Συντάκτης: il Notaro

Στιχάκιας, Σάτιρες

*

Μέντιος

Δεμένος στο μαγγανοπήγαδο της θλίψης
γυρίζω γύρω, γύρω και πηγαίνω
χωρίς να ξέρω δίχως να καταλαβαίνω
το μέγεθος ή το βαθμό της σήψης

Στην πλάτη μου δυο ψάθινα καλάθια
και στο κεφάλι –πάλι– ψάθινο καπέλο
τα αυτιά μου εξέχουν και τα δυο (θέλω δε θέλω)
και τα ποδάρια μου ματώνουν απ’ τα αγκάθια

Και πάω πάντα μια πορεία γύρω, γύρω
φτάνω ή δε φτάνω –πια– δεν έχει σημασία
Τα χνώτα μου βρομοκοπούν απελπισία
αγκομαχώντας τον αγώνα μου το στείρο

Χρόνο ξεκλέβοντας καμιά φορά κοιμάμαι
όρθιος όμως μη με πάρουνε χαμπάρι
κι έρθουνε να μου κλέψουν το κριθάρι
Αυτό μονάχα. Τίποτα άλλο δε φοβάμαι

Και πάω πάλι… με το φως ή με σκοτάδι
(Πι ρο τετράγωνο του κόσμου το εμβαδόν)
Κι ας παραμένω κατά τύχη εδώ παρών
κι ας μην, στο κέντρο του, έχει ο κύκλος μου πηγάδι

~.~

Αχ!

Για κοίτα μικρή μου πώς κάνω στροφές
και πώς περπατώ στον αέρα
Σα χάρτινο φύλο του ανέμου οι ριπές
με πάνε μια δώθε μια πέρα….

Το χαίρομαι όμως, γελώ σα χαζός
αυτό το μια κάτω μια πάνω
Του κόσμου ο κόσμος πηγαίνει πεζός
μα εγώ ουρανό πάντα πιάνω

Και κοίτα πώς πάω σα χαρταετός
που εσύ –ναι εσύ!– κουμαντάρεις
Ματάκια που λάμπουν στη νύχτα σα φως
κανόνισε να… με στουκάρεις (περισσότερα…)

Γιάννης Ρίτσος, Στο μπουζουξίδικο του Θύμιου

*

Προλογικά-Επιμέλεια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ρίτσος εξέδωσε το Ίσως να ’ναι κι έτσι ως το τέταρτο εξομολογητικό πεζογράφημα (από τα συνολικά εννέα που είχε γράψει), προσπαθώντας να ιστορήσει μια ψυχική τοιχογραφία συναπαρτισμένη από παραμελημένες και παραθεωρημένες συλλογικές μα και βαθύτατα προσωπικές στιγμές, με διάσπαρτα στοιχεία και σπαράγματα αυτοβιογραφικής κατάθεσης, την οποία κι ενδεικτικά ονομάτισε «Εικονοστάσιο των ανωνύμων αγίων». Μιλούσε για πράγματα δηλαδή εκεί μέσα που η αριστερή του στράτευση επί χρόνια του επέβαλε να βάζει στην άκρη και να χώνει παράμερα, να αυτολογοκρίνει και να φιμώνει το δημόσιο ξεστόμισμά τους, παρότι είχαν χαραχτεί αξεδιάλυτα στην ψυχή και το σώμα, τόσο το δικό του όσο κι αρκετών της γενιάς του. Είναι ενδιαφέρον πως ο Ρίτσος όλα εκείνα τα γραπτά τα είχε στο συρτάρι του για δεκαετίες, μέχρι τη στιγμή που πήραν την οδό της δημοσίευσης.

Η έκδοση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην αριστερά και η συζήτηση κι η υποδοχή τού κειμένου περιστράφηκε κυρίως –αν όχι αποκλειστικά– γύρω από την εμφανή και διάχυτη παρουσία της σεξουαλικότητας, μα και μιας ομοφυλοφιλικής ερωτικής έκφρασης που ευδιάκριτα στίζει ορισμένα από τα πεζά αφηγήματα στο συγκεκριμένο έργο του ποιητή.

Ο ίδιος, έχοντας ήδη υποψιαστεί τις επερχόμενες αντιδράσεις, έγραφε, οιονεί προ-απολογούμενος, στο τελευταίο διήγημα της συλλογής:

