Month: Ιανουαρίου 2022

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ε΄: Συμεών ο Νέος Θεολόγος | Μετάφραση Στέλιος Ράμφος

 

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

* (περισσότερα…)

Ο πολυεπίπεδος στοχασμός του Κώστα Παπαϊωάννου

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΙΤΣΑ

Παναγιώτα Φ. Βάσση, Ο «πολιτικός άνθρωπος»
στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου,
Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2015

Ο Κώστας Παπαϊωάννου, μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κώστα Αξελό, αποτέλεσε έναν από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της ξενιτεμένης «γενιάς του Ματαρόα». Παραμένει όμως από τα λιγότερο γνωστά πρόσωπα της ελλαδίτικης πνευματικής ζωής. Η μελέτη της Παναγιώτας Βάσση Ο «πολιτικός άνθρωπος» στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου αναδεικνύει καίρια την πολυεπίπεδη πολιτικοκοινωνική σκέψη του και, κατά το μέτρο αυτό, συμπληρώνει και εμβαθύνει την εργασία του Νίκου Σέργη Από τη φιλοσοφία της ιστορίας στην ιστορία της φιλοσοφίας: Ο Κώστας Παπαϊωάννου απέναντι στον «μηδενισμό του Πνεύματος».[i] Στο παρόν, με οδηγό το βιβλίο της Βάσση, θα σταθούμε σε ορισμένες από τις κύριες πτυχές της σκέψης του φιλοσόφου.

α) Οι πολιτισμικές βάσεις του πολιτικού φαινομένου της Δημοκρατίας στην Αρχαία Ελλάδα και η ανάδειξη της «μάζας»

Ο Παπαϊωάννου επηρεασμένος, μάλλον, από τα μαθήματα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία που έλαβε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θα μπορούσαμε να πούμε, από τους ιδεολογικά παράταιρούς του, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, ασχολήθηκε αρκετά με το ζήτημα της αρχαιοελληνικής Δημοκρατίας. Βέβαια, υπό ένα πρίσμα πιο ευρύ και σε καμία περίπτωση συνυφασμένο με κάποια μορφή όψιμης κλασικιστικής προγονολατρείας, όπως συνηθιζόταν συχνά στην εποχή του.[ii]

Πιο συγκεκριμένα, για τον φιλόσοφο η Αρχαία Ελλάδα ήταν ο χώρος όπου πραγματοποιήθηκε η πρώτη «γέννηση» μίας μορφής αυτονομίας, ελευθερίας και ευδαιμονίας μέσα από την εναρμόνιση συλλογικού και ατομικού πεδίου. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι βάσεις για να κάνει την εμφάνισή του ο «πολιτικός άνθρωπος» ως φαινόμενο συνυφασμένο τόσο με την άμεση και συνειδητή συμμετοχικότητα εντός μίας πολιτείας, όσο και με τον αδυσώπητο αγώνα προς διασφάλιση της ύπαρξης της τελευταίας ως βασικό δικαίωμα και καθήκον του πολίτη.

Έτσι, ο άνθρωπος ενώ στην αρχαϊκή εποχή απλά ακολουθούσε παθητικά το πεπρωμένο του, ζώντας μέσα σε μια αξεδιάλυτη ενότητα με τον Κόσμο, αρχίζει σταδιακά στους επόμενους αιώνες να καταφάσκει συνειδητά με το πεπρωμένο του αυτό μέσα στο περιβάλλοντα χωροχρόνο. Κατά αυτόν τον τρόπο η ατομική πράξη και η συνείδηση αποκτούν ένα νέο νόημα. (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Από τη μια στιγμή στην άλλη

*

Αχρονολόγητες ημερολογιακές καταγραφές

Από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να σακατευτείς. Περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο με τη γυναίκα μου και μια φίλη. Μόλις βγήκαμε από ένα ιταλικό ρεστωράν στη Φωκίωνος Νέγρη και περάσαμε έτσι γρήγορα από τη ζέστη στην ψύχρα της νύχτας. Κόντευε μεσάνυχτα. Θα αφήναμε λίγο πιο πέρα τη φίλη μας και θα μπαίναμε στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Καθώς τα γράφω αυτά τώρα, κάνω και κάτι σαν αναδρομή ή αναψηλάφηση, χωρίς να πρόκειται για δίκη αλλά για θέμα υγείας.

