Παλλαδά Αλεξανδρέως, Τα Επιγράμματα (πρόλογος-μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)

 

afaia 2

 

~.~

Εκατόν πενήντα ένα επιγράμματα κι άλλα είκοσι τρία αμφίβολα σχηματίζουν το φιλολογικό σαρκίο του Παλλαδά από την Αλεξάνδρεια. Όσο για την ποιητική ψυχή του, αυτή ένας θεός ξέρει γιατί και πώς τσακίστηκε πάνω στα βράχια της γλώσσας. Η εποχή του, ο 4ος αιώνας, ήταν από εκείνες τις εποχές που σκληραίνουν τη γλώσσα κι εκθέτουν τις λέξεις στα κτηνώδη στοιχεία της εσωτερικής ανθρώπινης φύσης. Σηκώνονται άνεμοι αλύπητοι, τρικυμίες άγριες, μπόρες ασταμάτητες. Όταν ένας γερασμένος πολιτισμός πεθαίνει κάτω από τα χτυπήματα ενός νέου, που δεν διαθέτει ακόμη παρά την ανεξέλεγκτη δύναμη του ακούραστου και ατσαλάκωτου μέλλοντος, οι ανθρώπινες ψυχές μένουν μόνες, με τα ένστικτα. Προσπαθούν να αρπαχτούν από τις λέξεις και κόβονται, ματώνουν, γιατί η συνεχής τριβή στους πέντε ανέμους μιας ακόμη βίας που ισχυρίζεται την ανθρωπιά τις έχει κάνει αιχμηρές σαν μαχαίρια. Ο φτωχοδάσκαλος Παλλαδάς σηκώνει μια γωνιά του μανδύα που σκεπάζει το ψοφίμι του ειδωλολατρικού κόσμου και βλέπει τον νέο Χριστιανικό κόσμο να το γλεντάει, χορταίνοντας το σκοτεινό ένστικτο που πριν από αιώνες οι Έλληνες είχαν καταφέρει να δαμάσουν. Ξαφνικά αποκτά επίγνωση της ιστορίας ή τουλάχιστον επίγνωση της ζωικής φύσης του ιστορικού υποκειμένου – πράγμα που από μιαν άποψη είναι το ίδιο. Σαρκάζει, δεν πιστεύει σε τίποτε, γελοιοποιεί τα πάντα και τους πάντες. Στην πραγματικότητα, η βάση εκκίνησης της κριτικής του είναι η ασυνέπεια, τόσο του παλιού, όσο και του νέου κόσμου, απέναντι στην έννοια της φιλαλήθειας. Αιώνες αργότερα ο Νίτσε θα θεωρήσει αυτή την ασυνέπεια σαν κεντρικό στοιχείο αυτο-αποδόμησης του Δυτικού Πολιτισμού. Μέχρι τότε όμως, και δεδομένου ό,τι η ποίηση εγκλωβίστηκε στο μπαλκονάκι των αισθήσεων, ο Παλλαδάς δεν υπήρξε παρά ένας «επιδερμικός στιχουργός», του οποίου «η οργίλη διάθεση πύρωνε τα επιγράμματα εξωτερικά, αλλά τους στερούσε ποιητικό βάθος», όπως σημείωνε ένας σημαντικός σοφός του 17ου αιώνα, με μεγάλη επιρροή. Τελικά ο Παλλαδάς επιβίωσε και ο σοφός βρέθηκε στα αζήτητα της ιστορίας.

Τι ξέρουμε για τη ζωή του Παλλαδά, εκτός από μερικές σημαδιακές χρονολογίες που τον τοποθετούν στα τέλη του 4ου αιώνα; Τίποτε απολύτως. Απομένουν τα επιγράμματά του. Ο Παλλαδάς δηλαδή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

~.~ 

 

suffer2

 

~.~

ΠΑΛΛΑΔΑΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ

ΤΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ

Μετάφραση
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

~.~


9.380 Αν ο κύκνος καταφέρει το τραγούδι
του κορυδαλλού κι οι μπούφοι συναγωνιστούν τ’ αηδόνια·
αν ισχυριστεί ο κούκος τη φωνή του τζιτζικιού,
τότε ίσως καταφέρω να με πούνε Παλλαδά.

▪ ▪ ▪

5.71 Τι έκανες, Ζήνωνα; Παντρεύτηκες την κόρη
του Μάχου και της Μάχης;
Πόλεμο άνοιξες κανονικό, άνθρωπέ μου·
μόνο ο μοιχός Λυσίμαχος σε σώζει τώρα!
Πιάσε τον φίλο γρήγορα, μήπως και σ’ απαλλάξει
απ’ τη μαχητικότητα της Μάχου Ανδρομάχης.

▪ ▪ ▪

5.72 Πάει και τέλειωσε λοιπόν,
αυτό είναι ζωή: γλέντι και αραλίκι.
Δεν πά’ στο διά’λο οι καημοί!
Πόσον καιρό θα ζήσουμε;
Παρόν στο ποτηράκι,
παρόν στα λουλουδάκια μας,
παρόν και στα στεφάνια,
παρόν στα γυναικάκια μας,
παρόν και στον χορό.
Παρόν στο υπέροχο παρόν·
το μέλλον είναι αβέβαιο
κι εξάλλου απουσιάζει.

▪ ▪ ▪

5.257 Τώρα κατάλαβα τι σόι εραστής είναι ο Δίας·
αφού απαξιεί να μεταμορφωθεί, γι’ αυτήν την ψηλομύτα,
που βάζει κάτω τη Δανάη, την Ευρώπη και τη Λήδα σε προσόντα.
Δεν του αρέσουν οι πουτάνες. Προφανώς
υπήρξαν κάποτε πριγκίπισσες παρθένες·
πριν πέσουνε στα χέρια του, εννοώ.

▪ ▪ ▪

6.60 Αντί για βόδι χρυσωμένο,
το Κατινάκι αφιέρωσε στην Ίσιδα αυτές τις λάγνες μπούκλες.
Ευχαριστήθηκε η θεά! Ούτε ο Απόλλωνας δεν πήρε
τέτοια χαρά, όταν του έστειλε χρυσάφι ο Κροίσος.

▪ ▪ ▪

6.61 Ξυράφι ουράνιο, μακάριο ξυράφι·
ξυράφι που κρατούσε στης μπούκλας το βωμό
το Κατινάκι, άνθρωπος δεν σ’ έχει φτιάξει.
Στου Ήφαιστου το γυφταριό
χρυσό σφυρί φτερούγισε και σ’ έπλασε η Χάρις
[λιπαροκρήδεμνος, αν θες να σου το πω και Ομηρικά!]

▪ ▪ ▪

6.85 Το τωράκεν, το ασπίντεν το κοντάρεν
και τη κνημίντεχτ αυγιερώνει
το καταγματάρχη Γκόρδιο στο τεό… Καλότεο.

▪ ▪ ▪

7.607 Του ψύλλου ο πρωτότοκος φοβόταν
τους κληρονόμους κι έσπευσε να τους κληρονομήσει.
Έδωσε μια και τρύπωσε στον Άδη, όπου είδε
πως η ζωή και τα έξοδα πάνε μαζί. Επέστρεψε,
ρούφηξε μέχρι τελευταίου εξόδου τη ζωή,
και όταν «στέγνωσε» εντελώς, πάρ’ τον στον Άδη κάτω!

▪ ▪ ▪

7.610 Μας πήρανε τη νύφη και πήρε ο διάολος το γάμο.
Πάνε οι ψυχές που έβοσκαν χαρά τριγύρω.
Είκοσι πέντε τάφοι προσήλθαν για τα συχαρίκια,
δεν χώραγε άλλα πτώματα το σπίτι.
Δυστυχισμένη νύφη Πενθεσίλεια, γαμπρέ Πενθέα,
είχατε γάμο πλούσιο σε θανάτους.