«άστε με το λοιπόν να μιλήσω όπως μου ’ρχεται για πράματα που δεν τα γράφει ποτέ καμιά Ιστορία, πράματα σιωπηλά, βαθιά, αμελημένα, αθώα, περιπαιχτικά, σημαδιακά, ερωτικά, παιδιάστικα, πονηρούτσικα, παμπόνηρα, βουλιαγμένα σαν Ατλαντίδες, τοιχογραφίες της Θήρας, παράξενα “πράματα” που μιλάνε για όλα, για όλους, για πάντα, όπως ένα παπούτσι μονάχο στο ποτάμι, ένα κέρατο βοδιού σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο, ένα πιάτο παντζάρια στο έρημο πανδοχείο, το κέρας του κυνηγού στο φαράγγι, μια άδεια καπότα στο χορτάρι του Δημοτικού Κήπου, ο καθρέφτης του ασανσέρ μ’ ένα τριαντάφυλλο, ο Ορέστης χωρίς τον Πυλάδη μέσα στο μισοφώτιστο ναυτικό μπαρ χτυπώντας τα πλήκτρα του πιάνου με το ’να του δάχτυλο, οι δυο Άγγελοι που μπαίνουν στο μπαρμπέρικο του Μεταξουργείου ναν τους κουρέψουν λίγο τα φτερά τους που παραμεγαλώσανε κι ο μπαρμπέρης τα χάνει και του πέφτει το μεγάλο κύπελλο με τη σαπουνάδα και πιτσιλιέται ο χρυσοβαμμένος μυγοφτυσμένος καθρέφτης κι οι δυο Άγγελοι που κοιτιούνται στον καθρέφτη βλέπουν το πρόσωπό τους διάστικτο με αφρούς σα να χιονίζει, και πράγματι χιονίζει στο Σανατόριο της Πάρνηθος κι απλώνεται παντού μια ευλογημένη ασπράδα, μια ζεστή όμως ασπράδα, ως πέρα πέρα, μια συγγνώμη τόσο διάφανη που βλέπεις απ’ την άλλη της μεριά τα τέσσερα πλοία που φεύγουν και μένει μόνη μια βαλίτσα στην προκυμαία κι ο τελωνοφύλακας κοιτάει τ’ αντικρινό μπαλκόνι – πράγματα ασήμαντα δικά σου, δικά μας, ναι, ασήμαντα που ωστόσο σε βεβαιώνουν τρυφερά πως υπήρχες, υ π ά ρ χ ε ι ς,  θ α  υ π ά ρ χ ε ι ς  κι είσαι όμορφος κι αγαπημένος κι όλα είναι όμορφα κι αγαπημένα κι είναι κατορθωτό το ακατόρθωτο, τόσο που ξύνεις το κεφάλι σου και κλαις σα βλάκας, γιατί είμαι βλάκας βρε Πέτρο και σ’ αγαπάω για όλα»

(«Θύμησες, πράγματα, λόγια»)

Από αυτόν τον τόμο ξεδιάλεξα την παραπάνω αφήγηση που περιστρέφεται γύρω από ένα ζεϊμπέκικο χορό και την τελετουργία του, που σήμερα, μόλις σαράντα χρόνια μετά, μοιάζει τόσο αλλόκοτος και μακρινός, σχεδόν μυθικός, γέννημα της φαντασίας. Στους γύρους του χορευτή σ’ αυτόν τον ζεϊμπέκικο στροβιλίζονται και χορεύουν μνήμες ζωής αλλοτινής, εμπειρίες κοινές, συνυπαρκτικές, κινήσεις και χειρονομίες απλές και μυστικές, τελετουργίες ανέκφραστες, σιωπές εύγλωττες, θραύσματα και θρύψαλα από ένα ενιαίο κάποτε μωσαϊκό ζωής, που έχει πια φθαρεί αμετάκλητα κι έχει παραμεριστεί απολησμονημένο, όταν δεν προβάλλεται πλέον σε διαστροφικά μεταλλαγμένο καταναλωτικό ευδαιμονικό απείκασμά του. Λείψανα μοναχά, σποραδικές επιβιώσεις, σπαράγματα ελάχιστα ανιχνεύονται κι αναδύονται πού και πού, εδώ κι εκεί. Πού εκκλησίασμα πια, πού δισκοπότηρα και που μετάληψη τελετουργιών μυστηριακών, κοινών, συλλογικών και ζωογόνων. Διόλου τυχαία δα δεν κλείνει κι η αφήγηση μνημονεύοντας τον σικελιανικό Διθύραμβο του Ρόδου;

(περισσότερα…)

Στην Κοιλάδα των Τεμπών

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ζ΄: Παύλος Σιλεντιάριος

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΣ

Επιγράμματα

Αποδόσεις των Σίμου Μενάρδου, Ηλία Κυζηράκου, Άρη Δικταίου, Ανδρέα Λεντάκη και Γιώργου Κεντρωτή

Ο Παύλος Σιλεντιάριος, γιος του ύπατου Κύρου, ποιητής και αυλικός (όπως δηλώνει και το αξίωμά του), έζησε στα χρόνια του Ιουστινιανού. Το σημαντικότερο ποίημά του ήταν μια περιγραφή (έκφρασις) της Αγίας Σοφίας, σε εξάμετρους στίχους, η πληρέστερη περιγραφή του ναού μετά την ανακαίνιση του Ιουστινιανού, και εκφωνήθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα στις 6 Ιανουαρίου 563. Στην Παλατινή Ανθολογία σώζονται 78 δικά του επιγράμματα, επί το πλείστον ερωτικά, που τα διακρίνει ηδυπάθεια, έκδηλος ερωτισμός μα και δεν τους λείπει η χάρη. Αν και μεταστράφηκε στον χριστιανισμό, το έργο του παρουσιάζει μία σύμμειξη χριστιανικών και παγανιστικών θεμάτων, παρότι τα ερωτικά του επιγράμματα θεωρείται ότι δεν είναι αυτοβιογραφικού περιεχομένου αλλά μάλλον προϊόντα της φαντασίας του. Μαρτυρούν όμως ταυτόχρονα την έσχατη επίδραση και επιβίωση της συγκεκριμένης ποιητικής εθνικής κληρονομιάς κατά τον 6ο αιώνα. Ευχαριστίες στον Γιώργο Κεντρωτή για την άδεια αναδημοσίευσης των αποδόσεών του.

