Ειρήνη στις βασίλισσες κάτω από τ’ αρμυρίκια*

*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πριν από χρόνια πολλά όταν, ούτε που θυμάμαι καν το πότε ή το πώς (ήμουν ακόμα μαθητής), βρέθηκε στα χέρια μου ένα μικρό κομψό βιβλιαράκι του Φέξη με ποιήματα του Λιθουανού, πολιτογραφημένου Γάλλου, Oscar Vladislas de Lubics-Milosz, μεταφρασμένα από τον Άρη Δικταίο, το 1961.

Ο Μιλόζ, «ένας ποιητής του λυκόφωτος που είχε την τύχη να τον αγαπήσουν θερμά τα ελληνικά μας πιο πολύ από τα γαλλικά ― ίσως πιο πολύ ακόμη κι απ’ την ομιχλώδη του μητρική γλώσσα» (Μάριος Μαρκίδης), έγραψε κι ένα ποίημα για μιαν Αιγύπτια βασίλισσα του πανάρχαιου καιρού, την Καρομαμά. Η Καρομαμά Μεριτμούτ, αρχιέρεια και θεϊκή σύζυγος του Άμμωνα στις Θήβες κατά την περίοδο της 22ης δυναστείας πιθανότατα ταυτίζεται με τη θυγατέρα του φαραώ Οσορκόν Β΄ (872-837 π.Χ.) και της οποίας το σωζόμενο άγαλμα στο Λούβρο αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του Μιλόζ. Το αδιόρατο, σχεδόν άφαντο, χαμόγελό της εκλύει τρυφερότητα και συμπόνια. Τότε που το πρωτοδιάβαζα, ιδέα δεν είχα καμμιά από όλα αυτά.

 

Κ  α ρ ο μ α μ ά

Εσένα σκέφτομαι, Καρομαμά, βασίλισσα του τρίσπαλιου καιρού,
λυπημένο παιδί με τα πολύ μακριά πόδια, με τα τόσο αδύνατα χέρια,
Καρομαμά, κοπέλλα των Θηβών.
στάρι κόκκινο που έπινες κ’ έτρωγες λευκό στάρι
καθώς οι δίκαιοι, μέσα στο βράδι των μυρίκων.
Μικρή βασίλισσα Καρομαμά του αλλοτινού καιρού.

Εσένα σκέφτομαι βασίλισσα Καρομαμά,
που ως χορωδία θρηνητική τραγουδά τ’ όνομά σου το λησμονημένο
μες στο κλαυσίγελο της φωνής μου·
γιατί ‘ναι γελοίο και θλιβερό ν’ αγαπάς τη βασίλισσα Καρομαμά
που έζησε από παράξενες ζωγραφιστές μορφές τριγυρισμένη
σ’ ένα ανοιχτό παλάτι, ως ήσαν τότε τα παλάτια,
μικρή βασίλισσα Καρομαμά.

Τα πρωινά σου, πού χάθηκαν κυρία Καρομαμά, πώς τα περνούσες;
Προς ένα Θεόν αλύγιστο κ’ ισχνό, που είχε κεφάλι ζώου,
άπλωνες σοβαρά τα μπράτσα σου τ’ αδύναμα κι αδέξια,
γλυκές φωτιές ενώ έτρεχαν πάνω στο πρωινό ποτάμι.
Ω Καρομαμά με τα κουρασμένα μάτια, με τα μακρυά, ευθυγραμμισμένα πόδια,
με τα βασανισμένα μαλλιά, από την αρχή των χρόνων πεθαμένη…
Φτωχή μου, φτωχή βασίλισσα Καρομαμά.

Και τις μέρες σου, ιέρεια σοφή, πώς τις περνούσες;
Πείραζες χωρίς άλλο τις μικρές σου δούλες, που ήταν
υπάκουες σαν φίδια άκακα, μα ράθυμες όπως εκείνα·
μετρούσες τα κοσμήματά σου, γιους βασιλέων ονειρευόσουν
σκυθρωπούς κι αρωματισμένους, από πολύ μακρυά να φτάνουν,
από τις θάλασσες που το παντοτινό και το μακρυνό τις χρωματίζει,
για να πούνε: «Χαίρε, δοξασμένη Καρομαμά».

Και τις βραδιές του αιώνιου καλοκαιριού, ω Καρομαμά, ω γαλάζιο,
άνθος αποτεφρωμένων φεγγαριών, τραγουδούσες κάτω απ’ τις ιερές συκομοριές:
την παλιάν ιστορία τραγουδούσες για τους φτωχούς νεκρούς
που τρέφονταν κρυφά με πράγματα απαγορευμένα
κ’ ένιωθες να φουσκώνουν απ’ τους βαθιούς στεναγμούς τα πεσμένα,
μαύρης παιδούλας στήθη σου, κ’ η ψυχή σου από φρίκη κλονιζόταν.
Τις βραδιές του αιώνιου καλοκαιριού, Καρομαμά, έτσι δε γινόταν;

―Μια μέρα (τάχα η Καρομαμά να υπήρξε αλήθεια;)
τυλήξανε με κίτρινες λουρίδες το κορμί σου
και το ‘κλεισαν σε φέρετρο χοντροφτιαγμένο, μαλακό, από ξύλο κέδρου.
Η εποχή της σιωπής ξεφύλλησε το άνθος της φωνής σου.
Σε πάπυρους εμπιστευτήκαν τ’ όνομά σου οι γραμματείς
κ’ είναι τόσο θλιμμένο κ’ είναι τόσο παλιό κ’ είναι τόσο χαμένο…
Σαν το άπειρο είναι των νερών μέσα στη νύχτα και στο κρύο.

Θα ξέρεις, χωρίς άλλο, ω θρυλική Καρομαμά,
πως η ψυχή μου γέρασε σαν το τραγούδι του πελάγους
κ’ είναι, σαν σφίγγα στην έρημο μονάχη,
η παντοτινή κι αλλοτινή άρρωστη ψυχή μου.
Κι ακόμη πιο καλά, ω πριγκήπισσα μυημένη, θα το ξέρεις
πως η ειμαρμένη χάραξε παράξενο σημάδι στην καρδιά μου,
σύμβολο ιδανικής χαράς κι αληθινής οδύνης.

Ναι, μακρυνή Καρομαμά, όλα αυτά τα ξέρεις,
παρά το παιδικό ύφος σου, που μπόρεσε αν το αιωνίσει
ο δημιουργός του αγάλματός σου, του στιλβωμένου απ’ τα φιλήματα
αιώνων παράξενων, που φθίνουνε μακρυά σου.
Σε νιώθω πλάι μου, ακούω το μακρύ σου χαμόγελο
να ψιθυρίζει μες στη νύχτα: «Αδελφέ μου, δεν πρέπει να γελούμε».
εσένα σκέφτομαι, βασίλισσα Καρομαμά.

iliasmalevitis.wordpress.com

~·~

*στίχος-αναφορά στην Καρομαμά του Μιλόζ (5ος στίχος), από τον ποιητή Czesław Miłosz (που όσο κι αν φαίνεται έτσι, δεν ηχεί συνώνυμός του), στο ποίημά του Natura.

 

*