Month: Μαΐου 2021

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 2. Οι αποδόσεις του Π. Α. Σινόπουλου (1/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
(περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Το ανορθόγραφο στασιδάκι της αφοσίωσης

ΤΟΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ καί πηγαίνανε στό κλησιδάκι τοῦ Ἅϊ Δημήτρη, κτισμένο τό μισό στό δικό τους χωράφι. Ἐκείνη θυμιάτιζε καί μετά ἄναβαν μαζί τά καντήλια. Ὁ ἥλιος ἦταν ἀκόμα ψηλά καί μιά φαρδιά χρυσή λουρίδα ἔλαμπε καταμεσής τοῦ ναΐσκου. Μετά θά πήγαιναν στόν Ἅϊ Γιώργη, στόν Ἅϊ Γιάννη τόν Θεολόγο, καί τέλος στό Ἅϊ Νικόλα. Ἐκεῖ κάθονταν στή ζεστή πεζούλα καί ἀγνάντευαν τά νησιά ἀπέναντι. «Θά γίνεις παππάς, θεία;» τήν ρωτοῦσε καί τήν ξαναρωτοῦσε, καί κείνη γελοῦσε μέ τήν παιδική του ἀφέλεια. Τοῦ ἔμαθε ἀνάγνωση, γραφή καί τοῦ μετέδωσε τήν ἀγάπη της γιά τά ξωκλήσια: νά τά φροντίζουν, νά τά γαλακτίζουν, νά τά κρατοῦν καθαρά. Ἐξ αἰτίας της ἡ προσοχή του στράφηκε στήν εἰρήνη τῶν μικρῶν θυρίδων, μαγνητίστηκε ἀπό τίς κίτρινες κηλίδες ὤχρας πάνω στούς χλοασμένους πορόλιθους· τό ἀεράκι πού μέ τήν παραμικρή κίνηση μόλις κι ἀναρριπιζόταν ἀναστατώνοντας τίς ἀραχνίτσες – ἕνα γλυκύ μυστήριο στίς κόγχες. Μέ τά δάχτυλα ψηλάφισε τήν σταθερή τρυφερότητα στίς καμπύλες τῶν τοίχων ἀπό ἁρμολογημένη χοντρή πέτρα, τίς ἐκπλήξεις τῆς ἀσυμμετρίας. Σκιές καί φῶς ἀλληλλοσυμπληρώνονται, συνομιλοῦν, θά σκεπτόταν πολύ ἀργότερα. Ἀλλά τότε μαθήτευε σέ ἕναν κόσμο συγκεκριμένων πραγμάτων, ὄχι ἀφηρημένων ἐννοιῶν.

(περισσότερα…)

Κοιτάζοντας εκείνο που με κοιτάζει

Η Σαλώμη, ο Μορώ και το Ανάστροφα του Ζ.- Κ. Υσμάν

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Εν αντιθέσει με άλλα είδη του εμπορίου, το βιβλίο έχει μια ιδιαιτερότητα: από τη στιγμή που θα το αποκτήσω δεν μπορώ να πετάξω το έξω και να αφήσω το μέσα, είναι αδύνατον να αφαιρέσω το χαρτί πάνω στο οποίο είναι τυπωμένες οι λέξεις και να κρατήσω μονάχα το περιεχόμενο – ένα βιβλίο μου δίνεται ολόκληρο, επιβάλλει την παρουσία του ως οργανική μονάδα, κάθε μέρος της οποίας λογοδοτεί σε ένα συνεκτικό όλον. Μια τέτοια ολιστική αντίληψη για το βιβλίο προϋποθέτει ότι η κριτική για ένα λογοτεχνικό έργο δεν θα πρέπει να εστιάσει μόνο στις θεματικές επιλογές και στα εκφραστικά μέσα —ό,τι αποκαλούμε δηλαδή περιεχόμενο και μορφή—, αλλά και στα διάφορα τυποτεχνικά ζητήματα, στις βιβλιοδεσίες, στα στολίδια, στις γραφιστικές επιλογές, στη στοίχιση και φυσικά στα εξώφυλλα. Συνδέοντας και όχι αποσυνδέοντας τα μέρη που συναπαρτίζουν το σύνολο προσδίδουμε στην ανάγνωση την αξία που της αναλογεί: το βιβλίο είναι ο χώρος μιας μοναδικής αισθητηριακής εμπειρίας – μάτια, όσφρηση και αφή επαγρυπνούν. Για αυτό και έχουν δίκιο ορισμένοι μελετητές όταν λένε ότι το βιβλίο έχει «σάρκα»[1], αφού έχουν ήδη αναγνωρίσει κάτι που για μερικούς άλλους μοιάζει ακατανόητη συνθήκη: ότι ένα βιβλίο σφύζει από ζωή. Προς αυτή την κατεύθυνση στρέφονται εξάλλου και οι —καθόλου τυχαίες—“ένσαρκες”, θα λέγαμε, μεταφορές που χρησιμοποιούμε, όπως η «ράχη» και τα «αυτιά» λόγου χάρη, για να χαρακτηρίσουμε συγκεκριμένα μέρη του βιβλίου.