~ . ~

Βαδίζαμε άλλοτε και οι τρείς μαζί, άλλοτε οι δύο και ο άλλος χωριστά, μάλλον σιωπηλοί. Με κατοικούσε μια θλίψη, κάτι με στεναχωρούσε που αφορούσε, ή μάλλον απέρρεε, από την παρουσία της φίλης που είχαμε συναντήσει, χαμένης σε συμπληγάδες εσωτερικές, μαζεμένες εκεί από χρόνια, απωθήσεις που δέθηκαν κόμπο, συναισθήματα βουλιαγμένα και αδιέξοδα, οιμωγές, ανάσες που πνίγηκαν προτού ακουστεί ο αχός τους. Ταλαιπωρία που χρόνιζε και δεν έβλεπα πως θα τελειώσει. Συχνά έχω μια δυσκολία να αντιμετωπίσω τον ανθρώπινο πόνο, ή μάλλον με κατέχει ένα είδος ευαισθησίας πού ίσως παίρνει σωματική μορφή. Το λέω γιατί αυτό που μου συνέβη μόλις άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου, ίσως έχει σχέση με την στενοχώρια που ένιωθα. Ένας πόνος διαπέρασε το αριστερό μου μάτι. Φυσιολογικά κάτι θα έσπασε, ένα μικρό αγγείο –τα αγγεία των ματιών είναι λεπτεπίλεπτα και εύθραυστα– και βρέθηκα να ενοχλούμαι από τα φώτα όταν κοιτούσα πάνω τους. Το απέδωσα στην νυχτερινή ψύχρα, στην απότομη αλλαγή θερμοκρασίας, στην ευαισθησία των ματιών μου –τελευταία έμπλεξα και με την φωτεινή οθόνη του υπολογιστή– και πηγαίνοντας σπίτι έβαλα λίγο φυσιολογικό ορό, μόνιμη τελευταία συνήθεια λόγω ξηροφθαλμίας, κατά την επιστημονική ορολογία, από την οποία πάσχω εδώ και μερικά χρόνια.

~.~

Ας μετακινηθούμε όμως, ας αλλάξουμε παραστάσεις που λένε. Κάθισα στο καφενείο του βιβλιοπωλείου “Ευριπίδης” στο Χαλάνδρι –αρχαία Φλύα– και έπιασα να γράφω σ’ ένα καφετί τετράδιο, που τα φύλλα του σαν ανάγλυφα με ραβδώσεις αντιστέκονται στη ροή του στυλού, στο μελάνι, στα σχήματα των γραμμάτων, των λέξεων, στους σχηματισμούς των παραγράφων, με τον ήλιο στα αριστερά μου να σχηματίζει μικρές λίμνες πάνω στα τραπέζια, ενώ από το μεγάφωνο ακουόταν η απαραίτητη τα τελευταία χρόνια μουσική, ευτυχώς αυτή τη φορά ρομαντική, νοσταλγική, αμερικάνικη ωστόσο.

~.~

Εν μέσω λοιπόν παλιών μελωδιών που θυμίζουν χριστουγεννιάτικες σε συνδυασμό με παλιά αμερικάνικα, ερωτικά φιλμ, αισθάνομαι καλύτερα, παρά την κοκκινίλα στο μάτι. Η γιατρός που επισκέφθηκα το πρωί μού έγραψε ένα καταπληκτικό φαρμακάκι χωρίς συντηρητικά –φιαλίδιο– που με τις δύο κιόλας φορές που έριξα, το μάτι πήρε επάνω του, ηρέμησε, ο πόνος υποχώρησε. Ξυπνώντας το πρωί φόρεσα στην κυριολεξία γυαλιά ηλίου μέσα στο σπίτι, με ενοχλούσε κάθε φωτάκι και κάθε φωτιστικό, άφησα για λίγο το μάτι έκθετο στις φωτιστικές ακτίνες ή ανταύγειες που έστελναν ένα-δύο λαμπιονάκια που μένουν αναμμένα για να σπάνε το σκοτάδι της νύχτας, όταν δεν είναι αναμμένο το καντήλι στο εικονοστάσι. Καθώς δεν είχα καλοξυπνήσει και σεργιανούσα μαγκωμένος και πονώντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, ή μάλλον από το κρεβάτι στην κουζίνα και στο σαλόνι-τραπεζαρία-γραφείο, έπαιζα κρυφτό με τα φωτάκια, νόμιζα πως βρίσκομαι πίσω από παραβάν, πανί, σκέπαστρο ή κάτι παρόμοιο και το φως αυτό το λιγοστό που εκπέμπανε τα λαμπιόνια μού έστελνε ριπές και οι ριπές χτυπούσαν το λαβωμένο μάτι και κάτι σαν σπασμός τιναζόταν μέσα του, ένα σκίρτημα, ένα πηδηματάκι, ένα είδος νευρικής κρίσης, και μετά ησυχία κι ύστερα ξανά ανάλογα με την μετακίνηση, την οπτική γωνία, την ποσότητα φωτός, το σκοτάδι. Τυλίχτηκα σε μία δίνη δυσανασχέτησης, άρχισα να αγωνιώ ότι δεν θα βλέπω για μέρες, θα πρέπει να φορώ μαύρα γυαλιά, δεν θα μπορώ να κινηθώ έξω από το σπίτι, γιατί θα κινδυνεύω να τυφλωθώ ή να επιδεινωθεί το πλήγμα, η πληγή ή ό,τι τέλος πάντων ήταν. (περισσότερα…)

Mαυρόκοκκο πιπέρι και μελανογράμματες μεζουζά*

*

Περπατώντας άσκοπα στην Jew Town, Kochin

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Βόλτα στην εβραϊκή συνοικία του Κοτσίν· στο Ματαντσερύ των Ολλανδοπορτογάλλων, στην ινδική άκρια της Αραβικής θάλασσας, μέσα στο γκρεμισμένο πια φρούριο του Κοτσίν. Πιο πέρα ο άγιος Φραγκίσκος, που καταπώς λένε πρώτος φιλοξένησε τα οστά του Βάσκο ντα Γκάμα, πριν αναπαυτούνε οριστικά στης Μπελέμ το ιερωνυμιτικό το μοναστήρι.

