεπτόταν πρῶτος. Δὲν πέρναγαν κάμποσα λεπτὰ κι οἱ πα-
τοῦσε του ζωντάνευαν. Τὴ μιά, πηγαίνανε ἀριστερά, τὴν
ἄλλη δεξιά, ἄλλοτε μαζί, ἢ ἀσυγχρόνιστα. Πάσχει ἀπὸ τὸ
σύνδρομο ἀνήσυχων ποδιῶν μοῦ ἐξήγησε, μὰ ἐμένα δὲν μοῦ
βγάζει ἀπ’ τὸ μυαλὸ πὼς στὸν ὕπνο του μὲ κάποια ἄλλη-
νε, πιὸ πειστική, χορεύει.

~.~

ὁ θρόνος

Πίσω ἀπὸ τοὺς φακοὺς ἐπαφῆς της, ἀστράφτει ἕνας θρό-
νος, μεγαλοπρεπὴς καὶ κατακόκκινος. Τὴν αὐγή, ἀνθίζουν
μπουμπούκια στὰ ξύλινα ποδάρια του, στῆς μέρας τὸ μισό,
ἀπὸ τὸν κάματο, λιώνει ἡ γυαλάδα του κι ὣς τὸ ἡλιοβασί-
λεμα οἱ ἀρθρώσεις του σαπίζουν. Τὰ μεσάνυχτα, τὸ κου-
φάρι του ξυπνᾶ καὶ σέρνεται σὰ φάντασμα, τὸν βασιλιά του
ἀναζητώντας, ὁ ἄδειος θρόνος.

Μὰ ἔτσι ἄδειος ποὺ κυκλοφορεῖ μέσα στὴν ἴριδα,
ποιός θὰ πιστέψει ὅτι ὑπάρχει;

~.~

ὀρνιθολογία

Ὄμορφα νὰ περπατᾶς στὴν πόλη κι ἐμπρός σου νὰ ἐμφα-
νίζεται πτηνὸ ποὺ ὣς τότε τὸ βλέμμα σου δὲν εἶχε κατοι-
κήσει, πουλὶ σπάνιο, ἄγριο καὶ μισό, μὲ μιὰ φτερούγα τε-
ντωμένα χέρια, χέρια λευκά, κίτρινα καὶ μαῦρα, ποὺ μαρ-
τυρᾶνε ἀπογείωση, κι ἐσὺ νὰ κοντοστέκεσαι, ὅλους τοὺς θο-
ρύβους γύρω σου νὰ παύεις, πέρα ἀπὸ ἕνα τοσοδὰ ταμποῦρ-
λο ἐντός σου, ἀνυπομονώντας τὸ θαῦμα νὰ θαυμάσεις κα-
θότι ἔχεις χρόνια κουραστεῖ μόνο πνιγμοὺς νὰ βλέπεις.
Ὄμορφα, ὡσότου ἀντιληφθεῖς πὼς τὸ παραδεισένιο σου
πουλὶ δὲν ἦταν παρὰ περαστικοὶ πού ‘γνεφαν στὸ τρόλεϊ
νὰ τοὺς χάψει.


Ἡ Ράνια Καραχάλιου γεννήθηκε τὸ 1983 στὴν Πάτρα. Σπούδασε Γλωσσολογία κι ἔχει διδάξει στὰ Πανεπιστήμια Πατρῶν, Αἰγαίου καὶ Κρήτης. Εἶναι μέλος τοῦ περιοδικοῦ Τεφλὸν καὶ τῆς θεατρικῆς ὀμάδας Pulse. Ἔχει ἐκδώσει τὴ Σκλήθρα (2018) καὶ τὸ γλωσσολογικὸ μελέτημα Ἡ προσφώνηση στὶς συνομιλιακὲς ἀφηγήσεις (2018).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |37. Ανδρέας Αντωνίου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἀνδρέας Ἀντωνίου

mountains clouds landscapes nature trees flowers hills taiwan yellow flowers skies_www.paperhi.com_23

(Ὁ Ποιητὴς & τὸ Φεγγάρι, Ἀθήνα, Ἐκδ. iwrite.gr, 2012)

Cerridwen

Τὸν Οὐρανὸ διέβηκα, τὸν κόσμο ἔχω γυρίσει
Ἀπ’ τὰ πολλὰ τὰ πάθη μου, τὸ δρόμο μου ἔχω χάσει
Μὰ κάποιο χέρι μαγικὸ μ’ ὁδήγησε σὲ δάση
Ποὺ οὔτε νὰ τὰ ὀνειρευτεῖ ἡ ψυχή μου εἶχε τολμήσει

Ἀπ’ τοὺς κορμοὺς ξεχύθηκαν τῶν δέντρων εὐωδίες
Καὶ γέλιο παιχνιδιάρικο ὑπῆρχε στὸν ἀέρα
Τὸν Οὐρανὸ ἀγνάντεψα, εἶχε χαθεῖ ἡ μέρα
Κι ἀλλόκοτες ἀκούστηκαν παρθένων ψαλμωδίες

Μὲ περισσὴ ἐπιφύλλαξη πλησίασα στὸ μέρος
Κι ἕνα βωμὸ ἀντίκρυσα πού ‘ταν χορταριασμένος
«Γιὰ τὴν τιμὴ τοῦ Belenus, τοῦ Φωτεινοῦ» χτισμένος
Πού ‘χε μιὰ ὄψη θλιβερὴ καὶ ἔμοιαζε σὰ γέρος

Ἐγὼ Θεοὺς δὲν πίστεψα, μὰ μ’ εἶχε συνεπάρει
Γονάτισα γιατὶ τὸ φῶς μέσα μὲ εἶχε ἀγγίξει
Μιὰ προσευχὴ ξεκίνησα, σημάδι νὰ μοῦ δείξει
Καὶ φάνηκε ἀπὸ ψηλὰ τ’ ὁλόγιομο φεγγάρι

Μέσ’ ἀπ’ τὰ δἐντρα χάραζε τὸ φῶς τὸ μονοπάτι
Ἀερικὰ καὶ Ξωτικὰ μὲς στὰ κλαδιὰ γυρίζαν
Δρυάδες κι ἄλλα πνεύματα, στὰ φύλλα ψιθυρίζαν
Κι ὄνειρο ἤμουν σίγουρος πὼς ἦταν καὶ ἀπάτη

Σταμάτησα κάποια στιγμὴ στὴν ἄκρη ἑνὸς ξεφώτου
Ποὺ ἔμοιαζε πὼς ἤτανε καταμεσοῦ τοῦ δάσου
Μία πανάρχαια φωνὴ μοῦ εἶπε «ἡ καρδιά σου
Ἔχει φτερὰ ἀπὸ ποιητῆ, χαλκάδες αἰχμαλώτου».

Ἀμέσως πίσω γύρισα καὶ κοίταξα τριγύρω
Μία γυναίκα ἔστεκε δίπλα σ’ ἕνα καζάνι
Βοτάνια μέσα ἔβραζαν, τριφύλλι καὶ λιβάνι
Μαντράγορες κι ὑπερικὸ ποὺ μύριζαν σὰν μύρο

«Ἔλα καὶ πιὲς μία γουλιά, κακὸ δὲν θὰ σοῦ κάνει
Μὰ ἴσως μὰ τὸν Teutatis, καὶ νὰ τὸ μετανιώσεις
Προσφέρω μὲ τὴν Rhiannon, τὸ πνεῦμα σου νὰ ἑνώσεις
Μὰ πρέπει νά ‘σαι ἄξιος, πολλοὶ ἔχουν πεθάνει!»

