Day: 02.09.2021

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~ (περισσότερα…)