Αγάθη Γεωργιάδου, Ο Σεφέρης και η γαλήνη των κύκνων

 *

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 6 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Από τις 23 Δεκεμβρίου ώς την Πρωτοχρονιά γράφουν διαδοχικά οι Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Οι κύκνοι με το λευκό, άσπιλο χρώμα τους, στην ποίηση του Σεφέρη έχουν αρνητικά συμφραζόμενα. Η συνειρμική διασύνδεσή τους με το κύκνειο άσμα, ο κυρτός λαιμός τους που μοιάζει με το δρεπάνι του χάρου, η φυσική τους στάση, το λευκό τους χρώμα που σε κάποιες κουλτούρες είναι χρώμα πένθους, αποτυπώνουν τη βαρυθυμία, ίσως και την οργή, του ποιητή στις παρυφές της έκρηξης του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, αφού, ως διπλωμάτης, προέβλεπε πως ο πόλεμος δεν θα αργούσε να γενικευτεί. Και καθώς η ανθρωπότητα σιωπούσε βυθισμένη στη ‘γαλήνη του ύπνου, οι κύκνοι με την παγερή κι αγέρωχη ομορφιά τους μεταμορφώθηκαν με την τέχνη του σε σύμβολα θανάτου». (Α.Γ.)

*

*

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Ο Σεφέρης και η γαλήνη των κύκνων

Πουλιά κάθε είδους φιλοξενούνται στους στίχους του Σεφέρη: τσίχλες, παγόνια, γλάροι, δακρυσμένα πουλιά, πουλιά με σπασμένη φτερούγα, άσπρα, μαύρα και κόκκινα περιστέρια, τυφλά περιστέρια, κοράκια και κύκνοι, με ποικίλες σημασιολογικές υποδηλώσεις και συμβολισμούς. Στην ανακοίνωση αυτή θα μας απασχολήσουν οι κύκνοι, στους οποίους αναφέρεται ο ποιητής σε συνάρτηση συνήθως με μια δηλωμένη ή υπονοούμενη «γαλήνη». Ο κύκνος είναι ένα ευρύτατα διαδεδομένο σύμβολο στην παγκόσμια λογοτεχνία, που εκπροσωπεί κυρίως την εσωτερική ομορφιά, την πνευματικότητα, την ποιητικότητα, το φως και την αγνότητα.

Και δεν είναι παράξενο που τα πτηνά αυτά ελκύουν την προσοχή του Σεφέρη με την εξέχουσα ομορφιά τους λόγω –συνήθως– του κατάλευκου χρώματός τους (αν και υπάρχουν και μαύροι κύκνοι), του κυρτού λαιμού τους, της αγέρωχης στάσης τους, του δυναμικού πετάγματός τους και του τελευταίου μελωδικού τραγουδιού τους, του «κύκνειου άσματος»[1].

Οι κύκνοι αναφέρονται σε έξι ποιήματα του Σεφέρη. Δύο αναφορές είναι στον αστερισμό του Κύκνου[2], ενώ οι λοιπές βρίσκονται σε δύο ενότητες του Μυθιστορήματος, Α΄ και Ζ΄ (1935), στο Τετράδιο Γυμνασμάτων, 1928-1937 (1940) στα ποιήματα «Ο κ. Στράτης ο Θαλασσινός – 5. Άντρας» και Επιφάνια, 1937», στο Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄ (1940) στο ποίημα «Η απόφαση της λησμονιάς» και στο Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄ (1955) στην «Ελένη», στη μεταφορική έκφραση «για το πούπουλο ενός κύκνου», που μπορεί να υποδεικνύει «το άδειο πουκάμισο», τα κούφια ιδανικά, «τα κίβδηλα και ασήμαντα»[3], λόγω της ελαφρότητας του πούπουλου, ή και να παραπέμπει στη λεπτή ομορφιά της Ελένης. Στην υπόλοιπη ποίηση του Σεφέρη δεν εντόπισα κάποια αναφορά.

Στο Μυθιστόρημα, Α΄ οι κύκνοι με τα «άσπιλα φτερά» «πληγώναν» τον ποιητή και τους «συνταξιδιώτες» του (στ. 12: «Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι / βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ / τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν».). Το επίθετο «άσπιλος», που σημαίνει άμεμπτος, αψεγάδιαστος κι αγνός, απαντάται μόνο δύο φορές στη σεφερική ποίηση[4]. Και στις δύο περιπτώσεις χαρακτηρίζει τους κύκνους. Για ποιο γνώρισμά τους χαρακτηρίζονται άσπιλοι; Και γιατί, παρά την άψογη ομορφιά τους τα φτερά τους πλήγωναν τον ποιητή και τους συνταξιδιώτες του;