~·~

Ἂς παίρνωμε ἁρπακτὰ φιλιά, Ροδόπη, καὶ κλεφτάτη,
πουλάκι μου, ἂς γυρέψωμε παράμερη φωλεά.
Τί γέλοια, νὰ ξεφύγωμε τόσων φυλάκων μάτι!
καὶ τὰ κλεμμένα πάντα ᾽ναι τὰ πιὸ γλυκὰ φιλιά.

 

Τὰ βάρυπνα τὰ μάτια σου θωροῦνε κουρασμένα
σὰν τώρα νὰ σηκώθηκες, ὡραῖα Πολυμνώ.
Ἡ κόμη σου εἶναι ξέπλεκη κι ὠχρὰ καὶ ξασπρισμένα
τὰ ρόδινά σου μάγουλα, τὸ σῶμα σου χαμνό.
Κι ἂν εἶναι μιᾶς ὀλόνυκτης τούτ᾽ ἀγρυπνίας δῶρα,
τὸν μακαρίζω τρεῖς φορὲς καὶ τὸν δοξολογῶ
ὅποιον μαζί σου ἀγρύπνησεν· ἂν ὅμως λυώνῃς τώρα
γιὰ τὴν ἀγάπη κανενός, θέμου καὶ νἆμ᾽ἐγώ!

 

Φίλοι, γλυκὺ χαμόγελον ἔχει ἡ πιστή μου Ἑλένη·
μ᾽ ἀπὸ τ᾽ ἁγνά της βλέφαρα καὶ δάκρυ ρέει γλυκύ·
χθὲς ἄδικ᾽ ἀναστέναζε· στὸν ὦμο μου σκυμμένη,
τ᾽ ὡραῖο κεφάλι κάμποσην ὥρ᾽ ἀκουμποῦσ᾽ ἐκεῖ.
Κλαμένην τὴν ἐφίλησα καὶ σὰν τὸ νᾶμα κρήνης
στὰ σμικτὰ πῆγε χείλη μας τὸ κλάμ᾽ ἀναμεσῆς
καὶ μοὖπε ὡς τὴν ἐρώτησα «γιατί τὸ δάκρυ χύνεις;»
«φοβοῦμαι, μὴν ἀφήσῃς με· ὅρκους πατᾶτ᾽ ἐσεῖς!»

Σίμος Μενάρδος, Στέφανος, Ἀθήνα 1971, β’ έκδοση.

(περισσότερα…)

Η αιχμηρότητα της αυτοπαρατήρησης

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Χαράλαμπος Παπακωνσταντινόπουλος,
Των τραυμάτων και των παθών,
Ενύπνιον, 2021

Ο Χαράλαμπος Παπακωνσταντινόπουλος καταθέτει την πρώτη του ποιητική απόπειρα τον Οκτώβρη του 2021 υπό τον περιγραφικό και αμήχανο κάπως τίτλο Των τραυμάτων και των παθών, από τις εκδόσεις Ενύπνιον που τα τελευταία χρόνια εστιάζουν δραστήρια, μεταξύ άλλων, στην προαγωγή του έργου νέων ποιητών.

Τα ποιήματα ολιγόστιχα, σε μια μινιμαλιστική φόρμα, φιλοδοξούν να συμπυκνώσουν λιτά, ενίοτε αφοριστικά, βιωμένες εμπειρίες και στοχασμούς, όπως το παρακάτω αρχικό κείμενο της συλλογής:

Πόσες φορές δεν δώσαμε χρόνο
σε πράγματα που δεν πιστεύαμε;
Ακόμα και μετά τις πρώτες σταγόνες αίματος
επιλέξαμε τον δρόμο της αιμορραγίας.

Άλλοτε με υποδόρια ειρωνεία, καταθέτει μεταμφιεσμένα αυτοσχόλια, τα οποία κάποιες φορές δεν ξεπερνούν τον ένα στίχο:

«Ετεροχειρία»

Σήμερα το πρωί, ο ρομαντισμός
βρέθηκε κρεμασμένος.
Η ελπίδα, είπαν,
του είχε κλωτσήσει την καρέκλα.

Παρόλο που σε κάποια ποιήματα καταφεύγει σε πρωτοπρόσωπες εξομολογήσεις, αυτό που δεσπόζει είναι το απρόσωπο διαπιστωτικό ύφος που εκφέρει, με μια εκπνοή της σκέψης, λιτές αποφάνσεις:

Οι χειρότερες μάχες είναι αυτές των χαρακωμάτων.
Μήνες μαχών με τον εαυτό σου,
να προετοιμαστείς για μια μάχη
που μπορεί ποτέ να μη γίνει.

