Jaime Sabines, Ποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΒΑΣΩ ΧΡΗΣΤΑΚΟΥ            

Ο Χάιμε Σαμπίνες γεννήθηκε το 1926 στο Τούξτλα Γκουτιέρες της πολιτείας Τσιάπας του Μεξικού. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Πόλη του Μεξικού, όπου ο μελλοντικός ποιητής τελείωσε το δημοτικό. Μετά από μια σύντομη διαμονή της οικογένειάς του στη Ταπατσούλα του Τσιάπας, επέστρεψε με τους δικούς του στη γενέτειρά του όπου συνέχισε τις σπουδές του στη μέση εκπαίδευση. Στη συνέχεια και λόγω της κλίσης του προς την Ιατρική, μετακόμισε στην Πόλη του Μεξικού για σπουδές, καριέρα που εγκατέλειψε στο τρίτο έτος, όταν ανακάλυψε την πραγματική του κλίση προς τα γράμματα. Αποφοίτησε το 1949 από τη σχολή της Ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού.

Αν και φυσιογνωμία σύγχρονη των Οκτάβιο Πας, Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο και άλλων διακεκριμένων μορφών της χειμαρρώδους ποίησης του Μεξικού, η ποίησή του διαχωρίστηκε από την ισχύουσα τότε «κατάσταση πραγμάτων» και ο ίδιος κρατήθηκε στο περιθώριο των λογοτεχνικών τάσεων και δραστηριοτήτων· ίσως γιατί οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις με το εμπόριο τον κράτησαν μακριά από το λογοτεχνικό κόσμο. Στο έργο του πρωταγωνιστούν θέματα βαθιά, όπως η αγάπη, η μοναξιά και ο θάνατος, που, εμποτισμένα με τα δικά του συναισθήματα, εξεγείρονται ενάντια στην πραγματικότητα μιας κοινωνίας υπό αλλαγή και παρακμή. Το μήνυμα του είναι βαθύ, παθιασμένο και ρεαλιστικό, αποκρυσταλλώνοντας ωμά και με απλή γλώσσα τις αντιθέσεις της καθημερινής ζωής.

Οι στίχοι του Σαμπίνες είναι άμεσοι και διάφανοι  και, αν και δεν υποτιμά το εκλεπτυσμένο της λόγιας ποίησης, το στυλ του κλίνει περισσότερο προς τo τρέχον και καθημερινό. Αυτό τον έκανε να κερδίσει μεγάλο κοινό, πράγμα που έγινε αισθητό κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του. Ο ποιητής χρησιμοποιεί μια ακόσμητη γλώσσα  για να δημιουργήσει συνθέσεις που βρίσκονται πιο κοντά στα συναισθήματα παρά στη λογική. Ποιητής της καθημερινότητας, παρατηρεί με απορία και με πολύ προσγειωμένη ματιά το φαινόμενο της αγάπης και το παράλογο του θανάτου.

Στη διάρκεια της ζωής του δημοσίευσε μεγάλο αριθμό βιβλίων και τιμήθηκε μεταξύ άλλων πολλών με το Εθνικό Βραβείο των Γραμμάτων του Μεξικού. Θύμα του καρκίνου, πέθανε σε ηλικία 72 ετών το 1999 στην Πόλη του Μεξικού.

~ . ~

Το φεγγάρι

Το φεγγάρι μπορεί να λαμβάνεται σε κουταλιές
ή σαν μια κάψουλα ανά δίωρο.
Είναι καλό σαν υπνωτικό και ηρεμιστικό
και ανακουφίζει επίσης
εκείνους που έχουν δηλητηριαστεί με φιλοσοφία.
Ένα κομμάτι φεγγάρι στο τσεπάκι
είναι καλύτερο φυλαχτό από το λαγοπόδαρο˙
κάνει για να δεις αυτόν που αγαπάς,
για να γίνεις πλούσιος χωρίς κανείς να το μάθει
και για να απομακρύνεις τους γιατρούς και τις κλινικές.
Μπορεί να δοθεί σαν επιδόρπιο στα παιδιά
όταν δεν έχουν κοιμηθεί
και μερικές σταγόνες φεγγαριού στα μάτια των γερόντων
βοηθούν να πεθάνουν καλά.

