Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (γ΄)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή  (γ΄)

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

ΚΘ΄
Ἐναντίον τῶν γυναικῶν ποὺ καλλωπίζονται

Μὲ ψεύτικες πλεξοῦδες τὰ κεφάλια μὴν πυργώνετε, γυναῖκες,
τσακίζοντας τοὺς μαλακοὺς τραχήλους πάνω στοὺς σκοπέλους.
Καὶ μὴν ἀλείβετε τὶς θεϊκὲς μορφὲς μ᾽ ἄσχημα χρώματα,
ἔτσι ποὺ νὰ μὴν ἔχετε πιὰ πρόσωπο μὰ προσωπεῖο.
Οὔτε κεφάλι ξέσκεπο στὸν ἄντρα εἶναι σωστὸ ἡ γυναίκα
νὰ δείχνει οὔτε πλεξοῦδες μὲ χρυσόνημα δεμένες
ἢ καὶ μαλλιὰ στοὺς ὤμους της χυμένα δῶθε κεῖθε,
― μαλλιὰ μαινάδας ποὺ σκιρτοῦν σὲ αὔρα ἁπαλά·
οὔτε καὶ στὴν κορφὴ λοφίο νὰ φτιάχνει περικεφαλαίας,
βίγλα ποὺ ἀστράφτει γιὰ τοὺς ἄντρες ἀπὸ πέρα·
οὔτε μαλλιὰ ποὺ σὰν λινάρι ἁπαλὸ γιαλίζουν
κρυφὰ καὶ φανερά, στὸ μέτωπο στρωμένα,
φλόγες ξανθὲς πετοῦν ὅσα τὴν μπόλια ξέφυγαν,
ὥστε χεριοῦ ποὺ κόπιασε νὰ φαίνονται ἔργα,
ὅταν τὸν ποὺ δὲ βλέπει δάσκαλο, ἄπνοη εἰκόνα
στήνοντας μορφῆς, τὴν ὀμορφιὰ ἀπὸ κεῖ ἀντιγράφεις.

Ἡ φύση ἂν σοῦ ᾽δωσε ὀμορφιὰ μ᾽ ἀλοιφὲς μὴν τὴν κρύβεις
ἀλλὰ γιὰ τοὺς δικούς σας ἄνδρες μόνο καθαρὴ
κρατῆστε την, καὶ πόθου βλέμματα μὴ ρίχνετε σὲ ξένο
γιατί τ᾽ ἀνόσια μάτια ἀκολουθεῖ ἡ ψυχή.
Μ᾽ ἂν ὄμορφη δὲν ἔχεις γεννηθεῖ, τὴν ἄλλη ν᾽ ἀποφεύγεις
ντροπή, τὴν ὀμορφιὰ νὰ πλάθεις μὲ τὰ χέρια σου.
Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ δίνει ἡ γῆ, κι ἀγοράζουν οἱ κοινὲς
γυναῖκες, ποὺ γιὰ λίγες δεκάρες μοναχὰ πουλιοῦνται.
Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ ὅταν πλυθεῖ χάμω κυλᾶ κι οὔτε στὸ γέλιο
δὲ μένει, ὅταν τὰ μάγουλα χαλαρώνει ἡ χαρὰ
καὶ τῶν δακρύων τ᾽ αὐλάκια τ᾽ ἀσχημίζουν κι ἀπ᾽ τοῦ φόβου
τὸν ἱδρῶτα καὶ μὲ σταγόνες λίγες λιώνει.
Καὶ αὐτὰ ποὺ ἔλαμπαν πρῶτα μάγουλα χαριτωμένα
ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, αἰφνίδια μὲ διπλὸ φάνηκαν χρῶμα
σκοῦρα, χιονάτα. Ὦ μελαχροινή, ροδομάγουλη,
πῶς μπορεῖς νά ᾽χεις ὁμορφιὰ ποὺ προδίνεται;
Γι᾽ ἀκίνητα εἶν᾽ αὐτὰ ἀγάλματα· γιὰ σένα αὐτὴ ἡ μορφὴ
ἀταίριαστη ποὺ μὲ διάφορα πάθη ἀλλάζει.

Τὸ ἕνα τό ᾽φτιαξε ὁ Θεός, τὸ χέρι τὸ ἄλλο· αὐτὸ παλιὸ
καὶ κεῖνο νέο. Λιβάδι ποὺ διπλὰ λουλούδια βγάζει
ὄμορφα τώρα κι ἄλλοτε ἄσχημα, εἴτε κάποιο φόρεμα
δίχρωμο καὶ μὲ ἀπανωτὲς γραμμένο ζῶνες.
Γι᾽ αὐτὸ ἢ τὴν πλαστὴ ὄψη ἀπόφευγε ἢ νὰ προσέχεις
τῆς ὄψης βλαβερὸ βοήθημα μὴν ἔχεις.
Τῆς Πηνελόπης εἶναι τὸ πανί· χαλοῦσε ἡ νύχτα ὅ,τι ἡ μέρα ὕφαινε.
Ἑκάβη μέσα σου κρατεῖς κι Ἑλένη ἀπέξω.
Τὸν ἄντρα ἂν ἔχεις τρόπο νὰ γελάσεις, εἶναι ἄπρεπο,
τὴ θεία εἰδὴ μὲ τὴ θνητὴ νὰ τὴ σκεπάσεις·
μὴν ὀργιστεῖ ὁ Θεὸς καὶ τέτοια λόγια σοῦ ἀπευθύνει:
«Ποιοὶ σ᾽ ἔχουν πλάσει κι ἀπὸ ποῦ; Φεύγα, εἶσαι ξένη.
Ἀδιάντροπη, δὲ σ᾽ ἔβαψα μὰ σ᾽ ἔχω πλάσει εἰκόνα μου.
Πῶς εἴδωλο ἀντικρίζω ὄχι ὄψη ἀγαπητή;».
Μὰ στὸ κακὸ ἂς χαρίσομε καὶ κάτι· ἂν ὅμως φανερὸς
εἶσαι πίνακας ζωγράφων ποὺ ἔχει μορφὴ πάνω ἀπὸ ἄλλη,
ξέρε ποὺ ὑψώνεις γιὰ τοὺς θνητοὺς περίβλεπτη στήλη ντροπῆς,
τὴ μορφὴ ποὺ ζωγραφίζεις ἔμψυχη μὲ δύναμη τοῦ νοῦ.

