*
της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
~.~
Στον Σωτήρη Δημητρίου,
που μου έδειξε τον τρόπο
Από ό,τι φαίνεται, διαφιλονικούμενο έδαφος στις διμερείς μας σχέσεις δεν υπήρξε μόνο η ποίηση, αλλά και η ζαχαροπλαστική.
Όλα ξεκίνησαν, όταν η Νταίζη έπεσε πάνω σ’ ένα άρθρο επιστημονικής, κατά τα άλλα, κρίσης περιοδικού Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού, όπου Τουρκάλα ακαδημαϊκός εγείρει την προβληματική της περί της υβριδοποίησης των εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη στην κατ’ αυτήν «αυθαίρετη εθνικοποίηση» του μπακλαβά σε ευρωπαϊκά fora, όπως το Café d’ Εurope, από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ουσιοκρατία του είδους, σε ένα ευκρινώς αποδομητικό πλαίσιο, μου θυμίζει, πρωτίστως, τον διάλογο που επαναλαμβάνεται σε διαφορετικούς χωροχρόνους, όταν ιθαγενείς των τριών κρατιδίων χρειαστεί να αλλάξουν, περιστασιακά, χώρα:
— Πιάσε έναν ελληνικό.
— E;
— Έναν κυπριακό φέρε μου.
— Tι;
— Έναν τούρκικο!
— Α…
Η αλήθεια είναι πως σε αρχεία του Τοπ Καπί απαντούν συνταγές για τον μπακλαβά, ο οποίος διαδόθηκε, μαζί με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε πολλές από τις κατακτηθείσες περιοχές.
Στην τουρκική γλώσσα, μαθαίνω, ο μπακλαβάς έχει δοξαστεί από τη λαϊκή μούσα, περνώντας αβίαστα σε παροιμίες και ιδιωματικές εκφράσεις. Πολλά δε ποιήματα φέρονται να έχουν εμπνευστεί θεματικά από αυτόν.
Ράγισε απόψε η καρδιά
με το μπακλα-α-βαδάκι
Ειδολογικά, επίσης, στο φίλον του κειμένου τούτου είδος της σάτιρας κατά την οθωμανική περίοδο, σύμφωνα με σχετική μελέτη, ο μπακλαβάς απαντά ως συχνό λογοτεχνικό μοτίβο.
Πάρε τηλέφωνο τον μπακλαβά…
Εκτός βέβαια από εμάς, για τον μπακλαβά ερίζουν Λιβανέζοι, Αρμένιοι, Βούλγαροι, ευρύτερα Βαλκάνιοι, Άραβες και λαοί της Ανατολικής Μεσογείου. Κατά μερικούς, το γλυκό έχει ως καταγωγική έδρα την Υεμένη. Αρχικές εκδοχές του αποδίδονται σε νομαδικούς λαούς της Κεντρικής Ασίας ή στην ιρανική κουλτούρα, σε μια γεωγραφική περιοχή που εκτείνεται από το Αζερμπαϊτζάν μέχρι και το Αφγανιστάν.
Στο βιβλίο Η γλώσσα του Μπακλαβά, μετανάστρια από την Ιορδανία στην Αμερική καταθέτει τον δικό της νόστο εν είδει απομνημονεύματος.
Στα καθ’ ημάς, ιστορικός του αδελφού κρατιδίου κατέδειξε ότι στο Βυζάντιο καταναλωνόταν ήδη επιδόρπιο συγγενικό με τον μπακλαβά, το οποίο εξακολουθεί να παρασκευάζεται με την ίδια ονομασία στη Λέσβο, ενώ στο βιβλίο του Γύρω από το Ρωμαϊκό Τραπέζι στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Σικάγου ο ιστορικός τροφίμων Πάτρικ Φάας αναφέρει πως «Έλληνες και οι Τούρκοι εξακολουθούν να διαφωνούν για το ποια πιάτα ήταν αρχικά ελληνικά και ποια τουρκικά. Ο μπακλαβάς, για παράδειγμα, διεκδικείται και από τις δύο χώρες. Η ελληνική και η τουρκική κουζίνα βασίζονται στη μαγειρική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία ήταν συνέχεια της μαγειρικής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».
