Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Απολογία ενός επιμελητή

*

Αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη   [ 1 / 9 ]

Σε συνέχεια της μικρής παράδοσης των χριστουγεννιάτικων αφιερωμάτων του δικτυακού Νέου Πλανόδιου, οι τελευταίες αναρτήσεις της χρονιάς τιμούν τον Γιώργο Σεφέρη, από του οποίου τον θάνατο συμπληρώθηκε εφέτος ήμισυ αιώνος (1971-2021). Το αφιέρωμα ανοίγει σήμερα ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, πρύτανης των σεφεριστών μας. Ακολουθούν ώς την Πρωτοχρονιά οι Γιώργος Κεντρωτής, Κώστας Χατζηαντωνίου, Χρήστος Δ. Αντωνίου, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Καλλιόπη Αβραάμ, Γεωργία Τριανταφυλλίδου και Κώστας Κουτσουρέλης. Τα περισσότερα από τα κείμενα του αφιερώματος ανακοινώθηκαν στην Κύπρο, κατά το πρόσφατο Ε΄ Σεφερικό Συμπόσιο της φιλόξενης Αγίας Νάπας (5-7.11.21), προσφιλούς τόπου του ποιητή.

«Ανακύπτει εδώ το ερώτημα: σε ποιον τύπο αναγνώστη απευθύνεται τόσο ο συγγραφέας όσο και ο επιμελητής; Ποια είναι τα στοιχεία που απαρτίζουν την έννοια του  μέσου ή του  επαρκούς αναγνώστη; Τι μπορεί να θεωρηθεί άξιο σχολιασμού και, επιπλέον, μέχρι ποιου βαθμού μπορεί να φτάσουν τα πάσης φύσεως σχόλια; Αν πρόκειται π.χ. για έναν Έλληνα πρωθυπουργό του 20ού αιώνα, παραθέτεις και τα ληξιαρχικά του στοιχεία; Χρειάζεται να προσθέσεις και κάποιες, στοιχειώδεις έστω, πληροφορίες;» (Δ.Δ.)

*

*

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Απολογία ενός επιμελητή

Ο Γιώργος Σεφέρης καταλέγεται, χωρίς αμφιβολία, στους ευάριθμους ποιητές μας που το έργο τους καλοτύχησε από εκδοτική άποψη. Αναλογιστείτε τις εκδοτικές ταλαιπωρίες του Σολωμού· σκεφτείτε πως ο Κάλβος περίμενε δύο ολόκληρους αιώνες για να τον γνωρίσουμε σε όλη του την έκταση και πως ο Παλαμάς, ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης χρειάστηκαν από 50 έως 80 χρόνια για να αξιωθεί το έργο τους φιλολογική επιμέλεια. Σχεδόν κανένα από τα πάσης φύσεως γραπτά του Σεφέρη δεν παρέμεινε αφρόντιστο. Μόνον οι πέντε πρώτοι τόμοι του ημερολογίου του παραμένουν ακόμη χωρίς σχόλια, εις δόξαν της νωχελικής φιλολογίας μας. Ακόμη και το σχεδίασμα του μυθιστορήματος Βαρνάβας Καλοστέφανος αποτέλεσε αντικείμενο αξιοθαύμαστης φιλολογικής, μα και τυπογραφικής επιμέλειας.

Για την περίπτωση του Σεφέρη το μέγιστο μέρος της επιμέλειας πιστώνεται στον Γ. Π. Σαββίδη και, επικουρικώς, σε μια πλειάδα νεότερων που φρόντισαν τα γραπτά του ποιητή της Κίχλης. Τα ονόματά τους αναγράφονται στη φωτοτυπία που έχω διανείμει· εκεί θα συναντήσετε και το δικό μου όνομα. Κατά το παρελθόν επιμελήθηκα την έκδοση του τρίτου τόμου των Δοκιμών, δύο αλληλογραφίες του ποιητή (με τον Τίμο Μαλάνο και τον Γ. Κ. Κατσίμπαλη, αντιστοίχως), καθώς και τη λεγόμενη «νέα έκδοση» των ποιημάτων του (όπως την βάφτισε ο εκδότης) το 2014, που αντικατέστησε τις προηγούμενες εκδόσεις, κυκλοφορεί και ανατυπώνεται έκτοτε. Σκοπός της σημερινής εισήγησής μου δεν είναι (προς Θεού!) να αυτοβιογραφηθώ, αλλά να θίξω τα ποικιλόμορφα προβλήματα με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι όσοι επιμελούνται την έκδοση λογοτεχνικών κειμένων και να προτείνω αυτά τα προβλήματα ως πιθανά θέματα συζήτησης.