Τοῦ Ἄδωνη κῆπος εἶναι ἡ χάρη σου ποὺ δὲ δίνει καρπούς,
χρῶμα τοῦ χταποδιοῦ, πάνω στὴν ἄμμο γράμματα.
Καὶ πῶς ἐσὺ ποὺ ἔχεις τὴν ὄψη καλοιακούδας (ἂν καλοιακούδα
ἀλαφροπέταχτη σὲ ξένα λούλουδα ὁ μύθος τὴν πηγαίνει
ξάφνου γυμνὴ τὴ δείχνει καταγέλαστη) πῶς δὲ σὲ νοιάζει
γιὰ τὴν ντροπὴ τὴν πιὸ μεγάλη, ἡ ὀμορφιά σου ὅταν χαθεῖ;
Ἐλπίζεις θά ᾽χεις λάμψη ἀναπόκρουστη; Σὲ λίγο
θὰ δεῖς πόση εἶναι ἡ λύπη γιὰ τὴν ξένη ὀμορφιά.
Κάτι ἄριστο ἔχει τὸ πλαστὸ μαθαίνω· ἂν τὰ γηρατειὰ κάποτε
τὴν ὄψη χαρακώσουν, τὴν ἀνθισμένη πρῶτα.
Ὅταν δὲν πλαστογραφοῦνται τὰ μέλη, σὰν ἀποκαΐδι
τότε θ᾽ ἀπομείνει τῆς σάρκας λείψανο ἀπὸ χῶμα.
Κι ἀργὰ ἔπειτα θὰ κλαῖς τὸ γέλασμα τῆς ὄψης, ὅταν
ὅ,τι ἀπομείνει τὸ καταντήσει πίθηκο μὲ ἀμέτρητες ρυτίδες.
Αὐτὴ εἶναι ἡ χάρη ποὺ λέει ψέματα. Ἀλλά, ἄριστη,
στῆσε τὸ ὁμοίωμα τῆς μορφῆς τώρα, ὅπως πρῶτα.
Ὅπως ἦταν ἐγὼ βέβαια δὲν πιστεύω· ἀλλὰ πολὺ πρὶν
θὰ εὐχηθεῖς κανένας ἀπ᾽ τοὺς ἄντρες νὰ μὴ σὲ δεῖ
ὅσοι πρῶτα σὲ δόξαζαν κι εἶχαν τὰ μάτια τους σὲ σένα,
καθὼς ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ βάδισμα πετοῦσες μεγαλόπρεπο.
Κι ἰδοὺ τὸ κωμικό, νὰ θέλεις νὰ ξεχαστεῖς ἀπὸ τοὺς ἄντρες
ἐσὺ ποὺ τράβηξες τοὺς ἄντρες λάτρες τῆς μορφῆς σου.
[…]

Ἂν ἔχεις τοῦ ἀντρός σου τὸν πόθο, ὅπως κι ἐκεῖνος τὸν δικό σου,
ἀπὸ τότε ποὺ ἐρωτευμένος σ᾽ ὁδήγησε στὸ θάλαμο,
κόρη ἀνθισμένη, ἔχεις χάρη· ἂν ὅμως ἐσὺ ἀπὸ ἄλλων
τὸ κοίταγμα εὐχαριστιέσαι, αὐτὸ ὁ ἄντρας σου τὸ μισεῖ.
Καλύτερα νὰ κρύβεις τίς σαϊτιὲς τῶν ματιῶν σου στὸ σπίτι σου,
παρὰ ἀνεπίτρεπτα λέγοντας ψέματα νὰ τὶς φανερώνεις.
Τῆς μιᾶς τῆς φτάνει ὁ ἄντρας της μὰ σὲ πολλοὺς μπροστὰ
λυγιέται ἡ ἄλλη, ὅπως λινάρι σὲ πουλιῶνε σμάρια.
Ἐσὺ μ᾽ αὐτὸν κι αὐτὸς μ᾽ ἐσένα παίζετε κι ἀλλάζετε ματιὲς
κι ἔπειτα γέλια ἀνάμεσά σας καὶ γλυκοκουβέντες
πρῶτα κρυφὰ κι ἔπειτα δὲ σᾶς νοιάζει πιὰ καθόλου.
Τὰ παραπέρα μὴ μοῦ λές, ὦ φλύαρη γλῶσσα!
Μ᾽ ἀλήθεια θὰ σοῦ πῶ: χωρὶς κεντρὶ δὲν εἶναι οὔτ ἕνα
ἀπ᾽ ὅσα κάνουνε στοὺς νιοὺς οἱ κοπελιὲς παιγνίδια.
Ὅλα, τὸ ἕνα τ᾽ ἄλλο ἀκολουθοῦν, ὅπως τὰ σίδερα,
ποὺ τὰ τραβάει μαγνήτης τὸ ἕνα πιασμένο ἀπ᾽ τ᾽ ἄλλο.
[…]

Σύντομη χάρη ἡ ὀμορφιά· τὴ φέρνει ἡ ἄνοιξη
κι ὁ κρύος χειμώνας ξάφνου τὴν ἀφάνισε,
πρόωρα ἡ ἀρρώστια τὴν τσακίζει, ἢ ὁ τρομερὸς καιρὸς
τὴν ἀφανίζει, στῶν ἐτῶν τὸ γύρισμα ποὺ σακατεύουν.
Καὶ νά, καὶ τὸ πιὸ κωμικό· ξέρει ἡ γυναίκα
ὄψη ἄσχημη πὼς ἔχει μὰ καὶ τὴ Δανάη καταφρονεῖ
καμαρώνοντας γιὰ τὴν ἀσχήμια της. Καὶ τὸ χειρότερο, ( τὸ λένε
ὅσοι γνωρίζουν, ὄχι ἐγώ, τὴ μηχανορραφία αὐτὴ)
κοινὴ ἔχουν τὴν ἀρρώστια τους κι ἡ μιὰ τὴν ἄλλη θέλουν
νὰ κρύψουν. Τί χειρότερο ἀπὸ τὴν ἀρρώστια αὐτή;
Ξέρει ὁ τεχνίτης τοῦ τεχνίτη τὸ ἔργο κι ὁ μουσικὸς γνωρίζει
αὐτὸν ποὺ ξέρει μουσικὴ κι ὁ κλέφτης ξέρει δὰ τὸν κλέφτη.
Μ᾽ αὐτὲς δὲ θέλουν ὅσα γι᾽ ἄλλες σκέφτονται νὰ λέγονται γι᾽ αὐτές.
Κι εἶναι ἡ ἀλήθεια, μάτια τυφλὰ ἡ κακία πὼς ἔχει·
ἔτσι τιμοῦνε κι οἱ ἄντρες ὅσα κοροϊδεύουν πρόσωπα
χαίροντας μὲ τὰ χρώματα πινάκων ζωντανῶν.
Δὲ νομίζω τόσο μὲ τοὺς πίνακες ὅσο γιὰ τῶν ἀνδρῶν
τὴν ψυχή, ποὺ ἔχει τὰ χρώματα γιὰ μαρτυρία της.
Ἄκουσα πὼς τὴν κούφια, ἀπρόσωπη, ὑστερόφωνη
Ἠχὼ ποθώντας, κάποιος, στοὺς σκοπέλους πλανιόταν.
Καὶ κάποιος τὴ μορφή του ἀγάπησε τὴν ἴδια καὶ στὴ λίμνη
πήδησε, στὸ εἴδωλο ἐπάνω τῆς χαμένης ὀμορφιᾶς.