▪ ▪ ▪

7.681 Δεν έφυγες μην χάσεις την τιμή σου, αλλά το θάνατό σου.
Κουτσός-κουτσός, αλλά έτρεξες πρώτος στον Άδη.
Γέσσιε, ξεπέρασες κι αυτές τις μοίρες στην τρεχάλα. Προκειμένου
να πας μπροστά, εγκατέλειψες την ίδια τη ζωή σου.

▪ ▪ ▪

7.682 Μόνο τον Γέσσιο
δεν έσυρε στον Άδη η Μοίρα.
Τον βρήκε ήδη εκεί.

▪ ▪ ▪

7.683 «Μηδέν άγαν» είπε ο πιο σοφός απ’ τους επτά σοφούς.
Γέσσιε, δεν τον άκουσες και δες κατάντια:
λόγιος ήσουν κι άλογο μασκαραλίκι
κατάντησε ο πόθος σου ν’ αρθείς στους ουρανούς.
Έτσι και τον Βελλεροφόντη, που ήθελε να μάθει
πώς δουλεύουνε τ’ αστέρια, τον άδειασε ο Πήγασος.
Τουλάχιστον εκείνος είχε άλογο και νιάτα,
ενώ εσύ έν’ άντερο· κι αυτό ανήμπορο ν’ αδειάσει.

▪ ▪ ▪

7.684 Άνθρωπος ποτέ θεός να γίνει μην ζητήσει,
ούτε κυρίαρχος· ποτέ για τίποτα να μην κομπάσει.
Παράδειγμα, ο Γέσσιος: γκρεμίστηκε, πετώντας
πάνω απ’ τις καθημερινές χαρές των ανθρωπίνων.

▪ ▪ ▪

7.685 Ψάχνοντας, έφτασες στο τέλος της ευτυχίας και της ζωής,
στην πρώτη αρχή απαιτώντας να τελειώσεις.
Στο τέλος, Γέσσιε, πρώτον σε βράβευσε η Μοίρα,
με της αρχής το αξίωμα το τελικό.

▪ ▪ ▪

7.686 Μόλις ο Βαύκαλος είδε τον φρεσκοπεθαμένο
Γέσσιο να κουτσαίνει, του είπε:
«Τι έπαθες Γέσσιε και κατέβηκες στον Άδη
γυμνός, ακήδευτος, μια πέτρα σ’ άδειο τάφο;»
Κι ο Γέσσιος απάντησε εκνευρισμένος:
«Κι η αλαζονεία, Βαύκαλε, σκοτώνει!»

▪ ▪ ▪

7.687 Όταν ο Γέσσιος κατάλαβε τι απάτη
του έστησαν οι ιερείς του Άμμωνα, είχε πάρει
τα μπογαλάκια του ήδη για τον Άδη
κι αναθεμάτισε και ιδέα και μάθημα και πάθημα
κι αυτούς που καβαλούν
τ’ άλογα των αλόγων αστρολόγων.

▪ ▪ ▪

7.688 Οι δύο Κάλχαντες ξεπάστρεψαν τον Γέσσιο με υποσχέσεις
γι’ ανώτατα αξιώματα. Α ρε ράτσα των ανθρώπων!
Ανεμομάζεμα κι ανεμοσκόρπισμα και πού μυαλό!

▪ ▪ ▪

9.5 Μόχθος γλυκός των ίδιων μου χεριών η αχλαδιά,
που δέχτηκε το φύλλο μου στον ζουμερό κορμό της,
πέρσι το καλοκαίρι.
Την άνοιξα, της φύτεψα βαθιά βαθιά το μπόλι,
έπιασε ρίζα πρόθυμα και μου ’δωσε καρπό.
Αγραπιδιά παρέμεινε, βέβαια, από κάτω,
αλλ’ από πάνω μοσχοβόλησε αχλαδιά.

▪ ▪ ▪

9.6 Κι αν ήμουνα αγραπιδιά, μου ’βαλες μπόλι·
στα δυο σου χέρια μοσχοβόλησα αχλαδιά.
Πάρε λοιπόν αντίδωρο τη γλύκα μου όλη.

▪ ▪ ▪

9.119 Ο άρχοντας που ανέχεται τους κόλακες,
στα βρωμερά τους στόματα έχει πολλούς βαραθρωμένους.
Πρέπει λοιπόν ο ενάρετος δικαίως ν’ αγανακτεί
και ν’ αποφεύγει κόλακες και κολακευομένους.

▪ ▪ ▪

9.165 Έκλεψε ο άντρας τη φωτιά και θύμωσε ο Δίας:
«Φωτιά εσύ; Λαίλαπα εγώ!» κι έφτιαξε τη γυναίκα,
για να τον τρώει, να τον ψήνει, να τον στέλνει
πριν της ώρας του. Πλην όμως, ούτε ο Δίας
απέφυγε την όμορφη βασίλισσά του,
παρ’ όλο που την πέταγε απ’ τον Όλυμπο συχνά.
Σοφός, λοιπόν, ο Όμηρος που τους παρουσιάζει
να τρώγονται με το παραμικρό. Γι’ αυτό μην περιμένεις
να σταματήσει τη μουρμούρα· ούτε κι αν στρώσεις
με χρυσάφι το κρεβάτι που την παίρνεις.

▪ ▪ ▪

9.166 Ζημιάρικα κι ανάποδα μας τα παρουσιάζει ο Όμηρος τα θηλυκά.
Κυρίες και τσουλικά, να σπέρνουνε τον όλεθρο τα βάζει.
Άντρες σκότωσε η μοιχεία της Ελένης
και θάνατο έσπειρε της Πηνελόπης η αρετή.
Για μια γυναίκα γράφτηκε η Ιλιάδα
και η Οδύσσεια είχε πρόφαση την Πηνελόπη.

▪ ▪ ▪

9.167 Κι ο Δίας στη θέση της φωτιάς έβαλε άλλη φωτιά:
το θηλυκό. Μακάρι να είχαν γίνει στάχτη και τα δυο.
Και ναι μεν σβήνει κάποτε η φωτιά,
μ’ άντε να σβήσεις αν μπορείς το θηλυκό.

▪ ▪ ▪

9.168 Την μήνιν δεν μου έφτανε την ουλομένην
που πήγα ο φουκαράς να παντρευτώ,
πρέπει κι εξ επαγγέλματος με μήνιν ν’ αρχινώ.
Αλί μου, ο πολύθυμος, διπλόπικρη πλεκτάνη
μου έχει στήσει η ζωή:
για τέχνη τη γραμματική,
και για γυναίκα μαχητή.

▪ ▪ ▪

9.169 Ο θυμός του Αχιλλέα στάθηκε η μόνη αιτία
των γραμματικών σπουδών μου την αδίστακτη πενία
να υποφέρω. Αν με τους άλλους Δαναούς με είχε σφάξει,
δεν θα μ’ έδερνε η μαύρη πείνα της γραμματικής.
Ο Αγαμέμνων την Βρισηίδα κάποτε για να αρπάξει
–και ο Πάρις την Ελένη– πείνασα ο δυστυχής!

▪ ▪ ▪

9.170 Ατίμασα με λογισμό τ’ άτιμα σωθικά μου
και κόλασα με στοχασμό τ’ αστόχαστα άντερά μου.
Αφού έχω πάνω το μυαλό και κάτω την κοιλιά μου,
πώς να μην επιβάλλομαι και στ’ αποκατινά μου;

▪ ▪ ▪

9.171 Τα εργαλεία των Μουσών
πουλάω, βιβλία τραγικά,
και πάω να κάνω άλλη δουλειά.
Μούσες μου, λόγοι, έχετε γεια.
Ώρα να μπω σε μια σειρά,
μην πάω πριν της ώρας μου απ’ το συντακτικόν.

▪ ▪ ▪

9.172 Απ’ την Ελπίδα και την Τύχη
τίποτα πια δεν περιμένω.
Όξω απάτες, τέλειωσα!
Σε λίγο στο λιμάνι μπαίνω!

▪ ▪ ▪

9.172 Είμαι φτωχός, μα συνοικώ με την ελευθερία.
Όσο γι’ αυτόν τον πρόστυχο τον πλούτο,
μου προκαλεί οπωσδήποτε αφόρητη αηδία.