Στο δεύτερο μέρος, («Των παθών»), συναντάμε κείμενα που πειραματίζονται επιτυχημένα στην έρρυθμη ρίμα και στέκονται με κριτική διάθεση, διοχετευμένη σε λογοπαικτικά σχήματα, απέναντι στη μιντιακή δημοσιότητα και στη θολή κοινωνική πραγματικότητα που σκιάζει έτι περαιτέρω τον θολό εσωτερικό ορίζοντα.

«Διαφήμιση»

Κάντε μου τώρα, μια διαφήμιση
Απεγνωσμένη, έστω δυσφήμιση
Repost στο post, να γίνω κάποιος
Μπας και ανθίσει ο μέσα κάκτος (περισσότερα…)

«Ο όγκος» και άλλες ιστορίες

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΛΤΣΑ

~ . ~

Ο ΟΓΚΟΣ

Χθες έμαθε τα αποτελέσματα. Δεν είναι μόνος. Έμαθε πως μαζί του μένει ένας όγκος. Συγκάτοικος αξεχώριστος. Όπου αυτός μαζί και ο όγκος. Μήτε τον βλέπει μήτε τον ακούει. Όμως, του είπαν ότι είναι εκεί. Ο όγκος πάλι τον ακούει και τον βλέπει. Τι να σκέφτεται άραγε; Και πώς ενώ ζουν μαζί βλέπουν άλλους κόσμους;

Άραγε και ο όγκος ένιωθε τόσο μόνος όσο εκείνος και βγήκε από τα μέσα του, για να του κάνει παρέα; Να είναι εχθρός ή φίλος;

Το πρωί στο μετρό κανείς δεν παρατήρησε τον όγκο. Και στη δουλειά κανένας δεν τον είδε. Κι όμως κάτι θα έπρεπε να είχαν δει. Πάντα μυρίζονται οι άλλοι τον μοναχό άνθρωπο. Θα έπρεπε να έχουν δει ότι δεν είναι πια μόνος.

 

ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΞΗΣ

Στην αρχή, είσαι το αθώο νεογέννητο. Με ενθουσιασμό, με βεβαιότητες αμέριμνες. Θα λειτουργούν όλα, όπως τα λέει το εγχειρίδιο με τις οδηγίες χρήσης. Ύστερα, κάτι ψυχανεμίζεσαι: απρόσμενη δυσλειτουργία. Μα αυτό είναι ο κανόνας. Ο αληθινός τρόπος λειτουργίας είναι ο λαθεμένος.

«Θα κάνω τη διαφορά», μονολογείς με πάθος, με ασύνετη πεποίθηση. «Μπορώ».

Μετά, τα ερείσματα που υπολόγιζες αποδεικνύονται πλάνες· προσωπικές κι άλλων πριν από σένα που κατάλαβαν ότι το εγχειρίδιο των οδηγιών είναι εκούσια και μεθοδικά ακατάλληλο, παραπλανητικό.

Λίγο μετά, η παραίτηση. Το μηχάνημα ούτε αντικαθίσταται ούτε τροποποιείται ούτε καταστρέφεται. «Παρ’ το απόφαση. Αυτή είναι η μόνη ζωή για σένα.»

Στο τέλος, η συνθηκολόγηση. Δεν έχει άλλο εγχειρίδιο. Δεν έχει άλλη ζωή. Κι εγώ με τους άλλους. Το λάθος είναι το σωστό.

Τέλος της ιστορίας.

Στην αρχή, είσαι το αθώο νεογέννητο… (περισσότερα…)

Ρωσσοουκρανικά της φρίκης

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πότε ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία; Πριν από έναν χρόνο μάς δασκαλεύουν τα ΜΜΕ. Τα γεγονότα του 2014, η ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης Γιανουκόβιτς, η σφαγή της Οδησσού, η προσάρτηση της Κριμαίας, η απαρχή της σύγκρουσης στο Ντονμπάς, όλα αυτά δεν ήταν πόλεμος, ας τα πάρει η λήθη λοιπόν. Όπως και τους 14.000 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους την οχταετία πριν από την εισβολή της Ρωσσίας και του Πούτιν ή τα εκατομμύρια που εκατέρωθεν εδιώχθησαν και εκπατρίστηκαν ήδη τότε. Η μνήμη είναι γνωστή αγύρτισσα. Θυμάται όσα θέλει.

Στην ουσία ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν ο Κλίντον και οι Αμερικανοί πήραν την μοιραία, ολέθρια απόφαση να διευρύνουν το ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. Και δεν το λέω εγώ αυτό, κορυφαίοι Αμερικανοί παράγοντες το έλεγαν – από τότε… Και προειδοποιούσαν σε δραματικούς τόνους – από τότε…

Οι 50 προσωπικότητες, λ.χ., όλοι τους τρανταχτά ονόματα, πρώην υπουργοί, γερουσιαστές, πρέσβεις, στρατιωτικοί, πανεπιστημιακοί, που έστειλαν στον Κλίντον την 26η Ιουνίου 1997 εκείνη την ιστορική, πράγματι προφητική Ανοιχτή Επιστολή.
Αντιγράφω εδώ το εναρκτήριο τμήμα της με βαριά θλίψη για την πελώρια οδύνη που έπεσε πάνω στους λαούς της Ουκρανίας. Αλλά και με τη βεβαιότητα του Σίλλερ ότι η ανθρώπινη βλακεία είναι ανίκητη.