Ἄλλη στοῦ ποταμοῦ τὰ ὡραῖα νάματα ἐρωτευμένη
ἔτρεχε σὰν τρελὴ καὶ μήτε ποὺ ἄφηνε τὶς ὄχθες τὶς ἀγαπητές·
ρουφοῦσε τὸ νερό, τό ᾽πιανε μὲ τὰ χέρια, ἅρπαζε τὸν ἀφρό·
μὰ οὔτε στὸ νερὸ δὲν ἔσβηνε ὁ φλογισμένος πόθος της.
Τόσο τυφλὸς εἶναι ὁ ἔρωτας καὶ δυσάρεστος. Θαῦμα δὲν εἶναι
ἂν κάποιο νέο καὶ σὺ τὸν βγάλεις ἀπ᾽ τὰ λογικά του,
ὄμορφη καθὼς εἶσαι, μ᾽ ὡραῖα φορέματα, ἁβρή, καμαρωμένη
κι ὄχι ἕναν μόνο, παρὰ τόσους γιὰ ὅσους βάφεις τὴν ὄψη σου.
Πιστεύω κάποτε πὼς ἔξυπνος ἄντρας γέλασε τὸν ταῦρο μὲ τὴν τέχνη του
δαμάλα ξύλινη μὲ ὡραῖα χρώματα ζωγραφίζοντας
(παράξενος ἔρωτας! Ὄντα ζωντανὰ σ᾽ ἄψυχα πέφτουν πράγματα)
ὅπως καὶ σὺ ὅταν σὲ πιάνει τέτοιο ἀνόσιο πάθος πρὸς τοὺς νέους.
Τὰ θηρία ὑπόταξε ὁ Ὀρφέας καὶ σὺ τοὺς ἄντρες, πού ᾽χουν
ὅμοια μὲ τῶν θηρίων ψυχὴ καὶ τρέλα στὴ ζωὴ γιὰ τὶς γυναῖκες.
Ἂν δὲν χαρίζεσαι στὴ σάρκα ἀλλ᾽ ἀντὶ γι᾽ αὐτὸ
μονάχα στὰ μάτια, μάθε ἡ ἀγάπη πάθος εἶναι ἀέρινο.
Μὰ εἶναι ἀκατανίκητη· σωστά, καὶ τοῦτο ἄσχημο
εἶναι γιὰ μένα κούφια κακία νὰ ὑποπτεύεσαι.
[…]

~•~

ΛΒ΄
Γνωμικὰ δίστιχα

Τῆς καλῆς ἀρχῆς εἶναι καὶ τὸ τέλος κάλλιστο,
ἐπιβεβαιώνει ὀρθὰ ἡ πορεία τῶν πραγμάτων.
Ἀρχὴ ποὺ γεννᾶ γιὰ τοὺς θνητοὺς καλὸ τέλος
τοῦ βίου εἶναι ἡ κάθαρση ποὺ γίνεται θεάρεστα.
Ἀφοῦ φτερώθηκες μὲ τοὺς λόγους μὴν πετᾶς πέρ’ ἀπ’ τὰ φτερά σου
καὶ δίχως φτερὰ μήτε τὸ φτερωτὸ δὲν πετᾶ.
[…]

Τὸ γέλιο νὰ τὸ συγκρατεῖς· κι ὁ θυμὸς νὰ σταματᾶ ἀμέσως
ὁ λόγος ἂς ἐμποδίζεται, ὅσο νὰ εἶναι ὁλότελα ἄνεργος.
[…]

Ὅσα δὲ θέλεις νὰ πάθεις ὁ ἴδιος ἀπὸ ἄλλους
μὴ θέλεις κι ἐσὺ νὰ κάνεις τὰ ὅμοια σὲ ἄλλον.
Δὲν εἶναι φοβερὸ ἡ ὀργὴ σ’ ὅσους ἔπραξαν δεινά,
γιατὶ ἡ δικαιοσύνη ἀποδίδεται μὲ τὰ ὅμοια.
Τὰ σοφὰ χείλη σταλάζουν λόγους γλυκύτατους,
ἐνῶ τὸ πικρὸ λαρύγγι δημιουργεῖ πολέμους.
Ποτάμια ἀπὸ εὐχαρίστηση ἀναβλύζει ἡ γλυκιὰ γλώσσα,
ἄσχημα λόγια βγαίνουν ἀπὸ ἄκριτο στόμα.
Οἱ φίλοι ἀγαποῦν κι ὅσα οἱ φίλοι τους ἀγαποῦν·
προσβάλλουν τοὺς φίλους ὅσοι εἶναι ἐχθροί τους.
Οἱ πόρτες τῶν πλουσίων δὲν ἀναγνωρίζουν φίλους φτωχούς·
τὰ ἐπίσημα σπίτια πάντα οἱ πλούσιοι τ᾽ ἀγαποῦν.
[…]

Εὐκολότερα πλουτίζουν οἱ κουτοὶ στὰ ὄνειρά τους,
παρὰ ὅσοι ἔχουν ὠκεανοὺς ἀπὸ χρήματα.
Καλύτερα χωρὶς παιδιὰ παρὰ μὲ τέκνα ἀνόητα·
ὁ ἕνας μόνο ποὺ δὲν ἔχει παιδιά· οἱ ἄλλοι, πολλοὶ εἶναι κακοί.
Γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅταν πεθάνει, ὁ τάφος του γίνεται σὲ κάθε γῆ
ὅ,τι βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆ, εἶναι γῆ καὶ στὴ γῆ ἐπιστρέφει.
Ἂν θέλει ὁ βοσκὸς ἀρμέγει καὶ τοὺς τράγους·
ἀντὶ γάλα ὅμως θ᾽ ἀνοίξει πηγὲς ἀπὸ αἷμα.
Ἡ γουρούνα ἐπιστατώντας στὸ φαγητὸ
ξέρει νὰ μὴν ταράζει τοὺς κανόνες τοῦ τραπεζιοῦ.
[…]