Περίπου, επίσης, κατά την 8η χιλιετία π.Χ. ευρήματα καταγράφουν πως οι Ασσύριοι παρασκεύαζαν ήδη ένα έδεσμα πολύ παρόμοιο με τον μπακλαβά.
Εντοπίζω, επίσης, τον ΠΟΠ μπακλαβά στην τουρκική πόλη Γκαζιαντέπ, τέως Αϊντάμπ, προ δηλαδή της το 1923 ολοκληρωτικής τουρκοποίησης της Αρμενίας της Κιλικίας, παρά την οποία ήκμασε επίσης στα ελληνιστικά χρόνια η Αντιόχεια του Ταύρου.
Έρως και Ψυχή, Ωκεανός και Τηθύς, Δαίδαλος και Ίκαρος, Αντιόπη και Σάτυρος, Μητίοχος και Παρθενώπη, η Αρπαγή της Ευρώπης και η ζώσα του Ρε Πυγμαλίωνος πνοή, Γαλάτεια, είναι μόνο μερικές από τις περίφημες παραστάσεις που μπορεί να δει κανείς στο Μουσείο Ψηφιδωτών Ζεύγματος της πόλης.
Καμάρι δε του Γκαζιαντέπ, η «Γυφτοπούλα», χρονολογούμενη στον 2ο αι. μ.Χ., παριστά κορίτσι που, για το αινιγματικό του βλέμμα, το είπαν και «Μόνα Λίζα της Ανατολής». Εικάζεται πως απεικονίζει τη Γαία, απαρχή κάθε Δημιουργίας, συμπεριλαμβανομένων και των θεών, άρα και των κατοίκων της Γκαζιαντέπ. Ωστόσο, προτιμώ την ερμηνεία που, στηριζόμενη στα άνθη κισσού και αμπέλου, διάκοσμο του ανήσυχού της βλέμματος, που αχνοφαίνονται στα αριστερά της ευγενούς της κάρας, την καλεί Βάκχη ή μαινάδα, που πιθανότατα απετέλεσε το αρχέτυπο επί του οποίου η ηρωίδα μου Νταίζη έχτισε τον χαρακτήρα της, κοιτάζοντάς με εκνευριστικά σχεδόν επίμονα, από όποιο σημείο του δωματίου κι αν γυρίσω, ενόσω γράφω.
ὦ κοινὸν αὐτάδελφον
Η ρητορική των κατοίκων της πόλεως σε ντοκιμαντέρ που παρακολούθησε η Νταίζη ως προς την αυθεντικότητα –αναντάμ παπαντάμ– του δικού τους μπακλαβά ενθυμίζει για λίγο στη Νέλλη, περσόνα για την οποία προσώρας δεν μπορώ να πω παραπάνω, την κεκαλυμμένη ουσιοκρατία στο μεταδομιστικό, κατά τα άλλα, άρθρο της προαναφερθείσας Τουρκάλας ακαδημαϊκού, όπως και σε παρόμοιας προβληματικής κείμενα που δοξάστηκαν στο λογοτεχνικό πάνθεον της Δημοκρατίας.
Σε τσελεμεντέ του αδελφού κρατιδίου, το οποίο μαστίζει ως φαίνεται αιωνίως ο διχασμός, πιστοποιημένη ονομασία προέλευσης διεκδικούν σθεναρά διάφορες εντόπιες παραδόσεις:
Μπακλαβάς πολίτικος
Μπακλαβάς γιαννιώτικος
Μπακλαβάς με φιστίκι Αιγίνης
Μπακλαβάς με καρύδια Σερρών
Μπακλαβάς με σύκα Ταξιάρχη (Ευβοίας)
Ρολά μπακλαβά με μέλι ορεινών κοινοτήτων
Μπάρες μπακλαβά με καρύδια Λαμίας
Μπακλαβάς με σοκολάτα Ντουμπάι
Η Νταίζη, επειδή έχει πάντα στην τσάντα της τα βιβλία που έχει κουβαλήσει –έναντι αδρού, φυσικά, αντιτίμου– με φορτωτική από τα φοιτητικά της χρόνια στη Γαλλία, με παραπέμπει, επιλύοντας προς στιγμήν τις απορίες μου, στον αγαπητό στους Συγκριτολόγους συγγραφέα των Παλιμψήστων, Ζεράρ Ζενέτ:
Θα τον φτιάξει καλύτερα όποιος τον φτιάξει τελευταίος!