(περισσότερα…)

Λάμπρος Λαρέλης, Τρία εικονοποιήματα

~ . ~

 

(περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες θ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Ξύλινη γλώσσα» αποκαλούσαμε έναν καιρό το άκαμπτο, συχνά και ακαταλαβίστικο ιδίωμα της αριστεράς, ένα ιδίωμα γεμάτο κλισέ και περισσή σπουδαιοφάνεια που πάσχιζε να κρύψει την ένδειά του σε ουσία και περιεχόμενο.

Ο όρος μού φαίνεται πια εντελώς ξεπερασμένος. Όχι επειδή τα αριστερά κόμματα έπαψαν να μιλούν ξύλινα, αλλά επειδή στο προσκήνιο έχει έρθει μια άλλη γλώσσα, τρισχειρότερη, που έτσι όπως καμώνεται την εκσυγχρονισμένη και την τεχνοκρατική θα την ονόμαζα γλώσσα λαμαρινένια, γλώσσα τσίγκινη. Και πράγματι ηχεί τόσο κούφια, όσο κάτω απ’ τις στάλες της βροχής οι τσίγκινες σκεπές σε κάτι παράγκες και χαμόσπιτα. (περισσότερα…)

O Γιόχαν Χουιζίνγκα και η γέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού από το παιχνίδι

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τα βιβλία που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της σειράς των εκδόσεων Γνώση, «Φιλοσοφική και Πολιτική βιβλιοθήκη», υπό την επιμέλεια του Παναγιώτη Κονδύλη, διέπονται, στην πλειονότητά τους, από μια μάλλον απαισιόδοξη οπτική. Συγκεκριμένα, η Χάννα Άρεντ παρουσιάζει τη διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη νεώτερη αντιμετώπιση της δημόσιας σφαίρας με τρόπο απαισιόδοξο εξυμνώντας την πρώτη σε βάρος της δεύτερης, τονίζοντας πως η δεύτερη σηματοδοτεί την παρακμή της δημόσιας σφαίρας. Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ παρατηρεί την παρακμή των «μεγάλων αφηγήσεων» για την ανθρώπινη χειραφέτηση και τη μετατροπή των πανεπιστημίων σε εμπορικές επιχειρήσεις, ο Καρλ Μάννχαϊμ παρατηρεί την έλευση του σκεπτικισμού κατά τη διαπάλη ανάμεσα στις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες των Νεώτερων Χρόνων, ο Καρλ Λέβιτ διατυπώνει την άποψη ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, εγκλωβισμένος ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη χριστιανική κοσμοθεώρηση, τείνει να συλλαμβάνει τον κόσμο ως κάτι το τυχαίο, ο Έρνστ Κασσίρερ παρατηρεί με ανησυχία την πρόσφατη επιστροφή του προλογικού και μυθικού τρόπου σκέψης στην πολιτική ζωή, ενώ ο Κρώφορντ ΜακΦέρσον βλέπει τη σημερινή φιλελεύθερη Δημοκρατία ως μια οπισθοδρομική επιστροφή σε παλιότερες, «ολιγαρχικές» μορφές δημοκρατικής διακυβέρνησης. Αντίστοιχα, ο Γιόχαν Χουιζίνγκα διαπιστώνει, στις αρχές του εικοστού αιώνα, την απώλεια του παιγνιώδους στοιχείου από τον σύγχρονο πολιτισμό. Ας δούμε πιο αναλυτικά τη θεωρία του.