Ὁ σοφὸς πηδαλιοῦχος θ᾽ ἀποφύγει τὴν τρικυμία
κι ὅλα τὰ δεινὰ ὅποιος ἔχει σοφὸ νοῦ.
[…]

Τὸ μεγάλο ἀμόνι δὲν ὑπολογίζει τὰ χτυπήματα·
κι ὁ φρόνιμος νοῦς ὅποια ἀνάγκη κι ἂν τὸν σέρνει.
Οἱ λαγοὶ τρομάζουν κι ἀπὸ τὸ θρόϊσμα τῶν φύλλων·
καὶ οἱ δειλοὶ ἄντρες ἀπὸ τοὺς ἴσκιους τῶν πραγμάτων.
Μισῶ τὸ φτωχὸ ποὺ κάνει δῶρα στὸν πλούσιο,
ὅπως αὐτὸν ποὺ προσφέρει λόγους ξεχνώντας νὰ δώσει τροφή.
Ὁ πονηρὸς ρήτορας καταστρέφει τοὺς νόμους·
ἐνῶ ὁ εἰλικρινὴς εἶναι μιὰ καλοτονισμένη ἁρμονία.
[…]

Εἶναι φυσικὸ οἱ φτωχοὶ νὰ μὴν ἔχουν μεγάλη ἰδέα·
ἐνῶ οἱ πλούσιοι νὰ μὴν ἔχουν ἰδέα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ζωῆς.
Νὰ παιδεύεις τοὺς ἀνόητους ὅσο ἐπιτρέπει ἡ φύση τους·
κάποτε παρ᾽ ἐλπίδα μπορεῖ νὰ βάλουν γνώση.
Τὸ σίδερο χτυπώντας ἀνάβει τὶς πέτρες
καὶ τὸ σκληρὸ μαστίγιο παιδαγωγεῖ τὴν ψυχή.
[…]

Μὴν ἀγαπᾶς τὸν πλοῦτο, ποὺ ὁ χρόνος σκορπᾶ·
ὅ,τι ὁ χρόνος χτίζει ὁ χρόνος καὶ τὸ γκρεμίζει.
[…]

Ἡ ἡδονὴ εἶναι κατηφορικὴ γιὰ ὅσους τὴ δοκιμάζουν·
καὶ μόλις πλησιάσει, κυλᾶ ὅπως ἡ πέτρα.
Κανένας πλοῦτος ἀνώτερος ἀπὸ τὴν ὑγεία γιὰ ὅσους πονοῦν
κι εἶναι σοφὴ τῶν θνητῶν ἡ φύση ποὺ τὴν ἐπιθυμεῖ.
Παφλασμὸς τῆς θάλασσας οἱ λόγοι τοῦ ἀνόητου·
μὲ τὸ βουητό τους γεμίζουν τίς ἀκτές, δὲν τρέφουν τὸ χόρτο.
Τὰ δῶρα κάνουν καὶ τοὺς σοφοὺς ν᾽ ἀλλοιθωρίζουν·
τοὺς θνητοὺς τοὺς πιάνει τὸ χρυσάφι, ὅπως τὰ πουλιά τὰ ξόβεργα.
Οἱ λύπες γεννοῦν τὰ γηρατειὰ καὶ πρὶν νά ᾽ρθει ἡ ὥρα τους·
ὅ,τι γκρεμίζει ὁ τρόπος δὲν τὸ στήνει ὁ χρόνος.

Ὁ πλοῦτος εἶναι ταχύτατος ὑπηρέτης τῶν κακῶν·
ἔχει δύναμη πρόθυμη γιὰ κακουργία.
Κανένα ἀπόχτημα δὲν εἶναι ὠφελιμότερο ἀπὸ τὸ φίλο·
Ποτὲ μὴν κάνεις φίλο ἄνθρωπο δόλιο.
Νὰ τιμᾶτε τὴν τάξη καὶ νὰ προηγεῖται ἀπὸ τὴ δύναμη·
γιατὶ αὐτὴ εἶναι δύναμη καὶ τῆς δύναμης πάντοτε φύλακας.
Νοῦς μὲ φροντίδα, εἶναι σὰν τὰ ὀστὰ ποὺ τὰ τρώει σκουλήκι·
ἀνθεῖ τὸ σῶμα ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς φροντίδες.
Κανένας κόρος δὲν εἶναι φρόνιμος ἀπ᾽ τὴ φύση του·
γιατὶ ἡ φωτιὰ ἀπὸ συνήθεια στὰ φύλλα τρέχει.
Τὸ κρασὶ ξυπνάει τὸ πάθος ποὺ εἶχε κοιμηθεῖ·
τὰ ξύλα ποὺ ρίχνομε δυναμώνουν τὶς φλόγες.
[…]

Εἶναι φριχτὸ στοὺς πόνους ποὺ σὲ βασανίζουν νὰ προσθέτεις κι ἄλλους.
Ὡστόσο ὁ πόνος σταματᾶ συχνὰ τὸν πόνο.
[…]

Γεννᾶς, ἔχιδνα· τοὺς πόνους μὴ φοβᾶσαι·
ἔχεις πείρα ἀπὸ τὴ γέννα τῆς μάνας σου.
Κανένας δὲν βραβεύεται ἂν ἡ δειλία του εἶναι φανερή·
οἱ νίκες μαζεύουν τοὺς ἐπαίνους.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ κοιμᾶται βρίσκει ὄνειρα·
ὁ ὕπνος ἀσχολεῖται μὲ φαντασίες ὄχι μὲ τὴν πραγματικότητα.
Ἡ βία, ξέρομε, πείθει ὅσους δὲ θέλουν·
πολλὲς φορὲς ὑποτάζει καί τὸ γίγαντα.
Ἄν γελαστεῖ ὁ δῆμος, κυβερνᾶ ὁ πρῶτος ἀπατεώνας·
ὁ δῆμος βρίσκεται σὲ σύγχυση ὅλων τῶν καλῶν.
Ἕνα ἔργο ποὺ γίνεται πάρεργα δὲν τὸ θεωρῶ ἔργο·
τὸ πάρεργο εἶναι ἄξιο νὰ τὸ καταφρονεῖς.
Σχετικὰ μὲ τὰ νεκρὰ μέλη ὅσων ἔχουν πέσει
δοξάζεται ἡ τάξη τῶν σκυλιῶν ποὺ ἔχουν μαζευτεῖ γύρω.
Ὅταν μιλᾶ τὸ χρῆμα, νὰ σταματήσει κάθε λόγος·
γιατὶ ξέρει νὰ πείθει κι ἂς μὴν μπορεῖ νὰ μιλᾶ.
Θὰ μπορέσουν τώρα νὰ καρποφορήσουν εἰρήνη
ὅσοι ἀγαποῦν μὲ μανία τὴ ζωὴ ποὺ ρέει.