Στην πρώτη στροφή ο αφηγητής και οι συνοδοιπόροι του βρίσκονται σε τοπίο ελληνικό, μεσογειακό, βυθισμένοι για τρία χρόνια[5] σε ενδότερες εναγώνιες αναζητήσεις. Ο «άγγελος» που περίμεναν μάλλον δεν ήρθε[6] και άρχισε η περιπλάνηση[7] με την επιστροφή «στα σπίτια τους» κι έπειτα σε ξένες χώρες, στον ομιχλώδη βορρά και στην ανατολή, όπου τους τρέλαινε o δυνατός αγέρας[8]. Οι κύκνοι με τα αψεγάδιαστα φτερά έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους ανήμπορους ταξιδευτές που έχουν ρημαγμένα, τσακισμένα φτερά και τη γεύση της σκουριάς και της αρμύρας στο στόμα. Όπως είναι γνωστό, ο Σεφέρης τέσσερα χρόνια πριν από τη μικρασιατική καταστροφή και δύο μετά βρισκόταν με την οικογένειά του στο Παρίσι και αμέσως μετά για ένα χρόνο στο Λονδίνο (1924-1925), όπου το κλίμα τον «αποξενώνει», συναίσθημα που μετατίθεται στην ψυχρή και περήφανη ομορφιά των κύκνων. Αν το βιωματικό υλικό έχει κάποια σημασία, ο ποιητής δεν φαίνεται να συμπαθούσε τους κύκνους, γιατί τους έβλεπε ως περήφανα και «περισπούδαστα» πτηνά. Στις Μέρες Β΄ [9], όταν βρισκόταν στο Λονδίνο το 1933, μετά από ένα περίπατο στην παγωμένη λίμνη Serpent στο Hyde Park («Φιδωτή» την ονομάζει), ειρωνεύεται τους κύκνους χαρακτηρίζοντάς τους ως «εγγράμματους λογοτέχνες»: «[…] Τους σιχάθηκα πια ολότελα (τους κύκνους). Πρέπει να τους δεις στρογγυλοκαθισμένους πάνω στην επιφάνεια του πάγου, μ’ όλη τους τη σκάφη ξέσκεπη, ακίνητοι και περήφανοι, και ηλίθιοι σαν wedding cake, ή σαν απολιθωμένα «αυγά στον καναπέ». Μόνο το μονογυάλι τους έλειπε, για να μοιάζουν κοσμικό Αθηναίο διανοούμενο. Κι ένα ύφος καταφατικό, βέβαιο για το σύμπαν, σαν να σου έλεγαν: ‘‘Εμείς, κύριε, που μας βλέπεις να σωπαίνουμε, χμ! αναπτύσσουμε την προσωπικότητά μας. Είμαστε σίγουροι, μα απολύτως σίγουροι, πως θα τραγουδήσουμε προτού παραδώσουμε το άφταστο πνεύμα μας!’’ Α, να χαθούν!».

Στην ενότητα Ζ΄ του Μυθιστορήματος (Νοτιάς) τα φτερά του κύκνου συνδέονται με τη «γαλήνη» που αισθάνεται το ποιητικό υποκείμενο, όταν το «άστρο της αυγής» (η Αφροδίτη) οδεύει προς τη δύση και οι μνήμες από το παρελθόν το κατακλύζουν. Οι ώρες τους ήταν τότε «πιο γλυκιές από το λάδι στην πληγή» και «πιο γαλήνιες από τα φτερά του κύκνου» (στ. 12). Η αναφορά στα γαλήνια φτερά τους αποπνέει το συναίσθημα μιας ήρεμης θλίψης και μιας ακίνητης, μαρμαρωμένης στον χρόνο, νοσταλγίας. Γενικά, στο Μυθιστόρημα η γαλήνη συνυφαίνεται με μια ανήσυχη σιωπή και μια αδράνεια που εγκυμονεί την καταιγίδα ή και τον θάνατο[10].

Στο Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937), που δημοσιεύτηκε το 1940, στην αφήγηση του Στράτη Θαλασσινού ως «άντρα», η περιπλάνηση συνεχίζεται σε νέα τοπία, σε «λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους, γιατί έχασαν τη φωνή της». Η αίσθηση είναι δυσοίωνη. Οι κύκνοι δεν τραγουδούν πια, είναι νεκροί και έχουν περάσει στην αθανασία. Η εικόνα του σκηνικού στην αφήγηση του άντρα με τον πλανόδιο θεατρίνο που το βούκινο τού «ρήμαξε τα χείλια» καθώς σαλπίζει το γκρέμισμα των τειχών της Ιεριχούς, είναι εφιαλτική.

Το ίδιο πικρό προαίσθημα απηχεί και το ποίημα «Επιφάνια, 1937» στην ίδια συλλογή στην ενότητα «Σχέδια για ένα καλοκαίρι» σ’ ένα ασέληνο τοπίο με «αραποσυκιές» και ασφοδίλια, φυτό που συμβολίζει το πένθος, στο οποίο κυριαρχούν τα κυπαρίσσια, τα κίτρινα δέντρα, η πλαγιασμένη βροχή, οι σιωπηλές πλαγιές, η παγωμένη λίμνη, η σκυφτή γυναίκα, οι μελανιασμένες λαγκαδιές, ο χιονισμένος κάμπος, τα βουβά ερμοκλήσια, ο άνθρωπος που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής, ο άδειος κήπος, τα κλειστά πηγάδια και ο νεκρός κύκνος μέσα στα κάτασπρα φτερά του στην ακίνητη δεξαμενή. Το τοπίο θυμίζει τον Βόλο, τον οποίο είχε επισκεφτεί σε δύο ταξίδια του ο ποιητής από την Κορυτσά, όπου υπηρετούσε ως πρόξενος. Δύσκολη εποχή, δικτατορία Μεταξά. Ο ποιητής αναζητεί τον χαμένο χρόνο, τη χαμένη ευτυχία, τα παιδικά χρόνια που έφυγαν, εκείνους που χάθηκαν, τον ανέφικτο έρωτα. Ο νεκρός κύκνος αντανακλά την απαισιοδοξία που τον διακατέχει.