«Οι υπογράφοντες πιστεύουμε ότι η τρέχουσα απόπειρα διεύρυνσης του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο των πρόσφατων συνόδων κορυφής του Ελσίνκι και του Παρισιού, αποτελεί πολιτικό λάθος ιστορικών διαστάσεων. Πιστεύουμε ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ θα μειώσει τη συμμαχική ασφάλεια και θα διαταράξει την ευρωπαϊκή σταθερότητα για τους ακόλουθους λόγους:

– Στη Ρωσσία, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, η οποία συνεχίζει να βρίσκει αντίθετο όλο το πολιτικό φάσμα, θα ενισχύσει την αντιδημοκρατική αντιπολίτευση, θα υπονομεύσει όσους τάσσονται υπέρ των μεταρρυθμίσεων και της συνεργασίας με τη Δύση, θα ωθήσει τους Ρώσσους να αμφισβητήσουν εν γένει τη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων και θα υποδαυλίσει την αντίσταση της Δούμας στις συνθήκες START II και III.

– Στην Ευρώπη, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ θα χαράξει μια νέα διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ”εντός” και των ”εκτός” της συμμαχίας, θα ενισχύσει την αστάθεια και τελικά θα μειώσει το αίσθημα ασφάλειας των χωρών που δεν θα περιλάβει η επέκταση. (περισσότερα…)

Ένα Μουσείο — μα τι Μουσείο;

*

του ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Ένα Μουσείο — μα τι Μουσείο;

Μόνο μελαγχολία προξενεί η προεπιλογή λίγων ξένων αρχιτεκτονικών γραφείων για την επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και η έγκριση μιάς πρότασης συμβιβαστικά ανέμπνευστης, επιεικώς μετρίας, δίχως τον σπινθηρισμό της διαλάμπουσας ιδιοφυίας. Ένας διαγωνισμός τέτοιας σημασίας, όφειλε αυτονοήτως ν’ απευθύνεται σε όλους, έλληνες και ξένους — και μάλιστα να παραμείνει ανοιχτός ώσπου να φανεί μια συναρπαστική ιδέα κι όχι να στριμωχτεί στα χρονικά όρια μίας ακόμα προεκλογικής εξαγγελίας. Το έργο της επέκτασης του ΕΑΜ δεν είναι απ’ αυτά που γίνονται και ξεγίνονται, όπως ο πεζόδρομος της Πανεπιστημίου ή η ανάπλαση μιας πλατείας. Είναι καθρέφτης της αυτογνωσίας μας και θα προσδιορίσει τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα ή εκατό χρόνια την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και τη σχέση της σύγχρονης Ελλάδας με το ολόγλυφο παρελθόν της. Μια αρχιτεκτονική σύλληψη αναλόγου λαμπρότητας δεν μπορεί παρά να αντλεί τη δυναμική της από τις συμβολικές μορφές του ελληνικού χώρου και να έχει την ευελιξία αναγωγής μίας σφύζουσας εντοπιότητας σε οικουμενικά συμφραζόμενα. Μια τέτοια σύλληψη όμως δεν κυοφορείται αναγκαστικά στα βραβευμένα αρχιτεκτονικά γραφεία που νέμονται κατ’ αποκοπήν παρόμοιες αναθέσεις. Είναι πρωτίστως πνευματική εκτίναξη και μπορεί να εκπορευτεί από οποιονδήποτε αρχιτέκτονα, άσημο ή διάσημο, ντόπιο ή ξένο, έχει προσοικειωθεί τους κυματισμούς της ελληνικής γραμμής με αλματική χάρη και μορφοπλαστικό σφρίγος. Εδώ δεν μιλάμε για την ανέγερση κανενός ξενοδοχείου που φιλοδοξεί να πιστοποιηθεί σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα αλλά για την έγερση του εθνικού μας αναστήματος στην παγκόσμια αρχιτεκτονική σκηνή. Δεν είναι εντούτοις αργά να κάμουν πίσω ετούτοι ή κάποιοι επόμενοι από τους κατά συνθήκην απνευμάτιστους διαχειριστές της εξουσίας. Να σταματήσουν, έστω και υπό πίεση, τις προχειρότητες που διαιωνίζουν την πολιτική της προγραμματικής μας καχεξίας. Να περιορίσουν δηλαδή την συμπλεγματικά σαλονίστικη ματιά τους σε καμιά δουλίτσα νεοπλουτίστικης αισθητικής α-λά Ντουμπάι — και να δώσουν την ευκαιρία σ’ όποιον αξίζει να πάει μπροστά και ν’ αριστεύσει αληθινά στον αγώνα μ’ ένα έργο μεγάλης πνοής.

~.~

Last call

Για να πάρουν εκδίκηση τα πιό wild dreams των απανταχού ελληνιστών!