~•~

ΛΘ΄
Στὴν τύχη καὶ τὴν φρόνηση

Νά, τί εἶπε κάποιος κάποτε φιλάργυρος:
«Μιὰ στάλα τύχη θέλω ἐγὼ ἢ φρόνηση πιθάρι».
Καὶ κάποιος τοῦ ’πε ἀπ’ τοὺς σοφούς:
«Μιὰ στάλα προτιμῶ ἀπὸ νοῦ, χαρίζω πέλαο τύχη».

~•~

Μ΄
Στὴ ματαιότητα τῶν ἀνθρώπων

Τὸν ἀραχνένιο ἱστὸν ὅσοι μιμοῦνται
καὶ μὲ τ’ ἀβέβαια τῆς ζωῆς εὐχαριστιοῦνται
ἂς ξέρουν πὼς κι ἀνάλαφρη αὔρα διώχνει
κάθε τερπνὸ τῆς ζωῆς τῆς ἀραχνένιας.
Ὅσοι σὲ θρόνους στολισμένους κάθεστε
καὶ γιὰ διαβατικὰ καυκιέστε προβαδίσματα,
τὴν ἀναπόφευκτη στερνὴ δίκη νὰ σκέφτεστε,
ποὺ τίποτε τὸ δρόμο της ν᾽ ἀλλάξει δὲν μπορεῖ ποτέ.

~•~

ΚΘ΄. Κατὰ γυναικῶν καλλωπιζομένων.

Μὴ κεφαλὰς πυργοῦτε νόθοις πλοκάμοισι, γυναῖκες,
Θρύπτουσαι μαλακοὺς αὐχένας ἐκ σκοπέλων,
Μηδὲ Θεοῦ μορφὰς ἐπαλείφετε χρώμασιν αἰσχροῖς,
Ὥστε προσωπεῖον, κοὐχὶ πρόσωπα, φέρειν.
Οὐδὲ γὰρ ἀσκεπέα κεφαλὴν θέμις ἀνδρὶ γυναῖκα
Φαίνειν, ἢ χρυσῷ σφιγγομένων πλοκάμων,
Ἠὲ κόμης ἀδέτοιο κατωμαδὸν ἔνθα καὶ ἔνθα
Σκιρτώσης ἀπαλῶν μαινάδος ἐξ ἀνέμων.
Οὐδὲ λόφον καθύπερθε φέρειν κορύθεσσιν ὁμοῖον,
Τηλεφανῆ σκοπίην ἀνδράσι λαμπομένην,
Τηλεφανῆ σκοπίην ἀνδράσι λαμπομένην,
Ἠὲ λίνου μαλακοῖο διαυγάζουσαν ἔθειραν
Κρυπτὴν, ἀμφαδίην, τήνδε μετωπιδίην,
Ξανθὸν ἀπαστράπτουσαν, ὅση κρήδεμνον ἄλυξεν,
Ὡς δοκέειν παλάμης ἔργα πονησαμένης·
Εὖτε τὸν οὐχ ὁρόωντα διδάσκαλον, ἄπνοον εἰκὼ
Μορφῆς στασαμένη, κάλλος ἐκεῖθε γράφεις.

Κάλλος δ’ εἰ μὲν ἔδωκε φύσις, μὴ κρύπτετ’ ἀλοιφῇ,
Ἀλλ’ οἴοις καθαρὸν ἀνδράσιν ὑμετέροις
Σώζετε, κἀλλοτρίῳ μηδ’ ὄμματα λίχνα φέρουσαι·
Ὄμμασι γὰρ κραδίη ἕσπεται οὐχ ὁσίοις·
Εἰ δ’ οὐ γεινομένῃσι συνέσπετο, δεύτερον αἶσχος
Φεύγετε, ἐκ χειρῶν κάλλος ἐφελκόμεναι·
Κάλλος, ὃ γαῖα φέρει, καὶ ὤνιόν ἐστι γυναιξὶ
Πανδήμοις, ὀβολῶν περνομέναις ὀλίγων
Κάλλος, ὃ ῥυπτόμενον χαμάδις ῥέει· οὐδὲ γέλωτι
Ἵστατ’, ἐπὴν λύσῃ χάρμα παρειὰν ὅλην,
Καὶ δακρύων ὀχετοῖσιν ἐλέγχεται, ἰκμαλέῳ τε
Δείματι, καὶ ψεκάδος λύεται ἐξ ὀλίγης.
Ἡ δὲ πάρος στίλβουσα, καὶ ἡ χαρίεσσα παρειὴ,
Χάρμα μέγ’ ἐξαπίνης διχρόος ἐξεφάνη,
Περκνὴ, μαρμαρόεσσα. Μελάγχροε, μιλτοπάρῃε,
Πῶς δύνασαι κατέχειν κάλλος ἐλεγχόμενον;
Ταῦτ’ οὐ κινυμένοισιν ἀγάλμασι· σοὶ δ’ ἀφορητὴ
Μορφὴ, καὶ πολλοῖς λυομένη πάθεσι.