Η ίδια κατάσταση απελπιστικής ακινησίας και εναγώνιας αναμονής, εκφράζεται και στο Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α΄, στο οποίο περιλαμβάνονται ποιήματα που γράφτηκαν από το 1937 ως το 1940, λίγο πριν από τον μεγάλο πόλεμο ή αμέσως με την έναρξή του. Ανήσυχος ο ποιητής, σε ένα αυτοαναφορικό ποίημά του με τίτλο «Η απόφαση της λησμονιάς», που πιθανότατα γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1939[11] με πρωταγωνιστές τους κύκνους, εκφράζει τον φόβο μήπως τελικά η «απόφαση της λησμονιάς» για όσα έζησε η πατρίδα του και τα κατέγραψε σε στίχους (σε «ψηφιά»), δεν αρκεί:

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

Ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς;…
Γ. Σ.

Στάσου διαβάτη μπροστὰ στὴν ἥσυχη λίμνη.
ἡ σγουρὴ θάλασσα καὶ τὰ βασανισμένα καράβια
οἱ δρόμοι ποὺ τυλίγαν βουνὰ καὶ γεννοῦσαν ἄστρα
ὅλα τελειώνουν ἐδῶ στὴν πλατιὰ ἐπιφάνεια.

Τώρα μπορεῖς νὰ κοιτάξεις μὲ γαλήνη τοὺς κύκνους
δές τους, εἶναι κατάσπροι σὰν τὸν ὕπνο τῆς νύχτας
χωρὶς νὰ ’γγίξουν πουθενὰ γλιστροῦν σ᾿ ἕνα λιγνὸ λεπίδι
ποὺ τοὺς ὑψώνει ἐλάχιστα πάνω ἀπὸ τὰ νερά.

Σοῦ μοιάζουν ξένε, τὰ ἥσυχα φτερὰ καὶ τὰ καταλαβαίνεις
ἐνῶ σὲ κοιτάζουν μαρμαρωμένα τὰ μάτια τῶν λιονταριῶν
καὶ τὸ φύλλο τοῦ δέντρου μένει ἄγραφο στὰ ἐπουράνια
καὶ τὸ κοντύλι τρύπησε τὸν τοῖχο τῆς φυλακῆς.

Κι ὅμως δὲν ἦταν ἄλλα τὰ πουλιὰ ποὺ σφάξαν τὶς χωριατοποῦλες
τὸ αἷμα κοκκίνιζε τὸ γάλα πάνω στὶς πλάκες τοῦ δρόμου
καὶ τ᾿ ἄλογά τους ἀθόρυβα σὰν τὸ λιωμένο μολύβι
ρίχναν ἀδιάβαστα σχήματα μέσα στὶς γοῦρνες.

Κι ἔσφιγγε ἡ νύχτα ὁλοένα τὸν κυρτὸ λαιμό τους
ποὺ δὲν τραγουδοῦσε γιατὶ δὲν ἦταν τρόπος νὰ πεθάνει
ἀλλὰ χτυποῦσε θερίζοντας τὰ κόκαλα τῶν ἀνθρώπων
τυφλά. Καὶ δρόσιζαν τὰ φτερά τους τὴ φρίκη.

 
Κι αὐτὰ ποὺ γίνονταν εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη μὲ τοῦτα ποὺ βλέπεις
εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη γιατὶ δὲν περίσσευε ψυχὴ νὰ συλλογιστοῦμε
ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴ δύναμη νὰ χαράξουμε λίγα σημάδια στὶς πέτρες
ποὺ ἄγγιξαν τώρα πιὰ τὸ βυθὸ κάτω ἀπ᾿ τὴ μνήμη.

 
Μαζί τους κι ἐμεῖς μακριὰ πολὺ μακριά, στάσου διαβάτη
μπροστὰ στὴν ἥσυχη λίμνη μὲ τοὺς ἄσπιλους κύκνους
ποὺ ταξιδεύουν σὰν ἄσπρα κουρέλια μέσα στὸ νοῦ σου
καὶ σὲ ξυπνᾶνε σὲ πράγματα ποὺ ἔζησες καὶ ποὺ δὲ θυμᾶσαι.

Μήτε θυμᾶσαι διαβάζοντας τὰ ψηφιά μας πάνω στὶς πέτρες.
ὡστόσο μένεις ἐκστατικὸς μαζὶ μὲ τ᾿ ἀρνιά σου
ποὺ μεγαλώνουν τὸ σῶμα σου μὲ τὸ μαλλί τους
τώρα ποὺ νιώθεις στὶς φλέβες σου μιὰ βοὴ θυσίας.