Τη μεταφυσική του μπακλαβά και ενίοτε του αγρινού, που κυκλοφορούσε σε μπλουζάκια Δημοκρατών και από τις δύο κοινότητες της χώρας, την έβλεπε συχνά κι η Νταίζη σε λογοτεχνικά βιβλία, ως έμβλημα μιας κοινής, ούτως ειπείν, ιθαγενούς ταυτότητας.
Με τέτοια γλυκά νόμιζαν μερικοί ότι θα επέλυαν ακόμα και το εθνικό μας πρόβλημα. Περιφέρονταν ως περιστέρια της ειρήνης συχνά-πυκνά στην Πράσινη Γραμμή, κουβαλώντας μπακλαβάδες και ψήνοντας καφέ στη χόβολη, ξεσπώντας σ’ αγκαλιές με δακρύβρεχτα σιρόπια, ρίχνοντας, προς το τέλος περίπου του προγράμματος, και κάνα καλαματιανό.
Όταν δεν τιτίβιζαν στο Σπίτι της Συνεργασίας, τα Περιστέρια φτεροκοπούσαν πάνω από τους αιθέρες, μαζί με ντρόουν της γείτονος και οπλισμένα μαχητικά. Στην ελεύθερη ειδικά πλευρά της Δημοκρατίας, ανυπαρξία δουλοκτητών, αποικιοκρατών και αυτοκρατορικών βλέψεων εντός των πολιτών της οικείας κοινότητας, έπαιρναν με τις πέτρες τους ήρωες του Αγώνα, την Ορθοδοξία και την εθνική αυτοδιάθεση.
Τα γλυκά υπήρξαν πράγματι πρόσφορος τρόπος ανταλλαγής ιδεών ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη. Η διπλωματία του χαλβά μεσουράνησε για ένα διάστημα, ειδικά μετά από την επίσκεψη του Πρωθυπουργού του αδελφού κρατιδίου στην Πόλη. Για λίγο καιρό ο χαλβάς της Εμινές ανήχθη σε σύμβολο ενότητας και γέφυρα πολιτισμού. Ο εθνικός μας σεφ Άκης Πετρεντζίκης έγινε μάλιστα πρωτοσέλιδο στα γειτονικά μέσα ενημέρωσης, επειδή ζήτησε άδεια για να μεταφέρει την παρασκευή της συνταγής σε εθνικό έδαφος. Με την παρέμβαση, όμως, της Πύλης, το αδελφό κρατίδιο έφτιαξε τον σωστό χαλβά, παρακολουθώντας προσεκτικά το βίντεο της Χανούμ Μπουρέκ και το σχετικό συνοδευτικό υλικό που μας απέστειλε:
Δεν παχαίνει, ομορφαίνει!
Η ίδια αποκάλυψε μάλιστα και το μυστικό συστατικό που έλειπε από τη συνταγή, εντοπίζοντας τα ατοπήματά μας ειδικότερα στο στραγάλι, έχοντας επιστρατεύσει ένα επιτελείο από μαγείρους και παραμάγειρες, που λειτουργούν ως κέντρο έρευνας και ανάπτυξης στο Σαράι, διαπιστευμένους, λέει, για την προπαρασκευή των γευμάτων των υψηλόβαθμων επισκεπτών του — non finta.