Τοῦτο Θεοῦ δέμας ἐστὶ, χερὸς τόδε· τοῦτο παλαιὸν,
Τοῦτο νέον. Λειμὼν ἄνθεα δισσὰ φέρων,
Τερπνῶν τε στυγερῶν τε ἀμοιβαδὶς, ἠέ τις ἐσθὴς
Ἀμφίχροος ζώναις πλείοσιν ἑλκομένη.
Τοὔνεκεν ἢ φεύγειν γραπτὸν δέμας, ἠὲ φυλάσσειν,
Μηδ’ ἐπιλωβητὸν εἴδεος ἄλκαρ ἔχειν.
Ἱστὸν Πηνελόπης, τὸν νὺξ λύεν, ἦμαρ ὕφαινεν·
Ἔνδοθι τὴν Ἑκάβην, ἔκτοθι τὴν Ἑλένην.
Εἰ μὲν δὴ μῆχός τι λαθεῖν πόσιν, οὐ μὲν ἀνεκτὸν,
Εἶδος ἀποκρύπτειν θειότερον βροτέῳ,
Μή σε Θεὸς τοίοισιν ἀμείψηται χαλεπῄνας·
Τίς, πόθεν ὁ πλάστης; ἔῤῥε μοι, ἀλλοτρίη.
Οὔ σ’ ἔγραψα, κύων, ἀλλ’ ἔπλασα εἰκόν’ ἐμοῖο·
Πῶς εἴδωλον ἔχω εἴδεος ἀντὶ φίλου;
Ἀλλ’ ἔμπης νούσῳ τι παρήσομεν. Εἰ δ’, ἀρίδηλον
Ἐστὶ πίναξ γραφέων εἶδος ἐπ’ εἶδος ἔχων,
Στήλην αἴσχεος ἴσθι βροτοῖς περιφαντὸν ἐγείρειν
Μορφὴν, ἣν σὺ γράφεις ἔμπνοον ἀλκὶ νόου.

Κῆπος Ἀδώνιδος ἥδε τεὴ χάρις ὠλεσίκαρπος,
Πουλύποδος χροιὴ, γράμματ’ ἐπὶ ψαμάθων.
Πῶς δὲ σύγ’ εἶδος ἔχουσα κολοίϊον (εἴ γε κολοιὸν
Εὔπτερον ἀλλοτρίοις ἄνθεσι μῦθος ἔχων,
Αὖθις γυμνὸν ἔθηκε γελοίϊον), οὐκ ἀλεγίζεις
Αἴσχεος ὑστατίου, κάλλεος ὀλλυμένου.
Ἔλπῃ δ’ ἀστυφέλικτον ἔχειν γάνος; οὐ μετὰ δηρὸν
Ὄψεαι ἀλλοτρίου κάλλεος ὅσσον ἄχος.
Πυνθάνομ’ ὥς τι φέριστον ἔχει πλάσις, ἤν ποτε γῆρας
Ῥικνώσῃ μορφὴν, τὴν πάρος ἀνθοφόρον·
Τῆμος ὅτ’ ἄγραφός ἐστι μελῶν πλάσις, ὡς πυρίκαυστον
Λείπεσθαι σαρκῶν λείψανον ἐκ κονίης·
Ὀψὲ μετακλαίειν δὲ μελῶν δόλον, εὖτε πίθηκον
Ῥυτίσιν ἐν πυκιναῖς ὦσε τὸ λειπόμενον.
Τοίη ψευδομένων μελέων χάρις. Ἀλλὰ, φερίστη,
Νῦν στῆσον μορφῆς ἔκτυπον, ὡς τὸ πάρος.
Ἀτρεκὲς οὐ μὲν ἔγωγε ὀΐομαι· ἀλλὰ πολὺ πρὶν
Μηδένα μηδ’ ἀνδρῶν εὔξεαι ὄμματ’ ἔχειν,
Οἵ σε πάρος κλήϊζον, ἐπ’ ὄμματα δ’ εἶχον ἕτοιμα
Τῇ καὶ τῇ σοβαροῖς ἴθμασι κινυμένην.
Καὶ τὸ, γέλως, ἀνδρῶν λήθειν γένος ἰσχανόωσα,
Μύστας σῆς μορφῆς ἄνδρας ἐπεσπάσαο.
[…]

Εἰ μὲν γὰρ πόσιός σου ἔχεις πόθον, ὡς σὸν ἐκεῖνος,
Ἐξέτι τοῦ, ὅτ’ ἐρῶν σ’ ἤγαγε πρὸς θαλάμους
Κουριδίην θαλέθουσαν, ἔχεις χάριν· εἰ δὲ σύ γ’ ἄλλων
Ὄμμασιν ἀνδανέεις, τοῦτο πόσις στυγέει.
Κεύθειν λώϊόν ἐστι βελῶν χάριν οἷσι δόμοισιν,
Ἠὲ ψευδομένην οὐχ ὁσίως προφέρειν.
Τῇ μὲν γὰρ πόσις ἐστὶν ἐπάρκιος· ἡ δ’ ἐπὶ πολλοῖς
Ἵσταται, ὥς τε λίνον ἱπταμένων ἀγέλῃ.
Τέρπῃ τερπομένῳ, καὶ ἀμείβεαι ὄψιν ὀπωπῇ,
Αὐτὰρ ἔπειτα γέλως, καὶ λόγος ἀντίθετος,
Κλεπτόμενοι τὸ πρῶτον, ἔπειτα δὲ θάρσος ἔχοντες.
Μηκέτι μοι τὰ πρόσω φθέγγεο, γλῶσσα λάλε.
Ἀλλὰ τόδ’ ἀτρεκέως μυθήσομαι, οὐδὲν ἄκεντρον
Τῶν ὅσα θηλυτέραις παίζεται ἀμφὶ νέοις.
Πάντα γὰρ ἀλλήλοισιν ἅμ’ ἕσπεται, ὥστε σίδηρος,
Ὃν μάγνης ἐρύει, ἄλλον ὑπ’ ἄλλον ἄγων.
[…]