Το ποίημα έχει ως προμετωπίδα ένα στίχο του ίδιου του ποιητή από την ενότητα Ζ΄ του Μυθιστορήματος, όπου, έχοντας μπροστά του μια «βουνοσειρά» να τον κρύβει, δεν θυμάται πια τα αποδεκατισμένα πάνω στον κάβο χωριά. Και καταλήγει «ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς; / Ποιος θα δεχτεί την προσφορά μας, στο τέλος αυτό του φθινοπώρου». Αν διαβάζω σωστά τους στίχους, ο ποιητής αναρωτιέται ποιος θα μετρήσει / θα υπολογίσει πόσο βαραίνει η απόφαση να λησμονήσει «την πληγή»[12] και ποιος θα δεχτεί την «προσφορά» του, ίσως την ποιητική, ενόψει της νέας περιπέτειας που διαφαίνεται στον ορίζοντα[13].

Το σκηνικό στο ποίημα ανακαλεί στη σκέψη μας την ήσυχη λίμνη στο ποίημα του Alphonse de Lamartine (1790-1869) «Η λίμνη», μπροστά στην οποία ένας διαβάτης θρηνεί για τον θάνατο της αγαπημένης του. Στο ποίημα του Σεφέρη το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται σ’ ένα ξένο διαβάτη (που μπορεί και να είναι και δικό του προσωπείο) και τον παρακινεί να σταθεί μπροστά στην γαλήνια λίμνη και ήρεμα να κοιτάξει τους κάτασπρους κύκνους που γλιστρούν ανάλαφρα πάνω από την επιφάνειά της, χωρίς να την αγγίζουν («χωρὶς νὰ ’γγίξουν πουθενὰ γλιστροῦν σ᾿ ἕνα λιγνὸ λεπίδι [14]/ ποὺ τοὺς ὑψώνει ἐλάχιστα πάνω ἀπὸ τὰ νερά»). Το θέμα της λίμνης, ιδίως όταν είναι ήσυχη ή παγωμένη, αποτελεί και σε άλλα ποιήματα του Σεφέρη ένα σκηνικό θανάτου[15]. Αυτό το μαύρο κι απόκοσμο τοπίο έρχεται σε αντίθεση με το λευκό χρώμα των κύκνων, που παρομοιάζεται όμως με τον «ύπνο της νύχτας», άρα είναι μαύρο, αφού εμφανώς δεν αναφέρεται εδώ στα όνειρα αλλά στους εφιάλτες [16]. Όπως και σ’ αυτό το ποίημα και σε άλλα του Σεφέρη, το άσπρο χρώμα δεν συνδέεται με την ευφρόσυνη διάθεση, αλλά είναι συνυφασμένο με τη σιωπή και με τα δύο δίδυμα αδέλφια, της μυθολογίας τον ύπνο[17] και τον θάνατο, όπως φαίνεται στο ποίημα «Les anges sont blancs»[18], που προηγείται στη συλλογή και κινείται σε παρόμοιο κλίμα:

Κι όμως τα πάντα ήταν λευκά γιατί ο μεγάλος ύπνος
είναι λευκός κι ο μεγάλος θάνατος
ήσυχος γαλήνιος ξεχωριστός μέσα σε μια απέραντη σιγή
.

Όπως επισημαίνει ο Χρ. Αντωνίου, το ποίημα σχετίζεται με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Ευρώπη λίγο πριν από τον μεγάλο πόλεμο. «… μια κρίσιμη περίοδο που βρέθηκαν αντιμέτωπα δυο στρατόπεδα: από τη μια τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ιταλίας και της Γερμανίας που επαγγέλλονταν μιαν απάνθρωπη «Νέα Τάξη» […] κι από την άλλη οι φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης, Αγγλία, Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής […]. Τα επίθετα «λευκός» και «γαλήνιος» επιτείνουν το εφιαλτικό και επιθανάτιο κλίμα του αποσπάσματος». Και συνεχίζει: «Μήπως οι λευκοί άγγελοι είναι οι άριοι ναζιστές που δημιούργησαν στην Ευρώπη μιαν εφιαλτική κατάσταση, την οποία οι υπόλοιπες δημοκρατικές χώρες έπρεπε, αφήνοντας την «υπνοβασία» τους, να αντιμετωπίσουν;» [19].

