Day: 07.09.2021

Το μουσικό σύμβολο του νέου ελληνισμού

 

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο τιτάνιος δημιουργός που πραγμάτωσε το μουσικό πεπρωμένο του νέου ελληνισμού (στην πιο υψηλή έννοια της μουσικής), ο άνθρωπος που υψώθηκε σε θέση ιστορικού συμβόλου, δεν είναι πια εν ζωή. Διακόσια χρόνια μετά την Παλιγγενεσία και εκατό χρόνια μετά την Καταστροφή, απέρχεται αλλά μας αφήνει μιαν ατίμητη κληρονομιά.

Γεννημένος σε γη θερισμένη και αλωνισμένη από τον θάνατο, υπό το βάρος της μικρασιατικής τραγωδίας και υπό τη διάψευση των έσχατων ελπίδων που γέννησε το έπος της εθνικής αντίστασης, ο Μίκης Θεοδωράκης αφουγκραζόταν όσο ελάχιστοι το βήμα των νεκρών αλλά και την απόγνωση των ζωντανών αυτού του Τόπου. Μεγάλος στη νεανική τραγική του εκλογή, ωραίος στην ορμή για πράξεις ανδρείες, θαυμαστός στον έρωτά του για τη δόξα –κάτι που ποτέ δεν έκρυψε–, κατέκτησε με το Έργο του το δικαίωμα να μας ζητά, με όποιο τρόπο ήθελε, να σταθούμε στο ύψος της ιστορικής μας αποστολής και αυτού που ονόμαζε «όραμα της εθνικής αναγέννησης».

Ακλόνητος στην πίστη του για ένα πολιτισμό δύναμης και ζωτικής ορμής, ξένος προς τις μελοδραματικές ψευτιές που διακινούν πολλοί για να καμαρώνουν μπροστά στον καθρέφτη φορώντας τενεκεδένια παράσημα ευαισθησίας, αυτός μόνον ένα καθρέφτη αναγνώριζε: τα μάτια των ανθρώπων του Λαού μας. Υπήκοος αυτής της απόφασης όχι απλώς υπερασπίστηκε την Παράδοση (που μετά τον Πόλεμο φαινόταν να οδεύει προς ιστορικό θάνατο), αλλά επιβεβαιώνοντας πως μυστικές πνευματικές δυνάμεις δρουν κάτω από αμφιλεγόμενες πολιτικές επιφάνειες, ανανέωσε τους εκφραστικούς πυρήνες του ελληνικού μέλους συγχωνεύοντας τον δωρικό και τον ιωνικό ρυθμό τόσο ιδανικά ώστε να καταστεί για τον νέο ελληνισμό αυτό που ήσαν (τηρουμένων των αναλογιών) ο Πίνδαρος στους αρχαίους, ο Ρωμανός ο Μελωδός στους μέσους χρόνους.

Η επέλαση των μουσικών του θεμάτων, οι εναλλαγές αισθηματικών ορμών, οι απότομες είσοδοι, οι ισχυρές ανελίξεις σε κορυφώματα δυναμικότητας που διατηρούν όλη τους την ένταση, η ισορροπία διονυσιακού και απολλώνιου στοιχείου, ο τρόπος που συντόνιζε με οργιαστική, μυσταγωγική και μαντική δύναμη, επικά, λυρικά και ελεγειακά μέρη, κατέδειξαν πως ήταν ο Πρώτος. Παιάνες, μοιρολόγια, συμφωνικά έργα, καντάτες, λαϊκά τραγούδια, ύμνοι, ορατόρια, διθύραμβοι ένωναν συγκρούσεις κι αγωνίες, υποσυνείδητες φωνές και ηθικές κατευθύνσεις. Ο αδιάπτωτος, αισχύλειος τρικυμισμός της μουσικής ψυχής του, που σκανδαλίζει σιδώνιους και ευριπίδειους χαρακτήρες, τρικυμισμός που γεννήθηκε από το δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή υμνογραφία, αλλά και μεγάλες επιτεύξεις της δυτικής μουσικής, ποτέ δεν έχασε τη κρητομυκηναϊκή αγνότητα, ποτέ δεν έκανε παραχωρήσεις προς λιγωτικά σιρόπια της ανατολής ή χαβανέζικες εκδοχές δύσης. Κορφολογώντας τα πιο όμορφα βλαστάρια της δημοτικής παράδοσης και του ζωντανού τραγουδιού, που πάντα ανθίζει στα χείλη του λαού, έστησε ένα λαμπρό Οικοδόμημα, με θεμέλια τα τρία μεγάλα οργανικά στοιχεία του ελληνικού τραγουδιού (τον Λόγο, τη Μουσική και τον Χορό), συναρμόζοντας κλασική και κοινοτική παράδοση, λόγια και λαϊκή ψυχή.

Και οι πολιτικές του ανακολουθίες; θα παρατηρήσουν οι ψυχροί ορθολογιστές με το σπασμένο θερμόμετρο στο χέρι και τον υδράργυρο στη γλώσσα. Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν να στοχαστούμε ιστορικά, να σκεφτούμε πως μετά από μερικές δεκαετίες, όταν οι πρόσκαιρες ιδέες και οι συμπτωματικές πράξεις σβήσουν, θα μείνει το Έργο που θα φωτίζει στους αιώνες τον νου και την καρδιά ενός Λαού;

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

 

 

Μια στιγμή να ξεφύγει απ’ τη Μοίρα της, φτάνει!