▪ ▪ ▪

9.173 Της γραμματικής η βάση πέντε στίχοι συμφορές.
Με θυμό αρχίζει ο πρώτος, και ο δεύτερος μανιάζει,
και στους Αχαιούς ανοίγει αναρίθμητες πληγές.
Πλήθος τις ψυχές ο τρίτος μες στον Άδη κατεβάζει,
και στον τέταρτο οι σκύλοι σου χιμούν με δαγκωνιές.
Οιωνοί στον πέμπτο βγαίνουν του εκνευρισμένου Δία.
Πώς μετά από πέντε πτώσεις κι από πέντε συμφορές,
του γραμματικού ο βίος να μην γίνεται κηδεία;

▪ ▪ ▪

9.174 Εδώ διδάσκουν όσοι είναι ξεγραμμένοι
απ’ τον Σάραπη, κι αρχίζουν πάντα με μήνιν ουλομένη·
Εδώ η τροφός, θέλει δεν θέλει, το μηνιάτικο θα φέρει·
πείνα και αθλιότητα σε πάπυρο συσκευασμένη.
Και το χαρτί –μια κουτσουλιά– θα καταθέσει
στην έδρα ή καλύτερα στον τάφο του δασκάλου,
όμως στα δίδακτρα θ’ απλώσει χέρι·
λίγο μολύβι στον χαλκό θα βάλει μπας και βγάλει
κι αυτή ένα κάποιο μερτικό.
Κι αν τύχει και καμιά φορά κάποιος προβάλει
την απαίτηση να δώσει ένα νόμισμα χρυσό
για τα δίδακτρα στο τέλος της χρονιάς,
τον μήνα τον εντέκατο θυμάται
πώς θα ’πρεπε άλλον να ’χε πάρει ικανό Γραμματικό.
Αχαριστία τρομερή είναι να βγάζεις ελαττωματικό
αυτόν που μήνες έντεκα του έτρωγες τον μισθό.

▪ ▪ ▪

9.175 Πουλάω τον Καλλίμαχο,
τον Πίνδαρο και της γραμματικής μου
τις πτώσεις, αφού βρίσκομαι σε πτώση φτωχική.
Μού έκοψε ο Δωρόθεος τη σύνταξη, με κείνο το θρασύ
μήνυμα που έβαλε τελεία στο θέμα της συντήρησής μου.
Όμως εσύ, Θεώ(ν)φιλε, όπως πάντα,
θα μου προσφέρεις προστασία,
δεν θα με αφήσεις να τελειώσω τη ζωή μου
με κόμμα, φτώχια και τελεία!

▪ ▪ ▪

9.176 Με κάλεσες λοιπόν εσύ, ο ρήτωρ·
μα κι αν δεν μπόρεσα να έρθω,
κρατάω την τιμή και πάλι φίλος σου είμαι.
Δεν είμαι βέβαια σε θέση να κρίνω τα φαγιά
που θ’ απολάμβανα με την ψυχή μου,
αλλά και μόνο με τιμή, επιβιώνει εκείνη.

▪ ▪ ▪

9.180 Τα πάντα στη ζωή νοθεύεις,Τύχη,
κι ανόθευτη εκ φύσεως παραμένεις.
Ανακατεύεις αποδώ, ανακατεύεις αποκεί…
Εσύ δεν είσαι πιά θεά, κάπελας είσαι.
Κατέκτησες τον τίτλο με την αξία και το… σταμνί σου!

▪ ▪ ▪

9.181 Ήρθαν τα πάνω κάτω, όπως βλέπω
και είδαμε την Τύχη σε μαύρη δυστυχία.

▪ ▪ ▪

9.182 Πώς κι είχες τύχη άτυχη, κυρία Τύχη;
Ατύχησες εσύ που δίνεις τύχες;
Μάθε τώρα να υποφέρεις τα σκαμπανεβάσματά σου,
αποστήθισε τις πτώσεις της κακοτυχίας που δίνεις
στον κακόμοιρο κοσμάκη!

▪ ▪ ▪

9.183 Άλλαξες, Τύχη, κι έγινες κανονικό ρεζίλι.
Ούτε την ίδια σου την τύχη δεν λυπήθηκες στο τέλος·
από ναό που είχες, καπηλειό
έφτασες να διατηρείς στα γεροντάματά σου
και να ζεσταίνεις τους θνητούς.
Τράβα λοιπόν τον τάραχό σου, ανισόρροπο μυαλό,
αφού δεν σου ’φταναν οι τύχες των θνητών
κι άλλαξες τη δική σου.

▪ ▪ ▪

9.377 Τίποτε δεν έτρωγε ο Τάνταλος· τα δέντρα
τινάζονταν, και πέρναγαν ξυστά από πάνω του οι καρποί,
κι αφού δεν έβαζε στο στόμα του μπουκιά, λιγότερο διψούσε.
Έστω τώρα πώς έτρωγε ώριμα σύκα και δαμάσκηνα και μήλα.
Διψάνε οι νεκροί με φρέσκα φρούτα;
Όσο για μας… Ξαπλώνουμε στ’ ανάκλιντρα κι όλα αλμυρά
τα χλαπακίζουμε· ορτύκια και τυριά και χήνες και μοσχάρια και πουλιά,
και μόνο ένα ποτήρι κρασί από πάνω κοπανάμε.
Χειρότερο μαρτύριο, Τάνταλε, το δικό μας!

▪ ▪ ▪

9.378 Ένας φονιάς έπεσε πλάι σε τοίχο ετοιμόρροπο να κοιμηθεί
κι ήρθε στον ύπνο του ο Σάραπις και του είπε:
«Σήκω αμέσως από εδώ, δυστυχισμένε
και βρες κάπου αλλού να κοιμηθείς».
Πετάχτηκε όρθιος λοιπόν κι έτρεξε μακριά,
καθώς ο τοίχος σωριαζότανε στην γη.
Νόμισε τότε πώς αρέσουν στον θεό οι δολοφόνοι
κι άρχισε τις θυσίες. Ο δεν θεός:
«Νομίζεις πώς φροντίζω τους κακούς, άθλιε τύπε;
Νομίζεις πώς σε γλύτωσα;
Δεν πέθανες ανώδυνα, γιατί έχω σκοπό
να σε σκοτώσω αργά αργά επάνω στον σταυρό».

▪ ▪ ▪

9.379 Και το γουρούνι τον δαγκώνει τον κακό, λέει μια παροιμία.
Εγώ όμως λέω καλύτερα να λέμε: τον καλό,
τον μαζεμένο άνθρωπο δαγκώνει
και το γουρούνι. Τον κακό ούτε κακό φίδι δεν τον ζυγώνει.

▪ ▪ ▪

9.393 Μειλίχιο και καθαρό συγχρόνως άρχοντα δεν είδαμε ποτέ.
Διότι, βέβαια, το ένα αντιστρατεύεται το άλλο.
Γλυκός ο κλέφτης, καθαρός ο φαφλατάς.
Φτάνει το ένα από τα δυο για ν’ ανεβείς στην εξουσία.

▪ ▪ ▪

9.394 Χρυσάφι, εσύ πατέρα των κολάκων, της έγνοιας, της οδύνης γιέ.
Η στέρησή σου τρόμος, κι η κατοχή σου οδύνη.

▪ ▪ ▪

9.395 Τίποτε πιο γλυκό απ’ την πατρίδα, είπε ο Οδυσσέας,
γιατί δεν έφαγε ποτέ πίττα απ’ της Κίρκης τα χεράκια.
Αν έβλεπε έστω τον καπνό τον αποθρώσκοντά της,
θα ’στελνε στον αγύριστο και δέκα Πηνελόπες.