Προεκτείνοντας τους προβληματισμούς του Αντωνίου και στο ποίημα «Η απόφαση της λησμονιάς», αναρωτιέμαι μήπως τελικά οι κάτασπροι κύκνοι που υπερίπτανται σαν «λιγνὸ λεπίδι» στην «πλατιά επιφάνεια» της ήσυχης λίμνης είναι οι άριοι κύκνοι[20], αυτά «τα ηγεμονικά πουλιά, τ’ αγγελικά και μαύρα που μας κατέσφαξαν με το σχεδόν αόρατο λεπίδι τους», κατά την έκφραση της Νόρας Αναγνωστάκη[21]; Ή μήπως είναι οι «άσπροι γέροντες» από το ποίημα Άνοιξη μΧ «που συζητούσαν σιγανά / τί θα ’τανε καλύτερο να παραδώσουν τα κλειδιά / ή να τραβήξουν το σκοινί / να κρεμαστούνε στη θηλιά / ν’ αφήσουν άδεια σώματα», τους οποίους ο Αργυρίου ερμηνεύει ως τους ηγέτες της Τσεχοσλοβακίας που αποφάσισαν την υποταγή της χώρας τους στους Ναζί[22]. Η εικόνα των κύκνων, πάντως, σε συνδυασμό με τα «μαρμαρωμένα μάτια των λιονταριών» που κοιτάζουν τον «ξένο» (ίσως των τριών «μεγάλων δυνάμεων», Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ηνωμένων Πολιτειών, των αντίπαλων του Άξονα), δημιουργούν στον αναγνώστη ένα παγερό συναίσθημα, που επιτείνεται στην επόμενη στροφή με τους στίχους: «Κι ὅμως δὲν ἦταν ἄλλα τὰ πουλιὰ που σφάξαν τις χωριατοπούλες / τὸ αἷμα κοκκίνιζε τὸ γάλα πάνω στὶς πλάκες τοῦ δρόμου».

*

*

Ως προς τους στίχους αυτούς ο Αργυρίου[23] παραπέμπει στις Μέρες Γ΄[24], όταν κάποιος κ. Γ τηλεφώνησε στο γραφείο του Σεφέρη και του επισήμανε το «τυπογραφικό λάθος» που υπήρχε στον στίχο 12, αφού «θα έπρεπε», κατά την άποψή του να γράφει «που σφάξαν οι χωριατοπούλες» και ο Σεφέρης απάντησε: «Όχι. Ο στίχος έχει τυπωθεί σωστά […] Οι κύκνοι, που τους μεταχειρίστηκα πάντα σαν όντα πολύ σκληρά, εκδικούνται».

Τι συμβολίζουν, λοιπόν, οι κύκνοι που θερίζουν τις χωριατοπούλες; Με δεδομένο ότι ο Σεφέρης λειτουργεί συχνά με εικόνες και με τις εντυπώσεις που αυτές δημιουργούν, ίσως ο διαγώνιος σχηματισμός τύπου V των κύκνων που μεταναστεύουν συνειρμικά του θυμίζουν τα γερμανικά βομβαρδιστικά που την 1η Σεπτεμβρίου του 1939 σκόρπισαν τον θάνατο στον άμαχο πληθυσμό της Πολωνίας από αέρος και ξηράς, γεγονός που υπαινίσσεται και στο ποίημα «Les anges sont blancs»: «καθώς η όψη της Πολωνίας άλλαζε σχήμα σα μελανιά / που την πίνει το στουπόχαρτο».

Πιο πιθανό όμως ο ποιητής να έχει στον νου και τον βομβαρδισμό της βασκικής πόλης Γκουέρνικα[25] (ή Γκερνίκα στην ισπανική προφορά της) τον Απρίλιο του 1937, την εποχή του ισπανικού εμφύλιου επί δικτατορίας του Φράνκο, που μέσα σε λίγη ώρα 20 γερμανικά Λουτβάφε (Luftwaffe) και 3 ιταλικά σκότωσαν πάνω από 1.500 ανθρώπους και ισοπέδωσαν την πόλη, λίγο πριν από την έναρξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Σ’ αυτή την ερμηνεία συνεισφέρουν και οι στίχοι «και τ᾿ άλογά τους αθόρυβα / σαν το λιωμένο μολύβι / ρίχναν αδιάβαστα σχήματα μέσα στις γούρνες», που ανακαλούν στη σκέψη μας την αθόρυβη ρίψη βομβών που δολοφόνησαν τον άμαχο πληθυσμό, έτσι όπως αποτύπωσε τη σφαγή τους αμέσως μετά ο Πάμπλο Πικάσο στον διάσημο πίνακά του «Γκερνίκα» που έστειλε τον Ιούλιο του 1937 στο Ισπανικό Περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων. Στον πίνακα είναι σπαρακτικό το σκηνικό του θανάτου με τα διαμελισμένα ζώα (άλογα και ταύρους) καθώς και τους νεκρούς, όπως το παιδί που κρατά στα χέρια της η πρώτη μορφή από αριστερά, μια γυναίκα που κραυγάζει οδυνηρά με το κεφάλι στραμμένο στον ουρανό.

Αυτή την απάνθρωπη εικόνα πολέμου και βάρβαρης αιματοχυσίας δείχνει και η εφιαλτική εικόνα των κύκνων που με τον κυρτό λαιμό τους δεν τραγουδάνε το κύκνειο άσμα τους αλλά χτυπούν «θερίζοντας τα κόκαλα των ανθρώπων τυφλά» και δροσίζουν «τα φτερά τους τη φρίκη»[26]. Κι όλα αυτά γίνονταν ήσυχα και αθόρυβα, γαλήνια («Τώρα μπορεῖς νὰ κοιτάξεις μὲ γαλήνη τοὺς κύκνους»). Η «γαλήνη» απαντάται συχνά στην ποίηση του Σεφέρη συνυφασμένη, κατά την Φιλοκύπρου, με μια κατάσταση «ανησυχίας, αγωνίας ή αέναης αλλά καταδικασμένης αναζήτησης» [27]. Ίσως η γαλήνη των κύκνων να αναφέρεται στις υπερδυνάμεις που –σαν μαρμαρωμένες– παρακολουθούν «αυγό του φιδιού», τον ναζισμό, να εκκολάπτεται χωρίς δεν αντιδρούν.