Έφυγε full of days (ναι, το διάβασα κι αυτό!) ο famous νεοελληνιστής Μάριο Βίττι και οι Γραικοί, που αποδεδειγμένα έχουν την ίδια love και το ίδιο passion για τη modern γλώσσα τους, ετοιμάζονται με προεξάρχουσες τις Λίτεραλ+ κοινότητες, να τον τιμήσουν αναλόγως. Οπότε ως last call στο spirit του ανδρός θα παρατεθούν φιλολογικά dinners και θα διοργανωθούν ποικίλα events, residencies, ίσως και polymorphic installations για να επιβεβαιώσουν το respect των Ελληναραίων στη μνήμη του.

~.~ (περισσότερα…)

Ἕνας ἥρωας καὶ μία ἐποχὴ (Ἀλεξὰντρ Πούσκιν: Εὐγένιος Ὀνέγιν)

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἡ γνωριμία μὲ τὰ μεγάλα ἔργα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας μᾶς κάνει πιὸ πλούσιους συναισθηματικὰ καὶ μᾶς ἀνοίγει παράθυρα πρὸς παρθένα, γιὰ μᾶς, τοπία.  Γι’ αὐτὸ χρεωστοῦμε εὐγνωμοσύνη στὸ διαλεχτὸ ἠθοποιὸ καὶ διανοούμενο, τὸν κ. Νίκο Παπακωνσταντίνου, ποὺ μετάφερε στὰ ἑλληνικὰ ἕνα ἀπὸ τ’ ἀριστουργήματα τῆς ρωσικῆς φιλολογίας τοῦ περασμένου αἰῶνα, δυσκολοπλησίαστο ὣς τὰ τώρα ἀπὸ τοὺς περισσότερους, ἐξ αἰτίας τῆς γλώσσας του: τὸν Εὐγένιο Ὀνέγιν τοῦ Πούσκιν.[1]

Τὸ ἔργο τοῦτο λογαριάζεται ἀπὸ πολλοὺς κριτικοὺς σὰν τὸ καλύτερο τοῦ μεγάλου Ρωμαντικοῦ. Εἶν’ ἕνα ἀφηγηματικὸ ποίημα ἢ πιὸ καλὰ ἕνα ἔμμετρο μυθιστόρημα ἁπλωμένο σ’ ὀχτὼ κεφάλαια καὶ χωρισμένο σὲ δεκατετράστιχες στροφές, μὲ στίχους αὐστηρὰ πειθαρχημένους στὸ μέτρο καὶ στὴν ὁμοιοκαταληξία.

Ἐπιφανειακὰ πρόκειται γιὰ κάποια ἐρωτικὴ ἱστορία, ὄχι καὶ τόσο ἀσυνήθιστη. Πίσω ὅμως ἀπὸ τούτη τὴν ἐπιφάνεια ζωντανεύει μιὰ ὁλόκληρη ἐποχὴ καὶ μιὰ κοινωνία: οἱ πρῶτες δεκαετίες τοῦ 19ου αἰῶνα κι ὁ κόσμος τῆς ρωσικῆς ἀριστοκρατίας.

Ἡ κεντρικὴ μορφὴ τοῦ ποιήματος, ποὺ δίνει τ’ ὄνομά της στὸν τίτλο τοῦ ἔργου, εἶν’ ἕνας τυπικὸς ρωμαντικὸς ἥρωας μὲ βυρωνικὴν ἀπόχρωση. Νέος, γοητευτικός, μορφωμένος, ἔξυπνος, ἄστατος κι ἠθικὰ ἀδίσταχτος. Δὲν ἀσχολεῖται μὲ τίποτα. Ξοδεύει τὴ ζωή  του στὰ σαλόνια καὶ στὰ θέατρα τῆς Πετρούπολης, ὅπου διαπρέπει μὲ τὰ χαρίσματά του ‒καὶ μὲ τὰ ἐλαττώματά του. Ἔχει γνωρίσει ὅλες τὶς ἠδονὲς κι ἔχει χορτάσει τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς φιλαρέσκειας καὶ τῆς ὑποκρισίας, τῆς χαριτόλογης κενότητας καὶ τοῦ ραφιναρισμένου πάθους. Σ’ ἡλικία ποὺ οἱ ἄλλοι ἀρχίζουνε τὴ ζωή τους, ὁ Ὀνέγιν ἔχει γίνει κιόλας ἕνας κουρασμένος, ἀηδιασμένος καὶ σκληρὸς κυνικός. (περισσότερα…)

Οὐίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Ὅταν τελειώσει ὁ πόλεμος

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Ὅταν τελειώσει ὁ πόλεμος
Φυσικά θά εἴμαστε περήφανοι ὁ ἀέρας θά εἶναι
Καλός νά τόν ἀναπνέεις ἐπιτέλους
Τό νερό θά ἔχει βελτιωθεῖ ὁ σολωμός
Καί ἡ σιωπή τοῦ παραδείσου θά μεταναστεύουν πιό τέλεια
Οἱ νεκροί θά σκέφτονται πώς οἱ ζωντανοί τό ἀξίζουν ἐμεῖς θά ξέρουμε
Ποιοί εἴμαστε
Καί θά καταταγοῦμε πάλι