▪ ▪ ▪

9.397 Λάκων ελάκισε κάποτε από τη μάχη,
κι η μάνα του τον δέχθηκε μ’ ένα σπαθί στο χέρι.
Το ακούμπησε στο στέρνο του και του ’πε: η ζωή σου
μ’ έκαψε, με τσουρούφλισε, τα ιερά
και όσια της Σπάρτης κινδυνεύει να διαλύσει.
Μ’ αν σε σφάξω με τα ίδια μου τα χέρια,
μου λένε εκεί ένα «δύσμοιρη μητέρα»,
λακίζει απ’ την καταστροφή η πατρίς κι εγώ απ’ την ξεφτίλα.

▪ ▪ ▪

9.400 Εσένα και τα λόγια σου σκύβω και προσκυνώ,
γιατί ’ναι σαν να βλέπω της Παρθένου τον φωτεινό αστερισμό.
Ουράνια υπόθεση είσαι Πατεί σεμνή, έλλογη ομορφιά,
άχραντο αστέρι της εγγράμματης σοφίας.

▪ ▪ ▪

9.401 Η φύση που αγαπάει τη φιλία,
βρήκε τον τρόπο να ’ναι εδώ αυτοί που λείπουν:
γραφίδα και μελάνι και χαρτί και γράμματα, σημάδια
ψυχών που θλίβουν οι αποστάσεις.

▪ ▪ ▪

9.441 Απόρησα τον χάλκινο του Δία γιό στο τρίστρατο
βλέποντας παραπεταμένο.
Αυτόν πού κάποτε έσπευδαν όλοι να ικετεύσουν.
Και θύμωσα και του είπα: «Αλύγιστε, τρισέληνε,
που δεν σε νίκησαν ποτέ, πώς μένεις τώρα πεταμένος;»
Το ίδιο βράδυ ο θεός ήρθε, μου χαμογέλασε και μου είπε: «Βέβαια, θεός,
μα κάποτε έμαθα να προσκυνώ τον χρόνο».

▪ ▪ ▪

9.484 Έναν ασκό γεμάτο ανέμους πήρε δώρο ο Οδυσσέας
όταν τριγύριζε στα πέλαγα· χρήσιμο πράγμα.
Μα ο δικός μου ο Αίολος καρδιά ανεμοδούρα
έχει, γι’ αυτό μου έστειλε ένα αρπακτικό τουμπανιασμένο.
Πνοές πετούμενες, φίλε μου, ναι πνοές μου στέλνεις.
δεν γίνεται να φάω κοπανιστόν αέρα.

▪ ▪ ▪

9.486 Την μπόλια που έσφιξες και μου ’στειλες εσύ,
την έλυσε ο δούλος μου και λύθηκαν οι ανέμοι.

▪ ▪ ▪

9.487 Κοράκιασα με τη ξηρά τροφή για συκοφάγα
γουρούνια από την Κύπρο, που έβαλες να φάω.
Εν πάση περιπτώσει, όταν δεις
πώς μ’ έθρεψαν τα σύκα σου αρκετά,
σφάξε με αμέσως να τελειώνω
ή πότισέ με από την Κύπρο κρασί να ξεδιψάσω.

▪ ▪ ▪

9.489 Του γραμματικού η κόρη
έσμιξε με σερνικό
κι έκανε παιδί αγόρι,
θηλυκό κι ουδέτερο.

▪ ▪ ▪

9.502 Κονδίτο θέλω. Αλήθεια, τι όνομα είναι αυτό;
Σίγουρα δεν είναι ελληνικό.
Αν είναι ρωμαϊκό, θα το γνωρίζεις
εσύ που ξέρεις τόσα ρωμαϊκά.
Φτιάξε μου, λοιπόν, έναν κονδίτο γιατί άκουσα να λένε
πώς η αρρώστια που έχω στο στομάχι χρειάζεται ποτό.

▪ ▪ ▪

9.503 Άδικο δεν έχουν όταν λένε πώς οι δίζυφοι* έχουν δύναμη θεϊκή.
Τις προάλλες χορήγησα διζύφι
σε κάποιον που υπέφερε από χρόνιους τεταρταίους
κι έγινε αμέσως μια χαρά τσιμπούρι.

* τζίτζιφα

▪ ▪ ▪

9.508 Αν σε δει πρωί πρωί αυτός που θέλει
να περάσει την ημέρα του καλά,
όλα πηγαίνουν μια χαρά.
Κι αν δεν σε δει αυτός που θέλει
να περάσει την ημέρα του κακά,
όλα του πάνε ανάποδα.

▪ ▪ ▪

9.773 Λογικός άνθρωπος ο σιδεράς.
Έλιωσε έναν χάλκινο Έρωτα και τον έκανε τηγάνι.
Καίει κι αυτό!

▪ ▪ ▪

10.32 Μεταξύ χειλιών και ποτηριού, πολλά διαμείβονται.

▪ ▪ ▪

10.34 Ό,τι περνάει απ’ το χέρι σου, κανόνισε και πάρ’ το.
Μα ό,τι περνάει από το χέρι του θεού, μακριά τα χέρια.
Μείνε όπως είσαι. Άσε τα χέρια, μην τα κλείσεις, μην τ’ ανοίξεις.
Αν είναι να περάσει κάτι, απ’ του θεού το χέρι θα περάσει.

▪ ▪ ▪

10.44 Αν σου τα πάρει ο φίλος,
σε προσφωνεί «ακριβέ αδελφέ»·
αν όχι, αρκείται στο «αδελφέ».
Βλέπεις, κι οι λέξεις έχουν την τιμή τους.
Φυσικά, εγώ δεν παίρνω ποτέ το «ακριβέ».
Είναι ακριβό, πολύ ακριβό
κι οι τσέπες μου μονίμως στην «κακή τους».

▪ ▪ ▪

10.45 Θυμήσου τι έκανε ο πατέρας σου για να σε σπείρει
και πάψε να κομπάζεις.
Επειδή σ’ έπιασε στον ύπνο ο Πλάτων
και σ’ έπεισε πώς είσαι αθάνατο, ουράνιο πλάσμα, δεν σημαίνει
πώς πρέπει να κομπάζεις; Λάσπη είσαι! Τι κομπάζεις;
Θα μπορούσα να στο πω και πιο κομψά,
μ’ αν θες να ξέρεις την αλήθεια, από λαγνεία
κι ακολασία προέκυψες και από βρώμικα υγρά.

▪ ▪ ▪

10.46 Μεγάλη επιστήμη η σιωπή.
Μάρτυράς μου ο Πυθαγόρας ο σοφός.
Παρ’ όλο που ήτανε καλός στα λόγια, συνιστούσε
σιωπή, εξασφαλίζοντας την τέλεια ησυχία.

▪ ▪ ▪

10.47 Τρώγε και πίνε, κλείνε τα μάτια στις κηδείες.
Δεν ξέρει από πένθος η κοιλιά. Γιατί νομίζεις
ο Όμηρος παράστησε την Νιόβη να θάβει δώδεκα παιδιά
και να ’χει κατά νου σιτάρι;

▪ ▪ ▪

10.48 Δούλα ποτέ κυρία να μην γίνει, λέει η παροιμία.
Θα πω κι εγώ μιαν άλλη.
Δίκη ποτέ ο δικηγόρος μην δικάσει,
δεν πάει να είναι πιο καλός κι από τον Ισοκράτη.
Μπορεί άνθρωπος έμμισθος, σαν πόρνη
τη δίκη σου να μην τη μαγαρίσει;
10.49 Αφού ως και τ’ άχρηστα μυρμήγκια και οι σκνίπες
λένε πώς έχουνε φαρμάκι, πώς ζητάς
χωρίς φαρμάκι και βρισιές ν’ αντιδικώ
μ’ αυτούς που με αδίκησαν; Μου λες να μουγκαθώ,
να μπουκωθώ χορτάρι ώσπου να σκάσω;

▪ ▪ ▪

10.50 Την Κίρκη εγώ δεν την παρουσιάζω
όπως ο Όμηρος, τους άντρες να μεταμορφώνει
σε λύκους και γουρούνια.
Την Κίρκη εγώ τη λέω πόρνη
που μεταμόρφωνε τους άντρες σε φτωχούς·
αφού λοιπόν τους ρούφαγε
κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό,
με πρώτο και καλύτερο το λογικό,
μην έχοντας να πάρει κάτι από τους «παρμένους»,
τους έτρεφε η ίδια, σαν ζώα οικιακά.
Έξυπνος τώρα ο Οδυσσέας,
μόλις κατάλαβε πώς έρχονται τα γερατειά,
κάθισε μόνος του και σκέφτηκε και βρήκε
το φίλτρο της απεμπλοκής
από τα μάγια της κυρίας.
Δεν αναμείχθηκε καθόλου ο Ερμής.