Η έκδοση και επιμέλεια κειμένων του Σεφέρη με απασχόλησε για πρώτη φορά πριν από πολλά χρόνια, χωρίς τελικό αποτέλεσμα. Αφορμή στάθηκε μια πρόταση του Άλκη Αγγέλου ο οποίος περί τα μέσα της δεκαετίας του 1980 με κάλεσε στο γραφείο του για να μου ανακοινώσει μια έκδοση που είχε στο μυαλό του, εντεταγμένη στη μικρόσχημη σειρά της Νέας Ελληνικής Βιβλιοθήκης (ΝΕΒ) των εκδόσεων «Ερμής», και να μου προτείνει να την επιμεληθώ. Κατά το υπόδειγμα που ακολουθούσαν όλα τα σχετικά βιβλία της ΝΕΒ, το σχέδιο προέβλεπε να εκδοθεί αυτοτελώς η Στροφή του Σεφέρη στη μορφή της πρώτης έκδοσης, (ουσιαστικά να αναπαραχθεί το κείμενο), να επισημανθούν οι διαφορές που παρουσίαζε η συλλογή κατά τις μεταγενέστερες εκδόσεις, να καταγραφούν τα σχετικά σχόλια που σημείωνε ο ποιητής στα ημερολόγια και τις αλληλογραφίες του, οι κριτικές που είχαν υποδεχτεί το βιβλίο το 1931, καθώς και ό,τι άλλο είχε τυχόν γραφτεί έκτοτε. Ανέτρεξα στη δυσεύρετη πρώτη έκδοση και αντιπαρέβαλα το κείμενο των ποιημάτων με εκείνο των κατοπινών εκδόσεων. Οι μεταγενέστερες μικροεπεμβάσεις του ποιητή στο αρχικό κείμενο ήταν κυρίως γλωσσικού χαρακτήρα και δήλωναν την επιθυμία του να εξομαλύνει την προσωπική του γλώσσα. [1] Το σχέδιο του Άλκη Αγγέλου σύντομα ναυάγησε, επειδή ο ίδιος αποχώρησε από τις εκδόσεις «Ερμής». Πάντως, αυτή η ανολοκλήρωτη προσπάθεια μού έμαθε πως τα κείμενα όλων των βιβλίων αποτελούν κατά κανόνα την κατάληξη μιας αφανούς αλλά πολύ ενδιαφέρουσας προϊστορίας.