Δείλιασα γιὰ μιὰ στιγμὴ μὰ δὲν ἔκανα πίσω
Γιατὶ ὁ Cernunos μοῦ ‘γνεφε, κάτω ἀπ’ τὰ κέρατά του
Καὶ εἶπα πὼς καλύτερη ἡ μοίρα τοῦ Θανάτου
Παρὰ χωρὶς τοῦ Φεγγαριοῦ τὸ φῶς ἔτσι νὰ ζήσω

Μοῦ ἔβαλε σ’ ἕνα φλασκὶ νὰ πιῶ ἀπ’ τὸ ματζούνι
Καὶ μόλις τὸ δοκίμασα γονάτισα ἀπ’ τὸν πόνο
Ἔξω ἀπ’ τὸ χῶρο κοίταξα τὸν κόσμο κι ἀπ’ τὸ χρόνο
Κι εἶδα ἀλήθεια μυστικὴ ποὺ κρύβουνε οἱ ροῦνοι

Σηκώθηκα μ’ ἀδύναμος ἤμουν πολὺ ἀκόμα
Ἡ ποίηση εἶναι θάνατος κι ἡ τέχνη ἕνα βάρος
Μόνη ἡ Σελήνη πίσω μου ποὺ ἔφεγγε σὰν φάρος
Κι εἶχα θαλασσινοῦ νεροῦ γεύση παντοῦ στὸ στόμα

Τὸ δάσος γύρω χάθηκε μαζὶ μὲ τὸ καζάνι
Καὶ μιὰ γυναίκα ἔβλεπα (ἡ ἴδια ἦταν ἢ ἄλλη;)
Τώρα βρισκόμουν ναυαγὸς σὲ κάποιο ἀκρογιάλι
Καὶ ἤξερα –δὲν ξέρω πῶς– πὼς ἤμουν στὴν Βρετάννη

Φορούσε ἕνα φόρεμα κατάλευκο σὰν χιόνι
Τὸ δέρμα της ἦταν χλωμό, τὰ μάτια της θλιμμένα
Δυὸ δάκρυα τῆς κύλησαν καὶ εἶπε πρὸς ἐμένα:
«Συγνώμη, μὰ τὸ ὄνειρο κάπου ἐδῶ τελειώνει»

Τὸ σῶμα μου παρέλυσε καὶ μούδιασαν τὰ μέλη
Κι ἔμοιαζε τὴν ἀνάσα της σὰν νά ‘θελε να στείλει
Τὸ ἔκανε κι ἕνα φιλὶ μ’ ἀκούμπησε στὰ χείλη
Καὶ μόνο πρόφτασα νὰ δῶ τὸν ἥλιο ν’ ἀνατέλλει

Ξύπνησα στὸ κρεβάτι μου ποὺ εἶχα σὲ μετόχι
Εἶχα ταξίδι μακρινὸ μὰ μὲ κρατοῦσε ζάλη
Τὰ λόγια τῆς Cerridwen βαροῦσαν στὸ κεφάλι
Χίλιες φορὲς μετάνιωσα ἀλλὰ καὶ πάλι ὄχι

~.~

water mountains landscapes trees cliffs the lord of the rings john howe_www.paperhi.com_4

(Τὰ μάτια τῆς Aelún , Ἀθήνα, Οδὸς Πανός, 2016)

Κεφάλαιο Ι: Τὰ Μάτια τῆς Θεᾶς Aelún

A Elbereth Gilthoniel
silivren penna míriel
J.R.R. Tolkien – A Elbereth Gilthoniel

Φυλακισμένος κάθομαι κι ἀπ’ τὶς πληγὲς μουγκρίζω
Μέρα καὶ νύχτα φύλακες πενήντα μὲ φυλοῦν
Καὶ τὸ Φεγγάρι κρύφτηκε στὸ σύννεφο τὸ γκρίζο
Μ’ αὐτὴ τὴν ὥρα ἀναπολῶ τὰ μάτια τῆς Aelún

Θυμήθηκα πὼς ἄκουσα κάποιο μοιραῖο βράδυ
Γιὰ μιᾶς θεᾶς τὸ ἄγαλμα, τυχαῖα νὰ μιλοῦν
Πὼς ἦταν κάθε μάτι του πολύτιμο πετράδι
Ποὺ ὁ θρύλος τὰ ὀνόμασε «Τὰ μάτια τῆς Aelún»

Τὴν λάτρευαν οἱ βάρβαροι πρὶν ἑκατὸ αἰῶνες
Καὶ λὲν πὼς μέχρι σήμερα τὰ πόδια της φιλοῦν
Αὐτοὶ ποὺ δὲν τὴν ξέχασαν – κλέφτες κι ἀπατεῶνες
Ὅσοι πιστὰ λατρεύουνε τὰ μάτια τῆς Aelún

Αὐτὴ ἡ θεὰ τοῦ Φεγγαριοῦ ποὺ σκλάβωσε τὰ πλήθη
Μὲ τὰ διαμάντια μάτια της ποὺ ἁπαλὰ γελοῦν
Ξεχάστηκε, τὴν σκέπασαν τὰ χόρτα καὶ ἡ λήθη
Καὶ ἔμειναν σὰν ὄνομα, «τὰ μάτια τῆς Aelún»

Λένε πὼς κρύβουν ποταμοὺς τὰ γαλανά της μάτια
Ποὺ χύνονται στὴν θάλασσα, καθὼς ἀργὰ κυλοῦν
Διαμάντια ποὺ ἀξίζουνε βασίλεια καὶ παλάτια
Ὁ πιὸ ἀρχαῖος θησαυρός – τὰ μάτια τῆς Aelún

Τὰ δυὸ πετράδια τῆς θεᾶς τὰ ἔχω κυνηγήσει
Στὶς χῶρες ποὺ τὸν Θάνατο σὲ σκόνη τὸν πωλοῦν
Μὰ τελικὰ ξαστόχησα καὶ ἔχω ναυαγήσει
Καὶ τώρα μοναχὸς θρηνῶ τὰ μάτια τῆς Aelún

Τὰ μάτια ποὺ ἀνέτειλαν πρὶν τὴν αὐγὴ τοῦ Χρόνου
Μὲ μάγεψαν κι ὣς σήμερα ἀκόμη μὲ καλοῦν
Στὸν οὐρανὸ τῆς ἡδονῆς, στὴ θάλασσα τοῦ πόνου
Τοῦ πόνου ποὺ μ’ ἀνάψανε τὰ μάτια τῆς Aelún

Ἔτσι, ἐτούτη τὴν βραδιὰ μὲς στὸ κελί μου γράφω
Αὔριο στὸ ἀπόσπασμα πρωὶ θὰ μ’ ἐκτελοῦν
Μοῦ ἔσκαψε ὁ δήμιος ἀποβραδὶς τὸν τάφο
Μὰ πιὸ πολὺ μὲ σκότωσαν τὰ μάτια τῆς Aelún

Μὰ κι ἂν μὲ θάψουνε στὴ γῆ, ὅταν θά ‘χω πεθάνει
Τὰ μάτια της στὴν κόλαση θὰ μοῦ φεγγοβολοῦν
Ἔλα λοιπὸν γιὰ νὰ σοῦ πῶ, μιὰ νύχτα τί εἶχα κάνει
Ποὺ ἔκλεψα καὶ μ’ ἔκλεψαν τὰ μάτια τῆς Aelún

~.~

Κεφάλαιο IV: Atom Deuogdonion

Andedion uediíumi diíiuion risun, artiu mapon aruerriíatin lopites sní eððdic sos brixtía anderon
Ἀπόσπασμα ἀπὸ ἐπιγραφὴ στὸ Chamalières

M’ ὁδήγησε στὰ ἴχνη σου ἡ μυστική σου σμύρνα
Κι ἐγὼ τὰ ἴχνη ἀκολουθῶ σὰν Κέλτης κυνηγός
Aelún, θεὰ τοῦ Φεγγαριοῦ, πάλι κοντά μου γύρνα
Ποὺ πέρασα γιὰ χάρη σου τὶς ὄχθες τῆς Στυγός

Διέσχισα τὸ πέλαγος μὲ αἰγυπτιακὲς πιρόγες
Μὲ ξέβρασαν τὰ κύματα σὲ χώρα μακρινή
Στὴ γῆ ποὺ ζοῦνε Ἐλβετοί, Αἰδοῦοι κι Ἀλλοβρόγες
Σὲ χώρα ἀφιλόξενη, ψυχρὴ καὶ ὀρεινή