▪ ▪ ▪

10.51 Σύμφωνα με τον Πίνδαρο,
καλύτερα να σε μισούν παρά να σε λυπούνται.
Συνήθως, όταν σε μισούν, ζεις μια χαρά ζωή,
ενώ όταν πιάσεις πάτο, σε λυπούνται.
Όσο για μένα, θα ήθελα να είμαι
ούτε πολύ ευτυχισμένος
ούτε κανένας εντελώς κατεστραμμένος.
Η μέση είναι η πιο καλή.
Τα γύρω-γύρω κίνδυνοι τα περιτριγυρίζουν
κι οι άκρες προκαλούν καταστροφή.

▪ ▪ ▪

10.52 Μπράβο, Μένανδρε· ο Καιρός είναι θεός,
ακριβώς όπως το είπες.
Μπράβο πάλι, τροφοδότη των Μουσών και των Χαρίτων·
Όσα απροσδόκητα ξεβράζει η ώρα,
δεν τα φέρνει ένας χρόνος συστηματικής μελέτης.

▪ ▪ ▪

10.53 Δεν απορώ που ευημερούν οι δολοφόνοι.
Είναι του Δία απόκτημα κι αυτό. Τον ίδιο τον γονιό του,
που μίσησε, θα σκότωνε αν ο Κρόνος
ήταν θνητός. Ωστόσο, του επέβαλε την ίδια τιμωρία
με τους Τιτάνες· δέσμιο τον έριξε στο βάραθρο σαν κλέφτη.

▪ ▪ ▪

10.54 Θάνατο δεν προκαλεί μόνον ο μαρασμός.
Συχνά συμβάλλει και το πάχος στην δουλειά.
Απόδειξη, ο τύραννος Διονύσιος στην Ηράκλεια του Πόντου.

▪ ▪ ▪

10.55 Γυρίζεις και λες πώς ο γάμος δεν σε βάζει εσένα σε καλούπια.
Αστειότητες και μάταιοι κομπασμοί!
Ούτε δέντρο σε γέννησε ούτε πέτρα, όπως λένε.
Ότι περνάμε όλοι, περνάς κι εσύ.
Μπορεί να μην σηκώνεις την παντόφλα,
να μην ανέχεσαι το κέρατο, αλλά
εγώ σου λέω πώς αν παντρεύτηκες καλή κι όχι γλωσσού
απλά εξασφάλισες καλύτερες συνθήκες στη σκλαβιά.

▪ ▪ ▪

10.56 Τεκμήριο της σεμνότητας βέβαιο δεν υπάρχει,
λέω στους άνδρες που πιάστηκαν κορόιδα.
Ούτε η ασχήμια είν’ εντελώς αθώα ούτε όλες
οι όμορφες γεννήθηκαν χωρίς ροπή προς την ακολασία.
Γιατί υπάρχουν όμορφες που αρνούνται τις προσφορές των παραλήδων,
υπάρχουν και κακάσχημες που σκύβουν ακατάσχετα
και τους πολλά υποσχόμενους βολεύουν.
Κι ούτε η συνοφρύωση, το γέλιο το πνιχτό, η φυγή
η άτακτη όταν σκάσει μύτη αρσενικό, εγγυώνται
τη σεμνότητα ασφαλώς· κρυφοπουτάνες
υπάρχουνε σεμνότατες πολλές, όπως βεβαίως και πεταχτές
που πλησιάζουν φιλικά πολλούς, μα είναι
πραγματικά σεμνές· αν τέλος πάντων γίνεται γυναίκα και σεμνή.
Η ηλικία; Είναι τεκμήριο αυτή; Μπα, την παλάβρα
της Αφροδίτης δεν τη βάζει κάτω ο χρόνος.
Καταφεύγουμε, λοιπόν, στην εγγύηση των όρκων.
Μα οι θεοί είναι δώδεκα. Σε ποιον να σου ορκιστεί;
Πάμε γι’ άλλα.

▪ ▪ ▪

10.57 Θα σε μισήσει ο θεός, κοιλιά και ό,τι εντός κοιλιάς,
αφού όσο μέσα τα κρατάς, τη σωφροσύνη αμολάς.

▪ ▪ ▪

10.58 Γυμνός ανέβηκα στη γη και μέσα της γυμνός θα μπω.
Τι περιμένω, αφού έχω δει ήδη το τέλος μου γυμνό;

▪ ▪ ▪

10.59 Βάσανο μέγα του θανάτου η προσμονή.
Τουλάχιστον κάτι κερδίζει ο θνητός που αναχωρεί.
Μην τον θρηνείς αυτόν που αφήνει τη ζωή.
Πέθανε, πάει, τέλειωσε. Χειρότερο να πάθει δεν μπορεί.

▪ ▪ ▪

10.60 Πλουτίζεις. Και λοιπόν;
Μπορείς μαζί σου να τα πάρεις;
Δίνεις χρόνο, παίρνεις χρήμα.
Δώσε χρήμα, παίρνεις χρόνια;
Αμ’ δεν! Το μέτρο της ζωής δεν ξεπερνιέται.

▪ ▪ ▪

10.61 Μακριά απ’ τους πλούσιους, τους χυδαίους
κατοικίδιους τυράννους, που μισούν
τη φτώχεια, της περίσκεψης τη μάνα.

▪ ▪ ▪

10.62 Από λόγο κι από νόμο δεν καταλαβαίνει η Τύχη·
Αυτή πηγαίνει όπου την πάει ο παραλογισμός της,
ψάχνοντας κανένα πλάσμα λογικό να τυραννήσει.
Ρέπει μάλλον προς τους άδικους· βεβαίως
τους δίκαιους τους αποφεύγει, φροντίζοντας να δείχνει
πώς το παράλογο διαθέτει μια δύναμη…παράλογη ασφαλώς.

▪ ▪ ▪

10.63 Αφού δεν ζει ζωή ο φτωχός, πώς να πεθάνει;
Κι αφού η ζωή του είναι ζωή νεκρού, πώς να τη ζήσει;
Όμως, τι τύχη οι τυχεροί που έχουν πλούτη!
Αυτοί ρουφάνε τη ζωή κι αυτούς ο θάνατός τους.

▪ ▪ ▪

10.65 Ταξίδι επικίνδυνο η ζωή.
Όλο προβλήματα και μια των ημερών
ναυάγια ναυαγίων καταντάμε.
Κρατά η Τύχη το τιμόνι της ζωής
κι εμείς σε πέλαγα αρμενίζουμε. Άλλοι πρίμα
κι άλλοι όρτσα, όμως όλοι
στο ίδιο λιμάνι πάμε.

▪ ▪ ▪

10.72 Μια κωμική παράσταση είναι η ζωή, παιχνίδι.
Άσε τις σοβαρότητες, μάθε να παίζεις, γλέντησέ το
ή κάνε υπομονή.

▪ ▪ ▪

10.73 Ό,τι έρχεται αν σε πάει, πάρ’ το απόφαση και τράβα.
Δεν έχει νόημα να γκρινιάζεις.
Και θα πάει και θα έρθει και τα νεύρα σου θα σπάσουν.

▪ ▪ ▪

10.75 Διάφανο αέρα ανασαίνουμε, του ήλιου
την πυρκαγιά ρεμβάζουμε όσοι ζούμε τη ζωή.
Τής αύρας είμαστε παιχνίδια ανεμικά.
Φτάνει ένα χέρι να μας κλείσει την πνοή,
και πάει η ψυχή, την έκλεψε, την έδωσε στον Άδη.
Άθλια κοπάδια, ασήμαντα βοσκάμε λίγο αέρα
διάφανο και τον κάνουμε πολλή υπεροψία.