Πᾶν μὲν κάλλος ἐμοὶ, βαιὴ χάρις, εἶαρ ἔνεικε,
Καὶ χειμὼν κρυερὸς ὤλεσεν ἐξαπίνης.
Ἡ νοῦσός μιν ἔκαμψεν ἀώριον, ἢ χρόνος αἰνὸς
Ὤλεσε, τηκεδανῶν κύκλα φέρων ἐτέων.
Τοῦτο δὲ καὶ πλέον ἐστὶ γελοίϊον· οἶδεν ἄκοσμον
Εἶδος ἔχουσα γυνὴ, καὶ πατέει Δανάην,
Αἴσχεϊ κυδιόωσα. Τὸ δ’ αἴσχιον (ὡς ἐνέπουσιν
Ἴδριες, οὐ γὰρ ἐγὼ, τῆσδε κακοῤῥαφίης),
Ξυνὴν νοῦσον ἔχουσι, καὶ ἀλλήλας ἐθέλουσι
Κεύθειν. Τίπτε νόσου τῆσδε χερειότερον;
Τέκτων τέκτονος ἔργον ἐπίσταται, ἴδρις ἀοιδὸς
Ἴδριν ἀοιδοσύνης, φῶρα δὲ φὼρ ἐδάη.
Ἀλλ’ αἵ γ’ οὐκ ἐθέλουσι τά περ νοέουσι, νοεῖσθαι.
Ἦ ῥ’ ἐτεὸν, κακίη ὄμματα πηρὰ φέρει.
Ὣς δ’ ἄνδρες τίουσι τά περ γελόωσι πρόσωπα,
Τερπόμενοι χροιαῖς κινυμένων πινάκων.
Οὔτι τόσον πινάκεσσιν ὀΐομαι, ὅσσον ἐπ’ ἀνδρῶν
Θυμῷ, τοῦ τελέθει χρώματα μαρτυρίη.
Πυνθάνομ’ ὡς κενεὴν, καὶ ἀνείδεον, ὑστερόφωνον
Ἠχώ τις ποθέων, πλάζεθ’ ὑπὲρ σκοπέλων·
Καὶ μορφῆς τις ἑῆς ποτ’ ἐράσσατο, καὶ κατ’ πηγῆς
Ἤλατ’ ἐπ’ εἰδώλῳ κάλλεος οὐλομένου.

Ἄλλη δ’ αὖ ποταμοῖο καλοῖς ἐπεμῄνατο ῥείθροις,
Μαίνετο, οὐδ’ ὄχθας ἥγ’ ἀπέλειπε φίλας·
Λάπτεν ὕδωρ, χείρεσσιν ἀφύσσετο, ἀφρὸν ἔμαρπτεν·
Ἀλλ’ οὐδ’ ὣς πυρόεις ὕδασι λῆγε πόθος.
Οὕτω τυφλὸν ἔρως καὶ ἀνάρσιον. Οὐ μέγα θαῦμα,
Εἴ τινα καὶ σὺ νέων τῆλε νόοιο βάλοις,
Εὔχροος, ἁβροχίτων, ῥοδοδάκτυλος, ὑψικάρηνος,
Οὐχ ἕνα, ἀλλὰ τόσους, ὁσσατίοισι γράφῃ.
Πείθομαι, ὥς ποτε ταῦρον ἀνὴρ σοφὸς ἤπαφε τέχνῃ,
Χρώμασι μορφώσας δουρατέην δάμαλιν
(Ξεινὸς ἔρως! ἀπνόοισιν ἐπ’ εἴδεσιν ἔμπνοα βαίνει)
Ὁππότε καὶ σὺ νέοις μήσαο τοῖον ἄγος.
Ὀρφεὺς θῆρας ἔπειθε, σὺ δ’ ἀνέρας, οἷσιν ὁμοῖος
Θήρεσίν ἐστι νόος, θηλυμανής τε βίος.
Εἴ τοι μὴ σάρκεσσι χαρίζεαι, ἀντὶ δὲ σαρκῶν
Ὄμμασι, καὶ τὸ, νόσος ἠερίη φιλότης.
Ἀλλ’ ἄτρωτος ὅλη• ναὶ πείθομαι, οὐδὲ τόδ’ ἐσθλὸν
Ἐστὶν ἐμοὶ κενεῆς δόξαν ἔχειν κακίης.
[…]

~•~

ΛΒ΄. Γνωμικὰ δίστιχα.

Ἀρχῆς καλῆς κάλλιστον εἶναι καὶ τέλος,
Ὀρθῶς δοκοῦσιν οἱ ὅροι τῶν πραγμάτων.
Ἀρχὴ καλὸν τίκτουσα τοῖς βροτοῖς πέρας,
Βίου κάθαρσις ἐνθέως ἀσκουμένη.
Λόγοις πτερωθεὶς, μὴ πτερῶν ἔξω πέτου
Πτερῶν γὰρ οὐδὲ πτηνὸν ἵπταται δίχα.
[…]

Γέλως κρατείσθω, καὶ θυμὸς λάβοι πέρας·
Ἀργὸς δὲ παντάπασιν εἰργέσθω λόγος.
[…]

Οἷα πρὸς ἄλλου μὴ παθεῖν αὐτὸς θέλεις,
Τοιαῦτα καὶ σὺ μηδὲ δρᾷν ἄλλῳ θέλε.
Οὐ δεινὸν ὀργὴ δεινὰ τοῖς εἰργασμένοις·
Καὶ γὰρ δικάζει τοῖς ὁμοίοις ἡ δίκη.
Χείλη σοφὰ στάζουσιν ἡδίστους λόγους·
Φάρυγξ δὲ πικρὸς ἐξερεύγεται μάχας.
Ῥεῖθρα γλυκασμοῦ γλῶσσα βλύζει στωμύλη·
Ῥήσεις δὲ φαύλας ἄκριτον γεννᾷ στόμα.
Φίλοι φιλοῦσι καὶ ἃ τοῖς φίλοις φίλα·
Ἐχθροὶ δὲ φαυλίζουσιν αἰσχρῶς τοὺς φίλους.
Πτωχοὺς φίλους λάθουσι πλουσίων θύραι·
Αὐλαὶ δὲ λαμπραὶ, πλουσίοις ἀεὶ φίλαι.
[…]

Πλουτοῦσι μωροὶ τοῖς ὀνείρασι πλέον,
Ἢ χρημάτων ἄβυσσον οἱ κεκτημένοι.
Κρείσσων ἄπαις, ἢ μωρὰ κύειν ἔκγονα·
Ὁ μὲν γὰρ ἄπαις, οἱ δὲ πολλοὶ καὶ κακοί.
Παντὶ βροτῷ θνήσκοντι πᾶσα γῆ τάφος·
Πᾶν γὰρ τὸ ἐκ γῆς, γῆ τε καὶ εἰς γῆν πάλιν.
Ποιμὴν ἀμέλγει, εἰ θέλει, καὶ τοὺς τράγους·
Ἀλλ’ ἀντὶ γάλακτος, αἱμάτων πηγὰς ὕσει.
Ἡ σῦς ἐποπτεύουσα δειπνοποιίαν,
Οἶδε τραπέζης τοὺς ὅρους μὴ συγχέειν.
[…]

Κύβερνος ἴδμων φεύξεται τρικυμίας,
Καὶ δεινὰ πάντα νοῦς σοφὰς φέρων φρένας.
[…]