~.~

Ὁ W. S. Merwing, γιός πρεσβυτεριανοῦ πάστορα, ἄρχισε νά γράφει σέ ἡλικία μόλις πέντε ἐτῶν, εἰκονογραφώντας ἐπίσης τούς ὕμνους πού ἄκουγε ἀπό τόν πατέρα του. Ἡ ἐξοικείωση ἀπό τόσο νωρίς μέ τούς ὕμνους, τόν ὁδήγησε σέ συγκεκριμένη ἀντίληψη γιά τήν φόρμα καί γιά τήν σημασία κάθε λέξης ξεχωριστά, δηλαδή τό εἰδικό βάρος της. Πολυγραφότατος (πάνω ἀπό πενήντα βιβλία ποίησης, πεζοῦ λόγου, μεταφράσεων) καί δυό φορές poet laureate (1999-2000, 2010-2011), χαρακτηρίστηκε στήν Ἀμερική ὡς «Thoreau τῆς ἐποχῆς μας» γιά τήν ἰσχυρή οἰκολογική του συνείδηση, τήν ἀντίθεσή του στήν πολεμική βαρβαρότητα, τήν ἀφοσίωσή του στήν γλώσσα, τό ὑψηλό ἐπίπεδο τῆς πνευματικότητάς του. Πολύ ἀργότερα, τήν ἐποχή τῆς μεγάλης πείρας καί ὡριμότητάς του, ὅταν συνέθετε τήν ποιητική συλλογή Garden Time, εἶχε ἤδη ἀρχίσει ὁ καιρός τῆς δοκιμασίας του: ἔχανε τό φῶς του. Ὅταν ἔφτασε στό σημεῖο νά μήν βλέπει, γιά νά συνεχίζει τό ἔργο του, ὑπαγόρευε στήν σύζυγό του Πώλα τά νέα του ποιήματα. Φαίνεται πώς ἡ δοκιμασία τόν ἔφερνε πλησιέστερα σέ ἄγνωστες περιοχές τῆς ὕπαρξής του, τόν ἔκανε νά τίς ἀφουγκράζεται καί νά μιλάει πιό ἄμεσα στόν ἀναγνώστη του.

Ἀποδεσμευμένος πιά ἀπό τήν προβολή πού δεχόταν γιά τό ἔργο του καί τούς πολύχρονους ἐπαίνους γιά τό πόσο ἐπηρέαζε ἄλλους ποιητές, περιβαλλόμενος τώρα ὁ Merwing ἀπό θαμπές σκιές ἔστρεφε ἐπίμονα τήν προσοχή του στούς ἤχους – ἐμψυχωμένους ἤχους. Ἀνακάλυπτε πῶς νά βρίσκεται στό πλάϊ τοῦ ἀναγνώστη μέ μιά, κερδισμένη μέ ὀδύνη, διασθητική ἀμεσότητα. Τόνιζε μέ κάθε τρόπο τήν ἐλπίδα πού χρειαζόμαστε: Ἐλπίδα σ’ αὐτό πού θέλει νά μᾶς βρεῖ. «Ἐλπίδα στό φῶς τῆς μέρας πού ἔρχεται».

Σέ ὅλο του τό ἔργο, διάλεγε συνειδητά τήν ἀπουσία στίξης, ἔτσι καί στό Garden Time. Τόν τίτλο αὐτόν θά μπορούσαμε νά τόν μεταφράσουμε ὡς Καιρό τοῦ Κήπου, γιατί αὐτό πού ἐπιδιώκει νά διαφανεῖ, στό ἀνεμπόδιστο κύλισμα τοῦ κάθε ποιήματος, δέν εἶναι ὁ χρόνος. Εἶναι ὁ Καιρός· μέ τήν δική μας, ἑλληνική σημασία τοῦ ὅρου: εὐ-καιρία μέ ἄλλα λόγια. Ἀποκτᾶ καί ἄλλες προεκτάσεις, ἄν σκεφθεῖ κανείς πώς ἡ συλλογή ἐκδόθηκε τό 2016, ἡ ἀγαπημένη του Πώλα ἀπεβίωσε τό 2017, καί ὁ ἴδιος ἐξέπνευσε εἰρηνικά στόν ὕπνο του, τό 2019. Ἑπομένως τό τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ποιητῆ, μέσα στήν δοκιμασία τῆς τύφλωσης,ὑπῆρξε πράγματι ἕνας Καιρός ἐκ νέου καλλιέργειας καί φροντίδας τοῦ Κήπου πού τοῦ δόθηκε: εὐκαιρία φιλοσοφικοῦ ἀναστοχασμοῦ, παρατηρήσεων μέ τά ἔσω μάτια, σπορᾶς ἐρωτημάτων ὅπως τά ἀκόλουθα μέ νηφάλιο καί γλυκύ τρόπο:

Eἶμαι ἐγώ πού ἔφτασα σ’ αὐτήν τήν ἡλικία
ἤ εἶναι ἡ ἡλικία πού ἦρθε σέ μένα
ποιό ἀπ’ τά δυό ἔφερε μαζί του ὅλες τοῦτες
τίς σιωπηλές εἰκόνες πάνω στόν σκιερό τους ποταμό

Ν.Κ.