▪ ▪ ▪

10.77 Γιατί ταράζεσαι, άνθρωπε, και σπέρνεις ταραχή,
αφού ό,τι σου δόθηκε απ’ την αρχή υπηρετείς;
Άσ’ τα καλύτερα· μην πάς κόντρα στον δαίμονά σου.
Βολέψου με την τύχη σου και κοίτα να ησυχάσεις.
Μ’ αν πρέπει κάτι να σε τρώει ας είναι να περάσεις
όσο μπορείς καλύτερα. Τουλάχιστον να φύγεις χορτασμένος.

▪ ▪ ▪

10.78 Άσε τα κλάματα· θα κουραστείς.
Σκέψου τι είναι αυτή η ζωή μπροστά στην άλλη
που ακολουθεί. Μην φθείρεις την ψυχή σου
που ακόμη κρίνεται, πολύ πριν σ’ αναλάβουν τα σκουλήκια.

▪ ▪ ▪

10.79 Η νύχτα φεύγει και γεννιόμαστε εμείς
της επομένης τα παιδιά.
Απ’ όσα ζήσαμε δεν μένει πια
τίποτα· καν της χθεσινής
ημέρας τα καμώματα. Σήμερα αρχίζει της ζωής
το μέτρημα ξανά.
Γέρο μου, πρόσεχε τι λες!
Ναι μεν τα χρόνια σου πολλά,
μα δεν σου ανήκει σήμερα το χθες.

▪ ▪ ▪

10.80 Ένα παιχνίδι είναι στα χέρια της Τύχης η ανθρώπινη ζωή.
Σαν το σκουπίδι — μια μπαλίτσα τόση δα — την πετάει από τα πλούτη
στην φτώχια. Αυτούς που έριξε πριν λίγο ανεβάζει,
κι αυτούς που ανέβασε στα σύννεφα στον Άδη κατεβάζει.

▪ ▪ ▪

10.81 Μιά λάμψη φευγαλέα η χαρά κι ο χρόνος
σαν λάμψη γρήγορος. Πενθήστε.
Κοπιάζουμε, χαιρόμαστε τους κόπους μας…
Τι κάνουμε; Καθόμαστε, κοιμόμαστε
ανύποπτοι, κι ο χρόνος έρχεται, ταλαίπωροι θνητοί μου,
έρχεται να μας θερίσει έναν έναν.

▪ ▪ ▪

10.82 Έλληνες της συμφοράς, είμαστε άραγε νεκροί
κι ονειρευόμαστε πως ζούμε; Ἢ μήπως ζούμε
κι έχει πεθάνει προ πολλού η ζωή;

▪ ▪ ▪

10.83 Έρχεται μια στιγμή, που η σοφία ανάγκη και κόψιμο στον πλούσιο…
[…]
…όμορφη η ζώνη κι οι κόλακες ανάγκη.

▪ ▪ ▪

10.84 Με δάκρυα γεννήθηκα, με δάκρυα πεθαίνω·
τόπο δακρύων βρήκα τη ζωή.
Αχ, ράτσα των ανθρώπων, δακρύβρεκτη, άθλια, σακατεμένη,
στην γη ριγμένη και στην γη χαραμισμένη.

▪ ▪ ▪

10.85 Στον θάνατο ανήκουμε. Ο θάνατος μας τρέφει,
σαν γουρούνια για σφαγή. Άγνωστο γιατί.

▪ ▪ ▪

10.86 Πλάκα στην πλάκα καταφέρνω να συντηρώ παιδιά,
γυναίκα, δούλο, κότες κι ένα σκύλο,
διότι κόλακας δεν πάτησε στο σπίτι μου ποτέ.

▪ ▪ ▪

10.87 Αν δεν πάρουμε στην πλάκα τη ζωή την αλανιάρα
και την Τύχη την κουνίστρω την πουτάνα, μια ζωή
θα υποφέρουμε κοιτώντας τα ρεμάλια να προοδεύουν.

▪ ▪ ▪

10.88 Κατάντια της ψυχής το σώμα, Άδης, βάρος
ασήκωτο, ανάγκη και δεσμά
ανέσπαστα, μαρτύριο, τιμωρία.
Ναι· αλλ’ όμως όταν φύγει από το σώμα,
σαν από δεσμά θανάτου,
βρίσκει αθάνατο θεό.

▪ ▪ ▪

10.89 Αν η Φήμη είναι θεά,
το δίχως άλλο έχει θυμώσει με τους Έλληνες κι αυτή,
γι’ αυτό τους περιπαίζει με ψευτιές.
Ό,τι και να σου συμβεί, η Φήμη έρχεται πάντα να το επιβεβαιώσει.
Μάλιστα πολλές φορές συμβαίνει να προηγείται.

▪ ▪ ▪

10.90 Αχ, μεγαλείο του φθόνου πονηρό!
Μισούμε τον ευτυχισμένο που αγαπά ο θεός.
Πέφτουμε οι ανόητοι στου φθόνου την παγίδα,
προσφέρουμε εθελοντικά υπηρεσίες δούλου στην βλακεία.
Είμαστε εμείς οι στάχτες των Ελλήνων,
νεκρών θαμμένες προ πολλού ελπίδες συντηρούμε.
Άλλαξε ο κόσμος τώρα τελευταία.

▪ ▪ ▪

10.91 Αυτός που αντιπαθεί αυτόν που συμπαθεί ο θεός,
βλακεία βαριά διαπράττει·
διότι απροκάλυπτα τα βάζει με τον ίδιο τον θεό,
και ο φθόνος του επισύρει την οργή.
Καλύτερα να συμπαθεί αυτόν που συμπαθεί ο θεός.

▪ ▪ ▪

10.92 Αφού αποφάσισες να γίνεις δικαστής και σοφιστής,
σου προσκομίζει η αηδόνα μου επίγραμμα σεμνό,
της παρρησίας σου άξιο. Γιατί όταν τραγουδώ
εσένα της Δικαιοσύνης γίνομαι αμέσως υμνητής.

▪ ▪ ▪

10.93 Χίλιες φορές καλύτερα να πέφτει πάνω μας η Τύχη
μ’ όλες της τις αναποδιές,
παρά ένας πλούσιος υπερόπτης.

▪ ▪ ▪

10.94 Μου φαίνεται πως ο θεός κάνει φιλοσοφία.
Δεν εκνευρίζεται όταν τον βρίζουν.
Απλά αυξάνει χρόνο με τον χρόνο την ποινή
των πονηρών, ταλαίπωρων θνητών.

▪ ▪ ▪

10.95 Μισώ τον άνδρα με τον δίδυμο τον νου.
Καλός στα λόγια, εχθρός στην πράξη.

▪ ▪ ▪

10.96 Όταν αναλογίζομαι πώς έχουν
τα πράγματα, πώς έρχεται η ζωή τα πάνω κάτω,
πώς αλητεύει η άπιστη η Τύχη,
πώς μετατρέπει τους φτωχούς
σε πλούσιους και τους πλούσιους
πώς γδύνει ολοσχερώς, με ζώνουν τα σκοτάδια
της απορίας, μισώ τα πάντα λόγω αμφιβολίας.
Πού με πηγαίνει η Τύχη μου
που έσκασε μύτη στην ζωή ποιός ξέρει από πού;
Πού πάει σινάμενη-κουνάμενη η πουτάνα;

▪ ▪ ▪

10.97 Πενήντα δεκαρούλες αφού μόχθησα ζωή γραμματική,
πάω στον Άδη να μ’ εκλέξουν οι πεθαμένοι βουλευτή.

▪ ▪ ▪

10.98 Καλύτερα να μην ανοίγει το στόμα του ο αγράμματος·
πάθος ανώμαλο ο λόγος ξεμπουχίζει.