Μάταια ψάχνω για να βρω μια μεζουζά, σημάδι ότι ο χώρος ακόμα κατοικείται· όλα ανακαινίζονται, όλα μεταμορφώνονται σε μαγαζιά για τους τουρίστες.

Ο ήλιος χτυπάει κατακέφαλα κι ο ιδρώτας στάζει από παντού, η θερμοκρασία έχει προ πολλού ξεπεράσει τους 40° C. Πήρα τον δρόμο κάτω απ’ τη Συναγωγή και χώθηκα μες στα σοκάκια.

Σπίτια εγκατελειμμένα, σκεπές κυματιστά βουλιάζουν, χορτάρια διεκδικούν τη θέση τους. Σ’ άλλα, δίφυλλες ξύλινες θύρες ανοίγουν σε αίθρια όπου είναι μαζεμένα εργαστήρια ή -ως επί το πλείστον- αποθήκες μπαχαρικών. Από δω και κάτω το πιπέρι -μαύρο, ώριμο κι αψύ- τσούζει τα μάτια και πνίγει τα ρουθούνια. Κι όντως σ’ ένα από αυτά βλέπω τις γριές Ινδές να κοσκινίζουν το πιπέρι· τις φωτογραφίζω. Σε πολλές ισόγειες αποθήκες στοιβαγμένα τσουβάλια τα μπαχάρια.

(περισσότερα…)

Έμιλυ Ντίκινσον, «Ένιωσα μια κηδεία στο μυαλό μου…» και άλλα ποιήματα

 

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

Ένιωσα μια κηδεία στο μυαλό μου
και πίσω πλήθος, κοσμοσυρροή,
κι όλο περνούσε και περνούσε κι ήταν
τη σκέψη μου σαν να ποδοπατεί.

Κι όταν καθίσαν όλοι, η ακολουθία
σαν τύμπανο ήχησε εκκωφαντικό
κι όλο κροτούσε και κροτούσε κι ήταν
σαν να μου νάρκωνε το λογικό.

Τότε άκουσα ένα φέρετρο να υψώνουν
και όλα εκείνα τ’ άρβυλα, ξανά,
να τρίζουν σαν μολύβι στην ψυχή μου.
Τότε ο χώρος πήρε να βροντά,

σαν να ’ταν μια καμπάνα όλα τα ουράνια,
και ένα μονάχα αφτί ό,τι Υπαρκτό,
κι εγώ, και η σιωπή, μι’ άγνωστη ράτσα,
χάλασμα κι έρημο συντρίμι, εδώ.

Tότε έσπασε στον νου μου ένα σανίδι,
κι άρχισα κι έπεφτα, έπεφτα βαριά,
σε κάθε γλίστρημα και σ’ άλλον κόσμο,
ώσπου έπαψε και – τότε – ήξερα πια.

~.~ (περισσότερα…)

Μια ποιητική συνείδηση στο φως της Μεσογείου

του ΣΠΥΡΟΥ Ν. ΠΑΠΠΑ

Κώστας Μπουρναζάκης,
Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια,
Ίκαρος, Αθήνα 2020, σ. 88.

Ο Κώστας Μπουρναζάκης, έχει μια κάπως ιδιότυπη πορεία στην ποίηση. Οι στόχοι του, αν υπάρχουν τέτοιοι, είναι μάλλον διαφορετικοί από των δημιουργών εκείνων, που δημοσιεύουν με κάποια τακτικότητα ποιητικές συλλογές. Με χρονική απόσταση δέκα εννέα ετών, ανάμεσα στις δύο πρώτες συλλογές του: Αρχιπέλαγος (Ίκαρος, 1997) και Πρόσωπα και δοκιμασίες (Ίκαρος, 2016), παρουσίασε, προσφάτως, την τρίτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια (Ίκαρος, 2020).

Στη συλλογή αυτή περιέχεται και η ενότητα  Εννιά θαλασσινές μεταμορφώσεις, η οποία, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, είχε δημοσιευθεί, σε έκδοση «εκτός εμπορίου», το 2016. Είναι φανερό ότι στην περίπτωση του Μπουρναζάκη, η διαδικασία σύνθεσης και η δημοσίευση ποιημάτων δεν συνδέονται χρονικά. Και από αυτή τη σκοπιά, μάλλον δεν θα μας προκαλούσε έκπληξη, αν μαθαίναμε ότι στο «συρτάρι» του υπάρχουν και άλλα ποιητικά έργα που περιμένουν καρτερικά τη μελλοντική τους εκτύπωση.

Η συλλογή Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια αποτελείται από έξι ενότητες (ή σειρές) ποιημάτων: «Τα κρύσταλλα των ταξιδιών», «Καλειδοσκόπιο», «Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια», «Πορφυρωμένος Ίκαρος», «Εννιά θαλασσινές μεταμορφώσεις», «Συναντήσεις».