Η πρώτη επιμέλειά μου σεφερικού κειμένου χρονολογείται το 1986, όταν συμπληρώνονταν 15 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή. Όλα τα αποκλειστικώς έντυπα τότε λογοτεχνικά περιοδικά που ανθούσαν την εποχή εκείνη είχαν επιδοθεί σε μιαν ανταγωνιστική κούρσα αφιερωμάτων. Στο σεφερικό αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω (τχ. 142, 23.4.1986) δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το «Χειρόγραφο Οκτ. ’68» με επιμέλεια Παύλου Ζάννα, μια αδημοσίευτη και άγνωστη έως τότε σεφερική δοκιμή με τίτλο «Η ποίηση στον κινηματογράφο» με δική μου επιμέλεια, καθώς και άλλες ανέκδοτες σελίδες του ποιητή, αλληλογραφικού κυρίως χαρακτήρα.[2] Μετά από τέσσερα χρόνια, ανέλαβα την έκδοση της αλληλογραφίας Σεφέρη-Μαλάνου, κεντρικό θέμα της οποίας είναι η καβαφική ποίηση, θέμα που προκάλεσε και την οριστική ρήξη και διακοπή της φιλίας των δύο αλληλογράφων, μιας φιλίας που εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως «ανισοσκελής».[3] Το 1992 συγκρότησα την έκδοση του τρίτου τόμου των Δοκιμών, τον οποίον υποτίτλισα ως «Παραλειπόμενα», χαρακτηρισμός που προέρχεται από τον ίδιο τον ποιητή· στο αρχείο του σώζεται με τον τίτλο αυτόν κατάλογος αδημοσίευτων πεζών κειμένων του της περιόδου 1945-1965. Σημειώνω πως 27 από τα 37 κείμενα του τόμου είχαν δημοσιευτεί, επωνύμως ή ψευδωνύμως από τον ίδιον τον Σεφέρη. Πρόθεσή μου δεν ήταν να ανιχνεύσω την εκδοτική βούληση του ποιητή αλλά να καταστήσω προσιτά τα κάθε είδους σκόρπια δοκίμιά του.

Ήδη κατονόμασα ένα βασικό πρόβλημα των επιμελητών, την περιβόητη «εκδοτική βούληση» του συγγραφέα στην οποία θα επανέλθω πιο κάτω. Τα λιγοστά ξενόγλωσσα κείμενα του Σεφέρη που περιλαμβάνονται στον τρίτο τόμο των Δοκιμών δημοσιεύτηκαν τόσο στην πρωτότυπη ξενόγλωσση μορφή τους (γαλλικά και αγγλικά) όσο και σε ελληνική μετάφραση εκπονημένη από δόκιμους μεταφραστές, όπως ο Νάσος Δετζώρτζης, ο Γ. Π. Σαββίδης και ο ποιητής Στρατής Πασχάλης. Θεωρώ ως γλωσσική υπεροψία να δημοσιεύονται αμετάφραστα ξενόγλωσσα κείμενα, παρά την αυξημένη γλωσσομάθεια των νεότερων γενεών. Η αλληλογραφία του ποιητή με τον στενό φίλο του Γ. Κ. Κατσίμπαλη εκδόθηκε το 2009, αλλά με απασχόλησε επί μια δεκαετία, κυρίως λόγω της έκτασης αλλά και του κόστους παραγωγής της σε δύο τόμους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την πολύχρονη αναζήτηση χρηματοδότη από την πλευρά του εκδότη. Για τον σχολιασμό των επιστολών επωφελήθηκα σιωπηρώς από την υπό έκδοση τότε βιβλιογραφία Σεφέρη, που εμφανίστηκε το 2016.

Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις δεν ακολούθησα κάποιες ιδιαίτερες εκδοτικές αρχές. Απλώς συμμορφώθηκα με ό,τι είχα επί πολλά χρόνια εμπειρικώς παρατηρήσει να ισχύει και να εφαρμόζεται συνεχώς σε ανάλογες περιπτώσεις. Αναφέρω εδώ επί τροχάδην ορισμένες γενικώς παραδεκτές εκδοτικές αρχές: Tα κείμενα δημοσιεύονται χωρίς περικοπές ή παρασιωπήσεις· η τυπογραφική μορφή τους ενοποιείται· οι αναφορές σε τίτλους έργων, βιβλίων και περιοδικών αποδίδονται με ομοιόμορφο τρόπο· διορθώνονται σιωπηρώς τα εμφανή γραμματικά ή συντακτικά λάθη· μεταφράζονται ξενόγλωσσες λέξεις και φράσεις, εκτός από εκείνες που έχουν πλέον ενσωματωθεί στην καθημερινή ομιλία μας· ενοποιείται η ορθογραφία και η στίξη, πλην εκείνων των περιπτώσεων κατά τις οποίες η στίξη μπορεί να θεωρηθεί πως συνιστά στοιχείο ύφους, όπως π.χ. η κατά σύστημα χρήση της άνω τελείας από τον Σεφέρη ή τα συνεχή, απανωτά κόμματα που θέτει σε όλα τα γραπτά του κείμενα ο Μαλάνος. Ένα ακόμη συναφές πρόβλημα είναι και η διχογνωμία που υπάρχει για το πώς τυπώνονται παλαιότερα πολυτονικά ή αρχαία κείμενα, οσάκις τα κείμενα αυτά εμπεριέχονται σε βιβλίο τυπωμένο με το γενικώς ισχύον μονοτονικό σύστημα.