Η ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΜΙΝΕΣ
½ λίτρο νερό
14 κουταλιές μέλι
250 γραμμάρια βούτυρο
250 γραμμάρια τριμμένο στραγάλι
Για το φινίρισμα: Mια κουταλιά παγωτό καϊμάκι
Στα νοικοκυριά του αδελφού κρατιδίου επικράτησε γενικά χαμός κι όλοι πάσκιζαν να διορθώσουν τη συνταγή. Στα τηλεοπτικά πλατό στήθηκαν παντού πάγκοι με σιροπιαστά και τα ρεβίθια ανέκτησαν την παλιά τους δόξα. Το στραγάλι για τον χαλβά ξεπέρασε σε ζήτηση τα σκυλάδικα και τα βίγκαν εστιατόρια. Οι αγρότες στη Θράκη, τη Στερεά και τη Μακεδονία απαλλάχθηκαν οικειοθελώς από τις επιδοτήσεις του Κλαμπ. Τα μπλόκα στις εθνικές οδούς λύθηκαν ως διά μαγείας. Τα ξηροκαρπάδικα δεν πρόφταιναν να φουρνίζουν κι η Κομοτηνή ξαναβρήκε τ’ αλλοτινά της μεγαλεία.
Η πρωθυπουργική οικογένεια προχώρησε σε μια κίνηση ματ, βγάζοντας έξω το βαρύ πυροβολικό, αντιπροτάσσοντας στον χαλβά το παραδοσιακό της ετέρας Μεγαλονήσου γαλακτομπούρεκο. Ευτυχώς, το διπλωματικό επεισόδιο τελικά απεφεύχθη, με την ανταλλαγή βιβλίων μαγειρικής.
Εμινέ-Μαρίκα, σημειώσατε Χ.
Ο στραγαλάτος της Εμινές άφησε ομολογουμένως εποχή στα διπλωματικά μας πράγματα.
Στο πικνίκ στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, εν έτει 2020, η Εμινέ, διαβάζω, έφαγε τελικά μπακλαβά, προς απογοήτευση των λάτρεων του εκμέκ, που συνήθως σερβίρεται στα δείπνα των συνομιλιών. Στραγαλατζήδες και χαλβατζήδες έπεσαν από τότε σε μαρασμό. Οι καλλιεργητές ρεβιθιού κήρυξαν εθνικό πένθος. Το ’ριξαν όλοι στο φύλλο κρούστας και στο φιστίκι.
Εκτός από το Λευκό Παλάτι, με χρυσά κουτάλια στο αδελφό κρατίδιο έτρωγαν, απ’ ό,τι φαίνεται, πρόεδροι συνεταιρισμών, συντονιστές ευρωπαϊκών πόρων, κομματικά στελέχη και επαρχιακοί παράγοντες. Φραπέδες και Χασάπηδες έβγαιναν στις τηλεοράσεις με τα γίδια και τα γιαταγάνια, διανθίζοντας τις μέρες μας με Πόρσε, Φερράρι, λαχεία και τυχερά πλυντήρια. Η γλώσσα μας εμπλουτίστηκε, κυρίως, με νεολογισμούς και βελάσματα και η διαδικασία ανέδειξε σύμπαντα τον λαϊκό μας πλούτο και την κληρονομιά των οπλαρχηγών της Επανάστασης.
Διανομούμενοι αγρότες μιλούσαν για αναγκαστικές απολυτηριώσεις –όταν δεν επικαλούνταν το διτσαίωμα σιωπής– στην κοινή ομολογουμένη γνώριζαν αγγλικά και γερμανικά απλύστως, και, όπως έχω προοπεί, διακόπτοντας τον ορμό της σκέψεώς μου, τα μοσχάρια τα οποία παχαίνονταν διέθεταν όλα πιστοποιητικά υγειινότητος και δεν χρειάζονταν περαιτέρα ελέγχους διά τους νόμιμους –και επαναλαμβάνω– νόμιμους αποζημιώσεις τους οποίους ελάμβαναν.
Οι διάλεκτοι της περιφέρειας έλαμψαν, ενώ ειδικά για τους κατοίκους της Δημοκρατίας, και δη για ανερχόμενους γλωσσολόγους και λογοτέχνες, εκδόθηκε σχετικό ανακοινωθέν της Εθνικής Αρχής Μιμιδίων:
Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο μπαλέτο.
*
*
*