Στῶν Ἄλπεων τὶς κορυφὲς ἀντιλαλοῦνε ὕμνοι
Ποὺ τραγουδᾶνε Σεκβανοὶ μὲ γκάιντες καὶ αὐλοὺς
Καὶ καθρεφτίζεσαι Aelún σὲ ἀσημένια λίμνη
Καὶ χρυσαφίζει πάνω σου τὸ φῶς ἀπ’ τοὺς δαυλούς

Σὲ κάλεσα μὲ μαγικὰ τοῦ χθόνιου Maponos
Μιὰ προσευχὴ ἀκατάληπτη ποὺ καίει καὶ δονεῖ
Καὶ εἶναι μέσα μου θεά, ἀβάσταχτος ὁ πόνος
Ὅσο βαθιὰ κι ἀβάσταχτη εἶναι κι ἡ ἡδονή

Σὲ ἕνα λάκκο ἔχυσα γάλα, νερὸ καὶ μέλι
Στοῦ Ande-Dubnos τοὺς θεούς, σοῦ ἔκανα χοές
Τί κι ἂν μὲ σκότωσες Aelún; Ἐσένα δὲν σὲ μέλλει
Ἀλλὰ γιὰ σένα θά ‘δινα ἀκόμη δυὸ ζωές

Ρώτησα γιὰ τὰ μάτια σου ἕναν Καρνούτη μάντη
Ποὺ διάβασε τὴν μοίρα μου στὰ σπλάχνα τῶν ψαριῶν
Καὶ μοῦ ‘πε «ἐκεῖνο τὸ λαμπρό, ποὺ κυνηγᾶς, διαμάντι
Θὰ σὲ χαράξει τὶς πληγὲς χιλίων μαχαιριῶν»

Γιὰ σένανε κατάργησα τὰ σύνορα τοῦ κόσμου
Τὰ σὐνορα ποὺ ὁρίζουν ὁ Σαϊὸν κι ὁ Ροδανὸς
Νὰ γίνει ὁ ἄυλος κόσμος σου γιὰ μιὰ φορὰ δικός μου
Νὰ ἑνωθεῖ ἡ θάλασσα, ἡ γῆ κι ὁ οὐρανός

Στραβῶσαν τὰ θεμέλια κι ὁ κόσμος πῆρε κλίση
Ράγισα τοὺς ἀστερισμοὺς τὸ φῶς σου γιὰ νὰ μπεῖ
Κι ἂν σφάλισες τὰ μάτια σου κι ἀπ’ ἔξω μ’ ἔχεις κλείσει
Πάλι σ’ ἀκολουθῶ πιστὰ σὰν σὲ νεκροπομπή


Ὁ Ἀνδρέας Ἀντωνίου γεννήθηκε τὸ 1988 στὴ Θεσσαλονίκη καὶ διαμένει στὴ Λευκωσία. Εἶναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Ἔχει ἐκδώσει τὰ ποιητικά: Τὸ Φῶς καὶ τὸ Σκοτάδι (2010), Ὁ Ποιητὴς & τὸ Φεγγάρι (2012), Τὰ Μάτια τῆς Aelún (2016) καὶ Andro I. Μύθοι καὶ Ἱστορίες (2019). Ἔχει ἐκδώσει ἐπίσης τὸ μυθιστόρημα Τὸ Παρελθὸν ἑνὸς συγγραφέα (2016)

 

Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o.jpg

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.

Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.

Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.

Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»

Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.

Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.

Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |36. Ελένη Χαϊμάνη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἐλένη Χαϊμάνη

69331424_930072294014024_1019264815299821568_n

(Οἰστρογόνα, Ἀθήνα, Ἰωλκός, 2018)

Σαπφώ

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Ἀγκῶνες, χείλια κι ἀστραγάλους
θὰ διαλέγουν,
ἀπὸ σᾶς, τὴν ἄλλη καὶ τὴν ἄλλη
– Γαλάτεια, Εὐτέρπη καὶ Καλλιόπη!

Στὸ ὄνομα τοῦ Ἔρωτα,
πικρές μου ἀγαπημένες ἀδελφές,

δὲ θά ‘στε παρὰ ἕνα πρόπλασμα,
σ’ αὐτὴν ποὺ δὲν μποροῦν
νὰ πάρουν στὸ κατόπι.

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Αὐτοί, ποὺ ἔγραφαν τὶς συλλαβές,
ἔφυγαν ὅλοι νέοι.
Κι ἔγιναν τραγούδια μας,
παρέμειναν Ὡραῖοι!…

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Ἐγὼ ποὺ σᾶς τὸ λέω, τὸ ξέρω,
τί εἶναι Ἀλκαῖο ν’ ἀγαπᾶς
καὶ νὰ ταΐζεις τὶς Πλειάδες λέξεις.

~.~

Ἀνοιχτὲς παπαροῦνες

Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
ξαπλωμένοι σ’ ἕνα παχὺ χαλὶ
τῶν χρυσανθέμων.
Θὰ ὑπάρχει μιὰ δυνατὴ φωτιὰ
ποὺ δὲ θὰ καίει τὰ ἄνθη.
Κι ἀνάσες μας ἀνάκατες,
κοφτές,
ἡδονικές,
καυτὲς
θὰ κάνουν τὸ χαλὶ αὐτὸ
κι ἄλλους σπόρους νὰ βγάζει.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
σ’ ἕναν οὐράνιο θόλο
ποὺ θά ‘χει τὸν ἥλιο, δίσκο
ἑνὸς πικὰπ μὲ ἁλμυρὲς σταγόνες.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
μά, τώρα δὲν εἶναι ὥρα,
μόλις ποὺ ἔριξα τὸ λίπασμα
νὰ βγοῦμε τὰ λουλούδια,
ἐνῶ ἐσὺ ἀκόμα
ψάχνεις τὶς ἐκτάσεις
μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
μά, εἶναι νωρὶς ἀκόμα.

~.~

Χαῖρε

Χαῖρε, ὕστερη ὥρα,
ὥρα κατοπινή, χαῖρε,
ἀρχὴ τοῦ τέλους, ὥρα.

Ὅταν θὰ πάψεις
τῶν κηδεμόνων
κι ἀπ’ τὰ σταλάγματα
τοῦ πράσινου σταχυοῦ,
ἡ περιδίνηση
στὴ φούχτα σου
θά ‘ναι καλειδοσκόπιο
ἄρτου ξανθοῦ, ζυμωτοῦ
τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν στιγμῶν.

Χαῖρε, ὕστερη ὥρα,
ὥρα κατοπινή, χαῖρε,
ἀρχὴ τοῦ τέλους, ὥρα.

Καὶ δὲ θὰ βρεθεῖ κανεὶς
γιὰ νὰ τὸ πάρει
τοῦτο τὸ μαριόλικο
πού ‘χει στὸ στόμα πέτρες.


Ἡ Ἑλένη Χαϊμάνη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1980, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Φωκίδα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευθεῖ σ’ ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ περιοδικά. Ἐπίσης, ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ συλλογές της: Ἡ ποίηση στὰ πλαϊνὰ τῶν στίχων (2015) καὶ Οἰστρογόνα (2018).

Τρία βιβλία για τον Σαραντάρη

Παρουσίαση των τριών βιβλίων που εκδόθηκαν από την Εκάτη σε συνεργασία με το Σωματείο «Γιώργος Σαραντάρης».

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

ss

Αφιέρωμα στον ποιητή και φιλόσοφο Γιώργο Σαραντάρη, Πρακτικά ημερίδων (Αθήνα 2013-Θεσσαλονίκη 2016), Εκάτη 2018.

Συμμετέχουν στον τόμο οι Βασίλης Αλεξίου, Σωτήρης Γουνελάς, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Έλσα Λιαροπούλου, Στέφανος Ροζάνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Μαρία Ιατρού και Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Οι ομιλίες παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, μιας και προέρχονται από πρόσωπα που αγαπούν και γνωρίζουν τον Σαραντάρη, γι’ αυτό και ο λόγος τους ξεπερνά την ουδέτερη γλώσσα ή τον ακαδημαϊσμό, ψάχνοντας στα πιο βαθιά νερά για να αφουγκραστεί και να ζωγραφίσει την ιδιορρυθμία, τις αρετές, την ευαισθησία, την πρωτοτυπία, τη μεταφυσική και χριστιανική πίστη, τη φιλοσοφική του αναζήτηση, τον οραματισμό του και βεβαίως το παιδικό εκείνο στοιχείο που ο Λορεντζάτος —ένας άνθρωπος που ήξερε καλά την περίπτωση Σαραντάρη— το ονομάζει «σχέση με την παιδικότητα στην υπερβατική της διάσταση».