Βάλε ένα τρυφερό φύλλο του φεγγαριού
κάτω από το μαξιλάρι σου
και θα παρατηρήσεις αυτό που θέλεις να δεις.
Έχε μαζί πάντα ένα μπουκαλάκι με αέρα του φεγγαριού
για όταν πνίγεσαι
και δώσε το κλειδί του φεγγαριού
στους φυλακισμένους και στους απογοητευμένους.
Για τους καταδικασμένους σε θάνατο
και για τους καταδικασμένους σε ζωή
δεν υπάρχει καλύτερο διεγερτικό απ’ το φεγγάρι
σε δόσεις ακριβείς και ελεγχόμενες.

~ . ~

Οι ερωτύλοι

Οι ερωτύλοι σιωπούν.
Η αγάπη είναι η σιωπή η πιο φίνα,
η πιο φοβισμένη, η πιο ανυπόφορη.
Οι ερωτύλοι ψάχνουν,
οι ερωτύλοι είναι αυτοί που εγκαταλείπουν,
είναι αυτοί που αλλάζουν, αυτοί που λησμονούν.

Η καρδιά τους τους λέει ότι ποτέ δεν χρειάζεται να βρουν,
δεν βρίσκουν, ψάχνουν.
Οι ερωτύλοι πάνε σαν τρελοί
γιατί είναι μόνοι, μόνοι, μόνοι,
καθώς παραδίνονται, καθώς δίνονται συνεχώς,
καθώς κλαίνε γιατί δεν σώζουν την αγάπη.

Τους απασχολεί η αγάπη. Οι ερωτύλοι
ζουν με τη μέρα, άλλο δεν μπορούν να κάνουν, δεν ξέρουν.
Πάντα πηγαίνουν,
πάντα, προς κάποιο μέρος.
Περιμένουν,
δεν ελπίζουν τίποτα, αλλά περιμένουν.

Ξέρουν ότι ποτέ δεν θα εύρουν.
Η αγάπη είναι η ισόβια παράταση,
πάντα το επόμενο βήμα, το άλλο, το άλλο.
Οι ερωτύλοι είναι οι ακόρεστοι,
αυτοί που πάντα –υπέροχα!– πρέπει να είναι μόνοι.
Οι ερωτύλοι είναι η Ύδρα του παραμυθιού.

Φίδια έχουν αντί για χέρια.
Οι φλέβες του λαιμού τούς φουσκώνουν
επίσης σαν φίδια για να τους πνίξουν.
Οι ερωτύλοι δεν μπορούν να κοιμηθούν
γιατί αν κοιμούνται τους τρώνε τα σκουλήκια.
Ανοίγουν τα μάτια στο σκοτάδι
και πέφτει πάνω τους ο τρόμος.
Βρίσκουν σκορπιούς κάτω απ’ το σεντόνι
και το κρεββάτι επιπλέει σαν σε λίμνη πάνω.

Οι ερωτύλοι είναι τρελοί, μόνο τρελοί,
χωρίς Θεό και χωρίς διάολο.
Οι ερωτύλοι βγαίνουν απ’ τις σπηλιές τους
τρεμάμενοι, πεινασμένοι
φαντάσματα να κυνηγήσουν.
Γελάνε με εκείνους που όλα τα ξέρουν,
με εκείνες που αγαπούν ισόβια, αληθινά,
με εκείνες που πιστεύουν στην αγάπη
σαν μια λάμπα με λάδι ανεξάντλητο.

Οι ερωτύλοι παίζουν για να αιχμαλωτίσουν το νερό
τατουάζ να κάνουν στον καπνό, να μην φύγουν.
Παίζουν το μακρύ, το θλιμμένο της αγάπης παιχνίδι.
Κανείς δεν πρέπει να υποχωρήσει.
Λένε ότι κανείς δεν πρέπει να υποχωρήσει.
Οι ερωτύλοι ντρέπονται για κάθε συμβιβασμό.
Άδειοι, αλλά άδειοι από το ένα ως το άλλο πλευρό,
ο θάνατος τους αποσυνθέτει πίσω από τα μάτια
και αυτοί βαδίζουν, κλαίνε ως τα χαράματα
τότε που τραίνα και πετεινοί σπαραχτικά αποχαιρετίζονται.

Φθάνει σε αυτούς καμιά φορά μια μυρωδιά γης νιογέννητης,
γυναικών που κοιμούνται με το χέρι στο φύλο,
ικανοποιημένες,
ρυακιών με τρυφερό νερό και κουζινών.
Οι ερωτύλοι αρχίζουν μέσα στα χείλη να τραγουδούν
ένα τραγούδι που δεν έμαθαν
και φεύγουν κλαίγοντας, κλαίγοντας,
την υπέροχη ζωή.

