Γλωσσικές νότες θ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Ξύλινη γλώσσα» αποκαλούσαμε έναν καιρό το άκαμπτο, συχνά και ακαταλαβίστικο ιδίωμα της αριστεράς, ένα ιδίωμα γεμάτο κλισέ και περισσή σπουδαιοφάνεια που πάσχιζε να κρύψει την ένδειά του σε ουσία και περιεχόμενο.

Ο όρος μού φαίνεται πια εντελώς ξεπερασμένος. Όχι επειδή τα αριστερά κόμματα έπαψαν να μιλούν ξύλινα, αλλά επειδή στο προσκήνιο έχει έρθει μια άλλη γλώσσα, τρισχειρότερη, που έτσι όπως καμώνεται την εκσυγχρονισμένη και την τεχνοκρατική θα την ονόμαζα γλώσσα λαμαρινένια, γλώσσα τσίγκινη. Και πράγματι ηχεί τόσο κούφια, όσο κάτω απ’ τις στάλες της βροχής οι τσίγκινες σκεπές σε κάτι παράγκες και χαμόσπιτα.

Παραδείγματος χάριν: ιδού τι δήλωνε στις προγραμματικές της δηλώσεις ότι θέλει να πετύχει η υπουργός μας επί του πολιτισμού. Όχι να αυξήσει τα έσοδα του υπουργείου και τα οικονομικά οφέλη για τον τόπο, τέτοια πεζά και κατανοητά πράγματα δηλαδή, αλλά:

«Να στηρίξει την στρατηγική μεγιστοποίησης των εσόδων από τους πόρους του Πολιτισμού και να εξασφαλίσει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα από την τοπική οικονομία και επιχειρηματικότητα»!

Όχι να προβάλει την Ελλάδα και να φέρει περισσότερους επισκέπτες, αλλά:

«Να διασυνδεθεί με το rebranding της χώρας, την πολιτιστική διπλωματία, την ενδυνάμωση του πολιτιστικού τουρισμού»!

Όχι να αξιοποιήσει την τεχνολογία, αλλά:

«Να διασυνδεθεί με την καθολική εκδίπλωση του e-ticket και τις ψηφιακές εφαρμογές στα πολιτιστικά προϊόντα»!

Κ.ο.κ., κ.ο.κ. Αγγλικούρες, οικονομίστικες ρητορικές σαπουνόφουσκες και φρασεολόγιο επαρχιώτη ανθυπομάνατζερ. Και αυτό, στο όνομα της χώρας που είναι υποτίθεται θεματοφύλακας και κληρονόμος των κλασσικών ιδεωδών και του ανθρωποκεντρισμού…

Από την άλλη, πώς να γεμίσεις δέκα ολόκληρα λεπτά όταν δεν έχεις τίποτε, μα τίποτε ουσιαστικό να πεις; Γιατί όλα αυτά είναι είτε αυτονόητα είτε ζητήματα με τα οποία θα έπρεπε να ασχολούνται κατ’ αποκλειστικότητα οι αρμόδιοι τμηματάρχες.

Και για να μην αδικούμε την κ. υπουργό: ο λόγος των περισσότερων τεχνοκρατών είναι τέτοιος, πομπώδης και τσίγκινος. Πολιτικοί μάς λείπουν, ικανοί να σκεφτούν. Η σκέψη φτιάχνει τη γλώσσα, η αμφιβολία και η δοκιμή. Όχι το… μάνατζμεντ και οι τυφλοσούρτες του.

ΥΓ. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, και με τα χαΐρια μας στην Ακρόπολη προ οφθαλμών, το «τσιμεντόγλωσσα», κατά το «τσιμεντόπλακα», μάλλον περιγράφει επιτυχέστερα τα κορακίστικα της οδού Μπουμπουλίνας.

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.