Απαιτεί δουλειά ο Σαραντάρης για να διαβαστεί και να αφομοιωθεί. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έγιναν αρκετές δημοσιεύσεις, κυρίως σε περιοδικά. Διανύεται λοιπόν ένας δρόμος μέσα στον οποίο κινούνται όσοι διέκριναν σ’ αυτόν μια διαφάνεια τουλάχιστον στους στίχους του, η οποία φτάνει να εξαϋλώνει τα νοήματα, να τα παραδίνει στον αέρα και στον ουρανό, σύμφωνα και με τη ρήση του: «ο αέρας είναι ένα πράμα που δεν τελειώνει ποτέ∙ μέσα του μπορείς να προχωρήσεις στο άπειρο. Παντού αναπνέω […] Όπου ο αέρας, εκεί βρίσκομαι κι εγώ και δεν αφήνω να φύγει κανείς, αν δεν περάσει μέσα στον αγέρα.»

Μα ταυτόχρονα διακρίνουν τη γενναιότητα διατύπωσης κρίσεων ακόμη και σε ποιήματά του που αφορούν όχι  μονάχα ζητήματα άμεσα συνδεδεμένα με την θεία και την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και στη βαθιά κριτική του δυτικού πολιτισμού, ως ένα αίτημα για την πνευματική αναγέννηση της μικρής αυτής χώρας, μαζί με το όραμα για την υπέρβαση της αντίθεσης Ανατολής-Δύσης, με μόνιμη την αναζήτηση της όντως αληθινής ζωής.

Ο Σεφέρης λέει κάπου ότι τα ποιήματα δεν είναι για να τα αναλύουμε, αλλά για να τ’ αφουγκραζόμαστε. Πρέπει λοιπόν να αφουγκραζόμαστε τα ποιήματα του Σαραντάρη που μας θέτουν εμπόδια, καθώς η γλώσσα του δουλεύει πάνω σε δυο καθρέφτες —αν όχι και περισσότερους—, (εννοώ την ελληνική και την ιταλική γλώσσα) κι επιπλέον εισάγει όλο τον μοντερνισμό της εποχής του.

 ~.~

 Γιώργος Σαραντάρης, Γράμματα σε μια γυναίκα, Εκάτη 2016.

Έχει σημασία ότι στο σημείωμα «Αντί προλόγου», ο Σαραντάρης γράφει ότι δημοσιεύει αυτές τις πρόζες ελπίζοντας «πως ο χρόνος κ’ οι αναγνώστες μου θα φανερώσουν το πλάτος της μη απλώς ερωτικής τους σημασίας». Προσθέτω ότι όταν διαβάζουμε Σαραντάρη θα πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι αυτό λίγο-πολύ ισχύει για όλα του τα γραπτά – ειδικά δε για τα ερωτικά.

Στο μικρό αυτό βιβλίο έχουμε να κάνουμε με έναν διάλογο άντρα-γυναίκας, ένα διάλογο ζευγαριού, στον οποίο θίγονται όλα τα μεγάλα ζητήματα που κανονικά θα έπρεπε να απασχολούν τους ανθρώπους. Παραθέτω: ο εαυτός και ο άλλος, ο έρωτας, ο θάνατος, ο Δημιουργός της ζωής, το εγώ, ο κόσμος, η ελευθερία, η ηδονή, ο πλησίον, ο λυρισμός, η φύση, η ύπαρξη, η περηφάνεια, η σκέψη, η αγάπη, η σιωπή. Μέσα εδώ περνούν οι διακυμάνσεις μιας σχέσης, οι εναλλαγές, οι συγκρούσεις, τα αισθήματα, οι αυταπάτες, οι καϋμοί. Η Σ. Κ. Σκοπετέα, επιμελήτρια των δύο τόμων των Έργων του Σαραντάρη, χαρακτηρίζει το κείμενο του βιβλίου «προέκταση και εμβάθυνση στο θέμα του χωρισμού».

Στο ίδιο κείμενο ακούγεται η σημαδιακή φράση, απολύτως χαρακτηριστική της περίπτωσης Σαραντάρη: «χωρίς αγνότητα δεν φτιάχνουμε τίποτα το αληθινό». (σ. 15)

~.~

Γιώργος Σαραντάρης, Γαλλικά ποιήματα, μτφρ. Τάσος Γαλάτης, Εκάτη 2018.

 Εδώ περιλαμβάνονται τα γαλλικά ποιήματα του Σαραντάρη —είκοσι-δύο στον αριθμό— με την ελληνική απόδοσή τους, φροντισμένη από τον ποιητή Τάσο Γαλάτη. Αυτό που έχω να πω εδώ είναι ότι ο Σαραντάρης κατέχεται από έναν ανελέητο λυρισμό, από ένα πάθος για την αλήθεια της Ζωής και των όψεών της. Ακόμη και σ’ αυτά τα αισθησιακά ποιήματα, όλο και κάτι άλλο αναζητά πέραν της αισθήσεως και της ηδονής· πότε το όνειρο, πότε τον ουρανό, πότε τα παιδικά του χρόνια, πότε το φως, πότε την αιωνιότητα, πότε το βάθος της ψυχής.

Κλείνω με τη φράση τού ποιητή: «Ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ».

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ


(Σκίτσο Γ. Σαραντάρη: Πανδώρα Γιαμαλίδου – Πηγή: ἐφ. Καθημερινή)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |35. Ελευθερία Θάνογλου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἐλευθερία Θάνογλου

istockphoto-933288010-612x612

(Ἀναπαράσταση, Πάτρα, ἐκδ. Γιάννη Πικραμένου, 2019)

Πληγιασμένες ὑδρίες

Ι

Σιγὰ σιγὰ συννέφιαζαν ὅλα πάλι.
Ὁ κῆπος μὲ τὶς ὑδρίες
τὸ σπίτι μὲ τοὺς στενόμαυρους διαδρόμους
ὁ δρόμος μὲ τὰ ἥσυχα μεσημέρια.

Συννέφιαζε ἡ στιγμὴ τῆς πλήρους διαφάνειας
ἡ ἔλλειψη ἀπ’ τὰ γυμνά σου πόδια
ἡ ἀνάμνηση ἀπὸ ἕνα αἴθριο πρωινό.

Ἀκόμη καὶ ἡ θάλασσα ὑποχωροῦσε στὰ ἐνδότερά της
δὲν ἄντεχε νὰ γλείφει τὶς ἴδιες καὶ τὶς ἴδιες πληγές.

Δὲν ἔλεγαν νὰ κλείσουν.

~.~
 
Πεταλούδα στὰ χεῖλη

Τὸ τέλος ἀκόμη μακριά
ἀκινητοποιημένος ὁ χρόνος
μοίραζε ὧρες σὲ ἀποκόμματα ἐφημερίδων
ξέβραζε πτώματα μὲ λάμψεις ψαριῶν.

Τὰ χεῖλη μου τσιγάρα
ἔκαιγα ξάστερες λέξεις.
Τὰ τζὰμια τοῦ κήπου νοτισμένα
δὲν ἔδειχναν τίποτα ἀπ’ ἔξω.

Σταμάτησαν ὅλα.
Τὸ τέλος ἀκόμη μακριά
σκοτωμένα φύλλα στὰ χέρια μου
καὶ τὸ ρολόι νὰ δείχνει πάντα νύχτα.

Μαύρη πεταλούδα ἡ ψυχὴ
βγῆκε ἀπ’ τὸ κουκούλι της
ἔκατσε πάνω στὸ μολύβι μου.