~ . ~

Δεν σε βλέπω. Ξέρω καλά

Δεν σε βλέπω. Ξέρω καλά
ότι είσαι εδώ, πίσω
από έναν εύθραυστο τοίχο
από τούβλα και ασβέστη, σίγουρα στην εμβέλεια της φωνής μου, αν φώναζα.
Αλλά δεν θα φωνάξω.
Αύριο θα σε φωνάξω,
όταν, μη βλέποντάς σε πια
θα φανταστώ ότι συνεχίζεις
εδώ κοντά, στο πλάι μου,
και ότι αρκεί σήμερα η φωνή
που χθες δεν θέλησα να βγάλω.
Αύριο… όταν θα ’σαι
εκεί πίσω από ένα
εύθραυστο τοίχο από ανέμους,
από ουρανούς και από χρόνια.

~ . ~

Μου αρέσει πολύ ο Θεός

Μου αρέσει πολύ ο Θεός. Είναι ένας υπέροχος ηλικιωμένος που δεν παίρνει στα σοβαρά στον εαυτό του. Του αρέσει να παίζει και παίζει, και καμμιά φορά του ξεφεύγει και μας σπάει ένα πόδι ή μας συνθλίβει οριστικά. Όμως αυτό συμβαίνει επειδή δεν καλοβλέπει και είναι αρκετά αδέξιος με τα χέρια.

Μας έχει στείλει κάτι τύπους σαν τον Βούδα ή τον Χριστό ή τον Μωάμεθ ή την θεία μου Σόφη, για να μας πουν να συμπεριφερόμαστε καλά. Αλλά τούτο αυτόν δεν τον νοιάζει πολύ˙ μας ξέρει. Ξέρει ότι το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, ότι η μεγάλη σαύρα τρώει την μικρή, ότι ο άνθρωπος τρώει τον άνθρωπο. Και γι’ αυτό επινόησε τον θάνατο· ώστε η ζωή –όχι εσύ ούτε εγώ– η ζωή, για πάντα να υπάρχει.

Βγαίνουν τώρα οι επιστήμονες με την θεωρία τους του Μπινγκ Μπάνγκ… Αλλά, τι ενδιαφέρει αν το σύμπαν διαστέλλεται εσαεί ή συστέλλεται; Αυτό είναι θέμα μόνο για τα ταξιδιωτικά πρακτορεία.

Εμένα μου αρέσει πολύ ο Θεός. Έβαλε τάξη στους γαλαξίες και ρυθμίζει καλά την κυκλοφορία στο δρόμο των μυρμηγκιών. Και είναι τόσο παιχνιδιάρης και άτακτος που τις προάλλες ανακάλυψα ότι δημιούργησε –ενάντια στην επίθεση των αντιβιοτικών– μεταλλαγμένα βακτήρια!

Σοφός γέρος ή παιδί-εξερευνητής, όταν σταματά να παίζει με τα στρατιωτάκια του από μολύβι ή με σάρκα και οστά, κάνει λουλουδιασμένους αγρούς ή ζωγραφίζει τον ουρανό με απίστευτο τρόπο.

Κουνάει ένα χέρι και κάνει την θάλασσα και κουνάει το άλλο και κάνει το δάσος. Και όταν περνά από πάνω μας, μένουν τα σύννεφα , θραύσματα της αναπνοής του.

Λένε ότι καμιά φορά θυμώνει και κάνει σεισμούς και στέλνει καταιγίδες, πύρινα ποτάμια, ξέφρενους αέρηδες, ύποπτα νερά, τιμωρίες και καταστροφές. Αλλά αυτό είναι ψέμα. Είναι η γη που αλλάζει –και ανακινείται και μεγαλώνει– όταν ο Θεός απομακρύνεται.

Ο Θεός πάντα είναι καλοδιάθετος. Γι’ αυτό είναι ο εκλεκτός των γονιών μου, ο διαλεχτός των παιδιών μου, ο πιο κοντινός των αδελφών μου, η πιο λατρεμένη γυναίκα, το σκυλάκι και ο ψύλλος, η πιο παλιά πέτρα, το πιο τρυφερό πέταλο, το πιο γλυκό άρωμα, η αβυσσαλέα νύχτα, η βράση από φως, η πηγή που είμαι.

Εμένα μου αρέσει πολύ, εμένα μου αρέσει πολύ ο Θεός. Είθε ο Θεός να ευλογεί τον Θεό.

JAIME SABINES

*