Σε μία πρώτη, γενική θεώρηση του βιβλίου αυτού, διαπιστώνομε ότι η νησιώτικη —και ακριβέστερα, η κρητική— καταγωγή του δημιουργού, έχει συμβάλλει ουσιαστικώς στη διαμόρφωση μιας ορισμένης αντίληψης του κόσμου και της ανάλογης μυθολογίας του. Κατά κάποιον τρόπο, φαίνεται να του προσέφερε συγκεκριμένο ποιητικό χώρο και ποικίλες δυνατότητες για την αισθαντικότητά  του. Tην επίγνωση ότι είναι μία ανθρώπινη ύπαρξη στην περιοχή της Μεσογείου, την περιοχή που συνυπάρχει προαιώνια με τις μορφές, τα σύμβολα, τις πνοές της αρχαϊκής γης και την ηγεμονία του ήλιου. Στην ποίηση του Μπουρναζάκη διακρίνεται ένας βαθύς, ανυπόκριτος θαυμασμός για τον κόσμο αυτό, για το κύμα πλούσιας ζωής που τον διαπερνά και περιβάλλει τα πάντα  με μία δυνατή αίσθηση αφθαρσίας και ελευθερίας. Σε τούτα, πρέπει να προστεθεί η ικανότητα του ποιητή να δίνει με πυκνότητα, μέσα στις πρωτότυπες, αλλεπάλληλες εικόνες του, όλα αυτά τα στοιχεία, δημιουργημένα με τον πλούτο της ζωγραφικής του φαντασίας, με πυκνούς λυρικούς σπινθήρες, με περιεκτικές συνδέσεις των βιωμάτων του, έχοντας τις αισθήσεις του σε διαρκή εγρήγορση. Όλα αυτά, δοσμένα σε μιαν ιδιαιτέρως μεγάλη γλωσσική έκταση και με ξεχωριστή ευστοχία, σημάδι βαθιάς και γόνιμης επαφής με τη «μητρική λαλιά». (περισσότερα…)

Ματτέο Νούτσι, Τα δάκρυα των ηρώων

*

Μετάφραση-Επιλόγισμα: Μαρία Φραγκούλη

~.~

Η   χ α μ έ ν η   ε π ο χ ή

Μόλις τον είδαν να φθάνει, το μουρμουρητό εξασθένησε και μια αφύσικη σιωπή έπεσε στον Κεραμεικό. Ορισμένοι είχαν την ίδια εντύπωση όπως πριν από έναν χρόνο, κατά την περίφημη έκλειψη ηλίου. Σαν η ζωή των ανθρώπων να έσβησε ξαφνικά. Μα στην Ιερά Πύλη και στο Δίπυλον, ο ουρανός ήταν διαυγής· ο Ηριδανός συνέχιζε να κυλά αργά στα δρομάκια της γειτονιάς των αγγειοπλαστών· και ο τσουχτερός άνεμος του Υμηττού περνούσε ανάμεσα από τα σπίτια, συνοδεύοντας το βορεινό αεράκι. Όλα ήταν όπως κάθε μέρα για τους Αθηναίους, εκείνο το πρωινό στο τέλος του χειμώνα. Εκτός από την τρομακτική σιωπή που είχε προσβάλει το πλήθος των παρευρισκομένων. Νέοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες, παιδιά, μέχρι και μερικοί ξένοι – που ήταν φίλοι ή συγγενείς, υποστηρικτές ή εχθροί. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στον άνδρα που προχωρούσε με μικρά βήματα κρατώντας ένα στεφάνι. Ο ισχυρότερος άνδρας της Αθήνας εδώ και τριάντα χρόνια. Ο άριστος της μεγάλης Ελλάδας που θα γινόταν μεγαλύτερη αν μονάχα ο πόλεμος εναντίον της Σπάρτης είχε τελειώσει γρήγορα και νικηφόρα. Το παρουσιαστικό του ήταν όπως πάντα. Πρόσωπο σμιλεμένο με συμμετρικές γραμμές, σαν έτοιμο μοντέλο για τα αναρίθμητα αγάλματα που θα τον αναπαριστούσαν σε αθάνατη στάση. Φαινόταν εκείνος που όλοι είχαν γνωρίσει. Άλλωστε, στις πιο δύσκολες περιστάσεις ήξερε να δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα ακόμη και τώρα που είχε φθάσει γι’ αυτόν η οριστική δοκιμασία; Ο λοιμός που έπληττε την Αθήνα εδώ και μήνες, για τον οποίο ο ηγέτης απήγγειλε έναν από τους πιο εξαιρετικούς λόγους του, τώρα δεν ήταν πια μια λέξη με την οποία κατακτούσε τα πλήθη ούτε μια πολιτική εμμονή· απλώς μοίραζε τον θάνατο. Ήρθαν λοιπόν όλοι εκεί, στον Κεραμεικό, γι’ αυτόν. Για τον Περικλή. Ο ηθικός οδηγός που ποτέ δεν υπέκυψε σε προκαταλήψεις και ανώφελους φόβους. Ο στρατηγός ο ικανός να καθησυχάζει τον λαό του όταν έχανε τον έλεγχο μέσα σε παράλογο φόβο. Ο ρήτορας που μπορούσε να τρομοκρατεί τους πολίτες όταν ήταν έρμαια ανάρμοστης τόλμης. Βρίσκονταν εκεί για να τον παρατηρήσουν, να τον διερευνήσουν στη δυσκολότερη στιγμή. Τον κοίταξαν σχεδόν δίχως να ανασάνουν, ενώ προχωρούσε προς τον τελευταίο από τους πεσόντες του. Κανείς δεν είπε λέξη, αργότερα όμως κυκλοφόρησαν ιστορίες. Σε κάποιον φάνηκε ότι έτρεμε. Κάποιος σκέφτηκε ότι δεν ήθελε πια να προχωρήσει κι ήταν έτοιμος να οπισθοδρομήσει. Εντούτοις, το στεφάνι που κρατούσε σφιχτά δεν πρόδιδε καμιά ταλάντευση των χεριών, τα σύντομα βήματα του πενθούντος άνδρα έμοιαζαν όντως με βήματα στρατιώτη. Διέσχισε τα τελευταία λίγα μέτρα με βραδύτητα. Μεγάλη βραδύτητα, σύμφωνα με κακόβουλα σχόλια. Μετά έφθασε μπροστά στο σώμα. Σταμάτησε. Ο λοιμός τού πήρε την αδερφή, τον πρωτότοκο γιο Ξάνθιππο, τους καλύτερους φίλους και πολλούς συγγενείς, εκείνος όμως ποτέ δεν υπέκυψε. Η ξακουστή σταθερότητα, η δύναμη της ψυχής που ήταν το καύχημά του, η ικανότητα να αντέχει χωρίς να φανερώνει τα συναισθήματά του. Η Αθήνα πάντα θαύμαζε αυτό το είδος ήρωα που την οδηγούσε στη δημοκρατική της πορεία. Τώρα, για τον Περικλή είχε φθάσει η κρίσιμη δοκιμασία. (περισσότερα…)