~.~
 
Προοπτικές

Ι

Κοιτῶ τὶς ξεβαμμένες ἀπὸ εὐτυχία γυναῖκες
σὲ στάση νηστείας ἀπ’ τὴ ζωή.
Σκέφτομαι πὼς τίποτα
τίποτα
πιὰ δὲν περιμένουν.
Οὔτε δάση
οὔτε θάλασσες
οὔτε οὐράνιους θόλους
ζωγραφισμένους σὲ ἐπίγειες σπηλιές.

Τὸ λεωφορεῖο περιμένουν
νὰ τὶς πάει στὸ σπίτι τους.

Τσαλακωμένα λάβαρα τὰ φουστάνια τους
στὶς χαρακιὲς τῆς ζωῆς.


Ἡ Ἐλευθερία Θάνογλου γεννήθηκε τὸ 1978, κατάγεται ἀπὸ τὴν Ὀλυμπιάδα Χαλκιδικῆς καὶ διαμένει στὴ Θεσσαλονίκη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά της βιβλία Οἱ πέντε ἐποχὲς τοῦ κόκκινου (2017) καὶ Ἀναπαράσταση (2019).

 

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |34. Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Στέλλα Βοσκαρίδου-Οἰκονόμου

Mainade_Staatliche_Antikensammlungen_2645

(Ἀναγέλαστα. Τῶν γυναικῶν τζαὶ τῶν σκαλαπουντάρων, Λεμεσός, Τεχνοδρόμιον, 2013)

[VI]

Ἡ Φάουσα

Τζι εἶπεν της, τζι εἶπεν του
τζι εἶπεν της, τζι εἶπεν του
τζι εἶπεν της, τζι εἶπεν του
ὥσπου ὁ φτωχὸς ἐπόκαμεν
τζαὶ πκιὸν ὲν εἶσεν νὰ τῆς πεῖ

Πασιὰ πατημαθκιὰ
πά ’στὸ περίτου πού ’παιξεν
πού ’τουν μιτσὴς
ττόζιν τζαὶ κίττος ποὺ φακκοῦν
ἀβάττα μιὰν λοττούαν
σιεμὲς ποὺ ἐσονώννετουν
τζαὶ μουσαμμᾶς ἐγίνην
τραούλλιν!
τραχανὰς πασὺς ποὺ τρεῖς φορὲς τριυαλλοκοπᾶ
τζαὶ τρεῖς τριυαλλοκοπκιέται!
φκαίνει ἡ ψυσή του τοῦ φτωχοῦ
σὰν νὰ κατάπκιεν λάλλαρον
καράολος ἐτυλίχτηκεν τζι ὲν ἐξιποτυλίχτην
τὸ μεσομέριν γύρου του
Κανεί! λαλεῖ της
τζι ἔχταρεν τὰ λαιμά του τὸ κανεὶ
σὰν νά ’τουν ποξιμάτιν

Πρώτην φορὰν ἐμπόρηεν
νὰ ποσσιεπάσει ὁ γέρημος
τζαὶ πίσω που τὴν ὥραν νὰ δεῖ τὴν μοίραν
τζι ἄδρωπος σωστὸς
τῆς φάουσας νὰ συντύσει μὲ θαρρετόν.
τζι ἐνύχτωσεν,
τζι ἀλάβρυνεν
τζι ἀνασσιελλα ἐτζοιμήθην
(πρώτην φοράν).

~.~

[VIII]

Ἡ Πολλοπάητη

[…]
φεγγάρκα
ἐθῶρες θκυὸ τζαὶ τρία
(κάτι κοτζιάκαρες στὴν Λεμεσόν, ποτζεῖ στὰ τούρτζικα
περίτου ποὺ ἑκατὸν χρονῶν
λαλοῦν πὼς εἶδαν τζαὶ πέντ’-ἕξι)

ἀντζελοσσιάστηκεν τοῦ Νιόβρη τὸ θερκόν
τρεῖς ἑφτομάες ἔπιννεν
–ἀντὶς νερόν–
τρία ποτήρκα τερατσόμελλον κάθε πουρνὸν
τζι ἔππεφτεν τζι ἐτζοιμάττουν μὲ τὲς κότες
τζι οὔτε ποὺ ’τόλμαν νὰ δικλίσει μὲ τζεῖ μὲ δὰ
γιατὶ
τὸ πούρρου πούρρου τὸ πολλὺν
ἔφαν του τὰ συκώθκια του
τὸ θαρρεόν του οὗλλον
ἐρούφησέν το
σὰν νά ’τουν ἀϊράνιν

τζαὶ μὲ τὸ κλώστου
τζαὶ μὲ τὸ σούστου
ἐξισκοπίστην ὁ οὐρανός
ἐξισκοπίστηκεν τζι ὁ Πλάστης
…………………………
[…]

~.~

σκαλαπούνταροι

[…]
Οἱ πρῶτοι ποὺ τ’ ἀκούσασιν ἐμεῖναν εἰς τὸν τόπον
ἐπαουρίζαν οἱ παπποῦες τῶν μωρῶν
ν’ ἀκκάσουσιν τὲς γλῶσσες τους οἱ φάουσες
τζαὶ τὰ μωρὰ ὀδύρουντον
μὰ
ὥστι νὰ φύουν θκυὸ φτομάες
τζι ἄλλες γεναῖτζες
ἐξαμολλιοῦντον μὲς τοὺς δρόμους τζι ἐφωνάζαν
ἂς φάει τὰ κοπελλούθκια μας
πέρκιμον φύει ὁ σκαλαπούνταρος
βουρᾶτε χωρκανοὶ
ἂς φάει τὰ κοπελλούθκια μας
νὰ τοῦ σύρουμεν τὰ κοπελλούθκια μας πά’ στὸ δῶμαν
πέρκιμον φύει
ἂς φάει τὰ κοπελλούθκια μας
πέρκιμον φύει ὁ σκαλαπούνταρος
Ἐτάραξεν ὁ τόπος ποὺ τὸ σούσουρον
ἐβοῦραν ὁ μουχτάρης τζι ὲν ἐσύφταιννεν
τζι ἐποτυλίουντον οἱ παπάες μὲ τοὺς ἁγιασμοὺς τζαὶ τὰ
ἑξαπτέρυγα
τζι ἐκοινωνούσασιν τὸν κόσμον μὲς τὲς στράτες ἁμμὰ
ὣς ποὺ νὰ πεῖς τζαὶ νὰ δεῖς ἀρκέψασιν τζι οἱ σερνιτζοὶ
τζι ἐφκαίννασιν ἀξαμωμένοι τζι ἐσυνεχίζασιν τὸν ἴδιον χαβάν
Νὰ τοῦ σύρουμεν ὁλὰν τὰ τὰ κοπελλούθκια μας πά’ στὸ δῶμαν
πέρκιμον φύει ὁ σκαλαπούνταρος
Ἂς φάει τὰ κοπελλούθκια μας!

[…]

Τζι ἐφτάνναν ποὺ τὴν μιὰν μερκὰν τὰ Πάτερ ἡμῶν τζαὶ ποὺ τὴν
ἄλλην
κομμάτιν ξεροτήανον τὰ κοπελλούθκια μας
ποὺ τὴν μιὰν μερκὰν τὰ Κύρι’ ἐλέησον τζαὶ ποὺ τὴν ἄλλην
μασαίριν μαυρομάνικον τὰ κοπελλούθκια μας
ποὺ τὴν μιὰν τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον
τζαὶ ποὺ τὴν ἄλλην τιτσὶν
τιτσὶν
τὰ κοπελλούθκια μας.