Η δυσοίωνη αυτή κατάσταση στην Ευρώπη ανακινεί στο μυαλό του ποιητή τραγικές μνήμες του παρελθόντος. Οι άσπιλοι κύκνοι «που ταξιδεύουν σαν άσπρα κουρέλια μέσα στον νου του» τον ξυπνούν «σε πράγματα που έζησε και αποτύπωσε ποιητικά και που δε θυμάται πια («Μήτε θυμάσαι διαβάζοντας τα ψηφιά μας πάνω στις πέτρες»). Ωστόσο, έχει μόνο το «κοντύλι» του και τη δύναμη να χαράξει «λίγα σημάδια στις πέτρες που άγγιξαν τώρα πια το βυθό κάτω απ’ τη μνήμη», γι’ αυτό και μένει «εκστατικός» καθώς «τ’ αρνιά του μεγαλώνουν το σώμα του με το μαλλί τους», αν και ψυχανεμίζεται τη νέα εκατόμβη και νιώθει στις «φλέβες του μια βοή θυσίας». Δεν μπορεί, όμως, να αντιδράσει «και το φύλλο του δέντρου μένει άγραφο στα επουράνια».

Ανακεφαλαιώνοντας, οι κύκνοι με το λευκό, άσπιλο χρώμα τους, στην ποίηση του Σεφέρη έχουν αρνητικά συμφραζόμενα. Η συνειρμική διασύνδεσή τους με το «κύκνειο άσμα», ο κυρτός λαιμός τους που μοιάζει με το δρεπάνι του χάρου, η φυσική τους στάση, το λευκό τους χρώμα που σε κάποιες κουλτούρες είναι χρώμα πένθους, αποτυπώνουν τη βαρυθυμία, ίσως και την οργή, του ποιητή στις παρυφές της έκρηξης του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, αφού, ως διπλωμάτης[28], προέβλεπε πως ο πόλεμος δεν θα αργούσε να γενικευτεί. Και καθώς η ανθρωπότητα σιωπούσε βυθισμένη στη «γαλήνη» του ύπνου, οι κύκνοι με την παγερή κι αγέρωχη ομορφιά τους μεταμορφώθηκαν με την τέχνη του σε σύμβολα θανάτου.