Πέρα από τα πιο πάνω που συνιστούν την εξωτερική μορφή και προσδίδουν ομοιομορφία σε κάθε κείμενο, σπουδαιότερο και σημαντικότερο ζήτημα αποτελεί ο σχολιασμός των κειμένων. Ανακύπτει εδώ το ερώτημα: σε ποιον τύπο αναγνώστη απευθύνεται τόσο ο συγγραφέας όσο και ο επιμελητής; Ποια είναι τα στοιχεία που απαρτίζουν την έννοια του «μέσου» ή του «επαρκούς» αναγνώστη; Τι μπορεί να θεωρηθεί άξιο σχολιασμού και, επιπλέον, μέχρι ποιου βαθμού μπορεί να φτάσουν τα πάσης φύσεως σχόλια; Αν πρόκειται π.χ. για έναν Έλληνα πρωθυπουργό του 20ού αιώνα, παραθέτεις και τα ληξιαρχικά του στοιχεία; Χρειάζεται να προσθέσεις και κάποιες, στοιχειώδεις έστω, πληροφορίες;

Χρονολογικώς τελευταία έρχεται η επιμέλειά μου των σεφερικών ποιημάτων του 2014. Ήταν από καιρό γνωστό πως ο Σεφέρης σχεδίαζε να εκδώσει νέα ποιητική εργασία του μετά το Νόμπελ και είχε ήδη καταρτίσει έναν ελλιπή κατάλογο με περίπου τριάντα ποιήματα, τα περισσότερα από τα οποία είχαν ήδη σποραδικώς δημοσιευτεί από τον ίδιον. Το γεγονός που ευλόγως ξένισε και κρίθηκε με επιφυλάξεις στη λεγόμενη «νέα έκδοση»[4] ήταν ότι για πρώτη φορά εντάχθηκε στο κυρίως σώμα των ποιημάτων η μεταθανάτια συλλογή Τετράδιο Γυμνασμάτων, β΄, που εκδόθηκε το 1976 με επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη, ο οποίος συνέθεσε τα περιεχόμενα του βιβλίου με υπερδιπλάσιο αριθμό ποιημάτων από εκείνα που είχε πρόχειρα καταγράψει ο ίδιος ο Σεφέρης. Ο όγκος αυτός των ποιημάτων προήλθε από τα ημερολόγια του ποιητή, προκαλώντας το λογικό ερώτημα, αν επρόκειτο για σχέδια στίχων ή για περίπου ολοκληρωμένα ποιήματα που θα έβρισκαν κάποια στιγμή τη θέση του σε μια συλλογή. Η συσσωμάτωση που επιχείρησα (Ποιήματα + Τετράδιο Γυμνασμάτων, β΄) αποτέλεσε αμοιβαία επιθυμία των εκδόσεων Ίκαρος και της κληρονόμου των πνευματικών δικαιωμάτων του ποιητή. Πιστεύω, έτσι κι αλλιώς, πως υπάρχει και ένα σιωπηρό δικαίωμα του αναγνώστη να έχει πρόχειρα σε ένα βιβλίο όλα τα ποιήματα ενός ποιητή. Ακόμη και για την οριακή, λόγω της εκδοτικής τακτικής του, περίπτωση του Καβάφη, έχουν υπάρξει τουλάχιστον δύο εκδόσεις με το σύνολο των ποιημάτων του, εκτός εκείνων που ονομάστηκαν Ατελή.[5] Το εκδοτικό μα και ηθικό δίλημμα που αντιμετώπισα ήταν αν θα έπρεπε να ακυρώσω και να διαγράψω την εργασία του Σαββίδη, καταρτίζοντας έναν δικό μου πίνακα περιεχομένων (ασφαλώς μικρότερο) ή να τηρήσω τις δικές του επιλογές. Προτίμησα τη δεύτερη εκδοχή, σε μια προσπάθεια να συνδυάσω, κατά τη διατύπωση Σαββίδη, «τη μέγιστη δυνατή περιεκτικότητα με την ελάχιστη θεμιτή αυθαιρεσία».