▪ ▪ ▪

10.99 Ζύγισα πολλές φορές,
Σέξτε, τα λόγια τα καλά και τις βρισιές σου.
Βρήκα τα λόγια τα καλά ελαφρύτερα, στην λοιδορία
βρήκα να γέρνει η ζυγαριά και τη φιλία
παράτησα. Δεν γίνεται να γίνω εγώ
αντίβαρο στις άτιμες βρισιές σου.

▪ ▪ ▪

11.54 Γέρασα πια, γελάνε οι γυναίκες και μου λένε
να πάω να δω το λείψανό μου στον καθρέφτη.
Τι σημασία έχει το χρώμα των μαλλιών μου;
Γιατί ν’ ασχοληθώ με τη ζωή, αφού τελειώνει;
Σε λίγο, θ’ αρωματιστώ το λιβανάκι μου,
θα στολιστώ τα στεφανάκια μου,
θ’ απολαύσω μια γερή κρασοκατάνυξη,
και θ’ αράξω…για πάντα.

▪ ▪ ▪

11.55 Βάλε να πιώ, να ξεχαστώ,
να ζεσταθεί η καρδούλα μου
πού είναι σαν… παγωτό.

▪ ▪ ▪

11.62 Οφείλουν να πεθαίνουν οι θνητοί.
Κανείς δεν ξέρει αν αύριο θα ζει.
Κατάλαβέ το, άνθρωπε, και μάθε να γλεντάς.
Ξέχνα τον θάνατο με το ποτήρι,
γλύκανε την εφήμερη ζωή με Αφροδίτη,
και τα υπόλοιπα στην Τύχη εκχώρησέ τα.

▪ ▪ ▪

11.204 Ρητόρευε ο Μαύρος και τα χοντρά του χείλια
έφτυναν μακελειό, κάτω απ’ την προβοσκίδα του.

▪ ▪ ▪

11.255 Την Δάφνη και την Νιόβη χόρεψε ο ψηλομύτης Μέμφις,
σαν κούτσουρο την Δάφνη, σαν κοτρόνα την Νιόβη.

▪ ▪ ▪

11.263 Είπε ο Μένανδρος στον ύπνο του κωμωδού του Παύλου:
«Δεν σου ’κανα ποτέ ζημιά κι εσύ με βρίζεις»

▪ ▪ ▪

11.280 Καλύτερα να πέσεις στην κρίση ηγεμόνα
που δεν αφήνει ζωντανό ληστή, παρά στα χέρια
του Γενναδίου του χειρουργού.
Ο πρώτος με το δίκιο του σκοτώνει τους φονιάδες.
Ο δεύτερος ζητάει κι αμοιβή για να σε στείλει
κακήν κακώς στον Άδη.

▪ ▪ ▪

11.281 Όταν ο Μάγνος κατέβηκε στον Άδη,
τρόμαξε ο Πλούτωνας και είπε:
«Πάει, θ’ αναστήσει τους νεκρούς».

▪ ▪ ▪

11.282 Αυτούς που άφησαν το φως του κόσμου το γλυκό
δεν τους λυπάμαι.
Αυτούς που ακόμη καρτερούν τον θάνατό τους κλαίω.

▪ ▪ ▪

11.283 Λένε πολλά και διάφορα, δεν είδα όμως κανένα
να εκφράσει με ακρίβεια τον ειρμό
του πάθους σου. Εγώ απορώ
πώς κλέφτης σαν και σένα
έχει τα δάκρυα έτοιμα με το παραμικρό.
Ο Χαλκιδαίος έκλεψε της πόλης τον χαλκό
με δάκρυα προμελετημένα.

▪ ▪ ▪

11.284 Απ’ τη γη των Λωτοφάγων
ήρθε ο Λυκάων ο μέγας αρχηγός.
Ο Χαλκιδαίος μας το παίζει αντιοχικός.

▪ ▪ ▪

11.285 Για δες εκεί παράδοξο θαύμα θηλυπρεπές!
Έκλεγε κι έκλεβε, λυπόταν τους κλεμμένους,
κι εξαγνιζόταν κλέβοντας, κι αφού εξαγνιζόταν
συνέχιζε να κλέβει ο κλέφτης, ο βρωμιάρης,
ο άπλυτος στην κυριολεξία.

▪ ▪ ▪

11.286 Τίποτε χειρότερο ακόμη κι απ’ την καλύτερη γυναίκα.
Τίποτε χειρότερο ακόμη κι απ’ τον καλύτερο δούλο.
Μα τι να κάνεις; Χρειάζονται και τ’ αναγκαία κακά.
Νομίζεις πώς υπάρχει δούλος που τον συμπαθεί ο αφέντης;
Δούλος καλός είναι μονάχα ο δούλος ο κουτσός
κι από τα δύο πόδια.

▪ ▪ ▪

11.287 Όποιος δυστύχησε κακάσχημη γυναίκα,
το βράδυ όταν ανάβουνε τα φώτα,
τον τρώει το μαύρο το σκοτάδι.

▪ ▪ ▪

11.288 Ο μπαρμπέρης και ο ράφτης έστησαν μια μέρα αγώνα,
και ξεπέρασε αμέσως το ξυράφι η βελόνα.

▪ ▪ ▪

11.289 Ακαριαία ληστεία η ζωή.
Μαζεύει τόκους χρόνια ο τοκογλύφος
κι έρχεται μια στιγμή
που τα τινάζει μ’ ό,τι άρπαξε στο χέρι.

▪ ▪ ▪

11.290 Μέτρα – υπολόγιζε εισπράξεις μια ολόκληρη ζωή,
στο τέλος ζήτησε κι από τον Άδη μια προκαταβολή.
Σιγά μην έριχνε το θάνατο στο ζύγι· πάει αυτός
και μένει στο τεφτέρι του ανοιχτός ο τελευταίος λογαριασμός.

▪ ▪ ▪

11.291 Σε τι ωφέλησαν οι στίχοι σου την πόλη;
Λαδέμπορος κατάντησες!
Τούς πήρανε με το κιλό,
και σου ’δωσαν ολόκληρη περιουσία βρισιές.

▪ ▪ ▪

11.292 Άρμα ουράνιο κυκλοφορούσες κι όμως ξάφνου
άρμα ασημένιο πόθησες. Ατέλειωτη ντροπή!
Ήσουν ψηλά και βρέθηκες μεμιάς στα χαμηλά.
Ανέβα κάτω πάραυτα, γιατί έχεις πάνω κατεβεί.

▪ ▪ ▪

11.293 Άλογο μου έταξε ο ολύμπιος και μου ’φερε μια ουρά
με κάτι υπολείμματα γαϊδάρου στολισμένη.

▪ ▪ ▪

11.299 Παρεκτρέπεσαι. Δεν απορώ. Κανένα πρόβλημα.
Αντέχω. Το θράσος είναι η κόλαση του υβριστή.

▪ ▪ ▪

11.300 Άνθρωπε, λες πολλά, μα είναι λίγος ο καιρός σου.
Πάψε και μάθε πώς πεθαίνουν όσο ζεις.

▪ ▪ ▪

11.301 Οι άνθρωποι έχουν τον ήλιο για θεό.
Μ’ αν λάμποντας τους πρόσβαλε δεν θα ’θελαν το φως του.

▪ ▪ ▪

11.302 Όχι εμένα αλλά τη φτώχια μου προσβάλεις.
Έστω· αν όμως ήτανε ο Δίας
στη γη φτωχός, θα είχε προσβληθεί.

▪ ▪ ▪

11.303 Είμαι φτωχός· δεν ενοχλώ κανέναν.
Γιατί, λοιπόν, με κατακρίνεις;
Δεν διέπραξα από πρόθεση την αθλιότητά μου.

▪ ▪ ▪

11.304 Όλοι μας είμαστε δειλοί και αλαζόνες κι ό,τι άλλο
στραβό τυγχάνουν οι άνθρωποι, όμως οι λογικοί
δεν βγάζουν τ’ άντερά τους μπροστά στον γείτονά τους.
Κρύβουν τα πάθη τους με σύνεση. Μα εσύ
έχεις ορθάνοιχτη την πόρτα της ψυχής
σου κι είναι αδύνατον να μην φανερωθείς
είτε τρομάξεις και κρυφτείς είτε αποθρασυνθείς.