[…]

Τζι ὕστερα ἐδιάταξεν νὰ τοῦ κατεβάσουν ποὺ πά’ στὰ ράφκια
οὕλλα τὰ ποίματα τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη
τζι ἐμετροφῦλλαν ὅπως τὸν πελλὸν
τζι ἐγυάλλισεν τὸ ’μμάτιν του τοῦ σκαλαπούνταρου
χαζίριν νὰ τὰ σσίσει οὕλλα
τζαὶ προπαντὸς
μόλις ἧβρεν τζεῖντο κομμάτιν ποὺ λαλεῖ ἡ Ρωμιοσύνη ἔν φυλὴ
συνότζαιρη τοῦ κόσμου κανένας δὲν ἑβρέθηκεν γιὰ νὰ τὴν ἰξηλείψη
ἐτραβολόαν τὰ γράμματα ἕναν ἕναν τζι ἐμάσαν τα,
ἐκτὸς ποὺ τὴν λέξην Ρωμιοσύνη ποὺ τὴν ἐξιμπάρρωσεν οὕλλην
μαζὶν τζι ἐκατάπκιεν τὴν ἀμάσητην
γιά ἐπειδὴ ὲν ἄντεχεν νὰ τὴν θωρεῖ ὀμπρός του
γιά ἐπειδὴ ὲν εἶδεν χαπάριν
τί ἐστὶ
Ρωμιοσύνη.

[…]

Νὰ παραιτήσουμεν ὁλὰν τὲς δουλειές μας
τζαὶ νὰ ταΐζουμεν τὸν σκαλαπούνταρον ὥσπου νὰ φύει
ξιθάψετε ὁλὰν τζαὶ τοὺς γονιούς σας ποὺ μὲς τοὺς τάφους τζαὶ
φέρτε τους
τζαὶ προπαντὸς τοὺς πκιὸ ἄξιους
ἂς γλείψει τζαὶ τὰ κόκκαλα τῶν γονιῶν σας πέρκιμον φύει ὁ
σκαλαπούνταρος

φέρτε του τζαὶ τὸν Αὐξεντίου
νὰ δοῦμεν ἴντα καρτζιλαμᾶς ὲν τοῦτος ποὺ χορεύκουμεν
φέρτε του τζαὶ τὴν ἀρφὴν τοῦ Αὐξεντίου, τὴν Χρυστάλλαν τζαὶ
οὕλλα τὰ μαντήλια ποὺ καταήσεψεν
γιὰ νὰ σκουπίζει τ’ ἀμμάτιν της
ποὺ πκιὸν ὲν ἤτουν ἀμμάτιν
ἤτουν ὁ καταρράχτης τοῦ Μηλλομέρη
φέρτε τζαὶ τὸ τραπέζιν ποὺ κάτσασιν νὰ φᾶν τὲς Σήκωσες τὸ
1957 τζαὶ
ὲν ἐντζίσαν πάνω
φέρτε του τὴν Χρυστάλλαν
ἂν μὲν ἀντρέπεστε
φέρτε του τὴν Χρυστάλλαν
πού ’σει τὸ ’μμάτιν της γεμάτον γαρίλλες
ποὺ ἀθθυμάτι οὕλλες τὲς Σήκωσες
ποὺ πκιὸν ὲν ἤτουν Σήκωσες ἤτουν Μεγάλες Παρασκευὲς
τζαὶ οἱ σαράντα μέρες τῆς Σαρακοστῆς
ἤτουν Μεγάλες Παρασκευὲς
μασαίριν μαυρομάνικον
τζαὶ οἱ Μεγάλες Παρασκευὲς
τζι ὲννα τὲς φάει
–συχχώρα με Πλάστη μου–
ὁ σκαλαπούνταρος

[…]


Ἡ Στέλλα Βοσκαρίδου γεννήθηκε στὴ Λεμεσὸ τὸ 1981. Σπούδασε Μουσικολογία τὴν Ἀθήνα καὶ τὸ Νιούκαστλ. Ἐργάζεται στὸν χῶρο τῆς μουσικῆς (διδασκαλία, ἔρευνα, σύνθεση κ.ἄ.) Ἔχει εκδώσει τὰ ποιητικὰ βιβλία: Ἀναγέλαστα. Τῶν γυναικῶν τζαὶ τῶν σκαλαπουντάρων (2013) καὶ ΦόΒ. Ὑπογλώσσιο Νυχτερινό (2015).

Τζένη La Revolución, Τρία Ποιήματα

x-default

Τζένη La Revolución

[Από την ενότητα: Αληθινές Ιστορίες με Βαθύ Νόημα]

Η μεζονέτα

Ήμουν μια απλή, σχεδόν αρχαία μεζονέτα
Έβλεπα Ακρόπολη, μοντέρνα οικοδομή
Υπήρξα εστία σ’ «οικογένειες-φιλέτα»
Μετά γραφεία και στο τέλος ερμπιενμπί

Όλο χαζόξανθα ζευγάρια κι Αμερκάνοι
Ύπνος, γαμήσι, φαγητό και άντε γεια
Έβαλε λάδι μια Ρωσίδα στο τηγάνι
Πήγε τουαλέτα (η δυσκοίλια), πυρκαγιά!

Είχα αντίστροφη πορεία απ’ τους ανθρώπους:
Πρώτα οικογένεια με παιδιά, μετά δουλειές
και τέλος έρωτες και νιάτα που διψάνε

Όμως, υπάρχει ένα κοινό, σ’ όλους τους τόπους
σ’ έμψυχα, σ’ άψυχα σ’ όλες τις εποχές
όλοι από πέσιμο ή χέσιμο θα πάνε. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |33. Νίκη Χαλκιαδάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Νίκη Χαλκιαδάκη

broken-doll-joana-kruse

(Ἀνάσκελη μὲ πυρετό, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2012)

Bi-bi-bo

Δὲν ζήλευα ποτὲ τὶς κοῦκλες μου
Τὰ μάτια τους, ἄλλωστε, δὲν ἔβγαιναν
]]]]]]]]]]]οὔτε μὲ πιρούνι, οὔτε μὲ προσευχές
Καὶ ἂν εἶχαν μασουλημένα χέρια
]]]]]]]]]]]ἦταν γιατὶ μὲ προκαλοῦσαν
Ἀρτιμελεῖς καὶ Χαμογελαστές
Πάντοτε ὅμως τὶς κούρευα
]]]]]]]]]]]σὲ στενὸ οἰκογενειακὸ κύκλο
Ἡ μνήμη μου ὅλη στὴν ἄκρη τῆς γλώσσας
Γιατὶ ἂν πῶ ὅτι ΔΕΝ ἔγλειφα τὸ κορμί τους

[κρυφά, κάτω ἀπ’ τὰ σκεπάσματα
μὲ τοὺς προσαγωγοὺς σφιγμένους
στὸν πολύτιμο παρθενικό μου ὑμένα]

θὰ εἶναι σίγουρα ἕνα Πλαστικὸ ψέμα


Ἡ Νίκη Χαλκιαδάκη γεννήθηκε τὸ 1980 στὰ Τρίκαλα Θεσσαλίας. Σπούδασε Φιλολογία στὸ ΑΠΘ κι ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴ Δημιουργικὴ Γραφή. Ἔχει ἐκδώσει τὰ ποιητικὰ βιβλία Ὁ ἔρωτας τοῦ Pied de Coq (2009) καὶ Ἀνάσκελη μὲ πυρετό (2012).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |32. Παναγιώτης Μηλιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Παναγιώτης Μηλιώτης

(Μιὰ ἀνάσα δρόμο, Ἀθήνα, Ars Nocturna, 2013)

mavres-trypes

Μήπως καὶ προλάβεις τὴν καταστροφή

Τί εἶναι πάλι αὐτὸ ποὺ ἀκουμπᾶ στὸ στῆθος,
ἔρχεται σὰν ὄγκος μὲς στὴ Νύχτα
μὲ ψίθυρους, λαχάνιασμα καὶ διάχυτη βουή,
τἰ εἶναι αὐτὸ ποὺ σὲ κύκλους ἁπλώνεται,
χτυπᾶ στοὺς τοίχους κι ὅταν γυρίζουν,
κλείνει καὶ πνίγει μέσα σου τ’ ἀνθρώπινο;

Ἔγειρες κι ἀκούμπησες τὸ μέτωπο
πάνω στὸν καθρέφτη, ἔτριζε τὸ μέσα σου,
τότε ποὺ σὲ ὑποσκάπτανε
καὶ σοῦ λέγανε: ἡσύχασε
μ’ ἕνα χτύπημα στὸν ὦμο
καὶ χιόνιζε παράσιτα στοῦ μέσα σου τὴ μουσικὴ
τότε ἀποφάσισες
κάτι νὰ κάνεις
μήπως καὶ προλάβεις τὴν καταστροφή.