Η έκδοση του 2014 παραμέρισε τα μαύρα (bold) στοιχεία με τα οποία τυπωνόταν σταθερό ο σεφερικός τόμος Ποιήματα από το 1972 και εντεύθεν. Έχω την εντύπωση πως ο Γ. Π. Σαββίδης θέλησε να ακολουθήσει την τελευταία συλλογή που εξέδωσε ο ποιητής όσο ζούσε, εννοώ τα Τρία Κρυφά Ποιήματα, συλλογή που επιμελήθηκε ο ίδιος ο Σεφέρης στο τυπογραφείο του αθηναϊκού Γαλλικού Ινστιτούτου (και όχι στον Ίκαρο), επιλέγοντας τα μαύρα στοιχεία.[6] Με τη νέα γραμματοσειρά που επέλεξα τα ποιήματα αποκτούν μιαν αλαφράδα και μια δωρική λιτότητα –έτσι τουλάχιστον θέλω να πιστεύω. Επιπλέον, ενοποιήθηκαν οι σημειώσεις, καθώς και τα ευρετήρια τίτλων και πρώτων στίχων, διορθώθηκαν ελάχιστα τυπογραφικά λάθη και διατηρήθηκε η σελιδοποίηση των μετά το 1972 εκδόσεων των Ποιημάτων, ούτως ώστε να εξακολουθήσει να διατηρεί τη χρησιμότητά του ο πίνακας λέξεων που είχε πολύ έγκαιρα συντάξει ο Ξ. Α. Κοκόλης. Έτσι κι αλλιώς, διαθέτουμε σήμερα τον ογκώδη συμφραστικό πίνακα λέξεων ολόκληρου του ποιητικού έργου του Σεφέρη, που εξέδωσε το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.[7] Στην έκδοση του 2014 προστέθηκε, τέλος, και ένα δισέλιδο με την εκδοτική προϊστορία όλων των συγκεντρωτικών εκδόσεων του Σεφέρη από το 1940 έως σήμερα.  Δεν ανέτρεξα σε χειρόγραφα των ποιημάτων του Σεφέρη για να τα παραβάλω με την τυπωμένη μορφή τους, δεδομένου ότι ο Σαββίδης μού είχε αποκαλύψει σε ιδιωτική συνομιλία μας πως είχε αρχίσει να επιμελείται, ανωνύμως και αφανώς, τα σεφερικά ποιήματα πριν από τον θάνατο του ποιητή. Συμπέρανα, επομένως, πως στις συζητήσεις μεταξύ του ποιητή και του επιμελητή του θα είχαν συναποφασιστεί τα τυχόν διφορούμενα σημεία, παραδίδοντας ένα τελικό κείμενο που ανταποκρινόταν στη «βούληση» του Σεφέρη.

Αξιοσημείωτο πάντως είναι το γεγονός πως, εκτός από την κριτική Γαραντούδη που προανέφερα, δεν σχολιάστηκε η έκδοση του 2014, παρά μόνον σε ειδησεογραφικά σημειώματα. Περιέργως, έλαβα εκτενή επιστολή με ερωτηματικά και απορίες από έναν άγνωστό μου Καταλανό, προφανώς μεταφραστή του Σεφέρη, όπως μπορούσα ευλόγως να υποθέσω, ονόματι Joan Frederic Calabuig, ο οποίος παρέθετε με σχολαστική ακρίβεια τις πάσης φύσεως απορίες του ακόμη και για τελείες, κόμματα και παραγράφους των σεφερικών στίχων, όπως απέδιδε όλα αυτά η έκδοση του 2014. Του απάντησα λεπτομερώς. Δεν γνωρίζω αν τον ικανοποίησαν οι απαντήσεις μου.

Τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν, χωρίς να εξαντλούν τα σχετικά προβλήματα, είναι τα εξής: Ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος του επιμελητή εκδόσεων; Είναι ένας απλός μεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη; Είναι υπηρέτης δύο αφεντάδων; Μπορούμε να του αναγνωρίσουμε κάποιες ελευθερίες και μέχρι ποιου σημείου; Πώς ορίζεται κάθε φορά η «εκδοτική βούληση» του συγγραφέα; Ιδανική περίπτωση θα ήταν να μπορεί ο επιμελητής να στηριχτεί σε χειρόγραφο του συγγραφέα. Τι γίνεται, όμως, με τα κείμενα για τα οποία δεν διαθέτουμε χειρόγραφο, αλλά το έργο αναπαράγεται κάθε φορά από παλαιότερες εκδόσεις; Δεν νομίζω πως υπάρχει μία και μοναδική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα. Η βασική, θεμελιώδης αρχή είναι πως ο επιμελητής οφείλει να υπηρετήσει ισομερώς τον συγγραφέα και τον αναγνώστη και, πάση θυσία, να σεβαστεί το κείμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τραυματικών επεμβάσεων, και μάλιστα σε στίχους ενός ποιητή όπως ο Κ. Π. Καβάφης, αποτελεί η προ ετών έκδοση των ποιημάτων του από τον Ρένο Αποστολίδη και τους δύο γιους του οι οποίοι δηλώνουν ευθαρσώς πως παρουσιάζουν τα ποιήματα του Αλεξανδρινού «απαλλαγμένα από τους γραμματικούς αισθητισμούς του ποιητή» και, επιπλέον, πως ο Καβάφης «και στις άνω τελείες έκανε κατάχρηση· υπεραρκούν τα σκέτα κόμματα που δεν παρεμποδίζουν τη ροή του λόγου. Καταργήσαμε επίσης την τελεία και παύλα, που σημείωνε κατά τη συνήθεια της εποχής, ενώ προστέθηκαν κάμποσα θαυμαστικά και πολλά αποσιωπητικά στα τέλη των στίχων του».[8]

Δυο τελευταίες λέξεις για την περιβόητη «εκδοτική βούληση» του συγγραφέα, έναν όρο πολύπτυχο ο οποίος σπανίως διατυπώνεται ρητώς, αλλά προκύπτει εμμέσως από την εκδοτική τακτική που ακολούθησε (αν ακολούθησε) ο συγγραφέας. «Έτσι, στο ερώτημα ‘‘ποια είναι η βούληση του συγγραφέα’’, ο φιλολογικός επιμελητής των κειμένων του δεν μπορεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, να δώσει πλήρη και πειστική απάντηση».[9] Πολλά τα σχετικά παραδείγματα. Μπορούμε, π.χ., να μιλάμε για εκδοτική βούληση του Παπαδιαμάντη, ενός συγγραφέα που δεν αξιώθηκε να δει τυπωμένο βιβλίο του όσο ζούσε; Η έκδοση των ποιημάτων του Καβάφη το 1935 από τους κληρονόμους του ανταποκρίνεται, άραγε, στην εκδοτική βούληση του ποιητή, και μάλιστα για ένα εκδοτικό αποτέλεσμα που, κατά τον Σεφέρη, θύμιζε βιβλίο καμωμένο για το μπουντουάρ παριζιάνας κοκότας; Το Τετράδιο Γυμνασμάτων, β΄, ή τα Ποιήματα Σεφέρη του 2014, ακολουθούν την εκδοτική βούληση του ποιητή τους; Και, εντέλει, ποιος αποφασίζει και ποιος έχει την ευθύνη για την επιλογή της εκδοτικής μεθόδου, ο εκδότης ή ο επιμελητής;[10]