Ἀξιοπρόσεχτο δεῖγμα σύγχρονης πεζογραφίας

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ

Βασιλεία Γεωργίου,
Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του,
Μανδραγόρας, Αθήνα 2021

Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του. Ἔτσι ἐπιγράφεται ἕνας τόμος πού ἐκδόθηκε στό τέλος τοῦ 2021 ἀπό τίς ἐκδόσεις Μανδραγόρας.[1] Περιέχει τρία διηγήματα, ἀπό πενήντα ἕως ἑξήντα σελίδες τό καθένα, τά ὁποῖα ὀνομάζονται: «Σκιές», «Μιά παράξενη ἐρωτική ἱστορία», «Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του». Ἐδῶ θά σταθῶ στό τελευταῖο ἀπό τά τρία, στό ὁμώνυμο τοῦ τόμου, πού εἶναι ἀρκετό γιά νά χαρακτηρίσει ὅλη τή δουλειά τῆς πεζογράφου. Σημειώνω ὅτι ἔχει προηγηθεῖ τό πεζογράφημα Ἡ Ἕκτη Μέρα, ἀπό τίς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη τό 2015, πού φέτος ἔκανε δεύτερη ἔκδοση ἀπό τόν Μανδραγόρα.[2]

Λοιπόν τό διήγημα[3] «Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του» ἀφορᾶ τέσσερα πρόσωπα, τήν ἀνώνυμη ἀφηγήτρια, τόν Γιάννη, τή Δήμητρα καί τόν ἄντρα της Χρῆστο. Κύριο πρόσωπο εἶναι ἡ ἀφηγήτρια, πού ὅπως καί οἱ ὑπόλοιποι εἶναι γιατρός. Στό ἑξῆς θά τήν ἀναφέρω ὡς Α. Ἐκτός ἀπό τά πρόσωπα, τό διήγημα παρουσιάζει ὁρισμένο θεματικό ἔνδυμα. Μέ λίγα λόγια. Ὁ Γιάννης γιορτάζει τά γενέθλιά του σ᾿ ἕνα κέντρο. Τό βράδι περνάει καί παίρνει τήν Α μέ τό αὐτοκίνητό του γιά νά πᾶνε στό καπαρωμένο κέντρο. Στή διαδρομή τῆς λέει πώς θά ἔρθει καί ὁ Χρῆστος, μέ τόν ὁποῖο ἡ Α εἶχε στό πρόσφατο παρελθόν μιά αἰσθηματική περιπέτεια. Πράγματι ἔρχεται ὁ Χρῆστος μέ τήν ἕξι μηνῶν ἔγκυο γυναίκα του τή Δήμητρα. Ἡ Α, πού δυσανασχετεῖ, θέλει νά φύγει νωρίς. Τό ἴδιο καί ὁ Χρῆστος μέ τή Δήμητρα, πού τήν παίρνουν μέ τό αὐτοκίνητό τους. Οἱ δυό γυναῖκες συμφωνοῦν νά πᾶνε τήν ἑπόμενη μέρα στό κολυμβητήριο -ὁ Χρῆστος θά ἔχει 24ωρη ἐφημερία. Πράγματι τήν ἄλλη μέρα οἱ δυό γυναῖκες, ὁδηγώντας ἡ Δήμητρα, πηγαίνουν στό κολυμβητήριο. Πρός τό τέλος ἡ Α νιώθει πονοκέφαλο καί ἄλλα συμπτώματα, πού θυμίζουν ὑποτροπή τῆς νευροπάθειάς της, ἀπό τήν ὁποία βρίσκεται σέ ἀνάρρωση. Στό γύρισμα ἡ Δήμητρα τήν κρατάει στό διαμέρισμά της. Ἡ Α διαπιστώνει ὅτι πρόκειται γιά ἡμικρανία. Κοιμᾶται σέ ἕνα ξεχωριστό δωματιάκι τοῦ ζευγαριοῦ καί συνέρχεται ἀργά τή νύχτα. Φεύγει τό πρωί. Μετά ἀπό μερικές μέρες, νύχτα, ἡ Δήμητρα τῆς τηλεφωνεῖ ζητώντας ἄσυλο στό διαμέρισμά της. Ἡ Α δέχεται νά τή φιλοξενήσει.