(περισσότερα…)

Ο Ποιητής ανάμεσα στο Μύθο και το Μήνυμα

Συμβολή στην ερμηνεία του Οιδίποδα Τύραννου[1]

της ΖΩΗΣ ΜΠΕΛΛΑ-ΑΡΜΑΟΥ

…χαριέντως δὲ  Τ ύ ρ α ν ν ο ν  ἅπαντες αὐτὸν
ἐπιγράφουσιν, ὡς ἐξέχοντα πάσης τῆς
Σοφοκλέους ποιήσεως…

Οι Αλεξανδρινοι (Cod. Laurentianus 32, 9)

O Οιδίπoυς Τύραννος διατηρεί αδιάκοπα ανοιχτό τον διάλογο γύρω από το κείμενο και τις καλλιτεχνικές του σκοπιμότητες.[2] Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου θα εκθέσω, μερικούς συλλογισμούς, πρώτα σ᾿ επίπεδο κοινωνικού υποστρώματος (κοινωνικών «όρων», τους οποίους η τραγωδία προϋποθέτει), κι έπειτα θα μείνω σε ορισμένες «κορυφώσεις» του.[3]

(περισσότερα…)

Κατασταλαγμένη συνειδητότητα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Νυχτερινή βιβλιοθήκη, Κέδρος, 2020

Το τελευταίο, έκτο, βιβλίο της Αριστέας Παπαλεξάνδρου, ώριμο και πυκνό στην ελλειπτικότητά του, εμμένει στο κατακτημένο ιδίωμά της. Τα ποιήματά της συνιστούν γραμμές άμυνας και μαζί εφαλτήριο επίθεσης, συνθέτοντας μια ειρωνική αυτοσυνειδησία που εποχούμενη στη συλλογική ή ατομική μυθολογία των ρόλων τους αποδομεί, διαπιστώνοντας τη μοναξιά του “ανεπάγγελτου” εαυτού. Και ο εαυτός προκύπτει αδιαφανής σαν ένας ρόλος που εκφωνεί αποφατικά το νόημα. Τα ποιήματα της Παπαλεξάνδρου μού φάνηκαν ως πολλαπλές αρνήσεις. Από αυτές τις αρνήσεις προκύπτουν αφενός μια αναιδής κατάδειξη των κατά συνθήκην και αφετέρου μία, ας πούμε, διακήρυξη των κατ’ αρχήν. Και αυτό το κατ’ αρχήν έχει πάντα αρνητικό πρόσημο. Η γυναίκα, η κόρη, η δημιουργός, η ερωμένη προσπαθεί να απεκδυθεί το επιβεβλημένο ρούχο προκειμένου να εξυφάνει ένα άλλο, την κομψή γυμνότητα μιας αιτούμενης ταυτότητας, σε χρόνο όπου η ζωή και η γραφή λειτουργούν σε προκεχωρημένο φυλάκιο.

(περισσότερα…)

Γκαίτε, Τέσσερα αποσπάσματα

 

* * *

Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει ορθή οδός·
μάταιο αν είσαι άξιος και μάταιο συνετός,
θέλει να ’σαι πειθήνιος, να ’σαι μηδαμινός !

* * *

Μέρος του μέρους είμαι, που εν αρχή ην το παν,
μέρος των ζόφων είμαι που το φως γεννάν.

* * *

Τι να σου δώσει πια η ζωή σου;
Στερήσου! πάντοτε στερήσου!
Τέτοιος ο αιώνιος σκοπός
που ηχεί στ’ αφτιά του καθενός…

* * *

Είναι οι άνθρωποι οι φτωχοί ένα θαύμα,
μέσα στα θαύματα παραπατούν,
ποιο σκοτεινό, ποιο αθέατο κατώφλι
τα βήματά τους τα χαμένα δρασκελούν;
Κάτω απ’ το φως και τ’ ουρανού το χάδι,
νιώθω την Κόλαση κοντά, τον Άδη.

Απόδοση: ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

Καλὸ Πάσχα!