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

*

*
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]  Θυμίζω πως το 1937 ο Σεφέρης δημοσίευσε επιστολή με προτάσεις του για την ενοποίηση της τότε γραφόμενης δημοτικής γλώσσας. Στη συζήτηση που προκλήθηκε από την επιστολή έλαβαν μέρος οι Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Άγγελος Τερζάκης και Κλέων Παράσχος. Η επιστολή Σεφέρη σήμερα στις Δοκιμές, τρίτος τόμος, σ. 269-271. Βλ. και Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη (1922-2016), Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2016, λήμμα Α22.
[2]  Τόσο το «Χειρόγραφο Οκτ. ’68» όσο και «Η ποίηση στον κινηματογράφο» εκδόθηκαν αυτοτελώς την ίδια χρονιά (1986) από τις εκδόσεις Διάττων και έχουν περιληφθεί στον τρίτο τόμο των Δοκιμών, σ. 246-266 και 130-136, αντιστοίχως.
[3]  Γ. Π. Σαββίδης, «Μια ανισοσκελής φιλία», Το Βήμα της Κυριακής, 27 Ιανουαρίου 1991 [= Φύλλα Φτερά, Δοκιμές και Δοκιμασίες, 1989-1993, Ίκαρος 1995, σ. 180-181]
[4]  Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Η νέα έκδοση των Ποιημάτων του Σεφέρη», The Athens Review of Books τχ. 53 (Ιούλιος-Αύγουστος 2014), σ. 44-45.
[5]  Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα τα ποιήματα, Εισαγωγή-Επιμέλεια Σόνια Ιλίνσκαγια, Νάρκισσος 2003 ~ Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα 1882-1932, Ερμής <2003, φροντίδι Μανόλη Σαββίδη>.
[6]  Η συλλογή Τρία Κρυφά Ποιήματα και το τομίδιο Σήμα του Άγγελου Σεφεριάδη είναι τα μόνα βιβλία που επιμελήθηκε προσωπικώς ο Σεφέρης, χωρίς την ανάμειξη φιλολογικού επιμελητή αφότου το έργο του άρχισε να εκδίδεται από τον Ίκαρο. Για τις σχέσεις του με την τέχνη της τυπογραφίας, βλ. το μελέτημά μου «Σεφέρης και η Τυπογραφία, (Σχέδιο μελέτης)» στο βιβλίο μου Συμπαθητική Μελάνη, Ερμής 1999, σ. 77-80.
[7]  Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Συμφραστικός πίνακας λέξεων στο ποιητικό έργο του Γιώργου Σεφέρη, Φιλολογική επιμέλεια Ι. Ν. Καζάζης – Εβίνα Σιστάκου, Ηλεκτρονική Επιμέλεια Vincent C. Müller, Θεσσαλονίκη 2003.
[8]  Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα τα δημοσιευμένα ποιήματα, Κριτικά αξιολογημένα (μαζί με τα άριστα «ανέκδοτά» του), Με αναλυτικό φιλολογικό, ιστορικό και αισθητικό σχολιασμό από τους Ρένο, Ήρκο και Στάντη Αποστολίδη, Τα Νέα Ελληνικά 2002, σ. XXII της Εισαγωγής.
[9]  Χ. Λ. Καράογλου, «Ο φιλολογικός επιμελητής ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη, Υπηρέτης δύο αφεντάδων;», περ. Κονδυλοφόρος τ. 12 (2013), σ. 165-189.
[10]  Ικανό μέρος της σχετικής βιβλιογραφίας βρίσκεται συγκεντρωμένο στις εισηγήσεις του τόμου Εκδοτικά Προβλήματα και Απορίες, Πρακτικά Συνεδρίου στη μνήμη του Γ. Π. Σαββίδη, Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού 2002. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τεύχος Μεταξύ Γραφής και Ανάγνωσης, Κείμενα για την Επιμέλεια, που εξέδωσε το 2012 ο άλλως αφανής Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών, όπου περιλαμβάνονται οι εισηγήσεις πέντε πολύ γνωστών επιμελητών εκδόσεων που εκφωνήθηκαν σε σχετική ημερίδα.

*

*