Αὐτό εἶναι μέ λίγα λόγια τό ὑποτυπῶδες θεματικό κάλυμμα τοῦ πεζογραφήματος. Μέ μιά τόσο ἰσχνή ὑπόθεση φαίνεται, ἀπό πρώτη ἄποψη, πώς ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα χλιαρό ἀνάγνωσμα. Κι ὅμως, κάθε ἄλλο, παρά συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ἀντίθετα πρόκειται γιά ἕνα νευρῶδες ἀνάγνωσμα ἀξιοπρόσεχτο. Μιά ἔκπληξη, θά ἔλεγα, πού ὀφείλεται στήν εὐαισθησία μέ τήν ὁποία πραγματώνεται ἡ ἐσωτερική δράση τῆς ἀφήγησης. Οἱ βασικότεροι τρόποι μέ τούς ὁποίους σχηματίζεται τό κείμενο αὐτῆς τῆς δράσης εἶναι, καθώς πιστεύω, οἱ ἀκόλουθοι τρεῖς.

α) Ἡ σύνθεση δύο χρονικῶν στιγμῶν τοῦ τώρα καί τοῦ πρίν, ἔτσι πού ἡ παρελθοντική στιγμή νά προσδιορίζει καί νά ἐνισχύει τήν τωρινή καί ἀντίστροφα. Παράδειγμα. Ὅταν ἡ Α ξυπνάει στό ξεχωριστό, μᾶλλον ξενώνα, δωματιάκι τοῦ ζευγαριοῦ καί καταλαβαίνει πώς ἕνα ξεχαρβαλωμένο κατασκεύασμα ἐκεῖ ἀπέναντι, δέν εἶναι κάτι τέτοιο, ἀλλά εἶναι τό κρεβατάκι τοῦ μελλοντικοῦ μωροῦ τῆς Δήμητρας καί τοῦ Χρήστου, διαλογίζεται:

«Εἶχα ἀπομείνει μέ τό βλέμμα καρφωμένο στήν κούνια καί τίς σκιές της καί ἕνα μελαγχολικό βάρος πίεζε τό μέτωπό μου, ἴδιας ποιότητας καί ἔντασης μέ αὐτό πού ἔνιωθα κάθε φορά πού μιά ἀσήμαντη ἀφορμή ἐπισφράγιζε τήν ἀπόρριψή μου ἀπό τόν Χρῆστο. Ὅλες ἐκεῖνες οἱ στιγμές στροβιλίστικαν πάλι στό μυαλό μου σέ μιά ἀέναη, μαρτυρική ἐπανάληψη, ἡ ὄψη τοῦ μωρουδίστικου κρεβατιοῦ ἀντιπροσώπευε τό ἀπόσταγμα τῆς θλίψης πού μέ βάραινε σέ ὅλην αὐτήν τήν ἱστορία.»

Κι ἕνα δεύτερο παράδειγμα. Ἡ Α διακρίνει πώς ἡ Δήμητρα κάποια στιγμή, μέσα στό σαλόνι της, σιγανοκλαίει. Δέν ἤξερε τί νά κάνει κι ἀκολούθησε μιά βασανιστική σιωπή. (περισσότερα…)

Μελέτες για ένα πολύτροπο έργο

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Χριστίνα Αργυροπούλου, Καζαντζακικά μελετήματα:
Νίκος Καζαντζάκης ένας χαλκέντερος και πολύτροπος
δημιουργός, Εκδόσεις Έναστρον, Αθήνα 2020, σ. 390.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος διατείνεται ότι «Για να δώσουμε τον Καζαντζάκη όπως είναι, πρέπει να συνεργαστούμε κι οι τρεις: Ο Καζαντζάκης, ο εκτιμητής μελετητής του κι ο αναγνώστης του. Είναι από τους συγγραφείς που πρέπει να τους βοηθήσεις στην εξομολόγησή τους. Να κοιταχτείς μαζί τους πρόσωπο με πρόσωπο. Το ενδιαφέρον τους δεν βρίσκεται στην κραυγή τους, αλλά και στον τρόπο, που στριφογυρίζει και αγωνίζεται το στόμα τους για να εκστομίσει αυτή την κραυγή.»[1]. Νομίζω ότι αυτό κάνει και η Χριστίνα Αργυροπούλου, παρακινώντας κι εμάς να κοιταχτούμε πρόσωπο με πρόσωπο με τον πολυσχιδή δημιουργό. Η ίδια το πράττει εδώ και χρόνια ως λάτρις του συγγραφέα, μελετήτρια του έργου του και εισηγήτρια συνεδρίων γι’ αυτόν. Το 2008 επιμελήθηκε το βιβλίο Νίκος Καζαντζάκης και εκπαίδευση[2], όπου συνέγραψε το κεφάλαιο: «Ο Καζαντζάκης και η παιδική λογοτεχνία». Το παρόν βιβλίο αποτελεί ακριβώς το απόσταγμα αυτής της μακροχρόνιας μελέτης.