~.~

Γραμμὲς μνήμης

Ὅ,τι μὲ κρατᾶ ἀνήλικο εἶναι σπαρμένοι σωροί, –
πέτρες, σίδερα καὶ βέργες,
ξέρω πὼς ὅταν μιλῶ δὲν ἐνισχύω τὸν ἑαυτό μου,
δὲ στέκομαι ἁπλῶς νὰ κοιτῶ ἐρείπια
γιὰ νὰ τραφῶ μ’ ἔμπνευση καὶ ρομαντισμό.
Οἱ πέτρες, οἱ βέργες καὶ τὰ σίδερα
χωρίζονται μὲ κόπο,
στήνονται γραμμὲς πάνω σὲ γραμμές,
τὴν κάθε νύχτα τραβῶ καὶ μιὰ
κάθε γραμμὴ σὲ λαγούμι βρίσκει
στὸ κάθε λαγούμι μιὰ ἀγέλη σκούζει·
γιὰ νὰ βρῶ τὸ ἔξω νὰ χαράζει
συντηρῶ τὴ συνοχὴ μὲ λάδι.
Ὅ,τι μὲ κρατᾶ ἀνήλικο εἶναι γραμμὲς μνήμης,
τὶς σηκώνω μὲ τὰ μάτια ψηλὰ
τὶς σηκώνω ὣς τὸν πόθο
νὰ μάθουν τὰ χέρια νὰ σκαρφαλώνουν.

~.~

thehomeissue_elevators-1024x585

(Τὸ σκῖτσο στὴν ντουλάπα, Ἀθήνα, Θράκα, 2017)

Γιὰ νὰ βρεῖς τὸ μέσα σου στὸ παραπέρα

Ἤσουν στὸ τηλέφωνο· πῆρα τὸ ἀσανσὲρ
νὰ προσπεράσω τὰ φαντάσματα, ἔστηναν
τὸ καρτέρι τους στὶς σκάλες, μὲ ξεκούφαιναν,
ἀλλὰ ἐγὼ κάρφωνα τὸ βλέμμα στὸν καθρέφτη:
ξεψυχοῦσε ἡ χαρὰ κλινήρης, διασωληνωμένη
σωληνωμένη, κρατοῦσε τὰ μάτια ἀνοιχτά.

Ὣς τὸ ἀνέβασμα ἤμασταν μιὰ ἀγκαλιά
μοῦ φύτευες, σοῦ φύτευα φιλιὰ
καθὼς τὰ λόγια σου ξάπλωναν στὴν πόρτα
τὰ φαντάσματα σὰν ὑπάκουα σκυλιὰ
κορύφωναν τὴν ταχυπαλμία τῆς χαρᾶς·
καὶ πάλι σὰ νὰ ἤλπιζα σὲ κάτι, γιὰ μιὰ στιγμὴ
εἶδα πὼς φτάσαμε ταράτσα ἀγκαλιά.

Μὲ σήκωσε ἡ φωνή σου, ἦταν πρωὶ κι εἶδα
τὴ χαρά… καὶ πῶς νὰ σὲ μισήσω;

Γι’ αὐτὸ ἔφυγες, πιστεύω, τὴν κρίσιμη ἡμέρα
ἔφυγες γιὰ νὰ βρεῖς τὸ μέσα σου στὸ παραπέρα.

~.~
 
Νίκος Πλουμπίδης

Ὅταν σὲ στήσανε στὸν τοῖχο
σίγουρα θά ’δες χρόνια καὶ χρόνια γεμάτα τρύπες,
τὸν ἑαυτό σου στὸ τραπέζι νὰ τραβᾶ
μικροὺς σταυροὺς στὴ στάχτη
μὲ κέρασμα
καὶ νούμερο ποὺ κράτησε ἡ μοίρα σου μιὰ νύχτα.

Σίγουρα θά ’νιωσες νὰ περνᾶ τὸ αἷμα σου
μέσα ἀπ’ τοὺς πόρους τοῦ φρέσκου χώματος,
τὸ σῶμα σου νὰ τραβᾶ νὰ βρεῖ τὸ Σῶμα
ποὺ τόσο ὑπεράσπισες μπροστὰ στοὺς δήμιους.

Ἂν καὶ ἀσκεπὴς ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἤξερες:
τὸ Σῶμα εἶναι γέφυρα γιὰ νὰ πατᾶμε,
νὰ μετρᾶμε καὶ νὰ στοχεύουμε μ’ ὅλα μας τὰ ὅπλα,
πόσο βαθιὰ στὸν ὁρίζοντα θὰ πᾶμε.


Ὁ Παναγιώτης Μηλιώτης γεννήθηκε τὸ 1983 στὴν Ἀθήνα. Παρακολούθησε τὸ ποιητικὸ ἐργαστήρι τοῦ Ἱδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογὲς Μιὰ ἀνάσα δρόμο (2013) καὶ Τὸ σκῖτσο στὴν ντουλάπα (2017).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |31. Γιάννης Δούκας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Γιάννης Δούκας

christopher-vidal-an-original-oil-on-canvas-of-sunset-sky-bluethumb-a60d

(Στὰ μέσα σύνορα, Ἀθήνα, Πόλις, 2011)

Διαιρέτης μηδέν

Δίχως φόβο καὶ δίχως ἐλπίδα
Ἐναλλάσσοντας φίλους, πατρίδα
Παβαρότι, Πικάσο καὶ πίτσα
Ἀνοιχτοὶ μὲ καλοῦν οὐρανοί
Θὰ κρατῶ μιὰ ζωὴ τὴ βαλίτσα
Ποὺ θὰ μείνει γιὰ πάντα ἀδειανή

Σὲ μιὰ πόλη μὲ κίτρινα φῶτα
Στῶν ἀρχαίων ἐρώτων τὰ πρῶτα
Ποὺ κυλοῦν στὸ μεγάλο ποτάμι
Καὶ τὰ παίρνει μεμιᾶς ἡ βροχή
Σὰν ἱδρώτας κολλᾶ στὴν παλάμη
Τῶν νεκρῶν ποὺ ξεχνᾶμε ἡ ψυχή

Στῶν ὀνείρων τὴν ἄπραγη κόψη
Ἀκουμπώντας τοῦ χρόνου τὴν ὄψη
Λαβυρίνθους στὸ διάβα μου χτίζω
Καὶ μὲ τοίχους γεμάτους ρεφρὲν
Σὰν πηλίκο γυμνὸ συνοψίζω
Τί θὰ πεῖ διαιρέτης μηδέν

~.~ (περισσότερα…)

Πάνω στην κόψη των αισθημάτων

Χρίστος Κρεμνιώτης
Γεωμετρία της νήψης.
(σύνθεση σε έξι μέρη)
Φρέαρ / 5, 2015.

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

187497Ο απίθανος αυτός τίτλος και συνάμα προκλητικός αφορά μια ποιητική σύνθεση 63 σελίδων, όπου μικρά ποιήματα ενώνονται με εκτενέστερα και όλο αυτό παρουσιάζεται ως μια ποιητική ενότητα, ως μια πορεία ποιητική εξαιρετικά πλούσια σε λόγο, αλλά και εξαιρετικά πυκνή. Ο ποιητής έχει απαιτήσεις από τον ίδιο και από τον ποιητικό του λόγο, ανοίγεται στα πέρατα, ταξιδεύει σε χώρους και χρόνους, επιχειρεί διεισδύσεις, αναμοχλεύει μυστικά, ψηλαφεί την μέσα όψη των προσώπων και των πραγμάτων.