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

*

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Τον Σεφέρη μαγνητίζουν, άλλωστε, και πολλά άλλα ωραία και ξεχωριστά στοιχεία της φύσης: η θάλασσα, τα κοχύλια, τα κοράλλια, τα ρόδα, τα κρίνα, τα πλατάνια, οι πικροδάφνες, τα πεύκα, τ’ αστέρια, το φεγγάρι, οι πυγολαμπίδες, αλλά και τα καράβια, τα κουπιά, τα βράχια, οι πέτρες, τα βότσαλα, τα νερά, τα ποτάμια, τα πηγάδια, οι στέρνες, τ’ αγάλματα, τα μάρμαρα, καθώς και τα υπερφυσικά στοιχεία, οι άγγελοι, οι γοργόνες κ.ά.
[2] Είναι αστερισμός «αμφιφανής», δηλαδή ορατός μόνο σε ορισμένες ώρες της ημέρας.
[3] Βλ. σχετικά Γεωργής, Γ. (1991), σελ. 88-111: 109.
[4] Εντοπίζεται όμως στον Σικελιανό, Ελύτη, Ρίτσο, Σινόπουλο κ.ά. Η μοναδική χρήση του ως επιθετικού προσδιορισμού των «κύκνων» που εντόπισα είναι στην «Αμοργό» του Γκάτσου, που γράφεται όμως λίγο μετά από το ποίημα του Σεφέρη, το 1940: «Καὶ τότε θά ῾ρθουν ἀέρηδες σώματα κύκνων ποὺ μείνανε ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι/ Μὲς στοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν μαγαζιῶν μέσα στῶν λαχανόκηπων τοὺς κυκλῶνες».
[5] Ίσως είναι συμβολικός ο αριθμός ή κατά τον Αργυρίου (1986), σελ. 134, υποσημείωση, ίσως δηλώνει τον χρόνο κυοφορίας του ποιήματος.
[6] Βλ. Αργυρίου (1984), σελ. 36-38 και Αργυρίου (1986), σελ. 133-136.
[7] Όλο το Μυθιστόρημα (1934-1935), άλλωστε, είναι μια ατελεύτητη περιπλάνηση. Στις 24 ενότητές του ο ποιητής με ποικίλα προσωπεία της ελληνικής μυθολογίας και της παράδοσης περιγράφει το «πανάρχαιο δράμα», μιαν «Οδύσσεια» ίσως προσωπική, φυλετική, πανανθρώπινη.
[8] Είναι ενδεικτική η σημασία αυτής της εικόνας του αέρα της ανατολής το ότι η λέξη «αγέρας» έχει 27 χρήσεις στο έργο του ποιητή. Βλ.http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/search.html?lq=word:1048&cnd_id=1
[9] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Β΄, σελ. 97.
[10] Βλ. Μυθιστόρημα, ΙΒ΄ «Μποτίλια στο πέλαγο», ΙΕ΄, ΚΔ΄, «Παντούμ», «Δ. Φωτιές του Αϊ – Γιάννη», «Αλληλεγγύη», «Η απόφαση της λησμονιάς», «Ο βασιλιάς της Ασίνης», «Γ΄ -Το ναυάγιο της ‘‘Κίχλης’’». «Θερινό ηλιοστάσι, ΙΑ΄», «Καλλιγραφήματα», «‘‘Νότες’’ για ένα ποίημα».
[11] Βλ. σχετικά Αργυρίου (1991), σελ. 283.
[12] Ο Ξ. Α. Κοκόλης στη Συζήτηση με βάση την εισήγηση του Αργυρίου (1991), σελ 293, θεωρεί ότι η «λησμονιά» στο ποίημα έχει παθητική σημασία και τη συνδέει με το επιτύμβιο: «Η απόφαση είναι κάποιος να λησμονηθεί κι έτσι οι κύκνοι καταφέρνουν να είναι άσπιλοι, διότι λησμονήθηκαν πολλά πράγματα».
[13] Και σε άλλα ποιήματά του ο Σεφέρης, την ώρα του ύπνου ή της απόγνωσης, αναζητεί κάποια μικρή έστω διέξοδο προς το φως της ποίησης, όπως στο Δ΄ ποίημα από την ενότητα του Θερινού Ηλιοστασίου «Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα».
[14] Το «λεπίδι» συναντάται συχνά στην ποίηση του Σεφέρη με αρνητικούς συνειρμούς, συνυφασμένο με τη γαλήνη ή τη σιωπή που πληγώνει: βλ. Στροφή «Σχόλια», στ. 24, Τετράδιο Γυμνασμάτων, 1928-1937 «Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη», στ. 16, και «Παντούμ», στ. 22 και 25, και Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β, «Έξι ρίμες για δώδεκα μαχαίρια», ε΄, στ. 1.
[15] Βλ. Αναγνωστάκη (2009), σελ. 198 και Παναγιώτου, Μποτίλια στο πέλαγο, σελ. 113.
[16] Το λευκό και το μαύρο χρώμα, άλλωστε, δεσπόζουν στη χρωματική παλέτα του Σεφέρη, (το άσπρο/λευκό/κάτασπρο το συναντάμε ως χρώμα 51 φορές και το μαύρο επίσης 51 φορές).
[17] Ο ύπνος σε συνάρτηση με τον θάνατο είναι ένα θέμα που διατρέχει την ποίηση του Σεφέρη. Βλ. σχετικά Βαγενάς (19905), σελ. 250 και Φιλοκύπρου, ό.π., σελ. 329.
[18] Το λευκό χρώμα απευθύνεται και στους ναζιστές στο ποίημα «Υστερόγραφο», Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄ (1941): «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα/
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.».
[19] Αντωνίου, http://www.periou.gr.
[20] O Σεφέρης δεν συμπαθούσε τους κύκνους, σε αντίθεση με τις πάπιες και τις χήνες, όπως φαίνεται στις Μέρες Β΄, σελ., 97-98, πιθανόν λόγω της «αλαζονικής» φυσικής τους στάσης και της ψυχρής εντύπωσης που δίνουν τα λευκά φτερά τους. Κατά τον Αργυρίου (1984), σελ.45 και (1986), σελ. 135, η «πόζα» τους καθώς και η φιλολογική και μυθολογική εκμετάλλευσή τους (βλ. «κύκνειο άσμα») διαμόρφωσαν στον Σεφέρη «μια προσωπική αίσθηση των κύκνων». Την ίδια ίσως διάθεση είχε και για τα παγόνια, όπως φαίνεται στην αναφορά τους στη Στροφή («Ρουκέτα»: «Δεν μπορώ να ζω / όλο με παγόνια / μήτε να ταξιδεύω μερόνυχτα / μέσα στα μάτια της γοργόνας» (στ. 25-28) και στο Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α, «Ο βασιλιάς της Ασίνης»: «Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω γύρω το κάστρο /αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα / πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού / μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα» (στ. 1-4).