Η Χριστίνα Αργυροπούλου θεωρεί ότι «Ο Καζαντζάκης εσκεμμένα ταυτίζει το ανθρώπινο με το θείο, το πραγματικό με το φανταστικό, τον παππού με την Ανάληψη του Χριστού…» (σ. 91), θεωρεί ότι μετουσιώνει στο έργο του τις φιλοσοφικές επιδράσεις του Νίτσε επισημαίνοντας ότι «στην Ασκητική περνάει από την υπέρβαση, από τον παντοδύναμο άνθρωπο, στο τίποτα, στο μηδέν» (σ. 92). Τον αποκαλεί «κυνηγό ιδεών», που ως άλλος Οδυσσέας ταξιδεύει, αναζητάει, οραματίζεται, παθιάζεται, απογοητεύεται, αναζητά δύναμη από τις κρητικές ρίζες του. (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Ἀφιερώσεις

*

Κατά τόν τρόπο τοῦ Υβ Μπονφουά

Γιά τίς τσουκνίδες καί τίς πέτρες.
Πλανήθηκα καί χάθηκα. Κι’ οἱ λέξεις βρίσκουν
δύσκολα τόν δρόμο τους μές στή φριχτή σιωπή.
Γιά τίς σωτήριες καί ὑπομονετικές λέξεις. *

Γιά κεῖνο τό μακρινό πού ἄφησε μιά χρυσή οὔγια λύπης σάν σύννεφο τῆς Δύσης.

– Γιά τούς φίλους πού ἄργησαν κι ὅταν ἦρθαν γέμισε ὁ κῆπος σκιές.

– Γιά τόν γρύλο καί τό τριζόνι πού δέν κάηκαν καί περίμεναν τήν ἡσυχία τοῦ Ὀκτωβρίου.

– Γιά τό φῶς ἀνάμεσα στά κλαδιά τῆς κυπαρισσιᾶς γαλανό.

– Γιά τή φλογέρα καί τό σουραύλι κάτω ἀπό τήν κεκαυμένη ζώνη. Φυσᾶνε ἀνάσες μέσα ἀπ’ τά φιλντισένια ὀστά τῶν νεκρῶν. (περισσότερα…)

Η ειρωνική γραφή και ο κίνδυνός της

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γιώργος Λίλλης,
Το χάπι μούρτι-μπινγκ,
Ενύπνιο, 2021

Το χάπι μούρτι-μπινγκ, η όγδοη συλλογή του Γιώργου Λίλλη, έλκει τον τίτλο της από την «Αιχμάλωτη σκέψη» του Τσέσλαβ Μίλος. Εκεί το χάπι της ακηδίας, της λήθης εξασφαλίζει στον λήπτη την απαραίτητη προσαρμογή που επιτρέπει την επιβίωση σε ολοκληρωτικά πολιτικά περιβάλλοντα. Εδώ, σε ένα λόγο πεζολογικό που κυμαίνεται μεταξύ ειρωνικής απόστασης και θυμωμένου χλευασμού, απερίφραστα κατά το πλείστον καταγγελτικού, ο Λίλλης απεικονίζει την ανταπόκριση του υποκειμένου στην δυστοπική κοινωνική συνθήκη του σύγχρονου κόσμου. Σε σχέση με αρκετές από τις παλαιότερες συλλογές του, εκτός από τον Ανθρωπο τανκ, εδώ εγκαταλείπει τον πλατύ ενδοσκοπικό μονόλογο και τον ενίοτε ελεγειακό αυτοοικτιρμό, για να καταγράψει πάλι τα πάθη του εγώ στερημένου από λόγια και από ψευδαισθήσεις. Γι’ αυτό και ο λόγος γίνεται πιο κοφτός, ευσύνοπτος, γειωμένος στο ρεαλισμό της καθημερινής ομιλίας. Υπάρχουν βέβαια στιγμές που ολισθαίνει σε μια πιο συγκινημένη αισθηματικότητα ή σε μια ακριβολογία χωρίς ποιητική μετουσίωση που καθιστά το κείμενο μια καταγραφή του καθημερινού μουρμουρητού που ο καθένας από εμάς πιάνει τον εαυτό του να εκφέρει, παραζαλισμένος από την ακατανόητη φορά του εαυτού και του κόσμου. Γενικά, όμως, σε αυτή τη δουλειά, αποψιλώνει το κείμενο από τις συνήθεις λογοτεχνικές στρατηγικές (οικονοποιία, μεταφορά κ.λπ.) και επιλέγει τη μονολογική καταγραφή ή την αυθάδη ρητορική απεύθυνση σε ένα εσύ που μπορεί να είναι ο αναγνώστης, οι κλειδοκράτορες του κόσμου, κειμενικά προσωπεία ή μυθικές περσόνες. Ας δούμε ένα παράδειγμα:

«Το χάπι μούρτι-μπινγκ»
 
τελικά έμαθα να μιλώ τη γλώσσα σας
να συνυπογράφω με το χέρι στην καρδιά
τις καταδίκες σας
να βγάζω παραδάκι πουλώντας
τα συγχωροχάρτια σας
είμαι αυτός που έμαθε να γελά με τα αστεία σας
ο κομψός κύριος
με τους καθωσπρέπει τρόπους
περήφανος κηρύσσω δημόσια την άνοιξη
πίνω το χάπι σας
κάποτε είχα τρομερό λόξυγγα
όταν ξεστόμιζα ψέματα
τώρα η αλήθεια μού προξενεί ασφυξία
[…]
κάποτε είχα ασφυξία στον ολοκληρωτισμό
τώρα ψηφίζω αδιστάκτως
τις πρόκες και τα καρφιά σας
και χορεύω, ω ναι, χορεύω
μπροστά στις κάννες
ξεχνώντας πως ήσασταν πάντα
καλοί στο σημάδι  (περισσότερα…)

Το κυριαρχικό περιεχόμενο της έννοιας του εξορθολογισμού

 

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Επιχείρημα. Ο ρόλος του δεν είναι να πείθει θετικά ή να μεταπείθει, αλλά να απομακρύνει εσφαλμένες ιδέες και προκαταλήψεις.
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ

Η έννοια «εξορθολογισμός» συνοδεύει οποιαδήποτε ενέργεια των σύγχρονων πολιτικών αρχηγεσιών που έχουν ασκήσει εξουσία τα τελευταία 25 χρόνια στην χώρα. Πρόκειται για έννοια η οποία χρησιμοποιείται ως το αλάθητο θεωρητικό σχήμα το οποίο προσεγγίζει εξ αντικειμένου την αλήθεια και συνεπώς επιβάλλει την πρέπουσα και αναγκαία λύση σε κάθε κατάσταση της πραγματικότητας. Έχει την χρήση ενός μοναδικού κλειδιού το οποίο ανοίγει με μαγικό τρόπο όλες τις κλειδωνιές. Στο μυαλό των περισσότερων απ’  όσους χρησιμοποιούν την έννοια αυτή με τον συγκεκριμένο τρόπο, δημιουργείται η πεποίθηση ότι κατέχουν ένα φοβερό και α-μαχητό επιχείρημα με το οποίο κατατροπώνουν τους αντιπάλους τους. Όμως κανένας από τους προτάσσοντες το φοβερό αυτό επιχείρημα δεν σκέφτηκε να ανατρέξει στο περιεχόμενο της έννοιας το οποίο επί της ουσίας την περιγράφει και την καθορίζει. Εκτός και αν υπάρχει η εντύπωση ότι το περιεχόμενο της έννοιας της ορθολογικότητας υπάρχει εξ αντικειμένου, διαχρονικά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε θεώρηση. Ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά το ζήτημα[1].

Θα αρχίσουμε την γενική τοποθέτηση υποστηρίζοντας ότι πάντοτε η ορθολογικότητα αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης συμβίωσης. Αποτελεί μια πραγματικότητα που αρχικά συγγενεύει με κάθε πραγματικότητα του κοινωνικού ή ανθρώπινου είναι. Η ορθολογικότητα υπό την ευρύτατη και βασική έννοια είναι το γνώρισμα που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα του ζωικού βασιλείου. Είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Ο Λόγος είναι πάντα το πιο κοφτερό όπλο για τον άνθρωπο, αφού ο άνθρωπος ανέκαθεν θεώρησε τον Λόγο ως την απόδειξη της υπεροχής του απέναντι στα υπόλοιπα ζώα. Υπό αυτήν την άποψη η πραγματοποίησή της δεν απαιτεί ιδιαίτερες προσπάθειες εκ μέρους του ανθρωπίνου είδους. Είναι πανταχού παρούσα στις ανθρώπινες υποθέσεις με αποτέλεσμα να έχει έναν πολύ γενικό χαρακτήρα και κάθε εξειδίκευσή της προς την κατεύθυνση υπαγωγής της σε κανόνες δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τις πρώτες προσεγγίσεις οι οποίες για να έχουν μια αντικειμενικότητα πρέπει να παραμείνουν σε μη δεσμευτικούς τύπους.

Η πραγμάτωση «της ορθολογικότητας» κατά τρόπο απόλυτο, απαιτείται να στηριχθεί σ’ έναν ορισμό που να μην περιλαμβάνει όρους οι οποίοι να χρήζουν ερμηνείας[2]. Όμως όλες οι θεωρίες της ορθολογικότητας που προτάσσουν αξιώσεις μοναδικότητας και κανονιστικές επιδιώξεις περιέχουν πάντοτε τέτοιους όρους. (περισσότερα…)