Μέγιστος ἄκμων οὐ φοβεῖται τοὺς κτύπους
Καὶ νοῦς ἐχέφρων πᾶσαν ἕλκουσαν βίαν.
Φύλλων λαγωοὺς ἐκφοβοῦσιν οἱ ψόφοι,
Ἄνδρας δ’ ἀνάνδρους αἱ σκιαὶ τῶν πραγμάτων.
Μισῶ πένητα πλουσίῳ δωρούμενον,
Ὡς τῷ λέγοντι τοῦ τρέφειν λελησμένῳ.
Ῥήτωρ πονηρὸς τοὺς νόμους λυμαίνεται
Ἁγνὸς δὲ ῥήτωρ, εὔκρατος ἁρμονία.
[…]

Πέφυκε τοῖς πένησι μὴ φρονεῖν μέγα·
Τοῖς πλουσίοις γὰρ οὐδὲ φροντὶς τοῦ βίου.
Παίδευε μωροὺς, ὡς ἐφικτὸν τῇ φύσει·
Ἕξουσι γάρ που καὶ φρένας παρ’ ἐλπίδα.
Πλήττων σίδηρος ἐκπυροῖ καὶ τοὺς λίθους·
Σκληρὰ δὲ μάστιξ παιδαγωγεῖ καρδίαν.
[…]

Μὴ δὴ φίλει τὸν ὄλβον, ὃν λύει χρόνος·
Ἃ γὰρ χρόνος δόμησε, καὶ λύσει χρόνος.
[…]

Κάταντές ἐστιν ἡδονὴ τοῖς χρωμένοις,
Καὶ ὡς πρόσεισιν, οἴχεται λίθου δίκην.
Οὐδεὶς ὑγείας πλοῦτος ἀλγοῦσι πλέον·
Σοφῶς δὲ ταύτην ἡ φύσις βροτῶν θέλει.
Ἦχοι θαλάσσης, ἀνδρὸς ἄφρονος λόγοι·
Βρίθοντες ἀκτὰς, οὐ πιαίνουσι χλόας
Πείθουσι δῶρα καὶ σοφοὺς παραβλέπειν
Βροτοῖς δὲ θήρα χρυσὸς, ὡς πτηνοῖς πάγη.
Γῆρας λύπαι τίκτουσι καὶ πρὸ τῶν χρόνων·
Ἃ γὰρ τρόπος καθεῖλεν, οὐ στήσει χρόνος.

Πλοῦτος τάχιστος τῶν κακῶν ὑπηρέτης·
Καὶ γὰρ πρόχειρον εἰς κακουργίαν κράτος.
Οὐκ ἔστιν οὐδὲν κτῆμα βέλτιον φίλου·
Πονηρὸν ἄνδρα μηδέπου κτήσῃ φίλον.
Τάξις τιμάσθω, καὶ προηγείσθω κράτους·
Κράτος γὰρ αὕτη καὶ κράτους ἀεὶ φύλαξ
Νοῦς ἐμμέριμνος σὴς βιβρώσκων ὀστέα·
Θάλλει δὲ σῶμα φροντίδας παρατρέχον.
Οὐδεὶς κόρος πέφυκε σωφρόνως ἔχειν·
Καὶ γὰρ τὸ πῦρ εἴωθε ταῖς ὕλαις θέειν.
Οἶνος πάθους ἔγερσις ἐκλελοιπότος·
Ὕλη γὰρ εἰσρέουσα ῥώννυσι φλόγα.
[…]

Δεινὸν πόνοις κάμνοντι προσθεῖναι πόνους·
Ἀλλ’ οὖν πόνους ἔπαυσε πολλάκις πόνος.
[…]

Τίκτεις, ἔχιδνα· μὴ φοβοῦ τὰς ὠδῖνας·
Ἔχεις λαβοῦσα μητρικοῦ πεῖραν τόκου.
Οὐδεὶς ἀριστεὺς ἐκ προδήλου δειλίας·
Νίκαι γὰρ εἰσπράττουσι τὰς εὐφημίας.
Ἀνὴρ ὑπνώδης, εὑρέτης ὀνειράτων·
Μύστης γὰρ ὕπνος φασμάτων, οὐ πραγμάτων.
Εἴωθε πείθειν μὴ θέλοντας ἡ βία,
Ἄγχει γὰρ αὕτη καὶ γίγαντας πολλάκις.
Δήμου σφαλέντος, πᾶς ἀγύρτης ἄρχεται·
Δῆμος δὲ πάντη τῶν καλῶν ἀταξία.
Ἔργον πάρεργον οὐδαμῶς ἔργον λέγω·
Τὸ γὰρ πάρεργον καὶ καταφρονητέον.
Ἡ πρὸς τὰ νεκρὰ τῶν χαμαιριφῶν μέλη
Τάξις τιμᾶται τῶν κυνῶν ἠθροισμένων.
Χρυσοῦ λαλοῦντος, πᾶς ἀπρακτείτω λόγος,
Πείθειν γὰρ οἶδε, κἂν πέφυκεν μὴ λέγειν.
Ἕξουσι καὶ νῦν τὰ πρὸς εἰρήνην φέρειν,
Οἱ πρὸς τὰ ῥευστὰ τοῦ βίου μεμηνότες.

~•~

ΛΘ΄. Εἰς τύχην καὶ φρόνησιν.

Ἔφησέ τίς που τῶν φιλοχρύσων τάδε·
«Θέλω τύχης σταλαγμὸν, ἢ φρενῶν πίθον.»
Πρὸς ὅν τις ἀντέφησε τῶν φιλοφρόνων·
«Ῥανὶς φρενῶν μοι μᾶλλον, ἢ βυθὸς τύχης.»

~•~

Μ΄. Εἰς τῶν ἀνθρωπίνων ματαιότητα.

Οἱ τοὺς ἀραχνῶν ἐκμιμούμενοι μίτους,
Καὶ τοῖς ἀφαυροῖς ἐντρυφῶντες τοῦ βίου,
Ἴστωσαν ὡς εὔληπτα καὶ αὔραις πέλει
Τὰ τερπνὰ πάντα τοῦ ἀραχνώδους βίου.
Οἱ τοὺς θρόνους ἔχοντες ὡραϊσμένους,
Καὶ ταῖς ῥεούσαις ἐξοχαῖς ἐπηρμένοι,
Σκοπεῖτε τὴν ἄφευκτον ἐσχάτως δίκην,
Ὡς οὐδὲν αὐτὴν οὐδαμῶς παραδράμοι.

*

*

~.~ 

 

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*

Advertisement