[21] Αναγνωστάκη, ό.π., σελ. 198 και Αργυρίου (1991), σελ. 290.
[22] Αργυρίου (1991), σελ. 285.
[23] Αργυρίου (1984), σελ. 46 και Αργυρίου (1986), σελ. 137.
[24] Μέρες Γ΄, 5 Μάρτη 1940, σελ. 180.
[25] Βλ. Αργυρίου (1991), σελ. 290, Δημητρίου (2021), σελ. 142-144, Vitti (1994), σελ. 132 και Μπήτον (2003), σελ. 155.
[26] Πρβλ το ποίημα του Οδ. Ελύτη «Ο ύπνος των γενναίων», Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό (1960): (Το ’να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν’ αρπαχτεί απ’ το μέλλον, τ’ άλλο απ’ την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι, // Σα να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια ενός ξεκοιλιασμένου αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας).
[27] Η λέξη γαλήνη απαντάται 19 φορές στην ποίηση του Σεφέρη, συνήθως συνυφασμένη με τον θάνατο. Όπως γράφει η Φιλοκύπρου (2004), σελ. 327 σε σχέση με τη «γαλήνη» στο Μυθιστόρημα: «Η λέξη κατακλείδα του Μυθιστορήματος –‘‘γαλήνη’’– προανακρούεται τρεις φορές σε ισάριθμες ενότητες. Στη ΙΒ΄ ‘‘Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη / και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη’’ (57), στην Κ΄ , δεμένη πάνω στο βράχο η Ανδρομέδα βλέπει ‘‘τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων’’ (67). Και τις δύο φορές η γαλήνη είναι ορατή, ανήκει όμως αλλού, στη θάλασσα και τους νεκρούς, και οι προσδιορισμοί της δηλώνουν πως είναι δυσπρόσιτοι στους ανθρώπους (‘‘απέραντη’’) ή εγκατοικεί σε ένα απωθητικό σκοτάδι (‘‘μαύρη’’)».
[28] Ο Σεφέρης είναι αυτό το διάστημα Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου και Πληροφοριών ήδη από τις αρχές του 1938 (βλ. σχετικά Αργυρίου 1991, σελ. 287).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Αναγνωστάκη, Ν. (20095). «Ο Σεφέρης της μνήμης και της λησμονιάς στο ‘‘Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α’’». Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη. Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Δ. Δασκαλόπουλος, Δ., Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 189-201.
Αντωνίου, Χ. Δ. (2017). «Πληροφορίες και σχόλια για το ποίημα του Σεφέρη ‘‘Les anges sont blancs’’», http://www.periou.gr.
Αργυρίου Αλ. (1984), «Γιώργος Σεφέρης. Ποιητική τέχνη και ιστορία». Δεύτερη ομιλία, Κύκλος Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας. Αθήνα, σελ. 30-46.
Αργυρίου, Αλ. (1986). Δεκαεπτά κείμενα για τον Γ. Σεφέρη, Αθήνα: Καστανιώτης.
Αργυρίου, Αλ. (1991). «‘‘Η απόφαση της λησμονιάς’’. Ένα ‘‘κρυφό’’ ποίημα από το Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄». Πρακτικά Συμποσίου Σεφέρη (Αγία Νάπα, 14-16 Απριλίου 1988), Λευκωσία, σελ. 283-292.
Βαγενάς, Ν. (19905). Ο ποιητής κι ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη. Αθήνα: Κέδρος.
Beaton, R. (2003). Περιμένοντας τον άγγελο. Βιογραφία. Αθήνα: Ωκεανίδα.
Vitti, M. (1994). Φθορά και λόγος. Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Αθήνα: Εστία.
Γεωργής, Γ. (1991), Ο Σεφέρης περί των κατά την χώραν Κύπρον σκαιών, Αθήνα: Σμίλη.
Δημητρίου, Δ. (2021). «Με την Ισπανία στην καρδιά: Γιώργος Σεφέρης-Federico Garcia Lorca”, Και βλέπεις το φως του ήλιου, Πρακτικά Γ’ Συμποσίου στην Αγία Νάπα», επιμ. Γ. Γεωργής-Φώτης Κίκιλλος, Εκδόσεις Ηλία Επιφανίου και Δήμος Αγίας Νάπας, σελ. 131-156.
Μαρωνίτης, Δ. Ν. (2008). Γιώργος Σεφέρης: Μελετήματα. Αθήνα: Πατάκης.
Μπήτον, Ρ. (2003). Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο, μτφρ. Μ. Προβατά, Αθήνα: Ωκεανίδα.
Παναγιώτου, Γ.Δ. (2015). Μποτίλια στο πέλαγο. Κείμενα για την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη. Αθήνα: Κίχλη, σελ. 113.
Σεφέρης, Γ. (2014). Ποιήματα. Νέα έκδοση. Αθήνα: Άννα Λιόντου και Ίκαρος.
Σεφέρης, Γ. (2007). Μέρες Β΄, 24 Αυγούστου 1931 – 12 Φεβρουάριου 1934, Αθήνα: Ίκαρος.
Σεφέρης, Γ. (2011). Μέρες Γ΄, 16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940, Αθήνα: Ίκαρος.
Σεφέρης, Γ. Πολιτικό Ημερολόγια Α΄, (1979). 25/11/1935 – 13/10/1944, Αθήνα: Ίκαρος.
Σεφέρης, Γ. Δοκιμές, Α΄ (1981), (1936-1947), Αθήνα: Ίκαρος.
Σεφέρης, Γ. Δοκιμές, Β΄ (1948-1971), (1981). Αθήνα: Ίκαρος.
Φιλοκύπρου, Ε. «Μυθιστόρημα, ΙΕ΄: μια ανάγνωση», στο: Πιερής, Μ. επιμ. (2004). Γιώργος Σεφέρης. Το ζύγιασμα της καλοσύνης. Αθήνα: Εκδόσεις Μεσόγειος, σελ. 327-342.
ΔΙΚΤΥΟΓΡΑΦΙΑ
http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1657 (ανακτήθηκε 30/10/2021)

*

*