Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο καπιταλισμός ως θρησκεία

*
Προλεγόμενα – Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Θα ήταν καταστροφικό για τη φιλοσοφία αν, με την τόση της αγάπη για την αλήθεια, την εύρισκε εύκολα κιόλας. Γιατί βέβαια η αλήθεια δεν παραδίδεται αμαχητί στην όρεξη της φιλοσοφίας. Δεν απομένει έτσι άλλη λύση για τη φιλοσοφία από το να κυνηγά ακατάπαυστα την αλήθεια. Η επιθυμία της γι αυτήν μετατρέπεται σε εργώδη προσπάθεια. Η θεολογία, αντίθετα, αισθάνεται πιο κοντά στην αλήθεια, στην πιο ουσιώδη –όπως πιστεύει– μορφή της.

Μοναδικό άγχος της θεολογίας ίσως είναι η λησμονιά της αλήθειας της, ιδίως αυτή που επέρχεται από την πρόοδο. Μάλιστα, είναι η διαδικασία της αναπαραγωγής και η γενικευμένη αναπαραγωγιμότητα που επιτείνει το θεολογικό άγχος αφού ιδίως τότε είναι που χάνονται τα ίχνη του Πρωτότυπου. Τι γίνεται όμως αν έχουμε ένα στοχαστή ταυτόχρονα υπέρ της ανάμνησης και υπέρ της αναπαραγωγιμότητας;

Το παρακάτω νεανικό δοκίμιο του Βάλτερ Μπένγιαμιν αποφάσισα να το μεταφράσω αφενός γιατί προβαίνει σε μια θαρραλέα προσέγγιση φιλοσοφίας και θεολογίας και αφετέρου για το ευνόητο του ενδιαφέροντός του.

Φαίνεται από το κείμενο αυτό ότι για τον Μπένγιαμιν η νεωτερικότητα δεν είναι περίοδος παρακμής της θεολογίας όπως ευρέως πιστεύεται αλλά μάλλον μαζικοποίησής της, δημοκρατικής διάχυσής της και διείσδυσής της στη σφαίρα του βέβηλου.

Ένας 29χρονος στοχαστής του 1921 με ωριμότητα 21ου αιώνα γράφει βιαστικά στο σημειωματάριό του και κοιτάζει κατάματα τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόυντ και δεν φοβάται να προειδοποιήσει, όπως στο “Θεολογικο-πολιτικό φραγκμέντο” του ότι «η νέα βέβηλη τάξη θα συγκροτηθεί πάνω στην ιδέα της ευτυχίας».

~.~

Ο καπιταλισμός ως θρησκεία

Το θρησκευτικό στοιχείο είναι αρκετά ευδιάκριτο στον καπιταλισμό – δηλαδή ο καπιταλισμός παρηγορεί τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια βάσανα και τις ίδιες ανησυχίες για τις οποίες και οι λεγόμενες θρησκείες έχουν μέχρι τώρα προσφέρει τις δικές τους απαντήσεις.

Απόδειξη αυτής της θρησκευτικής δομής του καπιταλισμού –όχι ως ενός σχηματισμού που απλώς διέπεται από τη θρησκεία, όπως ο Βέμπερ πιστεύει, αλλά ως ένός ουσιωδώς θρησκευτικού φαινομένου– θα οδηγούσε ακόμη μέχρι σήμερα στην τρέλα μιας γενικευμένης και δίχως τέλος πολεμικής. Διότι δεν μπορούμε να σφίγγουμε τη θηλειά από την οποία έχουμε πιαστεί. Αργότερα θα καταφέρουμε να πετύχουμε μια γενικότερη θεώρηση αυτού του ζητήματος.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε τρία στοιχεία της θρησκευτικής δομής του καπιταλισμού. Πρώτον, ο καπιταλισμός είναι μια καθαρά λατρευτική θρησκεία, ίσως η πιο ακραία που υπήρξε ποτέ. Στον καπιταλισμό τα πράγματα αποκτούν νόημα μόνο μέσα από τη σχέση τους με τη λατρεία. Ο καπιταλισμός δεν διαθέτει ένα σώμα δόγματος, δεν διαθέτει θεολογία. Από αυτή την άποψη, ο ωφελιμισμός αποκτά τις θρησκευτικές αποχρώσεις του.

Αυτή η συγκεκριμενοποίηση της λατρείας συνδέεται με το δεύτερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού: τη σταθερότητα της λατρείας. Ο καπιταλισμός είναι ο εορτασμός της λατρείας χωρίς όνειρα και χωρίς έλεος. Δεν υπάρχουν εργάσιμες μέρες. Δεν υπάρχει μέρα που να μην είναι μέρα γιορτής, με την έννοια, τη φρικτή έννοια, ότι όλη του η ιερή μεγαλοπρέπεια εκδιπλώνεται ενώπιόν μας. Κάθε μέρα επιτάσσει την απόλυτη πίστη που πρέπει να δείχνει κάθε πιστός.

Τρίτο στοιχείο είναι ότι η λατρεία αυτή κάνει την ενοχή διαβρωτική. Ο καπιταλισμός αποτελεί πιθανόν την πρώτη στιγμή κατά την οποία η λατρεία παράγει ενοχή και όχι εξιλέωση. Από την άποψη αυτή το θρησκευτικό σύστημα γίνεται μέρος της ορμητικής βιασύνης μιας ευρύτερης κίνησης. Ένα εκτεταμένο αίσθημα ενοχής αρπάζεται από τη λατρεία όχι για να παράξει εξιλέωση γι’ αυτή την ενοχή αλλά για να την καθολικοποιήσει, να την σφηνώσει μέσα στη συνειδητή σκέψη, έτσι ώστε μια για πάντα να συμπεριλάβει τον Θεό στην έννοια της ενοχής και έτσι να Του αφυπνίσει το ενδιαφέρον για την εξιλέωση.