Πρέπει να πω ωστόσο, ότι ο τίτλος Γεωμετρία της νήψης κάπου πάσχει. Γιατί η νήψη –αν πρόκειται για την αληθινή– δεν γεωμετρείται. Όπως κάθε αληθινή πνευματική πραγματικότητα απέχει των μαθηματικών. Είναι σαν να λέμε θα γεωμετρήσω τον ουρανό, με την έννοια της θείας διάστασης. Το κοντάρι μπορεί να το ρίχνουμε μακριά –κάτι μας ωθεί σε αυτό, ίσως τα χαρίσματά μας–, αλλά κινδυνεύουμε να σπάσουμε καί το κοντάρι καί τον εαυτό μας!

Κι όμως αρχίζει τόσο ωραία:

Ισορροπώ ανάμεσα στο φως – τότε που ντύνει
Τους δρόμους που τυλίγουνε τους λόφους…

Υπάρχουν όντως στιγμές που το φως δημιουργεί μιαν αιθρία σιγή και μέσα της τυλίγονται όλα δρόμοι και λόφοι και σπίτια και το βλέμμα μας.

Κι έτσι έρχεται η νοσταλγία και η ποίηση και μια αίσθηση θαλπωρής που ανάλογα με τον άνθρωπο και το πνεύμα του προχωρεί στο βάθος ή αποσύρεται.

Σημειώνω ενδεικτικούς τίτλους: «Ελεγεία Α΄», «Νόστος», «Εσχατολογική σημειολογία του έρωτα», «Άσμα Α΄», «Σημεία τύψης», «Του μύθου», «Επίγραμμα Α΄», «Φιλοδοξία ενός οράματος», «Ens amans», «Γυναίκα», «Ο θρήνος της θύελλας» (το εκτενέστερο) και άλλα.

Και μόνο οι τίτλοι προδίδουν ιδιαίτερη ποιητική φιλοδοξία, συνομιλία με μεγάλα έργα, ελληνικά και ξένα, έτσι ώστε να διευρύνεται το πεδίο της φαντασίας, της ελευθερίας, της ευαισθησίας, της αναζήτησης.

Απλώνει και ξεδιπλώνει έναν χάρτη. Ο χάρτης περιέχει πρωινά, φύλλα που στέκουν και κοιτούν ή τα φυσά ο άνεμος, εικόνες που τον χτυπούν στα μάτια καθώς οδοιπορεί μοναχικός, πρόσωπα γυναικών, πρόσωπα εφήβων, πρόσωπα νεκρών, πηγαινοέρχεται ο θάνατος και ο έρωτας, μισοαληθινός ή ολόκληρη ψευδαίσθηση, μετακινούνται σώματα, καρδιές, ψυχές, πουλιά και σύννεφα, ο κόσμος στριφογυρίζει, όλο και κάποια βρισιά του ξεφεύγει, όλο και κάποια σκούρα και σκοτεινή απόχρωση ζωής, μισοπεθαμένα σχήματα και αισθήματα: ιδού το περιεχόμενο. Αλλά τίποτα δεν γίνεται χωρίς μουσική. Γι’ αυτό κάθε τόσο παρουσιάζεται ο Κρόμμερ, ο Βιβάλντι, ο Μπαχ, ο Σούμπερτ και άλλοι που συνέλαβαν το εξώκοσμο νήμα, τον ήχο, την φωνή και τα εισόδευσαν μέσα στον κόσμο.

ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ ΦΩΤΟ 2014Και ολοένα να περιφέρεται η Αγάπη με κεφαλαίο και με μικρό, να στενάζει, να αδημονεί, να επιμένει, με ή χωρίς υπομονή, να κρύβεται, να σωπαίνει αλλά καθόλου να μειδιά. Κι αλήθεια: τι να σημαίνει εκείνο το «στέκομαι μόνος περιμένοντας εμένα»; Γιατί, είτε είναι σημάδι αφόρητης μοναξιάς και κάπου εκούσιας, είτε σημαίνει το βαθύ και αληθινό εκείνο: στέκομαι μόνος ως να με βρώ. Κι αυτό ευτυχώς είναι πιο φιλ-άνθρωπο.

Ωστόσο, κάθε τόσο όλο και κάποιο φως παρουσιάζεται άλλοτε σαν ανταύγεια, άλλοτε λεπίδα φεγγαριού, σαν αυτές τις φωτεινές χαρακιές που αποτυπώνονται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Μπορεί να τις φανταστεί κανείς και σαν ακίδες που μας τρυπούν με τρόπο για να ξυπνήσουμε στο Φως, όπως το σπαθί του γεροινδιάνου ιερέα που η μύτη του μόλις που άγγιξε τον Αρτώ όταν γύρεψε να μυηθεί στα μυστήριά τους.

Φώτα που παρουσιάζονται κάθε τόσο σαν πυγολαμπίδες, φώτα που συμβολίζουν, παραπέμπουν, σημαίνουν, υποδείχνουν. Ο Κρεμνιώτης έχει ξεσπάσματα οργής, αλλά έχει και κάποιους αριστουργηματικούς στίχους όπως:

…αστράπισμα κεριού
Να με καλεί χρυσίζοντας βαθιά
Στο μέσα σούρουπο του ανθρώπου
Να βγω στους δρόμους μυστικά και μόνος
Με της καρδιάς μου την πιο πρώτη ανάμνηση ∙
Φωτάει γλυκά σαν χούφτα θράκα πεταμένη σε σωθικά ενός σύννεφου: και παίρνουν
Οι αισθήσεις την παλιά τους Νόηση.
Έπειτα, αργά, η αποσαφήνιση του κόσμου:
Κραυγές αποδημητικών κι ό ήχος
Που πιάνει μόνο η διόραση-σκιάς
Ακροθαλάσσιος των βράχων που συχνά
Αποτραβιέται ο Θεός στην προσευχή Του.

(«Φιλοδοξία ενός οράματος»)

Δεν είναι άμοιρος μυθολογίας και αρχαιοελληνικών πτήσεων, αναφέρει ονομαστικά τον Αρίωνα, αυτόν τον κολοφώνειο κιθαρωδό που ο μύθος λέει ότι τον πήρε στην πλάτη το δελφίνι-στην υπηρεσία του Απόλλωνα- όταν τον άκουσε να παίζει στο καράβι που οι ναύτες του ήθελαν να τον ληστέψουν και να τον πετάξουν στη θάλασσα. Ο Κρεμνιώτης μάλλον αποδομεί, γιατί οι στίχοι του μας το λένε έτσι:

Δελφίνια να δαγκώνουν απ’ την πίκρα τους
Νερά κοκκινισμένα από τον φόνo
Του άσματος του Αρίωνα.

Αναφέρει και τον Ξενοφάνη που σαν άλλος Σωκράτης απέρριπτε τα μυθολογήματα για τους ανθρωπομορφικούς θεούς κι ανέβαζε το επίπεδο της θείας εικόνας.

Υπάρχει ένας πληθωρισμός λόγου, ένας κατακλυσμός λέξεων-εικόνων, μια έξαρση νοημάτων μέσα από ένα διονυσιασμό που θέλει να μιλήσει για την Αγάπη, που θέλει να την βρει αλλά χάνεται μέσα στην περίσσεια των χαρισμάτων του, μέσα στον στρόβιλο των πραγμάτων του αιώνα. Διακρίνεις μια πάλη: πάλη με την ψυχή και το σώμα, πάλη με τον περίγυρο, πάλη για να ξεφύγεις από ταπεινές μέριμνες, πάλη για να σηκώσεις την ψυχή όσο γίνεται ψηλότερα. Κάπου υπάρχει και μια νοσταλγία αύλωσης, κάπου σημειώνεται κι ένας ιδιόρρυθμος κυνισμός που γίνεται βρισιά ή θυμός. Πόνος κρυμμένος, αναζήτηση του Απόλυτου που όμως σκορπίζει κομμάτια ζωής, ομορφιάς, συγκίνησης, υπεροψίας, θραύσματα λόγου, ανεκπλήρωτες επιθυμίες μα και μια πληθώρα ερωτημάτων. Πώς να κοπάσει αυτή η λαίλαπα; Και πώς να την υποτάξει η γλώσσα; Οριακή γραφή, τρίζουν ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, ποιητικές ασυνταξίες για να προκαλέσει σκοτοδίνη, για να σταθεί πάνω στην κόψη των αισθημάτων.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