~.~

Ο ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Είμαστε όλοι παιδιά του Μίκη. Είμαστε όλοι παιδιά του Μάνου. Οι δυο τους, και μαζί μ’ αυτούς και οι επίγονοί τους, νοηματοδότησαν σταθερά την εποχή που μεγαλώσαμε. Χάρισαν στον ελληνικό πολιτισμό τη σύγχρονη ταυτότητά του, αληθινές αφηγήσεις της αγωνίας του, των οραμάτων και των αναφορών του. Με το καλλιτεχνικό τους έργο και τη δημόσια παρουσία τους, διαμόρφωσαν και υπερασπίστηκαν το έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Το τραγούδι που λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί με κυρίαρχο αίτημά του το καλλιτεχνικό, στηρίζοντας την γλώσσα και την ιστορία του τόπου αυτού – αυτό το είδος τέχνης που η επικρατούσα σήμερα κουλτούρα του ναρκισσισμού και της βιομηχανοποιημένης διασκέδασης, εχθρεύεται περισσότερο κι από τα κρίματά της.

Κατέθεσαν στην Τράπεζα του Μέλλοντος σπουδαία έργα ώστε να αντλεί για δεκαετίες μετά τη φυγή τους ο ελληνικός λαός, μνήμες συλλογικών μύθων και ίχνη δρόμων αξιοπρέπειας και εθνικής συνείδησης. Και με τη δημόσια παρουσία τους υπέδειξαν πως ο καλλιτέχνης κρίνεται ως «όλον», για το σύνολο της προσφοράς του στη χώρα του, και ως δημιουργός αλλά και ως πολίτης. Γι αυτό κι είχαν και οι δύο απέναντι τους κατά καιρούς ως ισχυρούς αντιπάλους τους κόμματα που έρχονταν και παρέρχονταν σε αντίθεση με τη δική τους σταθερή παρουσία στις καρδιές των Ελλήνων, μηχανισμούς κομματικούς που θεωρούσαν και θεωρούν απειλή για τον κανόνα τους, το λαϊκό έρεισμα και τη δύναμη του λόγου και πράξης των σημαντικών καλλιτεχνών.

Κυρίως όμως τόσο ο Μάνος όσο και ο Μίκης, ξεπέρασαν τη Μοίρα τους. Και γι’ αυτό ίσως αγαπήθηκαν τόσο. Κι όχι για μια στιγμή μόνο. Έγιναν δηλαδή οι ίδιοι δημιουργοί Ιστορίας, ακολουθώντας τα ίχνη της Γενιάς του ’30, συνομίλησαν απευθείας ως καλλιτέχνες – πρόσωπα με τον Χρόνο που έζησαν και διεκδίκησαν τη θέση τους στον Τόπο που αγάπησαν. Κι αυτό είναι ίσως η σπουδαιότερη παρακαταθήκη που μας κληρονόμησαν σε μια εποχή που μικραίνει τις ανθρώπινες δυνάμεις και δυναμικές αφαιρώντας την δυνατότητα ιστορικής παρέμβασης και δημιουργίας.

Είκοσι επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Μάνου, η χώρα αυτές τις μέρες πενθεί με παλλαϊκό τρόπο τον Μίκη. Με τα τραγούδια του αλλά και ανασύροντας μνήμες και εικόνες του, από στιγμές που αποτελούν πια περιουσία όλων.

Αυτή η συναυλία του Άξιον Εστί το 1977 στον Λυκαβηττό, με το συνωστισμένο πλήθος να τραγουδά τους στίχους του ποιήματος, είναι επιτρέψτε μου να πιστεύω η εικόνα της «καλής Ελλάδας». Μιας Ελλάδας που έστω για μια στιγμή θέλησε να ξεπεράσει τη Μοίρα της τραγουδώντας την πίστη της στην Ομορφιά.

Κι αν δημιουργεί αμηχανία σε διάφορους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ», η τόσο μεγάλη λαϊκή απήχηση του Μίκη, ας σκεφθούν τι θα σήμαινε η αποκαθήλωση από το εικονοστάσι του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού των μορφών του Μίκη, του Μάνου, της Γενιάς του ’30, των επιγόνων τους, αλλά και όσων ακόμη και σήμερα συντηρούν παλεύοντας με τα κύματα, τις αναφορές τους. Τι θα έμενε άραγε;

Κι αν υπάρχει ένας λόγος για να αναφερόμαστε στον Μάνο όταν αναφερόμαστε στον Μίκη και στον Μίκη όταν μνημονεύουμε τον Μάνο, είναι γιατί ακριβώς αυτή η εποχή δεν σηκώνει άλλους διχασμούς, ούτε ψεύτικες αντιπαλότητες. Απαιτεί μια Ελλάδα αποφασισμένη να ξεφύγει από τη Μοίρα της! Έστω και για μια στιγμή.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ
5 Σεπτεμβρίου 2021