Η εξιλέωση δεν μπορεί επομένως να αναμένεται από τη λατρεία την ίδια ή από τη μεταρρύθμιση αυτής της θρησκείας (θα χρειαζόταν να υπάρχει κάποιο σταθερό σημείο γι αυτό) ή ακόμα από την αποκήρυξη αυτής της θρησκείας. Η φύση του θρησκευτικού κινήματος που αποτελεί ο καπιταλισμός συνεπάγεται αντοχή μέχρι τέλους, μέχρι του σημείου που ο Θεός, επίσης, αναλαμβάνει το βάρος της ενοχής, μέχρι του σημείου που το ίδιο το σύμπαν έχει κυριευθεί από εκείνη την απελπισία που κρυφά είναι και η κρυφή της ελπίδα. Ο καπιταλισμός ως θρησκεία δεν έχει κανένα προηγούμενο με την έννοια ότι δεν προσφέρει μια μεταρρύθμιση της ύπαρξης αλλά την απόλυτη καταστροφή της. Είναι η εξάπλωση της απελπισίας έως του σημείου η απελπισία αυτή να γίνει κατάσταση θρησκευτική τρέφοντας έτσι την ελπίδα ότι από εκεί προκύψει η οδός της σωτηρίας. Η υπερβατικότητα του Θεού βρίσκεται στο τέλος της. Αλλά ο Θεός δεν έχει πεθάνει. Έχει ενσαρκωθεί μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτή η μετάβαση του πλανήτη “Άνθρωπος” από τον οίκο της απογνώσεως, στην απόλυτη μοναξιά της τροχιάς του, είναι το ήθος κατά τον Νίτσε. Ο άνθρωπος αυτός είναι ο Υπεράνθρωπος, ο πρώτος που αναγνώρισε τον καπιταλισμό ως θρησκεία και αρχίζει να συντελεί προς την ολοκλήρωσή του.

Υπάρχει και ένα τέταρτο στοιχείο του καπιταλισμού, ότι ο Θεός του πρέπει να μένει κρυμμένος από αυτόν και ότι μπορεί να του απευθυνθεί μόνο όταν έχει κορυφωθεί η ενοχή του. Η λατρεία του καπιταλισμού εορτάζεται ενώπιον μιας ανώριμης ακόμη θεότητας. Κάθε ιδέα, κάθε έννοια γι’ αυτήν προσβάλλει το μυστικό της ανωριμότητάς της.

Η φροϋδική θεωρία, επίσης, ανήκει στην ηγεμονία των ιερέων αυτής της λατρείας. Η σύλληψη αυτής της θεωρίας είναι πέρα ως πέρα καπιταλιστική. Δυνάμει μιας βαθιάς αναλογίας, η οποία πρέπει να διαφωτιστεί κάποια στιγμή, αυτό που έχει καταπιεστεί, η ιδέα του αμαρτήματος, το ίδιο το κεφάλαιο δηλαδή, είναι αυτό που πληρώνει τόκο στην κόλαση του ασυνειδήτου.

Το παράδειγμα της καπιταλιστικής θρησκευτικής σκέψης μορφοποιήθηκε εξαιρετικά στη φιλοσοφία του Νίτσε. Η ιδέα του Υπερανθρώπου μεταθέτει το “άλμα” όχι στην μετάνοια, στην εξιλέωση ή στην κάθαρση αλλά σε μια προδήλως αμετάβλητη, αν και σε τελευταία ανάλυση εκρηκτική και ασυνεχή εντατικοποίηση. Γι’ αυτό τον λόγο η εντατικοποίηση και η ανάπτυξη, με την έννοια του non facit saltum (μη πραγματοποιηθέντος άλματος) είναι ασύμβατες. Ο υπεράνθρωπος είναι εκείνος που έχει φτάσει εκεί που βρίσκεται δίχως να έχουν αλλάξει οι τρόποι του. Είναι ένας ιστορικός άνθρωπος ο οποίος έχει αναπτυχθεί κατακόρυφα, διασχίζοντας τους ουρανούς. Αυτή η βίαιη διάνοιξη των ουρανών από μια εντατικοποιημένη ανθρωπότητα που χαρακτηριζόταν και χαρακτηρίζεται (ακόμα και από τον ίδιο τον Νίτσε) από την θρησκευτική ενοχή, προαναγγέλθηκε από τον Νίτσε.

Ο Μαρξ είναι μια αντίστοιχη περίπτωση: ο καπιταλισμός που αρνείται να αλλάξει την πορεία του μετατρέπεται σε σοσιαλισμό μέσω της απλής αλλά και σύνθετης λειτουργίας της αμφίσημης έννοιας “Schuld” (χρέος/ενοχή).

Ο καπιταλισμός είναι λατρεία χωρίς δόγμα. Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε ως παράσιτο του χριστιανισμού της Δύσης (και αυτό πρέπει να καταδειχθεί όχι μόνο ως προς την περίπτωση του καλβινισμού αλλά και για τις ορθόδοξες χριστιανικές εκκλησίες), μέχρι που έφτασε στο σημείο η ιστορία του χριστιανισμού να έχει γίνει ουσιαστικά η ιστορία του παρασίτου της, τουτέστιν του καπιταλισμού.

WALTER BENJAMIN

*