▪ ▪ ▪

11.305 Γέννημα της Αναίδειας, στουρνάρι, θρέμμα της Βλακείας,
γιατί πηγαίνεις με το κεφάλι σου ψηλά, αφού δεν ξέρεις
την τύφλα σου. Πλατωνιστής δηλώνεις στον γραμματικό.
Μα όταν πέσεις πάνω σε γνήσιο Πλατωνιστή
μετανοείς και γίνεσαι γραμματικός. Την κοπανάς
κανονικά κι από τους δυο. Ούτε γραμματική
ούτε Πλάτωνα γνωρίζεις.

▪ ▪ ▪

11.306 Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια Συρία (της Ιταλίας)…
Όπου κι αν πας κανείς
καλοστεκούμενος δεν πρόκειται γυναίκα να σε πάρει.
Εσύ, βέβαια, επιμένεις πως θα γίνει,
και συνεχίζοντας πηδάς από πόλη σε πόλη.

▪ ▪ ▪

11.307 Τον Έρωτα έχεις γιό, την Αφροδίτη
γυναίκα. Είναι φυσικό.
Κουτσός δεν είσαι, σιδερά;

▪ ▪ ▪

11.317 Ένα γαϊδούρι μου έχουν δώσει υπομονετικό.
μπροστά πηγαίνει ιαμβικά, πίσω τροχαϊκά.
Απ’ το σκοινί ή απ’ την ουρά,
σε πάει αργά, μα σίγουρα·

▪ ▪ ▪

11.323 Ένα ρω αντί για λάμδα
κάνει κόρακες τους κόλακες. Λοιπόν
ίδιο πράγμα είναι ο κόρακας κι ο κόλακας ο αχρείος.
Ως εκ τούτου, αγαπητέ μου, πρόσεχέ το αυτό το ζώο.
Να θυμάσαι πώς οι κόλακες είναι οι κόρακες των ζωντανών.

▪ ▪ ▪

11.340 Χίλιες φορές ορκίστηκα πώς δεν θα ξαναγράψω
επιγράμματα, αφού κάθε ηλίθιος επάνω μου ξεσπάει.
Μ’ απ’ όταν είδα του Παφλαγόνα Πανταγάθου τη μουτσούνα,
στην αρρώστια μου είμαι απόλυτα δοσμένος.

▪ ▪ ▪

11.341 Καλά τα υπονοούμενα κι η σάτιρα μια υπέροχη ευκαιρία για μίσος.
Όμως αυτές οι βρισιές, αχ, αυτές οι βρισιές! Σκέτo μέλι Αττικό!

▪ ▪ ▪

11.349 Πες μου πώς γίνεται τον κόσμο
και τα πέρατα της γης να υπολογίζεις,
εσύ που είσαι μια χούφτα γη;
Μέτρησε πρώτα τις δυνάμεις σου,
μάθε τον εαυτό σου,
κι ύστερα υπολογίζεις την απροσμέτρητη τη γη.
Αν δεν μπορείς τον λίγο
πηλό του σώματός σου να μετρήσεις,
πώς γίνεται να ξέρεις του αμέτρητου το μέτρο;

▪ ▪ ▪

11.351 Έδωσα στον κριθαρά το σπίτι μου εχθές
και βρήκα μέσα σήμερα πυγμάχο τρομερό.
«Ποιός είσαι εσύ;» του είπα. «Πώς βρέθηκες εδώ;»
Κι εκείνος χίμηξε να με αρχίσει στις γροθιές.
Έκοψα λάσπη να γλιτώσω απ’ τον μαντραχαλά.
Τρόμαξα έτσι που είδα το κριθαρόζουμο γροθιά.
Πυγμάχε Πολυδεύκη μου, και Κάστορα, και Δία των ικετών,
κρατείστε τον αχρείο πυγμάχο μακριά.
Δεν είναι δυνατόν
να δίνω αγώνα πυγμαχίας κάθε πρωτομηνιά.

▪ ▪ ▪

11.353 Του Ερμόλυκου η κόρη πλάγιασε μ’ έναν τρανό
πίθηκο, κι Ερμοπιθήκους γέννησε ένα σωρό.
Αν ο Δίας έγινε κύκνος και του γέννησε η Λήδα
Κάστορα και Πολυδεύκη και Ελένη, η κορασίδα
Ερμιόνη με Κοράκι πλάγιασε, και απογόνους
του έδωσε ένα ερμοσμήνος αποτρόπαιους δαιμόνους.

▪ ▪ ▪

11.355 «Ξέρω τα πάντα!» φωνασκείς·
κι είσαι στα πάντα ανεπαρκής.
Δοκίμασες και το παραμικρό·
μα εγώ σε βλέπω νηστικό!

▪ ▪ ▪

11.357 Γιός και πατέρας έντονη είχαν διαφωνία,
ποιός θα χαλάσει πιο πολλά απ’ το κομπόδεμά τους.
Κι αφού κατασπαράξανε μεγάλη περιουσία,
άλλο δεν τους απόμεινε να φάνε απ’ τ’ άντερά τους.

▪ ▪ ▪

11.373 Των ποιητών θεά είναι η Καλλιόπη.
Την δική σου θεά τη λένε Ταβλιόπη.

▪ ▪ ▪

11.377 Εν’ άθλιο πετούμενο τρώμε, συνδαιτυμόνες μου,
κι άλλα πουλιά μας καρτερούν.
Τον Τιτυό δυο γύπες τον τρώνε κάτω από τη γη,
κι εμάς ακόμη ζωντανούς μας τέσσερις Αιγύπτιοι γυπαετοί.

▪ ▪ ▪

11.378 Δεν ανέχομαι γυναίκα και τη γραμματική.
Πείνα και φτώχια η δεύτερη, άδικη η πρώτη.
Θάνατο και δυστυχία μου έφεραν και οι δυο.
Και ναι μεν τη γραμματική πριν λίγο την παράτησα,
την αντροφάγα όμως γυναίκα δεν μπορώ.
Θα με τσακίσει το προσύμφωνο κι ο νόμος ο Ρωμαϊκός.

▪ ▪ ▪

11.381 Πρόβλημα μεγάλο η γυναίκα.
Δύο καλές στιγμές έχει μονάχα:
στην νυφική κρεβατοκάμαρα και στον νεκροθάλαμο.

▪ ▪ ▪

11.383 Φαίνεται πώς τα γαϊδουράκια έχουν κι αυτά τη Μοίρα τους·
άλλα καλή κι άλλα κακή, αφού ο Κρόνος κυριαρχεί
στον ουρανό όταν γεννιούνται και τα τετράποδα. Λοιπόν,
κακός έτυχε χρόνος όταν γεννήθηκε τούτος εδώ ο όνος,
γι’ αυτό δεν έλαχε σε αλαβάρχη, μα σε γραμματικό.
Κάνε κουράγιο, γαϊδάρακο μου, γιατί
στου γραμματικού ποτέ δεν τελειώνει το κριθάρι.
Το λένε πάντα κρι-

▪ ▪ ▪

11.384 Αν είστε μοναχοί, πώς είστε τόσοι;
Κι αν είστε τόσοι, πώς είστε μοναχοί;
Ω, πλήθος μοναχών, ψευδής μονάδα!

▪ ▪ ▪

11.385 Κίβδηλος είναι ο έρωτάς σου. Από φόβο κι απ’ ανάγκη αγαπάς.
Μα δεν υπάρχει πιο άπιστη αγάπη απ’ αυτή.

▪ ▪ ▪

15.20 Κινήσου αθόρυβα
σε τούτη την αφόρητη ζωή.
Δες πώς κυλάει ο χρόνος σιωπηλά.
Κρύψου και ζήσε· πέθανε κρυφά.

▪ ▪ ▪

 

afaia

 

~.~