*

Κώστας Μελάς, Θέση μάχης / Προσπαθώ να μην σκέφτομαι

*

Θέση μάχης

Καθώς διαβαίνουν τα χρόνια θα ’πρεπε
να πλησιάζουμε στους στόχους μας.
Τα περιττά και τα άχρηστα βαραίνουν υπερβολικά·
πολλά –όχι όλα– μπορούμε να τα αποχωριστούμε
χωρίς μεγάλη προσπάθεια, κοιτάζοντας έξω από
το ανοικτό παράθυρο, στον κήπο μετά την πρωινή βροχή
καθώς τα πουλιά βρήκαν ευκαιρία να ξεδιψάσουν.
Η δικιά μας δίψα πορεύεται όλο και πιο μειούμενη.
Κάπου είχα γράψει, στο περιθώριο ενός βιβλίου
κατά πάσα πιθανότητα, πως όταν χάνεις μια διάσταση
έχεις παραιτηθεί από κάθε αξίωση απ’ την πραγματικότητα.
Διάσταση όχι βάρος. Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά
Πολλά πράγματα βέβαια προσεγγίζονται με λάθος τρόπο
Θέλω να πω ότι το λάθος συνίσταται στο να αποφασίζεις
αυτό που θέλεις να κάνεις πρώτα και μετά να επινοείς
λόγους δικαιολόγησης. Βέβαια ό,τι και να κάνεις θα το μετανιώσεις.
Θα περιμένω λοιπόν μέχρι να ξυπνήσεις μέσα στη νύχτα
και να σβήσεις το φως. Είναι η ώρα που έξω χαράζει.
Ακριβώς λίγο πριν το τέλος του μονοπατιού της δικαίωσης.

ΠΨ, Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

(περισσότερα…)

Αργύρης Χιόνης, Οι εμβάδες

*
Στον Κωστή Παπαγιώργη

Οι εμβάδες ουδεμία σχέση έχουν με τις αμοιβάδες. Ζώα είναι κι αυτές, αλλά πολύ πιο εξελιγμένα. Είναι ένα είδος οικόσιτων υποζυγίων και, ως προς αυτό, διαφέρουν επίσης από τα υποδήματα που είναι υποζύγια ανοικτού εδάφους. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι εμβάδες κινούνται στο περιορισμένο εμβαδόν ενός σπιτιού, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι διανύουν μικρότερες αποστάσεις από τα υπο­δήματα, ιδίως όταν πρόκειται για εμβάδες που μεταφέρουν εξαιρετικά δραστήριες οικοκυρές, οπλι­σμένες με σφουγγαρόπανα, σκούπες και ξεσκονίστρες, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από μπάνιο σε κουζίνα κι από κουζίνα σε βεράντα και σε σκάλα και σε πεζοδρόμιο και πάλι πίσω, από δωμάτιο σε δωμάτιο… Χιλιόμετρα ολόκληρα διανύουν, κάθε μέρα, αυτά τα υπομονετικά υποζύγια, περιφε­ρόμενα μέσα στα περιορισμένα τετραγωνικά μιας κατοικίας.

Παρά την καθημερινή, σκληρή ταλαιπωρία τους, αυτά τα αγαθά ζωντανά ουδέποτε διεμαρτυρήθη­σαν ή εξέφρασαν το παραμικρό παράπονο. Αντίθετα, τα υποδήματα, όντα εκδικητικά από τη φύση τους, πρήζουν ή γεμίζουν με φλύκταινες και κάλους τα πόδια των αφεντικών τους.

Ένα άλλο αξιέπαινο χαρακτηριστικό των εμβάδων είναι η ολιγάρκειά τους. Εν αντιθέσει προς τα δήθεν κοινωνικά, αλλά στην ουσία, φαντασμένα υποδήματα, δεν χρειάζονται ούτε ξεσκονίσματα ούτε γυαλίσματα. Το μόνο που ελπίζουν (όχι απαιτούν) είναι τα πόδια που χώνονται μέσα τους να έχουν, προηγουμένως, πλυθεί, να έχουν αποκαθαρθεί από τη χυδαία υποδηματίλα ή ποδαρίλα, όπως συνήθως ονομάζεται.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι εμβάδες έχουν γίνει σύμβολο της τεμπελιάς, της απραξίας, της απόσυρσης από τη δράση. Οι επιβήτορές τους, όταν πρόκειται για άντρες και όχι για δραστήριες οι­κοκυρές, θεωρούνται κάτι σαν παραιτημένοι απ’ τη ζωή ή, απλώς, τεμπέληδες. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ψευδές από αυτό. Ως απόδειξη περί του αντιθέτου, αρκεί να αναφέρω την περίπτωση των κυρίων Μπαλζάκ και Προυστ που, επιβαίνοντες των παντουφλών τους, διήνυσαν τεράστιες αποστάσεις μέσα στην αχανή στέπα της ανθρώπινης ψυχής. Χωρίς να έχω δει τις σχετικές πληροφορίες, φαντάζομαι ότι το ίδιο έπραξε και ο κύριος Ντοστογιέβσκη.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Όντα και μη όντα, 2006

*

*